News

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Αλεξία Βερνίκου: «Οι καλοί πάντα κερδίζουν».

    This post is only available in Greek.Η Αλεξία Βερνίκου με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της παραμυθιού Μέχρι τον ουρανό και πίσω, έδωσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Παπαδάκη και στο All You για την απώλεια, την ενηλικίωση και τις μικρές στιγμές της ζωής που την κάνουν τόσο ωραία.Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:   Εάν έχεις μικρό παιδί, σίγουρα γνωρίζεις τους χώρους προσχολικής απασχόλησης My Playce που έχει συνδημιουργήσει η Αλεξία Βερνίκου και έχεις διαβάσει αρθρογραφία της σχετικά με την ψυχολογία και τη συμβουλευτική γονέων. Η καινούρια ενασχόληση αυτής της πολυπράγμωνος μαμάς δύο κοριτσιών λέγεται συγγραφή, και το πρώτο της βιβλίο Μέχρι τον ουρανό και πίσω πραγματεύεται ένα δύσκολο θέμα, αυτό της απώλειας που μας αφορά όλους, γονείς και μη.  Διάβασα το (υπέροχο) βιβλίο σας στην 9χρονη κόρη μου Ιωάννα και αμέσως... μπήκε στο ράφι και δεν ξαναβγήκε. Δεν θέλησε να το διαβάσει ξανά. Κούνησε μόνο το κεφάλι σαν να έλεγε «ξέρω, αλλά μην μου πεις κάτι παραπάνω». Έχοντας μόνο δύο γιαγιάδες, που τις αγαπά «μέχρι τον ουρανό και πίσω και τρεις κωλοτούμπες», αρνείται να μιλήσει για τον θάνατο. Δύσκολο το θέμα σας. Μιλήστε μας για αυτό.Σαφέστατα το θέμα είναι δύσκολο (ίσως το πιο δύσκολο) τόσο για τα παιδιά όσο και για εμάς τους μεγάλους. Παρόλα αυτά είναι μέρος της ζωής μας, και όσο και να θέλουμε να το αποφύγουμε, δε μπορούμε. Άρα ως γονείς είναι σημαντικό να δώσουμε στα παιδιά τη δυνατότητα να μας κάνουν ερωτήσεις πάνω στο θέμα χωρίς όμως να τους πιέσουμε. Θέλουν τον χρόνο τους και τον χώρο τους για να το διαχειριστούν. Άρα, καλά έκανε η Ιωάννα και το έβαλε πίσω στο ράφι, αφού δεν ήθελε να μιλήσει τώρα γι’ αυτό. Όταν θα έχει διάθεση ή όταν θα της χρειαστεί να το διαχειριστεί, ξέρει πού θα βρει το βιβλίο και τις απαντήσεις που χρειάζεται. Έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο σας είναι μεν παιδικό, απευθύνεται όμως σε μας τους μεγάλους. Σε μας που ενηλικιωνόμαστε όταν κανείς πια δεν μας αποκαλεί «παιδί μου». Κάνω λάθος;Ξεκίνησε ως παιδικό βιβλίο, στη πορεία όμως είδα ότι είναι ένα βιβλίο που συγκινεί πολύ τους μεγάλους, ακριβώς γιατί ξέρουμε πόσο πονάει η απώλεια αυτή. Η γιαγιά του παιδιού μας είναι η δική μας μαμά, και στα δικά της μάτια είμαστε πάντα παιδιά. Με τον θάνατό της, έρχεται συνήθως η δική μας ενηλικίωση και εκεί είναι που πια δε μας αποκαλεί κανείς «παιδί μου». Εκπαιδευτήκατε στο πρόγραμμα της Μέριμνας για τη διαχείριση της απώλειας και του πένθους σε παιδιά και εφήβους. Στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου σας τα έσοδα των πωλήσεων ενίσχυσαν το έργο της Μέριμνας. Μιλήστε μας λίγο για τη σχέση σας με τον σύλλογο και τι πρέπει να γνωρίζουμε για αυτόν.Η Μέριμνα είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που παρέχει στήριξη σε παιδιά και εφήβους που αντιμετωπίζουν μια σοβαρή αρρώστια ή το θάνατο κάποιου αγαπημένου τους προσώπου. Ασχολείται με τη διαχείριση της απώλειας και του πένθους, τόσο στηρίζοντας οικογένειες όσο και εκπαιδεύοντας επαγγελματίες υγείας. Λειτουργεί από το 1995 με συμβουλευτικά κέντρα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και είναι ο μοναδικός οργανισμός στη χώρα μας που είναι αφιερωμένος τόσο ολοκληρωμένα στο σκοπό αυτό. Η διαχείριση του πένθους είναι ένα θέμα που με αγγίζει τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά, για αυτό τον λόγο αποφάσισα να γίνω και εγώ «φίλος» της Μέριμνας και να στηρίξω το έργο τους. Ασχολείστε με την αρθρογραφία και πλέον μπορούμε να σας αποκαλούμε και συγγραφέα. Πώς ξεκίνησε αυτό το νέο κομμάτι στη ζωή σας και πώς σκέφτεστε να το εξελίξετε;Από μικρή μου άρεσε να γράφω, άρα τα άρθρα και το βιβλίο ήρθαν σα μια φυσική συνέχεια. Θα ήθελα να γράψω και άλλα παιδικά βιβλία γιατί οι ιδέες είναι πολλές, αλλά και ένα βιβλίο για γονείς σε θέματα που αφορούν στο παιδί.Ένα ιδιαίτερο σχόλιο που ακούσατε/διαβάσατε για το βιβλίο σας...Νιώθω τυχερή γιατί το βιβλίο αγαπήθηκε γρήγορα και φάνηκε μέσα από τις κριτικές που γράφτηκαν και τη συγκίνηση που το ακολουθεί. Τα πιο ωραία σχόλια όμως έχουν έρθει από τα παιδιά υπό μορφή ερωτήσεων γύρω από τη Έλλη και τη γιαγιά της, τη ζωή και την αγάπη. Τι σας είπαν τα κορίτσια σας για το βιβλίο;Τόσο η Νεφέλη όσο και η Αμαλία, πήραν μεγάλη χαρά από το γεγονός ότι η μαμά τους έγραψε ένα βιβλίο. Μου είπαν ότι είναι «και λίγο λυπητερό αλλά και λίγο χαρούμενο» και ενθουσιάστηκαν με την εικονογράφηση. Όσον αφορά στο θέμα, είναι κάτι που και οι δύο έχουν φέρει προς συζήτηση και μοιάζει πως οι απαντήσεις που έχουν πάρει από το βιβλίο είναι (προς το παρόν) ανακουφιστικές.Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή και καταλάβαινα ότι η αγαπημένη μου γιαγιά θα πέθαινε, απέφευγα να τη συναντώ, λες και ήθελα να βγάλω από πάνω μου τη γλύκα της και έτσι η απώλεια να γίνει λιγότερο επώδυνη. Πώς διαχειριστήκατε εσείς τον θάνατο της γιαγιάς σας;Την αντίδρασή σας τη βλέπουμε συχνά στα παιδιά, να αποφεύγουν δηλαδή κάτι που ξέρουν ότι θα τους στενοχωρήσει. Είναι άλλωστε και ένας τρόπος να προστατεύουν τον εαυτό τους και (ευτυχώς) ξέρουν να το κάνουν πολύ καλά. Όταν έχασα τη δική μου γιαγιά ένιωσα (και ακόμα νιώθω) όπως και η Έλλη. Στενοχωρήθηκα, θύμωσα και η απώλεια ήταν μεγάλη. Μου έλειπε πολύ και μου λείπει ακόμα, της έχω κρατήσει όμως την πιο γλυκιά θέση μέσα στην καρδιά μου και την κουβαλάω μαζί μου σε όλα τα ωραία...Ποια ανάγκη σάς ώθησε να σπουδάσετε Ψυχολογία και ArtTherapy;Όταν έπρεπε να διαλέξω τι να σπουδάσω ήξερα πως δύο πράγματα μου άρεσαν: τα παιδιά και η τέχνη. Οι σπουδές μου τότε και η δουλειά μου σήμερα μου επιτρέπουν να τα συνδυάζω και τα δύο και να απολαμβάνω αυτό που κάνω.Για να γίνει κάποιος ψυχολόγος και να ασχολείται ενδελεχώς με τα προβλήματα των άλλων, πρέπει να έχει λύσει πρώτα τα δικά του; Θα έλεγα πως θα πρέπει να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Οι άνθρωποι είμαστε ένα ‘work in progress’, που συνεχώς εξελισσόμαστε και μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε και να λύνουμε τα προβλήματα και τις δυσκολίες μας.Ποιες είναι οι ομορφότερες αναμνήσεις σας από την παιδική σας ηλικία;Τα καλοκαίρια στη Κέρκυρα. Με τις μεγάλες ξυπόλητες μέρες, την ανεμελιά, την οικογένεια, τα άπειρα παιδιά και τη θάλασσα.Έχετε συνδημιουργήσει τους χώρους προσχολικής απασχόλησης MyPlayce. Τι πιστεύετε ότι κερδίζουν εκεί τα παιδιά και τι οι γονείς;Έναν χώρο που εμπιστεύονται, στον οποίο μπορούν να λερωθούν, να δοκιμάσουν, να χορέψουν, να σκαρφαλώσουν, να μαγειρέψουν, να μοιραστούν, να μάθουν και να παίξουν. Όλα αυτά με ένα τρόπο δημιουργικό γι’ αυτούς, ξεκούραστο για τους γονείς τους και απολαυστικό για όλους. Στα χρόνια ενασχόλησής σας με τη συμβουλευτική γονέων, εάν έπρεπε να απομονώσετε μία και μόνο συμβουλή προς τους γονείς, ποια θα ήταν αυτή;Πιστεύω ακράδαντα ότι στα παιδιά πρέπει να λέμε την αλήθεια. Όποια και εάν είναι η ερώτηση, όποιο και εάν είναι το θέμα. Πάντα λαμβάνοντας υπόψη μας τη συναισθηματική και ηλικιακή ανάπτυξή τους.Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε με τα παιδιά μας;Όλοι οι γονείς κάναμε, κάνουμε και θα κάνουμε «λάθη» διότι και εμείς μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε μαζί με τα παιδιά μας. Εάν έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι θα έλεγα πως οι σημερινοί γονείς δυσκολεύονται να βάλουν όρια. Δυσκολεύονται να πουν «όχι» και δυσκολεύονται να μείνουν σταθεροί σε αυτό που ζητούν από τα παιδιά τους. Αυτό μπερδεύει και προκαλεί τελικά ανασφάλεια στα παιδιά.Υποθέτω πως θα είστε περιζήτητη στις παρέες των γονιών λόγω της ιδιότητάς σας (ζητάνε συμβουλές, σας λένε τα προβλήματά τους κλπ). Ή μήπως αποφεύγουν να σας τα εκμυστηρευτούν προτιμώντας να στρουθοκαμηλίσουν; Φαντάζομαι θα συμβαίνουν και τα δύο. Ως γονείς έχουμε την τάση να ωραιοποιούμε καταστάσεις και αυτό ίσως μας κάνει να στρουθοκαμηλίζουμε. Είναι πολλές οι φορές όμως που συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και έτσι ακούω συχνά τη φράση «έχω να σου κάνω μια ερώτηση...». Πότε πρέπει να ζητάμε βοήθεια από έναν ψυχολόγο για μας ή (και) τα παιδιά μας; Όταν και εάν νιώσουμε την ανάγκη να το κάνουμε. Δεν είναι κάτι υποχρεωτικό, είναι σημαντικό όμως να ξέρουμε ότι μπορούμε εφόσον το επιθυμούμε. Το ένστικτο του γονέα είναι πολύ δυνατό και είναι σημαντικό να το ακούμε. Τόσο σε θέματα δικά μας όσο και σε θέματα που αφορούν τα παιδιά μας.Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που έχετε ακούσει από τα παιδιά σας, Νεφέλη και Αμαλία;Ότι... «οι καλοί πάντα κερδίζουν και οι καλές πράξεις μας κάνουν να νιώθουμε ωραία». Έχει γίνει μάλλον το μότο της οικογένειάς μας.Οι ωραιότερες στιγμές της μέρας μαζί με τις κόρες σας...Όταν ξυπνάνε και ακριβώς πριν κοιμηθούν. Όταν διαβάζουμε παραμύθια, όταν μου λένε τα νέα τους από το σχολείο, όταν ζωγραφίζουμε στο καβαλέτο, όταν ξεκαρδίζονται στα γέλια, όταν κάνουμε «αταξίες» μαζί και όταν αγκαλιάζουν η μία την άλλη...Ζώντας σε μια συνεχή βουή, με πολύ κόσμο και πολλές παιδικές φωνούλες, αποζητάτε πού και πού την πλήρη απομόνωση; Του να μην σηκώνετε ούτε καν το κινητό που χτυπά;Πολύ συχνά. Και όταν νιώθω την ανάγκη το κάνω. Κλείνω το κινητό, κατεβάζω ρολά και βρίσκω την ησυχία που έχω μέσα μου.«Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμεη απώλεια θα μπορούσε να `ναι κούνια μαςδεν μπορείς να τα ’χεις όλαπρώτη φράση που μαθαίνουμε».Στίχου του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, ερμηνευμένοι από την Νατάσα Μποφίλιου. Βρίσκετε αλήθεια μέσα τους;Φυσικά. Την απώλεια τη συναντάμε νωρίς και όχι μόνο υπό τη μορφή του θανάτου. Για αυτό και είναι σημαντικό να μάθουμε να τη διαχειριζόμαστεΤι σπουδαίο έχετε ανακαλύψει μέχρι σήμερα για τη ζωή;Ότι είναι ωραία. Και ότι είναι όλες οι μικρές στιγμές, που δε μπορεί κανείς να τις μοιραστεί με λόγια, που την κάνουν τελικά τόσο ωραία.
