News
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
Learn moreMahir Guven: «Είμαι άθεος, αλλά σέβομαι τους θρησκευόμενους»
This post is only available in Greek.Ο κάτοχος του βραβείου Γκονκούρ πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 2018 μιλάει αποκλειστικά στη Μαρίλια Παπαθανασίου και την εφημερίδα το Βήμα για τις πολιτικές προεκτάσεις του βιβλίου του Μεγάλος αδερφός, και την επίδραση της Ιστορίας στους απλούς ανθρώπους.Διαβάστε παρακάτω ολόκληρη τη συνέντευξη:Σε ηλικία μόλις 32 ετών, ο γάλλος συγγραφέας Μαΐρ Γκουβέν, χωρίς πατρίδα παιδί προσφύγων με μητέρα από την Τουρκία και πατέρα Κούρδο του Ιράκ, απέσπασε το βραβείο Γκονκούρ πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για το 2018, με το πρώτο του βιβλίο με τίτλο Μεγάλος αδελφός. Μιλήσαμε μαζί του με αφορμή την κυκλοφορία του στα ελληνικά, από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε εξαιρετική μετάφραση της Λίζυς Τσιριμώκου. Η γλώσσα του βιβλίου, η γαλλική αργκό των προαστίων ανάμεικτη με αραβικές λέξεις, είναι εκ των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, το οποίο αφηγείται την ιστορία δύο αδελφών, ο ένας από τους οποίους είναι οδηγός της Uber και ο άλλος έχει φύγει στη Συρία με μια μουσουλμανική ανθρωπιστική οργάνωση.Με το πρώτο σας βιβλίο κερδίσατε το βραβείο Γκονκούρ. Πώς γεννήθηκε η ιδέα του «Μεγάλου Αδελφού»;Όπως οι περισσότεροι Γάλλοι, δεν μεγάλωσα σε περιβάλλον συγγραφέων. Από τύχη βρέθηκα να εργάζομαι σε εφημερίδα (την εβδομαδιαία εφημερίδα "Le 1", που ίδρυσε ο πρώην διευθυντής του "Monde" Ερίκ Φστορινό) ως μάνατζερ στο οικονομικό τμήμα και εκεί γνώρισα δημοσιογράφους και συγγραφείς. Μια μέρα, τους άκουσα να μιλούν άσχημα για τους νέους των προαστίων (banlieues) και σκέφτηκα ότι μπορώ να γράψω για την καθημερινότητα αυτών των ανθρώπων που τη γνώριζα, έχοντας μεγαλώσει στα προάστια της Νάντης. Ένα βράδυ, επιστρέφοντας από το σινεμά όπου είχα δει τον "Ταξιτζή" του Σκορσέζε, μπήκα σε ένα ταξί και άρχισα να μιλώ με τον οδηγό που μου αφηγήθηκε τη ζωή του, τα προβλήματά του. "Έχω τον ήρωα του βιβλίου μου" σκέφτηκα.Πραγματεύεστε φλέγοντα ζητήματα της επικαιρότητας, τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά και στον κόσμο. Το ενδιαφέρον σας εντάθηκε εξαιτίας της δουλειάς σας στην εφημερίδα ή είναι και συνδυασμός της φυσικής σας περιέργειας;Έχω μεγάλη περιέργεια για τα πράγματα. Έχω έρθει δύο φορές στην Ελλάδα αλλά δεν τη γνωρίζω, οπότε άρχισα να διαβάζω: ήθελα να μάθω για τη μοναρχία, την περίοδο της Χούντας, γιατί το ελληνικό κομμουνιστικό κόμμα υπήρξε τόσο ισχυρό.Πώς γίνεται τόσο νέος να γνωρίζετε τόσα πράγματα για τη νεότερη ελληνική ιστορία;Έχει σχέση με την προσωπική και την οικογενειακή μου ιστορία που είναι αρκετά σύνθετη αλλά και με την πεποίθησή μου ότι δεν μπορεί κανείς να αντιληφθεί την ιστορία των ανθρώπων αν δεν γνωρίζει Ιστορία, τη μεγάλη Ιστορία. Όλες οι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου επηρεάστηκαν από το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις εξελίξεις που προκάλεσε. Για παράδειγμα, στην Τουρκία οι γονείς μου ήταν κομμουνιστές και όταν ήρθαν στη Γαλλία το πρώτο που έκαναν ήταν να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο BMW και λίγα χρόνια μετά να στήσουν μια επιχείρηση. Είχαν δηλαδή φιλελεύθερα ανακλαστικά, ενώ στην Τουρκία ήταν κομμουνιστές επειδή θεωρούσαν ότι αυτό ήταν το πιο προοδευτικό κόμμα στην εποχή τους. Προσπαθώ πάντα να καταλάβω πώς η Ιστορία επηρεάζει τους ανθρώπους και την εξέλιξή τους. Επιπλέον, η οικογένεια μου κατάγεται από την Ανατολική Θράκη, μια περιοχή όπου όλοι αφηγούνται ιστορίες. Αυτό καλλιεργεί την περιέργεια σου για τις ιστορίες, αλλά και την Ιστορία.Στο μυθιστόρημά σας ο κεντρικός ήρωας, ο μεγάλος αδελφός, είναι οδηγός για την Uber και ο μικρός φεύγει στη Συρία. Πραγματεύεστε το ζήτημα του προσηλυτισμού των νέων στο Ισλάμ προσπαθώντας ωστόσο να καταλάβετε τα αίτια του φαινομένου. Το βιβλίο σας δεν είναι στρατευμένο μυθιστόρημα. Γιατί νομίζετε ότι ορισμένοι νέοι εγκαταλείπουν τη Δύση για τη Συρία;Πεποίθησή μου είναι ότι οι πραγματικά κακοί άνθρωποι είναι σπάνιοι. Πρόκειται για ψυχοπαθείς που δεν χρειάζεται να φύγουν στη Συρία για να κάνουν κακό, μπορούν να το κάνουν και εδώ. Από όσους Γάλλους έφυγαν στη Συρία, μόνο το ένα τέταρτο ήταν μαχητές της τζιχάντ. Οι υπόλοιποι γιατί έφυγαν; Γιατί ήταν παιδιά με ψυχολογικά προβλήματα, με γονείς απόντες, που δεν είχαν επαφή με το πολιτισμό ή με τη θρησκεία. Είμαι άθεος, αλλά σέβομαι τους ανθρώπους που θρησκεύονται και είναι λάθος να δαιμονοποιούνται, όπως συμβαίνει συχνά στη Γαλλία, οι μουσουλμάνοι γιατί ακολουθούν τη συγκεκριμένη θρησκεία. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που επιλέγουν να αφήσουν μια πλούσια χώρα σαν τη Γαλλία για μια φτωχή χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση δεν είναι ανόητοι, είναι άνθρωποι που η κοινωνία στην οποία ζουν δεν κατάφερε να τους κάνει να ωριμάσουν.