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Ισμήνη Καπάνταη: "Εθελοτυφλούσαμε; Ήμαστε αυτοκαταστροφικοί; […] Σήμερα απλώς πληρώνουμε το τίμημα, φουσκωμένο κατά πολύ, βέβαια. Στη ζωή όλα, μα όλα, κοστίζουν κι εμείς προφανώς το είχαμε ξεχάσει."

    This post is only available in Greek.Η Ισμήνη Καπάνταη με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της αστυνομικού μυθιστορήματος Αστική Οικία στο Χαλάνδρι, έδωσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη για το diastixo.gr.Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το βιβλίο Αστική Οικία στο Χαλάνδρι;Τον τελευταίο καιρό έκανα προσπάθειες για να αντιληφθώ πότε και σε ποια σημεία σφάλλαμε ως κοινωνία και φθάσαμε σ’ αυτό που βιώνουμε σήμερα, την κρίση δηλαδή, κρίση όχι μονάχα οικονομική, αλλά κυρίως κοινωνική. Φυσικό ήταν, λοιπόν, ν’ ανατρέξω στα χρόνια που προηγήθηκαν, στα χρόνια της επίπλαστης ευδαιμονίας, τα χρόνια όχι τόσο της δεκαετίας του ’80 αλλά της δεκαετίας του ’90, χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων είχε παγιωθεί μέσα μας η βεβαιότητα ότι η όποια ευδαιμονία μας δεν έχει ούτε θα έχει κανένα κόστος ποτέ. Παράλληλα θα έπρεπε ίσως να προσθέσω ότι τελευταία ξαναδιαβάζω, για άλλους λόγους βέβαια, τα της δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους (Διαμαντούρο, Δερτιλή, Κλογκ καθώς και απομνημονεύματα αγωνιστών). Αν ψάξει κανείς μέσα σ’ αυτό το υλικό διαπιστώνει, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, ότι σε πάρα πολλά σημεία, κι αυτά είναι πάντοτε τα «κακά», τα αρνητικά, παραμένουμε στην κοινωνική μας συμπεριφορά αναλλοίωτοι. Η εμπειρία προφανώς δεν μας διδάσκει κι επαναλαμβάνουμε, με πάθος μάλιστα, τα ίδια λάθη. Έτσι νομίζω ότι προέκυψε η Αστική Οικία στο Χαλάνδρι.Ο τίτλος που διαλέξατε είναι συμβολικός ή προσδιορίζει κάποια πρόσωπα, κάποιες καταστάσεις;Ο τίτλος είναι καθαρά συμβολικός. Κατά καιρούς τίθεται το θέμα των τάξεων στην Ελλάδα και ειδικά το θέμα της αστικής τάξης, ἀλλοτε ως ερώτημα, «έχει η Ελλάδα αστική τάξη;» και άλλοτε ως καταληκτικό συμπέρασμα, «η Ελλάδα ούτε είχε ποτέ ούτε έχει τώρα αστική τάξη». Την απάντηση, βέβαια, κάποια στιγμή, στο μέλλον, θα τη δώσουν οι επιστήμονες, οι ιστορικοί. Στην Αστική Οικία στο Χαλάνδρι, όμως, ορισμένοι από τους μυθιστορηματικούς μου ήρωες είναι, κατά την άποψή μου, ως συγγραφέως, μια εκδοχή των Ελλήνων αστών.Στο μυθιστόρημα, κύριο πρόσωπο είναι η Ασπασία Αρναούτη. Από πού βρίσκει τη δύναμη και επιβάλεται σε όλη την οικογένεια;Στην Ελλάδα των νεανικών χρόνων της Ασπασίας Αρναούτη, κι ενώ τα περί ισότητας των δύο φύλων μόνο στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν, οι γυναίκες ήταν που κυβερνούσαν, στην ουσία, το σπιτικό τους κι αυτό με τη συναίνεση των αντρών. Οι ρόλοι τους ήταν βεβαια χωρισμένοι και διακριτοί, αλλά ως αρχηγός νοείται πάντα ο άντρας. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας σε πολλά νησιά, όπου οι ναυτικοί άντρες της οικογένειας έλειπαν όλο τον χρόνο, τον ρόλο τους τον αναλάμβαναν σε όλους τους χώρους οι γυναίκες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ανάμεσα στα άλλα, το οικογενειακό σπίτι να κληροδοτείται νόμιμα όχι στον πρωτότοκο γιο, όπως γινόταν αλλού, αλλά στην πρωτοκόρη, την αποκαλούμενη και «κανακαρή». Η Ασπασία είναι μια γυναίκα που έχει αγωνιστεί και που ξέρει από πριν τις καταστάσεις που έρχονται. Φτάνει μόνο αυτό για να κατορθώσει να επιβιώσει στον επιχειρηματικό κόσμο;Η Ασπασία Αρναούτη ανήκει σ’ ένα ιδιαίτερα προικισμένο, αλλά από την άλλη μεριά τρομαχτικό είδος ανθρώπων, αντρών ή γυναικών, που έχουν προαποφασίσει να μη νικηθούν, να μη χάσουν, και είναι, κατά συνέπεια, διατεθειμένοι να καταβάλουν χωρίς δεύτερη σκέψη το οποιοδήποτε τίμημα στο παιχνίδι που παίζουν προκειμένου να κερδίσουν. Των ανθρώπων που δεν διστάζουν να θυσιάσουν τους πάντες και τα πάντα – η Ασπασία στο βιβλίο μου όχι μόνον θυσιάζει παιδιά και εγγόνια αλλά, υπό μίαν έννοια, πραγματοποιώντας το, το απολαμβάνει κιόλας. Είναι το ανθρώπινο είδος που δεν έχει αναστολές, οι άνθρωποι που, ιδιαίτερα στις παρακμιακές κοινωνίες, οχι μόνον επιβάλλονται, αλλά αποτελούν και πρότυπα.Αναφέρεστε στη δεκαετία του 1990. Τότε γιατί όλοι πίστευαν ότι μπορούν με τα χρήματα να τα πετύχουν όλα;Απάντηση στο ερώτημά σας δεν έχω, δυστυχώς. Μελετώντας τα πράγματα τώρα, απορούμε όλοι μας με την αφέλεια που μας διέκρινε τότε, ως κοινωνία. Εθελοτυφλούσαμε; Ήμαστε αυτοκαταστροφικοί; Δεν ξέρω, όταν όμως επανεξετάζουμε τα πράγματα απορούμε διαπιστώνοντας την ευκολία με την οποία αποδεχόμασταν όλα τα θετικά (τα «τζάμπα» θετικά) χωρίς ποτέ ν’ αναρωτηθούμε το πώς προέκυψαν και το γιατί. Σήμερα απλώς πληρώνουμε το τίμημα, φουσκωμένο κατά πολύ, βέβαια. Στη ζωή όλα, μα όλα, κοστίζουν κι εμείς προφανώς το είχαμε ξεχάσει.Περιγράφετε καταστάσεις σκληρές και κυριότερα την εκμετάλλευση των ανθρώπων. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη για να τιμωρήσει αυτούς που χρησιμοποιούν τους αδύνατους ως υποχείριο για να πετύχουν τον στόχο τους, που είναι το κέρδος;Δικαιοσύνη πάντοτε υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει, υπάρχει όμως παράλληλα και η θεσμική διαφθορά, η οποία ανθεί σε περιόδους κοινωνικής παρακμής. Η κοινωνία μέσα στην οποία κοινούνται οι ήρωές μου είναι σαφώς παρακμιακή.Η Μητροδώρα ή Ντόρη παίζει με τη φωτιά. Μήπως ξεφεύγει από τα όρια που της έχουν καθορίσει;Δεν θα το έλεγα. Ποιος καθορίζει, άλλωστε, τα συγκεκριμένα «όρια», όπως τα αποκαλείτε, και πότε; Είναι τα ίδια πάντοτε, σε όλες τις εποχές; Η Ντόρη μεγάλωσε και ζει μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου το μόνο που μετράει είναι το «πόσα έχεις», και σε καμία περίπτωση το πώς τα απέκτησες. Είναι η κοινωνία όπου κύριο και πρώτιστο μέλημα όσων την απαρτίζουν είναι η επίδειξη. Η Ντόρη είναι κι εκείνη μέλος της κοινωνίας του «φαίνεσθαι», και πράττει αναλόγως. Τα πρότυπα τα έθεσαν άλλοι και η Ντὀρη λειτουργεί βάσει αυτών˙ περισσότερο θύμα θα τη θεωρούσα, και σε καμία περίπτωση θύτη.Εκβιασμοί, υπόγεια παιχνίδια, απάτες. Όλα αυτά συνυπάρχουν καθημερινά στη ζωή των επιχειρηματιών ή ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας;Το «καθημερινά» το θεωρώ υπερβολή. Αλίμονο, σίγουρα σε κάθε χώρο υπάρχουν και οι έντιμοι, οι άξιοι, αυτοί που δεν εξαπατούν και δεν εκβιάζουν για να πετύχουν. Οι επιτυχημένοι, ωστόσο, ανέντιμοι, που γίνονται κιόλας αποδεκτοί χωρίς ενδοιασμούς από την κοινωνία, και σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις αποτελούν και πρότυπα, υπήρχαν και τότε και εξακολουθούν να υπάρχουν, δυστυχώς, και στις μέρες μας. Μια ματιά να ρίξεις στις εφημερίδες, ἠ αν ακούς ραδιόφωνο και βλέπεις τηλεόραση, αρκεί για να το διαπιστώσεις.Και έπειτα συμβαίνει μια δολοφονία. Μήπως είναι συνέπεια της κατάχρησης των άγραφων νόμων της κοινωνίας;Μα ασφαλώς, και όχι μόνον των άγραφων νόμων αλλά και των καταγεγραμμένων. Δεν είναι το «ου φονεύσεις» που μας εμπόδιζε και μας εμποδίζει να απαλλαγούμε από τον όποιον, κάθε στιγμή, μας ενοχλεί. Υπάρχει και η ποινική δικονομία η οποία όμως παραβιάζεται με τρομαχτική ευκολία από τους έχοντες – τους έχοντες το χρήμα και την πρόσβαση στο καλούμενο «βαθύ κράτος», αυτούς εννοώ.Από την άλλη, έχουμε τον αστυνομικό Χρήστου. Τι τον κάνει να είναι χαρισματικός;Ο Χρήστου είναι ένα λαϊκό παιδί που από νωρίς στη ζωή του έβαλε στόχους. Είναι έξυπνος, φιλόδοξος, εργατικός και λειτουργεί συστηματικά, φυσικό είναι λοιπόν τις περισσότερες φορές να επιτυγχάνει. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, και τον παράγοντα τύχη, καθώς και την αρμονική συνεργασία του, που είναι επιλογή του, τόσο με τον προϊστάμενό του όσο και με την υφισταμένη του με την οποία αναπτύσσει και μιαν άλλη σχέση, σχέση ερωτική. Σε κάποιο σημείο γράφετε ότι διαβάζει, ο Χρήστου, αστυνομικά μυθιστορήματα. Μπορεί να συμβεί κάτι ανάλογο στην πραγματικότητα;Προσωπικά δεν έτυχε στη ζωή μου ως τώρα να έρθω σ’ επαφή με ανθρώπους που εργάζονται στον συγκεκριμένο εργασιακό χώρο ώστε ν’ ανταλλάξω μαζί τους απόψεις με θέμα τη λογοτεχνία, δεν μπορώ, συνεπώς, να ξέρω αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, αν δηλαδή αρέσει στους αστυνομικούς να διαβάζουν αστυνομικά μυθιστορήματα, γιατί όμως όχι; Εγώ θα το θεωρούσα, μάλιστα, πάρα πολύ πιθανό. Ξέρουμε άλλωστε ότι τα αστυνομικά μυθιστορήματα αρέσουν στο αναγνωστικό κοινό, πολύ περισσότερο από πολλά άλλα είδη.Και όπως πάντα η παρουσία του έρωτα. Είναι και αυτό μία από τις συνισταμένες για να γίνει πιο ενδιαφέρον το μυθιστόρημα;Στο μυθιστόρημά μου, όπως θα είδατε, οι ήρωες είναι πολλοί. Είναι άντρες, είναι γυναίκες, νέοι ή και λιγότερο νέοι, φυσικό και αναμενόμενο θα ήταν, νομίζω, να υπάρξει κάποια στιγμή ανάμεσά τους και ο έρωτας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή.Πώς χρησιμοποιείτε το σασπένς για να καθηλώσετε τον αναγνώστη και να αφοσιωθεί στην ανάγνωση;Σ’ ένα καλό αστυνομικό υπάρχει πάντα «σασπένς» και, αν θέλετε την άποψή μου, θεωρώ ότι υπάρχει έντονο στην Αστική Οικία. Την απάντηση που μετράει πάντως στο ερώτημά σας, αφού εγώ είμαι η συγγραφέας του και είμαι ενδεχομένως προκατειλημμένη, θα περιμένουμε να μας τη δώσουν όσοι θα το διαβάσουν. Θέλω ωστόσο να θέσω εγώ, εδώ, ένα άλλο ερώτημα. Είναι μόνον το σασπένς που καθηλώνει τον αναγνώστη σ’ ένα αστυνομικό; Προσωπική μου άποψη, ως μέλος του αναγνωστικού κοινού τώρα, είναι ότι μονάχα το σασπένς δεν αρκεί. Χρειάζονται οι καλοχτισμένοι χαρακτήρες, κυρίως αυτό, και η αληθοφάνεια στην πλοκή.Ποιοι αστυνομικοί συγγραφείς σας αρέσουν;Πολλοί, από τους παλιούς ο Σιμενόν, ο Κόναν Ντόιλ, η Χάϊσμιθ, η Τζέιμς, πρόσφατα διάβασα και Τζο Νέσμπο, αγαπημένη μου ωστόσο παραμένει η Άγκαθα Κρίστι με το αξεπέραστο Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροϊντ.Γιατί τελευταία εκδίδονται πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα;Σ’ αυτή την ερώτηση εγκυρότερη απάντηση θα σας έδινε, πιστεύω, ένας εκδότης. Με την οικονομία όμως στο σημείο που βρίσκεται, με την κρίση, δηλαδή, που έχει κυριολεκτικά τσακίσει την αγορά σε όλους τους χώρους, φαντάζομαι ότι οι εκδότες τα προτιμούν, επειδή τα αστυνομικά κινούνταν πάντα και σταθερά πάρα πολύ.
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Ζαν Εσνόζ: «Ο αναγνώστης είναι εφευρέτης των βιβλίων που διαβάζει»

    This post is only available in Greek.Ο δημοφιλής Γάλλος συγγραφέας, Jean Echenoz, έδωσε μια αποκλειστική συνέντευξη στο Bookpress και στον Διονύση Μαρίνο, με αφορμή την έκδοση του πιο πρόσφατου βιβλίου του Ειδική απεσταλμένη (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης). Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Κύριε Εσνόζ, έχουν περάσει ήδη 38 χρόνια από τότε που εμφανιστήκατε στο προσκήνιο. Έχετε αλλάξει από τότε; Είστε, πλέον, ένας διαφορετικός συγγραφέας;Αν και τίποτα δεν είναι σταθερό, δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα ως προς τη γραφή. Έχουν αλλάξει, όμως, πολλά πράγματα στη ζωή μου. Πλέον η συγγραφή δεν είναι μόνο μέρος της, αλλά και ουσιαστικό κομμάτι της, καθώς έχει γίνει το επάγγελμά μου.Πώς γράφετε; Με ποιο τρόπο ή, αν θέλετε, ποιο σκεπτικό;Επιδιώκω να εξερευνώ άγνωστους τομείς γραφής. Παρατήρησα ότι όταν αρχίζω να γράφω ένα βιβλίο, θέλω πάντα να δουλεύω εναντίον αυτών που έγραψα στο παρελθόν.Θα μπορούσατε να κάνετε κάτι άλλο; Να μην ξαναγράψετε, ας πούμε;Φοβάμαι πως όχι. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.