Σε ένα σημείο του βιβλίου, ο μεγάλος αδελφός αφηγείται στον μικρό τον τρόμο που ένιωσε μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι στις 13 Νοεμβρίου 2015, τον τρόμο ότι θα τον απελάσουν. Γνωρίζετε μουσουλμάνους που ένιωσαν ανάλογα; Εσείς πώς βιώσατε το γεγονός;Οι τρομοκρατικές επιθέσεις ήταν σοκ για όλους. Και φυσικά και για τους μουσουλμάνους της Γαλλίας, όταν ο τότε πρόεδρος Ολάντ πρότεινε την αφαίρεση της γαλλικής υπηκοότητας για τους γάλλους πολίτες που καταδικάζονται για τρομοκρατία. Και εγώ ένιωσα φόβο, σκέφτηκα ότι όσο ανοιχτή και αν είναι η γαλλική κοινωνία, θα μας πετάξουν όλους έξω, όλοι όσοι είμαστε είτε μουσουλμάνοι είτε ξενικής καταγωγής. Εγώ ασφαλώς έχω λιγότερα προβλήματα σε σχέση με τον μέσο Γάλλο ξενικής καταγωγής γιατί πλέον θεωρούμαι αστός, εγγράμματος.Θεωρείτε ότι το κλίμα στη Γαλλία σήμερα ρέπει στην ισλαμοφοβία; Η κατάσταση είναι σύνθετη: η ισλαμοφοβία δεν είναι τόσο εμφανής ίσως στον δημόσιο διάλογο, αλλά σε ιδιωτικές συζητήσεις θα ακούσετε για τις αγριότητες του Ισλάμ, τους πολέμους του Ισλάμ. Επαναλαμβάνω, είμαι άθεος, όμως αν ανοίξετε τη Βίβλο θα δείτε και εκεί συγκρούσεις και αίμα. Τούτου λεχθέντος και παρότι διαφωνώ σε πολλά μαζί του, θεωρώ ότι ο πρόεδρος Μακρόν δεν έχει κάνει ούτε μία άστοχη δήλωση όσον αφορά τους μουσουλμάνους στη Γαλλία. -
Συνεντεύξεις
Learn moreColm Tóibín «Έχω πολύ Ορέστη μέσα μου» | Συνέντευξη στα Νέα
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Colm Tóibín στον Δημήτρη Δουλγερίδη για την εφημερίδα Τα Νέα με αφορμή το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του Σπίτι με ονόματα (μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου). © Brigitte LacombeΚι αν η Κλυταιμνήστρα διεκτραγωδούσε τον πόνο και την οργή της με σύγχρονη «φωνή», αλλά μακριά από το φάσμα του #MeToo; Αν ο Ορέστης και η Ηλέκτρα απεκδύονταν το μυθολογικό τους φορτίο για να αναγεννηθούν από την καθαρτήρια γλώσσα του ιρλανδού στυλίστα Κολμ Τόιμπιν; Στο «Σπίτι με ονόματα» ο συγγραφέας επέλεξε να κινηθεί στο ναρκοπέδιο των χαρακτήρων της αρχαίας τραγωδίας έχοντας από την αρχή δύο ελαφρυντικά. Απέφυγε να εκμοντερνίσει τα πάθη των Ατρειδών - ευτυχώς, εδώ η Ηλέκτρα δεν μιλάει σαν αγανακτισμένη έφηβος του Δουβλίνου. Και χρησιμοποίησε τον ρυθμό της γλώσσας του σαν πολιορκητικό κριό για τις διαθέσεις του αναγνώστη. Ήδη από την αρχή, όταν μιλάει η Κλυταιμνήστρα, ο επικός τόνος λειαίνεται από τον εξομολογητικό της ηρωίδας, που σε κάθε περίπτωση αφηγείται τα πάθη όσων δεν είχαν φωνή μέσα στους αιώνες: «Την ξέρω καλά τη μυρωδιά του θανάτου... Το τραγούδι των πουλιών παίρνει να ψηλώνει καθώς οι χαρές του κόσμου όλο και πληθαίνουν, ύστερα, όταν η μέρα παίρνει να μαραίνεται, μαραίνεται κι ο ήχος σβήνει».Στο μέρος του Ορέστη ο συγγραφέας κάνει χρήση του γ' ενικού για να περιγράψει την περιπέτεια του ήρωα - που δεν έχει βρει ακόμη τη φωνή του και κινείται στη σκιά της μητέρας και της αδερφής του -, για να καταλήξει στον μονόλογο της Ηλέκτρας. Πρόκειται για τρεις γνωστούς χαρακτήρες που επανασυστήνονται ως γνωστοί άγνωστοι χάρη σε ορισμένα από τα κυρίαρχα μοτίβα στο έργο του Τόιμπιν: την ανασύσταση της ιστορίας μέσω της μνήμης, της γυναικείας φωνής που ψάχνει την ταυτότητά της, των οικογενειακών τραυμάτων, της βίας που επανέρχεται για να σαρώσει την κοινότητα (ερέθισμα για το βιβλίο ήταν η «σφαγή του Κίνγκσμιλ» το 1976, όταν ιρλανδοί εθνικιστές εκτέλεσαν 10 προτεστάντες). Αυτός είναι ένας κόσμος χωρίς ονόματα θεών, όπου η πίστη δίνει τη θέση της στην αλληλουχία των εγκλημάτων.Ο Τόιμπιν επιτρέπει στον εαυτό του δημιουργικές ελευθερίες που τον θέτουν σε απόσταση ασφαλείας από τον μύθο. Η Κλυταιμνήστρα ζει σε έναν κόσμο αθεΐας πριν (και μετά) τη θυσία της Ιφιγένειας, κωδικοποιώντας την ανάγνωση του Ιρλανδού στον Ευριπίδη. «Ήμουν σίγουρη, απόλυτα σίγουρη ότι δεν πίστευα πια καθόλου στη δύναμη των θεών. Κι αναρωτήθηκα αν ήμουν η μόνη». Ο Ορέστης βλέπει την «πρωταρχική σκηνή» της ψυχανάλυσης: «Είχε προλάβει να δει τη μητέρα του και τον Αίγισθο γυμνούς στο κρεβάτι να βγάζουν κάτι ήχους σαν ζώα». Και η Ηλέκτρα εσωτερικεύει την ψυχολογία του τόπου - και του μύθου - της σε ένα πρωθύστερο σχήμα, που ωστόσο λειτουργεί για τον αναγνώστη, καθώς εδώ μιλάει μια μυθιστορηματική ηρωίδα και όχι η αρχετυπική της τραγωδίας: «Όταν πηγαίνω στον τάφο του πατέρα μου, εισπνέω τη σιωπή του τόπου όπου κείτεται το σώμα του. Κρατάω την αναπνοή μου, ώστε τούτος ο καινούργιος αέρας να πλημμυρίσει το σώμα μου. Μετά εκπνέω αργά. Ο πατέρας μου βγαίνει από τα σκοτάδια, έρχεται προς το μέρος μου».Διαβάζοντας το βιβλίο είχα την αίσθηση ότι η εκδοχή του Ευριπίδη για την Ηλέκτρα, τον Ορέστη και τα πάθη των Ατρειδών σάς γοήτευσε περισσότερο από τους άλλους τραγικούς. Συμφωνείτε;Ναι, με ενδιέφερε μάλιστα το τελευταίο έργο του Ευριπίδη, η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», επειδή περιέγραφε την ιστορία τους από μια άλλη οπτική. Βλέπω αυτό το κείμενο ως ένα καταστάλαγμα πείρας, όπου το φως της συμπάθειας πέφτει στους χαρακτήρες - και κυρίως στην Κλυταιμνήστρα.Και ότι, θα πρόσθετα, ειδικά για την Κλυταιμνήστρα στρέφεστε στον Αισχύλο. Είναι στην «Ορέστεια» που η ίδια αναπλάθει τη δική της ιστορία. Τι παραμένει τόσο δυνατό στη φωνή τους ώστε να φτάνει στις μέρες μας;Στην πραγματικότητα πήγαινα από το ένα κείμενο στο άλλο σαν την κίσσα (σ.σ.: αναφέρεται στη συνήθεια αυτών των πουλιών να «κλέβουν» πολύχρωμα ή λαμπερά αντικείμενα).Ήταν κάτι που με αναστάτωσε, πολύ δύσκολο να γραφτεί: έμπαινα στο μυαλό της Κλυταιμνήστρας.