Τι σας προσελκύει περισσότερο, το θέμα ή το στιλ; Είστε ένας από τους εκλεκτούς στυλίστες, αλλά η πλοκή δεν απουσιάζει από τα βιβλία σας.Με ενδιαφέρουν ομοίως και τα δύο και αυτό διότι τόσο το θέμα για το οποίο θέλω να γράψω όσο και ο τρόπος με τον οποίο θα το γράψω είναι αλληλοεξαρτώμενα. Ξέρετε, ο κινηματογράφος με δίδαξε πολλά για το πώς να λέω τις ιστορίες μου. Τη δεκαετία του '70-'80 είδα πάρα πολλές ταινίες.Η ιδέα του τελευταίου βιβλίου σας πώς σας ήρθε; Β. Κορέα, Κιμ Γιονγκ Ουν: τέτοια θέματα δεν τα βλέπει εύκολα κανείς να γίνονται μυθοπλαστικά υλικά.Να σας πω την αλήθεια δεν θυμάμαι πολύ καλά πώς μου ήρθε η ιδέα. Νομίζω ότι αρχικά ήθελα να γράψω μια μικρή αστυνομική ιστορία στην οποία θα υπάρχει μια απαγωγή και οι δράστες θα ζητούν λύτρα για να αφήσουν ελεύθερο το θύμα. Θα ήταν μια ιστορία που θα εξελισσόταν εντός του Παρισιού, αλλά και στη γαλλική περιφέρεια. Από την άλλη, όμως, ήθελα να γράψω και μια ιστορία που θα έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο διάφοροι κατάσκοποι. Επομένως, τελικά, διάλεξα να αναπτύξω την ιστορία σε μια «δραματική» περιοχή όπως είναι η Βόρεια Κορέα. Το μυθιστόρημα παίζει συνεχώς με τον αναγνώστη. Του δίνετε το λόγο. Έχω λάθος;Δεν θα έλεγα ότι του δίνω το λόγο. Όχι, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Και το λέω αυτό διότι θεωρώ τον αναγνώστη ως δέκτη. Είναι ένας φανταστικός μάρτυρας αυτού που διαβάζει. Από την άλλη, είναι και ένας εφευρέτης του κάθε βιβλίου.Το σίγουρο είναι ότι δεν θέλετε έναν παθητικό αναγνώστη. Τα βιβλία σας, από τη φύση τους, ζητούν ενεργές αναγνώσεις. Το πιστεύω ακράδαντα πως ο αναγνώστης δεν είναι ποτέ παθητικός. Αντίθετα, είναι ένας ηθοποιός, ένας ήρωας του μυθιστορήματος. Όπως είναι και οι ήρωες που βρίσκονται εντός του κειμένου. Και αν κουραστεί από το βιβλίο που διαβάζει, είναι σε θέση να το πετάξει και τότε γίνεται ένας καταλυτικός ηθοποιός.Στην Ειδική απεσταλμένη χρησιμοποιείτε όλα τα είδη σε μια μίξη άκρως επιτυχημένη. Το πολιτικό μπλέκεται με τη σάτιρα και την κατασκοπεία. Χρησιμοποιώ οτιδήποτε μου χρειάζεται για να αναπτύξω την ιστορία μου. Συνήθως λέω πως ένα μυθιστόρημα δεν ξεκινάει από μια ιδέα, αλλά από δύο. Δηλαδή από δύο δεδομένα που μπορεί μεταξύ τους να είναι άσχετα, αλλά με κάποιο τρόπο μπορούν να συμπλεύσουν. Αυτό είναι ένα πράγμα που με σαγηνεύει και με οδηγεί πιεστικά να το ανακαλύψω.Ενδιαφέρεστε για το τι συμβαίνει στον κόσμο; Διαβάζετε εφημερίδες;Διαβάζω καθημερινά εφημερίδες και θα έλεγα πως υπάρχουν φορές που βρίσκω και καλές ιδέες από αυτές. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες φορές που δεν μπορώ να δω κάτι που να με τραβήξει και να γεννήσει μια ιδέα.Θα γράφατε ένα βιβλίο που θα είχε πρωταγωνιστή τον Εμανουέλ Μακρόν ή τον Ντόναλντ Τραμπ;Δεν νομίζω πως επί του παρόντος θα το έκανα. Όχι, δεν θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που να έχει αυτούς τους δύο ως πρωταγωνιστές.Θεωρείτε τον εαυτό σας «πολιτικό» συγγραφέα;Ειλικρινά, δεν είμαι σίγουρος. Υπάρχουν φορές που λέω πως, ναι, είμαι ένας πολιτικός συγγραφέας και άλλες που ολοφάνερα δεν κινούμαι σε πολιτικό επίπεδο. Επομένως, δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά σε αυτή την ερώτηση.Γράφετε κάτι τώρα;Φοβάμαι πως ούτε και σε αυτό μπορώ να σας απαντήσω με σιγουριά.Τα βραβεία σας λένε κάτι; Δεν έχετε πάρει και λίγα.Μου προκαλεί πάντα έντονα συναισθήματα το να λαμβάνω ένα βραβείο. Σημαίνει ότι το έργο σου έχει επηρεάσει τους αναγνώστες. Κάθε φορά που παίρνω ένα βραβείο ξαφνιάζομαι σαν την πρώτη φορά, κι αυτό διότι κάθε βιβλίο είναι μια νέα προσπάθεια. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. 
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Τζορτζ Σόντερς στο LIFO.gr: «Είμαστε προσωρινοί, γιορτάστε τη ζωή».