Κι αυτό που αναζητούσα ήταν η προσωπική «απόχρωση» με την οποία θα μπορούσα να δουλέψω την αφήγηση.Η βία στην αφήγηση σας μοιάζει να προέρχεται όχι από την περίφημη μοίρα αλλά από την ψυχολογία των χαρακτήρων. Έχετε κάνει αντίστοιχη έρευνα;Είχα γράψει ένα βιβλίο για τη Βόρεια Ιρλανδία στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και τότε ενδιαφέρθηκα για το λεγόμενο σπιράλ της βίας: πώς η μία πράξη οδηγούσε σε άλλη, πόση ήταν απόρροια τοπικισμού και πόση προσωπική. Με αυτή την ιδέα δούλεψα και στο «Σπίτι με ονόματα». Από τη στιγμή που γίνεται ο πρώτος φόνος είναι ζήτημα χρόνου να ακολουθήσουν άλλοι, όπως στο σπιράλ.Γράψατε το βιβλίο πρόταση προς πρόταση; Κάθε μέρος μοιάζει να έχει τον δικό του ρυθμό...Θα έλεγα κομμάτι προς κομμάτι. Το πρώτο τμήμα γράφτηκε κοντά στα ξημερώματα μάλιστα, κάπου στις 3 ή 4 το πρωί. Ήταν κάτι που με αναστάτωσε, πολύ δύσκολο να γραφτεί: έμπαινα στο μυαλό της Κλυταιμνήστρας. Το κομμάτι που αφορά τον Ορέστη βασίζεται περισσότερο στην αφήγηση γεγονότων και όχι στη «φωνή» του. Είναι ηπιότερο στον ρυθμό. Κι ύστερα το κομμάτι που αφορά την Ηλέκτρα ήθελε μεγάλη ενέργεια. Οπότε, ναι, ήξερα ότι στο πρώτο και στο τρίτο μέρος κάθε ήχος, κάθε έκφραση και πρόταση απαιτούσαν πολλή δουλειά.Αν υπάρχει κάτι με το οποίο θέλατε να πειραματιστείτε στο βιβλίο, θα μπορούσε να αφορά τον θόρυβο των «σιωπηλών τραυμάτων»;Υποθέτω ότι πρόκειται για ένα σύνολο ανταγωνιστικών αφηγήσεων, σε καθεμία από τις οποίες ένας χαρακτήρας περιγράφει ακριβώς ένα τραύμα. Επειδή ο Ορέστης δεν μιλάει πολύ γι' αυτό - ή δεν το καταλαβαίνει -, είναι και ο περισσότερο ευάλωτος.Μοιάζετε με τον Ορέστη σε οποιοδήποτε σημείο της ζωής σας;Ναι, ήμουν δίπλα στον πατέρα μου όταν τον χτύπησε ένα σοβαρό εγκεφαλικό, αλλά κανείς δεν ήξερε την παρουσία μου μαζί του, κι ούτε το ομολόγησα στη συνέχεια. Επίσης με έστειλαν σε οικοτροφείο (σ.σ.: υπονοεί τη φυγάδευση του Ορέστη από το πατρικό του στο σπίτι του θείου του Στρόφιου, στη Φωκίδα). Ναι, υπάρχει πολύς Ορέστης μέσα μου.Τι γνωρίζετε από τα αρχαία ελληνικά όσον αφορά τα σχήματα λόγου και τις μεταφορές ώστε να σας προϊδεάσουν για την κοινωνία στην οποία γεννιούνται;Χρησιμοποιούσα μεταφράσεις αναγνωρίζοντας ότι κανείς, μα απολύτως κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς έμοιαζε η ζωή στην αρχαία κοινωνία. Το μυθιστόρημα είναι σχετικά νέο λογοτεχνικό είδος. Δούλεψα με αυτό και εστίασα σε αυτό. Ακολουθώντας τους κανόνες που είχα θέσει στον εαυτό μου και όχι επινοώντας μια ψεύτικη εκδοχή της αρχαιότητας.Στην Ελλάδα μαθαίνουμε σταδιακά τα ονόματα της Σάλι Ρούνεϊ, του Κέβιν Μπάρι και του Μάικ ΜακΚόρμακ. Και φυσικά γνωρίζουμε ήδη τον Σεμπάστιαν Μπάρι. Είναι ο αγώνας για τη γλώσσα και τη φόρμα που ενώνει τις διαφορετικές γενιές της ιρλανδικής λογοτεχνίας;Νομίζω ότι όλοι τους προσπαθούν για το μοντέρνο, να ανακαλύψουν νέους τρόπους για να γράψουν ένα μυθιστόρημα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, το στυλ και τη φόρμα, χωρίς να επαναλαμβάνουν αυτό που προηγήθηκε.Τι διαβάζετε αυτή την περίοδο;Ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για τον Τόμας Μαν, οπότε όλα τα διαβάσματά μου αφορούν αυτόν τον συγγραφέα.Εάν μια ευρωπαϊκή εφημερίδα σάς έδινε την ευκαιρία μιας αποστολής για να γράψετε ένα μεγάλο άρθρο, τι θα επιλέγατε: τον Βόρειο Πόλο για την κλιματική αλλαγή ή τον Αμαζόνιο για να συναντήσετε μια φυλή του;Κι όμως, με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, η παράδοξη άνοδος του νεοφασισμού στη Γαλλία, την Ισπανία (σ.σ.: η συνέντευξη δόθηκε πριν από τις πρόσφατες εκλογές), τη Γερμανία, την Ουγγαρία. Αν και η κλιματική αλλαγή είναι ένα ζήτημα με τεράστιες διαστάσεις, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να γράψω για αυτό.Ας υποθέσουμε ότι έχετε ελεύθερο ένα τριήμερο. Είστε ο τύπος που θα επιλέξει μια εκδρομή, να βγείτε έξω με φίλους ή να μείνετε σπίτι σας για να διαβάσετε;Ειδικά τον χειμώνα θα έμενα σπίτι μου με μια καλή φωτιά στο τζάκι, μουσική να παίζει και βιβλία γύρω μου.Εάν κάναμε αυτή τη συνέντευξη στη Νέα Υόρκη, πού θα διαλέγατε να βγούμε για ποτό;Δεν έχω βάλει ποτό στο στόμα μου τους τελευταίους 18 μήνες. Και το αγαπημένο μου μπαρ - το Temple Bar - έκλεισε.Σε αυτή τη συνέντευξη μιλήσαμε για έξοδο στη Νέα Υόρκη και λογοτεχνία. Πού νιώσατε πιο άνετα;Θα απαντήσω αλλιώς: μου αρέσει πολύ ένα εστιατόριο για ψάρι στην οδό Cornelia στο Γκρίνουιτς Βίλατζ που λέγεται «Διαμάντι».Γράψατε πρόσφατα στο London Review of Books για την εμπειρία σας με τον καρκίνο των όρχεων. Κρατήσατε ένα μάθημα ζωής από αυτή την περιπέτεια;Δεν έμαθα τίποτε. Είμαι σήμερα όπως ακριβώς και πριν, με τη διαφορά ότι έχω έναν όρχι. Έχασα πολύ χρόνο, πολλές φορές επώδυνο και βαρετό. Περίμενα πώς και πώς να τελειώσει όλη η διαδικασία. Και ήμουν τυχερός που επέζησα.Ποια ήταν η πρώτη σκέψη όταν ακούσατε τα ονόματα Τοκάρτσουκ και Χάντκε για το Νομπέλ Λογοτεχνίας;Ότι όλοι έχουν έναν συγγραφέα που πιστεύουν ότι πρέπει να κερδίσει το Νομπέλ. Θα επέλεγα, λοιπόν, τον Λάζλο Κρασναχορκάι, τον Ντον Ντε Λίλο ή τον Τζον Μπάνβιλ. -
Συνεντεύξεις
Learn moreΕυτυχία Γιαννάκη: «το καλύτερο εγκληματολογικό εργαστήριο είναι η οικογένεια» | Συνέντευξη στη LIFO.
This post is only available in Greek.Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην Εφημερίδα LIFO και στον Γιάννη Πανταζόπουλο, με αφορμή την Τριλογία της Αθήνας (Στο πίσω κάθισμα, Αλκυονίδες μέρες, Πόλη στο φως) με ήρωα τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε και τι θυμάστε πιο έντονα από την παιδική σας ηλικία; Γεννήθηκα στην Αθήνα και μετά έφυγα για τη Σάμο και την Κύπρο σε μια ταραγμένη περίοδο, λίγο μετά την εισβολή. Ακολούθησαν η Θεσσαλονίκη και η Ρόδος, προτού επιστρέψω οριστικά στην Αθήνα, στο γυμνάσιο πια. Η δουλειά του πατέρα μου επέβαλλε συχνές μετακινήσεις και με έναν τρόπο από την αρχή όλα προδιέγραφαν το τέλος. Σύντομα κατάλαβα ότι η ζωή δεν κουβαλούσε βεβαιότητες. Ήταν απλώς ό,τι μεσολαβούσε ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, ήταν αυτό που άρχιζε για να τελειώσει. Όπως λένε, η ζωή είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός, έτσι και η παιδική ηλικία είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει παιδί. Οι αναμνήσεις από τα θραύσματα εκείνης της περιόδου δεν έχουν καμία αντικειμενικότητα, φέρουν όμως πάντοτε ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο που για εμένα παραμένει συνδεδεμένο με τις ονειρικές αφηγήσεις και τα παραμύθια της μητέρας μου. Οι τόποι άλλαζαν, οι ιστορίες έμεναν. Έκτοτε, «γράφω» σημαίνει «επινοώ τον δικό μου τόπο για να βυθιστώ».— Γιατί στα βιβλία σας επιλέγετε την πόλη και συγκεκριμένα την Αθήνα ως πρωταγωνίστρια; Η Αθήνα είναι ένα σχήμα, η αναζήτηση ενός κέντρου στον έκκεντρο κόσμο μου. Έχει τα χαρακτηριστικά της μητρόπολης, μέσα στην οποία φωλιάζουν εκατομμύρια ιστορίες, σπινθηρισμοί αυτών που ξεκινούν, μουρμουρητά αυτών που αποσύρονται, προσδοκίες και διαψεύσεις, κουβαλάει όλες τις αντιφάσεις ενός ευρωπαϊκού σύμπαντος με ανατολίτικα χαρακτηριστικά, τον συντηρητισμό και φατρίες που πολεμάνε μεταξύ τους, ένα τεράστιο χωριό όπου όλοι γνωρίζουν κι αν δεν γνωρίζουν, διαισθάνονται τι συμβαίνει. Έχει κι έναν υπόγειο κόσμο που επιβιώνει φορώντας γυαλιά ηλίου κάτω από το ατέλειωτο, το αστείρευτο φως της. Στρώματα Ιστορίας, θρίαμβοι και συντριβές, ένας αέναος κλαυσίγελος, όλα παραμένουν θαμμένα ‒και συνήθως γραμμένα στα παλιά μας τα παπούτσια‒, αλλά είναι πάντα εκεί. Για μένα αποτέλεσε ιδανικό πεδίο ανάπτυξης αστυνομικών ιστοριών, αφού η Αθήνα, καθώς την εσωτερικεύω, είναι πάντοτε επαρκώς ρευστή και μυστηριώδης, όπως ακριβώς και οι ήρωές μου. — Ο κεντρικός ήρωας, Χάρης Κόκκινος, είναι ένας από εμάς; Αν σκεφτούμε ότι είμαστε οι άλλοι και οι άλλοι είμαστε εμείς, τότε, ναι, ο Χάρης Κόκκινος εντάσσεται στο μικροσύμπαν μας. Είναι σίγουρα οικείος, αλλά ταυτόχρονα έχει κάτι άπιαστο, όπως οποιοσδήποτε μπορεί να μας γοητεύσει. Λειτουργεί ως καθρέφτης της πόλης και η πόλη ως καθρέφτης του σε μια κρίσιμη συγκυρία. Είναι ένας άνθρωπος σε πτώση, τη στιγμή που η πόλη πέφτει κι αυτό από μόνο του ξεδιπλώνει ένα αχανές πεδίο προβληματισμού ή επεκτείνει το πεδίο της πάλης, όπως θα έλεγε και ο Ουελμπέκ.— Ποιοι είναι οι κοινωνικοί προβληματισμοί που ακολουθούν την αστυνομική λογοτεχνία; Θα έλεγα ότι, απ' όλα τα λογοτεχνικά υποείδη, η αστυνομική αφήγηση είναι αυτό που μάλλον αναμετριέται ευθέως με τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα. Πολλές φορές, ομολογουμένως, κάπως άγαρμπα, αφού κάτω από αυτή την ταμπέλα του αστυνομικού εντάσσονται πλέον από σαπουνόπερες του υποκόσμου μέχρι περιπετειώδεις ή κινηματογραφικές καταδιώξεις του τίποτα με μόνο σκοπό την ανατροπή για την ανατροπή και τα ταχυδακτυλουργικά του συγγραφέα. Στις καλές εκφάνσεις της, ωστόσο, διατηρεί τα χαρακτηριστικά της στιβαρής πλοκής, λέει ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και χρησιμοποιεί την πλοκή όχι ως αυτοσκοπό αλλά για να ξεδιπλώσει το κοινωνικό σχόλιο και να καταβυθιστεί στο ψυχολογικό βάθος των ανθρώπων που οδηγούνται σε ένα άκρο ‒ γιατί το έγκλημα είναι πάντοτε μια ακραία κατάσταση. Στα σύγχρονα αστυνομικά βιβλία θα δείτε να θίγονται όλα τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχολούν και να αποκαλύπτονται συχνά αυτά που κρύβουμε κάτω απ' το χαλί, το ζήτημα όμως στη λογοτεχνία δεν είναι απλώς η ανάδειξη αυτών των θεμάτων, ούτε το τρέχον, αλλά να τραβήξεις αυτό το καπάκι που, όσο το πιέζεις από πάνω, πάντα υπάρχει κάτι από κάτω που το σπρώχνει να τιναχτεί. Είναι αυτή η δύναμη που ζητά να έρθει στο φως από τη λογοτεχνική αφήγηση και είναι η αναμέτρηση με τον θάνατο και όλο το υπαρξιακό βάρος αυτού του ιλιγγιώδους συμβάντος που κρύβονται κάτω από μια τέτοια αφήγηση. — Έχετε βρει απάντηση ως προς το τι οδηγεί έναν άνθρωπο στη βία και στο έγκλημα; Είμαστε όλοι δυνάμει θύτες και θύματα; Δεν είμαστε δυνάμει θύτες και θύματα, είμαστε ή υπήρξαμε όλοι θύτες και θύματα καταστάσεων, συγκυριών, ανθρώπων, πολλές φορές, δε, είμαστε