    This post is only available in Greek.Ο δημοφιλής αμερικανός συγγραφέας, George Saunders, αμέσως μετά τη βράβευση του βιβλίου του Λήθη και Λίνκολν με το Booker Prize 2017 έδωσε μια αποκλειστική συνέντευξη στη LIFO και στον Διονύση Μαρίνο. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:  Κύριε Σόντερς, είστε ο ίδιος άνθρωπος που ήσασταν και πριν από το Booker; Σας άλλαξε κάπως το βραβείο;Ελπίζω να είμαι ο ίδιος. Ήδη αρχίζει να μειώνεται με ήρεμο τρόπο ο αυτοθαυμασμός.    Ποιο είναι το πραγματικό βραβείο για έναν συγγραφέα; Το να αναπτύσσει την εμπιστοσύνη του στο όραμά του. Κάπως έτσι, προχωρώντας, μπορεί να προσπαθήσει με μεγαλύτερη ένταση να φτιάξει ωραία πράγματα.  Είναι η αποδοχή, ο θαυμασμός ή η μάχη με τις λέξεις που σας κάνει να μπείτε στη διαδικασία να γράψετε ένα βιβλίο; Ειλικρινά, όλα αυτά. Όμως τη στιγμή που γράφω, τη στιγμή που βρίσκομαι μέσα στην εξέλιξη ενός βιβλίου, αυτά έρχονται τελευταία. Το πιο σημαντικό είναι το αίσθημα ότι δημιουργείς έναν συνεκτικό κόσμο που αναδύεται μέσα από το χάος. Και είναι αυτό το συναίσθημα ότι κάτι τέτοιο βγήκε «μέσα» από εσένα και «εξαιτίας» σου. Στην πραγματικότητα ο εαυτός μου εξαφανίζεται στιγμιαία ή εξουδετερώνεται από το καλλιτεχνικό έργο: αυτό είναι Παράδεισος.    Σας γνωρίζουμε ως συγγραφέα διηγημάτων. Έχετε γίνει αποδεκτός ως ένας από τους «καλλιτέχνες» του είδους στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία. Τι σας έκανε να γράψετε μυθιστόρημα; Κάθε ιστορία απαιτεί από μόνη της πώς πρέπει να γραφτεί. Για καιρό είχα αποφασίσει να εγκαταλείψω κάθε προσπάθεια να γράψω μυθιστόρημα – μπορώ να πω ότι αισθανόμουν και περήφανος γι’ αυτό. Είχα αποδεχθεί το ότι ήμουν ένας οπαδός της μικρής φόρμας. Όμως, ανακάλυψα πως η συγκεκριμένη ιστορία ήταν τόσο συγκινητική που μόλις ξεκίνησα να γράφω, σαν να ξεπρόβαλε από μέσα της ένα μυαλό (και ένα DNA) ξεχωριστά από εμένα.  Και τώρα που ολοκληρώσατε το πρώτο σας μυθιστόρημα και μάλιστα με επιτυχία, θα επιστρέψετε στα διηγήματα; Ναι, θα επιστρέψω. Εκεί είναι το σπίτι μου. Λατρεύω τη μικρή φόρμα. Εάν στο μέλλον προκύψει και κάποιο άλλο μυθιστόρημα, νομίζω πως θα έρθει με τον ίδιο τρόπο που ήρθε κι αυτό – επιμένοντας, παρά τις δικές μου αντιρρήσεις, ότι πρέπει να απλωθεί και να γίνει μεγαλύτερο.      Σας φαίνεται ευκολότερο να γράφετε διηγήματα ή αντιθέτως είναι πιο δύσκολο από τη στιγμή που πρέπει να είστε ακριβής σε ελάχιστο χώρο. Συγγνώμη, αλλά αισθάνεστε ότι πρέπει να είστε ακριβής; Όχι, δεν χρειάζεται να είμαι ακριβής, δεν νομίζω. Από την άλλη, ίσως, ναι, πρέπει να είσαι συνοπτικός. Η δυσκολία με τα διηγήματα είναι ότι συμπεριφέρονται σαν ένα αστείο: στο τέλος, έχουν ευοδωθεί ή όχι και αυτό το γνωρίζει μόνο ο αναγνώστης. Και μέρος της ευχαρίστησης είναι η αποτελεσματικότητα της παράδοσης στον αναγνώστη. Επομένως, θεωρώ ότι το διήγημα είναι μια πολύ απαιτητική φόρμα. Πρέπει να «καίω» τις λιγότερο ενδιαφέρουσες σκηνές και στη συνέχεια να τις απορρίπτω υπέρ των πιο έντονων – και αυτό απαιτεί χρόνο και πολλές σελίδες που έχουν απορριφθεί.  Μιλώντας για το βιβλίο σας Λήθη και Λίνκολν, στον αμερικανικό τίτλο υπάρχει η λέξη «Bardo». Μια κατάσταση μεταξύ θανάτου και επαναφοράς σε άλλη μορφή ζωής. Αυτό είμαστε, κύριε Σόντερς; Βρισκόμαστε μονίμως σε μια τέτοια κατάσταση; Ναι, το πιστεύω. Η λέξη «bardo» μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις καταστάσεις μετάβασης – σαν κι αυτή που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, μεταξύ γέννησης και θανάτου. Υποθέτω πως μπορούμε να δούμε κάθε ξεχωριστή στιγμή της ζωής μας σαν «bardo», με τους εαυτούς μας να πεθαίνουν και να αναγεννιούνται κάθε στιγμή. Το ότι συνεχίζουμε έχει να κάνει βασικά με μια νοητική κατασκευή που φτιάχνουμε – ίσως για δαρβινικούς λόγους, ή γιατί μπορεί να τρελαθούμε αν καταλάβουμε πραγματικά μόνο προσωρινοί είμαστε. Ναι, τρελοί, ή, μπορεί και με κάποια επιφοίτηση.  Ποια ήταν η πρώτη σκέψη που σας ήρθε στο μυαλό για να γράψετε το μυθιστόρημα; Πώς ξεκίνησαν όλα; Πριν από πολλά χρόνια – τη δεκαετία του ’90- είχα ακούσει πως ο αγαπημένος γιος του Λίνκολν είχε πεθάνει την περίοδο που εκείνος ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ. Είχε τόσο επηρεαστεί από τη θλίψη του που είχε επισκεφθεί τον τάφο αρκετές φορές για να κρατήσει στα χέρια του το νεκρό σώμα του γιου του. Αυτή η ιδέα μου έμεινε στο μυαλό όλα αυτά τα χρόνια – ήταν τόσο παράξενο, θλιβερό, αλλά και όμορφο όλο αυτό.  