θύτες και θύματα ταυτόχρονα. Εθελοτυφλούμε, αν θέλουμε να βλέπουμε την ανθρώπινη φύση με όρους λευκού και μαύρου. Χάνουμε όλους τους ενδιάμεσους τόνους και το φάσμα των χρωμάτων μέσα στο οποίο κινούμαστε στην πραγματικότητα. Υπάρχει το μικρό έγκλημα, το καθημερινό, το υφέρπον, το ανομολόγητο, αυτό στο οποίο συναίνεσες, ενώ δεν έπρεπε, που κράτησες το στόμα σου κλειστό όταν ήταν να μιλήσεις, και είναι αυτό το μικρό που γεννάει το μεγάλο. Φυσικά, και ευτυχώς μάλλον, οι περισσότεροι από εμάς δεν θα χρειαστεί να σκοτώσουμε κάποιον στη ζωή μας. Ας έχουμε στον νου μας ότι απλώς δεν χρειάστηκε ή ότι το μικρό δεν απέχει πολύ από το μεγάλο, μια λεπτή γραμμή χωρίζει πάντοτε το φως από το σκοτάδι κι εκεί, σε αυτήν τη λεπτή γραμμή που δεν είναι πάντοτε απολύτως καθαρή στο ανθρώπινο μάτι, χορεύει η βία.— Τι σας ώθησε στη συγγραφή και ποια βαθύτερη ανάγκη σας εκφράζει; Η πατρίδα της συγγραφής είναι η ανάγνωση. Αν πιάνεις ένα βιβλίο και χάνεσαι στην ιστορία και στο αισθητικό πεδίο που σου συστήνει, αν σκέφτεσαι διαφορετικές διαδρομές που θα μπορούσε να ακολουθήσει ο ήρωας, αν έχεις τελικά την υπομονή να βυθιστείς σε ένα ταξίδι εντός σου, στους πολλαπλούς εαυτούς και στα θραύσματα που συνιστούν μια κάποιου είδους ταυτότητα για εσένα, τότε αρχίζεις να πειραματίζεσαι με τις λέξεις και τον ρυθμό τους. Διαπιστώνεις γρήγορα ότι, παρά τους κανόνες τους, οι λέξεις είναι ανυπάκουες, λίγο-πολύ όπως οι άνθρωποι, αναρχικές με έναν τρόπο, ότι δεν λένε εύκολα αυτό που θες να πεις κι εκεί αρχίζει ένα ατέλειωτο παιχνίδι μαζί τους κι ένα ατέλειωτο παιχνίδι εντός σου, μια απειρία εκδοχών σου που επιχειρεί να απομυζήσει την υπεραξία των καθημερινών πραγμάτων, των συναισθημάτων και των καταστάσεων που υπάρχουν γύρω σου και εντός σου για να πει κάτι που ίσως έχει νόημα, πρωτίστως για σένα και μετά για τους άλλους.— Ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας; Είναι μια διαφυγή από την καθημερινότητα; Μια εξερεύνηση της ζωής; Είναι, θα έλεγα, ένας σύμμαχος, ένας φίλος να πορεύεσαι μαζί του, είτε ως αναγνώστης είτε ως δημιουργός, ή ένας τρόπος ζωής. Ένα ατέλειωτο παιχνίδι, αλλά με την ηδονική διάσταση που έχει το παιχνίδι για τα παιδιά, που μέσα από αυτό ανακαλύπτουν τα όρια του εαυτού και του κόσμου γύρω τους. Συχνά παρουσιάζουμε τα βιβλία ως πηγή γνώσης, ως ταξίδια σε άγνωστα μέρη ή ζωές, ως εκμυστηρεύσεις και μοίρασμα του δημιουργού με τον αναγνώστη. Στην ουσία, η λογοτεχνία είναι μια ανάγκη για όσους επιθυμούν να βυθιστούν ηδονικά στην ανθρώπινη κατάσταση και στη ρευστότητά της, με τη μικρότητα και το μεγαλείο της. Ένα εργαλείο ανοχής και αντοχής του κόσμου, εντός, εκτός και επί το αυτό. — Έχετε εργαστεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στην εποχή της εικόνας, με ποιους τρόπους θα πείθατε νέους ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία; Μάλλον με τη δουλειά μου, προσπαθώντας να συνομιλήσω μαζί τους μέσα από ιστορίες που ίσως έχουν νόημα και για τους ίδιους. Ίσως και επικοινωνώντας μαζί τους, ακόμα και από τα νέα μέσα που είναι τόσο ελκυστικά για τους νεότερους, από μια συνέντευξη όπως αυτή εδώ. Στην εποχή της πολυδιάσπασης, όπου όλα είναι ηλεκτρονικά και άπιαστα, αλλά ελάχιστα ηλεκτρισμένα και απτά, το βιβλίο παραμένει ένα απτό ηλεκτρισμένο πεδίο που μπορεί να ανατινάξει το μυαλό σου, την ώρα που κάποιοι άλλοι δίπλα σου απλώς τρώνε ποπκόρν. Καλώς ή κακώς, επιλέγουμε σε ποιο πεδίο θα είμαστε. Θα τους μιλούσα ίσως γι' αυτή την επιλογή, το βάθος και τις συνέπειές της.— Ποιο πιστεύετε ότι είναι το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης; Ότι συχνά στερείται αυτού του βάθους, του ηλεκτρισμού που πρέπει να υπάρχει στην παιδαγωγική διαδικασία. Το σχολείο δεν είναι ένα πεδίο χαράς και ανακάλυψης αλλά ένα εργοστάσιο καταναγκασμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εμπνέουν ή μαθητές που, μέσα από τον καταναγκασμό, θα βρουν τον δρόμο προς τον πειραματισμό και την ελευθερία. Απλώς έχω την αίσθηση ότι συχνά όλα γίνονται δύσκολα, με αργά βήματα, σε ένα αντίξοο πλαίσιο. Μετρήστε πόσες ώρες έρχονται τα παιδιά σε επαφή με την τέχνη και την ουσία της και πόσες με την επιστήμη. Το συντριπτικό ισοζύγιο αναδεικνύει αμέσως το προφανές έλλειμμα της έμπνευσης, του άπιαστου, του δημιουργικού, αυτού που κανονικά θα έπρεπε να ευχόμαστε για ένα σύγχρονο παιδαγωγικό μοντέλο. Τα συντριπτικά διανοητικά κατάγματα με τα οποία βγαίνουμε μέσα από αυτήν τη διαδικασία είναι γνωστά σε όλους μας. Παρ' όλα αυτά, βγαίνουμε και συνεχίζουμε. Σημασία έχει να συνεχίζεις με την αντίληψη ότι κανείς δεν σου χρωστάει τίποτα και πως όσα δεν σου έδωσαν είναι στο χέρι σου να τα αναζητήσεις μόνος. Το άλλοθι χρειάζεται μόνο για τους υπόπτους. — Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι τα γνωρίσματα της παθογένειας της ελληνικής οικογένειας; Μια ρήση λέει ότι το καλύτερο εγκληματολογικό εργαστήριο είναι η οικογένεια. Αν θες να δεις τι έφταιξε ή τι πήγε καλά, ξεκινάς από κει. Η οικογένεια είναι ο αρχέγονος πυρήνας της επιβίωσής μας και για όσους δεν είναι παθολογικά αισιόδοξοι είναι γνωστό ότι ο αγώνας για επιβίωση θα αφήσει πολύ αίμα πίσω του. Η ελληνική οικογένεια είναι μια ψηφίδα που συνθέτει την ελληνική κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που αντιλαμβανόμαστε ή διαισθανόμαστε ότι αυτή έχει. Ας μη γελιόμαστε, όμως, δεν υπάρχει ένας τύπος οικογένειας, καθεμία είναι μοναδική, είτε ελληνική είτε ξένη, έχει τα καλά και τα κακά της και είναι η άγκυρά μας στο χάος, αρκεί κάποια στιγμή να τραβιέται ή να την τραβάμε, προκειμένου να ταξιδέψουμε στο πέλαγος.— Επειδή έχετε σπουδάσει πληροφορική, θεωρείτε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφαιρούν πολύτιμο ελεύθερο χρόνο, για παράδειγμα από τη διαδικασία της ανάγνωσης; Πώς έχουν επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις; Σίγουρα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και οι πλατφόρμες διασκέδασης που έφεραν τα νέα μέσα, είναι εξαιρετικά δελεαστικά, σχεδόν υπνωτιστικά, είναι σχεδιασμένα ώστε να απορροφούν τη σκέψη και τη δράση. Αν έχεις ασχοληθεί ελάχιστα με τον σχεδιασμό διεπαφών και την αξία των big datas, αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν φτιαχτεί για να απορροφούν όχι μόνο το μάτι και το μυαλό σου αλλά και για να καταγράφουν τις προτιμήσεις σου, παράγοντας patterns, σχήματα που χαρτογραφούν τον τρόπο σκέψης, για να σου επιστρέψουν, τελικά, αυτό που θέλεις να δεις, είτε ως δική σου εικόνα είτε ως εικόνα των άλλων και του κόσμου σου. Είναι πεδία σχεδιασμένα να τρέφουν τον ναρκισσισμό, συνήθως της ασημαντότητας. Κάποιοι χάνονται εκεί μέσα, κάποιοι βγαίνουν, κάποιοι γνωρίζουν πώς να τα χρησιμοποιούν, κάποιοι όχι. Θέλει κόπο, πάντως, να μάθεις να ζεις μαζί τους και όχι μέσα από αυτά.— Πώς ανακαλύπτει κανείς τι είναι αυτό που θέλει στη ζωή; Κοιτάζοντας μέσα του, όπως ο ντετέκτιβ, συστηματικά και με μεγεθυντικό φακό, πειραματιζόμενος, φωτίζοντας τα σκοτάδια ή εκμεταλλευόμενος το φως του, ακόμη κι αν είναι για να συνειδητοποιήσει ότι δεν βρήκε αυτό που ήταν να βρει ή ότι δεν χρειάζεται το νόημα της ζωής του να είναι κάτι απτό, κάτι συγκεκριμένο. Ζούμε για να ζούμε, αυτό είναι το βάθος και το βάρος της συνείδησης του παραλόγου της ύπαρξης. Μετριάζεται ίσως κάπως αυτή η συνειδητοποίηση με την κουβέντα και ακούγοντας. Είναι σημαντικό να ακούς γύρω σου, να είσαι ανοιχτός, να παίρνεις ιδέες, συναισθήματα, ιστορίες, όλα τα υλικά για να ανακαλύψεις ποιος είσαι, γιατί περί αυτού πρόκειται, τελικά, είσαι μια ψηφίδα. Όταν βρεις τον τρόπο να μοιράζεσαι και δεις ποιος είσαι, κάπως ξέρεις τι θέλεις από τη ζωή, αλλά όσο δεν το βρίσκεις, εξακολουθείς να ζεις, και θα ζεις, ακόμα κι αν δεν το βρεις ποτέ. Η ζωή τρέχει όσο εσύ ψάχνεις να δεις τι είναι αυτό που θες από αυτή. Η ζωή απλώς είναι. Εσύ απλώς είσαι. Κι αυτό δεν είναι κακό. Αντιθέτως, είναι μεγαλειώδες. — Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αποξενώνονται όλο και περισσότερο, τι είναι αυτό που μπορεί ακόμα να τους ενώσει; Η αγάπη, όπως περιγράφεται με όρους αποστολικούς. «Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Είτε δε προφητείαι καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται». Και όπως ακούγεται με τη μουσική του Πράισνερ στο σάουντρακ της «Μπλε Ταινίας», της κινηματογραφικής τριλογίας του Kισλόφσκι.— Μπορεί ένας άνθρωπος να προχωρήσει τη ζωή του, αφήνοντας εντελώς πίσω του το παρελθόν; Νομίζω πως αυτό είναι αδύνατον. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γεννιέται ένας νέος εαυτός μας που χωνεύει όλους τους προηγούμενους μέσα από τις πολύπλοκες διαδικασίες της μνήμης και της λήθης. Κάθε στιγμή είμαστε οι εμφωλευμένοι εαυτοί μας που προηγήθηκαν, οι εμφωλευμένες σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Φέρνουμε κύκλους με την ψευδαίσθηση ότι τρέχουμε κατοστάρι σε ευθεία. Γι' αυτό και όταν στεκόμαστε, όταν παύουμε να τρέχουμε, συμβαίνουν τα σπουδαία. Όταν μετεωριζόμαστε στο κέντρο του δικού μας κύκλου σαν δερβίσηδες. — Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στην Αθήνα αλλά και τι σας ενοχλεί; Με γοητεύει η ρευστότητά της, το γεγονός ότι είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι ανθρώπων και των ιστοριών τους εδώ και αιώνες. Με ενοχλεί όταν κακοποιούμε τον δημόσιο χώρο, προβάλλοντας και εξωτερικεύοντας με θράσος τον δικό μας κακοποιημένο εσωτερικό χώρο.— Υπάρχει κάτι που να φοβάστε; Όπως λέει και ο Ρόθκο, «το μόνο που φοβάμαι, φίλε μου, είναι ότι μια μέρα το μαύρο θα καταπιεί το κόκκινο». Μα, πιο πολύ ακόμα φοβάμαι να φοβάμαι, θα συμπλήρωνα.