Κύριε Σόντερς, είστε ένας θρησκευόμενος συγγραφέας; Τι πιστεύετε για τον εαυτό σας; Θέλω να πιστεύω πως είμαι ένα θρησκευόμενο άτομο ή ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται σίγουρα για πνευματικά ζητήματα. Θέλω να πω, εάν ένας άνθρωπος ζει, ενδιαφέρει και έχει περιέργεια, τότε μια συγκεκριμένη δέσμη ερωτημάτων αναφύεται στο μυαλό του. Γιατί ήρθαμε εδώ; Πώς θα ζήσουμε, με δεδομένη την τρελή αντίθεση: 1) φτιαχτήκαμε για να αγαπάμε ο ένας τον άλλον ΚΑΙ 2) οτιδήποτε αγαπάμε (ειδικά τους πολύτιμους εαυτούς μας) είναι εντελώς προσωρινό. Επομένως, εάν ένας συγγραφέας λαμβάνει αυτά τα ερωτήματα και τα ενσωματώνει στο έργο του (ή σκέφτεται κάθε μέρα γι’ αυτά) είναι ένας θρησκευόμενος συγγραφέας; Θα έλεγα ναι, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα, το έργο του, δεν είναι «θρησκευτικό» με την παραδοσιακή και κυριολεκτική έννοια.   Είναι εύκολο το βιβλίο σας; Θέλω να πω, τι πιστεύετε, μπορεί να διαβαστεί από όλους; Σίγουρα δεν μπορεί να αρέσει σε όλους. Αυτό μπορείτε να το δείτε αν κοιτάξατε τα σχόλια στο Amazon (γελάει). Η ελπίδα μου είναι ότι δεν πρόκειται για ένα δύσκολο βιβλίο χωρίς λόγο, αν αντιλαμβάνεστε αυτό που εννοώ. Η δυσκολία όσο αναπτύσσεται θα πρέπει να οδηγεί σε αυξανόμενη ομορφιά. Άρα, προσπαθώ να πω ότι η οποία δυσκολία αποζημιώνει τον αναγνώστη στο τέλος. Ελπίζω το βιβλίο να διδάσκει τον αναγνώστη πώς να το διαβάσει, έτσι στο τέλος, να διαβάζει με έναν νέο και ολότελα τρελό τρόπο. Αυτό προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη ομορφιά.  Πόσο παράξενο είναι να δίνει κάποιος φωνή στα πνεύματα; Στο βιβλίο σας μιλούν οι νεκροί. Είναι ακριβώς το ίδιο παράξενο με το να δίνει φωνή στους ζώντες. Είναι δύσκολο. Αλλά προσφέρει μεγάλη χαρά.  Διέγνωσα στο βιβλίο μια έντονη διάθεση κατανόησης από εσάς και νομίζω πως αυτή είναι μια από τις σημαντικές «δυνάμεις» του μυθιστορήματος. Το ελπίζω. Νομίζω πως η λογοτεχνία αυτό ακριβώς κάνει καλά με μοναδικό τρόπο: μας επιτρέπει να μπούμε στο μυαλό κάποιου άλλου ανθρώπου και κάπως έτσι μας βεβαιώνει πως δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας – υπάρχουμε σε μια συνεχόμενη και ως εκ τούτου μεγαλύτερη κατανόηση και ενσυναίθηση και παρηγορητική δράση. Θεωρητικά το κάνουμε με προσπάθεια στο πλαίσιο της αντίληψής μας.  Σας πάω κάπου αλλού. Τι γνώμη έχετε για τον Τραμπ και το φόβο που προκύπτει από την άνοδο του λαϊκισμού στις ΗΠΑ και την Ευρώπη;  Νομίζω πως είναι μια ακόμη εκδήλωση της ανθρώπινης τάσης που πάντα υπήρχε: σε δύσκολες εποχές, είναι εύκολο και κάπως απολαυστικό να δαιμονοποιείς το Άλλο. Είναι δυσκολότερο να κάνεις αυτό που ανέπτυξα προηγουμένως (σ.σ.: να ζεις με ενσυναίσθηση και κατανόηση) ή αυτό που ανέφερα στην ομιλία μου κατά τη βράβευσή μου για το Booker. Η μεγάλη ιστορία της ανθρώπινης δραστηριότητας (θέλω να σκέφτομαι και να πιστεύω) είναι η σταδιακή εξάπλωση της αγάπης. Ακόμη και με κάποια βήματα προς τα πίσω, σταδιακά γινόμαστε καλύτεροι στο να κατανοούμε ότι η κατανόηση και η ενσυναίσθηση είναι εξαιρετικά δαρβινικά εργαλεία που χρειάζεται το ανθρώπινο είδος για να επιβιώσει.  Στο μεταξύ ζούσε μέσα στο φόβο; Πιστεύετε πως ο κόσμος οδεύει προς την παράνοια; Όχι, όχι καθόλου. Πάντα έτσι ήταν. Ο κόσμος μας δεν είναι πιο τρελός από ό,τι ήταν πάντα. Νομίζω πως είναι πιο τρελός για κάποιος ανθρώπους σε συγκεκριμένες στιγμές. Πιστεύω στη θεωρία της Διατήρησης της Τρέλας. Η ρίζα της τρέλας είναι πνευματική – είναι η δόλια πίστη μας στην ξεχωριστή διαμονή μας σε αυτό τον κόσμο ή στη μονιμότητά μας, που μας οδηγεί να συμπεριφερόμαστε άσχημα, και, ξαφνικά, όταν πεθάνουμε ή κάνουμε κάποιο μεγάλο λάθος ή υποφέρουμε, τότε κατανοούμε πως τα πράγματα είναι ασταθή. Νομίζω πως αυτή η τρέλα μας ακολουθεί από τότε που κατοικούσαμε σε σπηλιές. Και νομίζω πως είναι σημαντικό, ακόμη και αν βρίσκεται κανείς εν μέσω παρανοϊκών εποχών, να θυμόμαστε και να γιορτάζουμε εκείνες τις πτυχές της ζωής που ούτε τρελές είναι, ούτε τρομακτικές ούτε και κακές. Οι απλές απολαύσεις, οι μικρές ενέργειες που πραγματικά συνθέτουν τον ιστό της ζωής. Είναι ο ήλιος που λάμπει. Είναι αυτό το πρόσωπο που περνάει χαμογελώντας και είναι όμορφο και ερωτευμένο. Το να αγνοήσουμε αυτά τα γεγονότα σημαίνει ότι προσφέρουμε στην απελπισία και το κακό ένα αθέμιτο πλεονέκτημα.  Ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας, της τέχνης εν γένει, σε όλο αυτό; Βλέπω ότι κρατήσατε τη πιο σημαντική ερώτηση για το τέλος. Νομίζω πως ο καλύτερος τρόπος για να απαντήσει κανείς σε αυτό είναι να αφεθεί σε ένα όμορφο έργο τέχνης και να δει τι επίδραση έχει μέσα του – να παρατηρήσει τις θετικές μεταβολές στο μυαλό και το πνεύμα του, και τον τρόπο που αυτές οι μεταβολές κάνουν τις ώρες που ακολουθούν καλύτερες και πλουσιότερες. Αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης: αυτή η ευχαρίστηση και η μεταβολή.
    Learn more

NEWSLETTER

Shopping cart

(0)

Your cart is currently empty.

Shop now

Ref.

Shipping & Returns