— Πώς αντιλαμβάνεστε τη λέξη «συγχώρεση»; Ωριμότητα, ανεκτικότητα, με έναν τρόπο η ουσία της συνύπαρξης. Ζούμε στη φθορά, στην τραγωδία και στην κωμωδία. Με συγκινεί πάντοτε ο άνθρωπος που υποχωρεί με χιούμορ, αντιλαμβανόμενος το μέγεθός του και το μέγεθος των πραγμάτων.— Ευτυχία για σας τι θα πει; Στιγμές ισορροπίας που συνοδεύονται από ένα ηδονικό ξέσπασμα. Φως και αναγέννηση. Εκεί όπου ούτε η πληγή, ούτε οι συντριβές αλλά ούτε και το μεγαλείο ή η νίκη έχουν κάποια αξία. Εκεί όπου η μνήμη και η λήθη βρίσκονται σε μια παράξενη ισορροπία που σου επιτρέπει απλώς να είσαι για να είσαι, γυμνός, σαν να γεννήθηκες μόλις, έτοιμος γι' αυτήν, τη μεγαλύτερη των απολαύσεων.— Τι σας δίνει ελπίδα σήμερα; Δεν κατανοώ ιδιαίτερα την έννοια της ελπίδας, εννοώ ότι δεν μπορώ να την κάνω απολύτως δική μου αυτή την έννοια αυτόνομα. Ίσως για μένα να είναι μια ρωγμή στη συνήθεια, στην πεπατημένη, σε μια δεδομένη κατάσταση, άρα η έξοδος από ένα κουραστικό σχήμα μετά από πολύ στρίμωγμα, για να καταφέρεις να περάσεις μέσα από τη ρωγμή προς κάτι που σε τραβάει. Πιστεύω, λοιπόν, στους ανθρώπους που αφοσιώνονται σε κάποιο σχέδιο που θα επιτρέψει αυτό το αδιανόητο πέρασμα από τη ρωγμή με σκληρή δουλειά. Ίσως η ελπίδα για μένα να είναι συνώνυμη με την αφοσίωση σε κάποιο δημιουργικό πάθος. Μ' αρέσουν αυτοί που επιμένουν στον δικό τους δρόμο, κόντρα σε όλη την αντιξοότητα που τους επιβάλλει η πεπατημένη, αναζητώντας πάντα τις ρωγμές και τα δικά τους περάσματα.— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή; Να ακολουθείς τον δικό σου μοναδικό δρόμο με πάθος, να μοιράζεσαι και να συναισθάνεσαι. Να είσαι γενναιόδωρος, να αγγίζεις και να αγγίζεσαι με όποιον τρόπο μπορείς. -
Συνεντεύξεις
Learn moreΆλκηστη Χαλικιά: «Η δυνατότητα να κατανοούμε τους άλλους είναι ένα παρεξηγημένο είδος ευφυΐας».
This post is only available in Greek.Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Άλκηστη Χαλικιά στον Απόστολο Πάππο για το Elniplex, με αφορμή την κυκλοφορία του ολοκαίνουργιου παιδικού βιβλίου της Τα παπούτσια των άλλων (εικονογράφηση: Φωτεινή Τίκκου).Άλκηστη, έχεις πάει ποτέ στην Πιγιόμ;Όχι, δεν έχω πάει, ούτε εγώ αλλά ούτε και κανείς άλλος εκτός από τη Ματού και τα πρόσωπα της ιστορίας της!Γιατί επέλεξες αυτό το μικρό μέρος στη σκιά του Παρισιού ως φόντο της ιστορίας σου και όχι την διάσημη μεγαλούπολη;Το προάστιο ως περιοχή που σε κρατάει μακριά από το κέντρο των «λαμπερών» και εντυπωσιακών γεγονότων έχει ένα συμβολισμό που ήθελα να αξιοποιήσω. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, ενήλικοι και παιδιά, που ζουν κοντά σε μεγάλες πόλεις και νιώθουν αποκλεισμένοι από τα ωραία και σημαντικά που έχει μια μεγαλούπολη να τους προσφέρει, κυρίως λόγω οικονομικής δυσπραγίας.Στην Πιγιόμ, λοιπόν, της Γαλλίας, η Ματού σκέφτεται, επιστρέφοντας ένα μεσημέρι από το σχολείο, κάτι μοναδικό. Θα ήθελες να μας το πεις εν είδει spoiler;Η Ματού βλέπει για πρώτη φορά έξω από το τζαμί μια θάλασσα από παπούτσια. Δεν έχει τύχει να ξαναπεράσει σε ώρα που λειτουργεί και υπάρχει κόσμος μέσα, οπότε εντυπωσιάζεται πολύ από αυτήν την εικόνα. Έπειτα, σαν παιδί που είναι, θέλει να παίξει. Βαριέται να κάνει την καθημερινή διαδρομή χωρίς μια φίλη ή κάποιον να την περιμένει στο σπίτι. Έχει και κάτι που ονειρεύεται να αποκτήσει: ένα συγκεκριμένο ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, τα οποία βρίσκονται εκεί, μόνα τους, χωρίς τον ιδιοκτήτη τους και την «καλούν» να τα δοκιμάσει! Το παιχνίδι έχει μόλις αρχίσει…Αυτό το όμορφο παιχνίδι αλλαγής παπουτσιών το έχεις κάνει ή το έχεις δει ποτέ στη δική σου ζωή ή το εμπνεύσθηκε η Ματού;Μπορεί να μην το έχω κάνει στην κυριολεξία αλλά παρατηρώ πολύ συχνά τα παπούτσια των ανθρώπων. Βλέπω πώς είναι πατημένα, προς τα μέσα ή προς τα έξω, πόσο φθαρμένα ή όχι είναι, αν ο άνθρωπος που τα φοράει τα έχει διαλέξει για να είναι ωραία ή πρακτικά ή αν τα βρήκε ή αν του/της τα χάρισαν. Κάποιοι πατάνε βαριά τα παπούτσια τους, σαν να καρφώνονται στη γη κι άλλοι μοιάζουν σαν να περπατούν στον αέρα… Κάνοντας αυτές τις σκέψεις, υποθέτω πως είναι σαν να παίζω το παιχνίδι της Ματού. Και το κάνω κι εγώ κρυφά, σαν εκείνη. Δεν θα ήθελα να καταλάβουν οι γύρω μου πόσο πολύ τους παρατηρώ γιατί μάλλον θα ένιωθαν άβολα. Υποθέτω πως είμαστε οι ήρωες μας λίγο ή πολύ.Είχες επιλέξει τον Σιλάν στο προηγούμενο βιβλίο σου, τώρα την Ματού. Είναι τυχαία η επιλογή παιδιών από άλλη χώρα ή προσπαθείς και μέσα αυτής της επιλογής να εξοικειώσεις τα παιδιά αναγνώστες με τον «άλλο»;Στο Σιλάν, σίγουρα η πρόθεση ήταν να γνωρίσουμε από κοντά ένα παιδί-πρόσφυγα και να παρακολουθήσουμε τη δική του εκδοχή ζωής. Η Ματού μένει στη Γαλλία γιατί εκεί θα μπορούσε να πραγματωθεί μια τέτοια ιστορία που να περιλαμβάνει ένα τζαμί, αυτονόητα, χωρίς να αποτελεί θέμα η ύπαρξή του. Γενικά όμως, όταν γράφω μια ιστορία, δεν έχω την πρόθεση να εξοικειώσω κανέναν ή να διδάξω κάτι, θέλω πρωτίστως να μιλήσω γι’ αυτά που εμένα απασχολούν. Με απασχολεί το προσφυγικό, με απασχολεί ο αποκλεισμός ανθρώπων για οικονομικούς ή άλλους λόγους. Με απασχολούν οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια. Είναι πρόκληση για όλους μας και κυρίως για εμάς τους μεγάλους, να ανοιχτούμε περισσότερο στο διαφορετικό, όποιο κι αν είναι αυτό. Τα παιδιά δεν έχουν τέτοιες προκαταλήψεις. Αν εμείς είμαστε έτοιμοι να αποδεχτούμε τον συνάνθρωπο χωρίς προϋποθέσεις καταγωγής, θρησκείας, κοινωνικής τάξης, φύλου, τα παιδιά θα το πράξουν επίσης. Θα έλεγα λοιπόν, ότι δεν είναι τυχαία η επιλογή γιατί αυτά είναι τα θέματα που με απασχολούν. Η πρόθεση μου είναι κυρίως να γράψω μια καλή ιστορία.Άλκηστη, σε απασχολεί (συχνά) η διαφορετικότητα, η ετερότητα, η ενσυναίσθηση, από τις πλέον κορυφαίες σύγχρονες αξίες. Πόσο σημαντικό είναι το βίωμα για τα παιδιά προκειμένου να δουν όψεις που συστηματικά τους κρύβουμε για να τα «ταράξουμε»;Νομίζω πως η δυνατότητα να κατανοούμε τους άλλους γύρω μας είναι ένα είδος ευφυΐας παρεξηγημένο γιατί δεν το αναγνωρίζουμε ως τέτοιο. Μαθαίνουμε επισταμένα πώς γράφονται τα ρήματα σε-ώνω, αλλά δεν ξέρουμε να αντιμετωπίζουμε το «αποξενώνω» της σύγχρονης ζωής. Μαθαίνουμε άπειρες ώρες στο σχολείο να υπολογίζουμε ή να μετατρέπουμε τα κλάσματα σε δεκαδικούς, αλλά σε τι μας βοηθούν οι αριθμοί όταν μετράμε την καταστροφή; Οι κυνικοί θα πουν πως δεν βγάζει κανείς το ψωμί του με ενσυναίσθηση κι εμείς θα απαντήσουμε με το ψωμί που κάποιος μοιράστηκε με το διπλανό του επιβίωσαν οι άνθρωποι στις δύσκολες στιγμές της ιστορίας.Ο κόσμος των μεγάλων μα και των άλλων έρχεται λίγο πιο κοντά στα παιδιά μέσα από τέτοια «παιχνίδια»; Τι μπορεί να μας αποκαλύψει η εμπειρία σου;Τα παιχνίδια, τα βιβλία, οι συζητήσεις είναι τα μέσα που διαθέτουμε για να βοηθήσουμε τα παιδιά να ανακαλύψουν τον κόσμο που υπάρχει πέρα από τη σκιά τους. Ο καθένας διαλέγει αυτό που του ταιριάζει καλύτερα για να μιλήσει για την ανάγκη να βλέπουμε και την άλλη όψη του νομίσματος, να αντιμετωπίζουμε τον «άλλον» σαν μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μας και τελικά, να αποδεχτούμε πως από μία τυχαιότητα ο «άλλος» βρίσκεται σε αυτή τη θέση κι εμείς στην άλλη.Πιστεύεις ότι η λαϊκή σοφία όπως προκύπτει από τις λαϊκές εκφράσεις, τις παροιμίες και άλλες μορφές λόγου, αποφθεγματικές ή μη, αποτελούν υλικό για να κατανοήσουν καλύτερα τα παιδιά έννοιες, αξίες, καταστάσεις;Μπορεί ναι, μπορεί και όχι, δεν είναι πανάκεια. Η λαϊκή σοφία κάποιες φορές αναφέρεται σε μια εποχή που έχει παρέλθει κι άλλες φορές δεν είναι και τόσο σοφία. Ας πούμε το «υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια» ή το «ουδείς αναντικατάστατος» νομίζω πως είναι μια λάθος αντίληψη του «άλλου» είτε μιλάμε για επαγγελματικές ή για προσωπικές σχέσεις.Πόσο σημαντική είναι η συνεισφορά του εικονογράφου, εν προκειμένω της Φωτεινής Τίκκου, σε ένα τέτοιο βιβλίο όπου το κείμενο συνδιαλέγεται τόσο στενά με την εικόνα;Εξαιρετικά σημαντική! Η ιστορία μόνη της, χωρίς τη συγκεκριμένη εικονογράφηση, λέει λιγότερα πράγματα από αυτά που λέει μαζί με την εικόνα. Οι εικόνες αφηγούνται με έναν πιο άμεσο τρόπο την ιστορία και την κάνουν συγκεκριμένη, κάτι που έχει ανάγκη η νεαρή αναγνώστρια/ο νεαρός αναγνώστης. Επίσης, η καλή εικονογράφηση διαμορφώνει την αισθητική των παιδιών, κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό επίσης.Τι σημαίνει ένα βραβείο για έναν δημιουργό και συγκεκριμένα για εσένα, όπως π.χ. τα κρατικά που απονεμήθηκαν πριν λίγες μέρες ή του Κύκλου που απονέμονται κάθε Απρίλιο;Έχοντας κάποιες φορές βρεθεί στις βραχείες λίστες των κρατικών βραβείων και βραβευτεί το 2011 για το καλύτερο βιβλίο γνώσεων, έχω εισπράξει την εμπειρία αυτή σαν ένα απροσδόκητο και χαρούμενο σκούντημα που με έκανε να περπατήσω παρακάτω στο χώρο της συγγραφής. Μάλλον, όμως θα το έκανα έτσι κι αλλιώς, αλλά σίγουρα ήταν κάτι ενθαρρυντικό, ιδίως αν συλλογιστεί κανείς πως ένας συγγραφέας στις μέρες μας δεν έχει άλλους τρόπους να «μετρήσει» τις δυνάμεις του. Δεν γίνονται δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά, δεν σε ενθαρρύνουν οι καθηγητές στο Γυμνάσιο ή στο Λύκειο. Θα ήθελα, πάντως, τα βραβεία αυτά να σημαίνουν κάτι για όλους κι όχι μόνο για τους ανθρώπους που εμπλέκονται άμεσα με την παραγωγή βιβλίων. Θα ήθελα να είναι μια γιορτή που θα συμμετέχει ο κόσμος, θα ενδιαφέρεται να μάθει ποια βιβλία προτάθηκαν, θα πηγαίνει στα βιβλιοπωλεία την επόμενη μέρα να αναζητήσει τα βραβευθέντα. Αυτό είναι κάτι που μπορεί και πρέπει να αλλάξει, αν θέλουμε κιόλας να αυξηθεί το αναγνωστικό κοινό της χώρας μας. Άλκηστη, σε ευχαριστώ για την τιμή.Απόστολε, σ΄ ευχαριστώ για όσα ρώτησες. Μάθετε περισσότερα για την Άλκηστη Χαλικιά και τα βιβλία της εδώ.