News
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
Learn more«Είμαστε όλοι ναυαγοί σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη που της χαρίστηκε απλόχερα το φως και το νερό» | Συνέντευξη της Ευτυχίας Γιαννάκη στο Ελculture
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην Πέπη Νικολοπούλου για το Ελculture, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα Οι ναυαγοί του Αυγούστου, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Ποτέ κανείς δεν είναι όλα όσα φανερώνει, όλα όσα μοιράζεται και δείχνει. Το παρελθόν συχνά σιωπά μπροστά στη βιτρίνα του παρόντος και η αποκάλυψή του, άλλοτε τυχαία και άλλοτε μεθοδευμένα, μπορεί να ανάψει άσβηστες φωτιές που για χρόνια σιγοκαίνε. Οι Ναυαγοί του Αυγούστου, το νέο βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες, είναι το τρίτο μέρος της «Τριλογίας του βυθού», με πρωταγωνιστή τον γνωστό πλέον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο που έχει βάλει την σφραγίδα του στο ελληνικό νουάρ.Η Ευτυχία Γιαννάκη σε αυτό της το βιβλίο, πλέκει περίτεχνα ένα πραγματικό και ανεξιχνίαστο έγκλημα, την αινιγματική δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή στις 27 Αυγούστου 1988 στο σπίτι του στην Αθήνα, με τη δολοφονία του καθηγητή Νομικής Τάκη Πετράκου στο σπίτι του στο Ψυχικό, ένα χαμένο χειρόγραφο αλλά και κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών.Μια εξαιρετικά δουλεμένη ιστορία, δίχως κενά, που ξετυλίγεται με αρμονία, «φυτεύοντας» με αξιοζήλευτη μαεστρία τον σπόρο της αγωνίας, και της ανατροπής που σε κάνει να μην θέλεις να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Ο στοχαστικός της λόγος σε θέματα προσωπικής ευτυχίας και το ζυγισμένο και ευαίσθητο βλέμμα της απέναντι σε κοινωνικές και περιβαλλοντικές πληγές τρυπώνει εύστοχα στην μυθοπλασία που χτίζει, οξύνοντας το νουάρ χαρακτήρα του βιβλίου με την ανθρώπινη διάσταση.Θέλεις να συστήσεις τους «Ναυαγούς του Αυγούστου» στους αναγνώστες μας;Οι Ναυαγοί του Αυγούστου είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που δένει ένα πραγματικό και ανεξιχνίαστο έγκλημα, τη δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή με τη δολοφονία ενός Καθηγητή Πανεπιστημίου στην μονοκατοικία του στο Ψυχικό, τριάντα τρία χρόνια μετά. Μυθοπλασία και πραγματικότητα πλέκονται σε ένα κοινό νήμα που ρίχνει τον μεγεθυντικό φακό στην Αθήνα του περασμένου Αυγούστου.Ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος επιστρέφει εσπευσμένα από τις διακοπές του στην Πάρο στη φλεγόμενη Αθήνα, για να βρεθεί αντιμέτωπος με μια περίπλοκη υπόθεση, που ξεδιπλώνεται σαν μια μεγάλη παρτίδα σκάκι. Η μυστική ζωή θυτών και θυμάτων, αλλά και του ίδιου του αστυνόμου, έρχονται στο φως προκειμένου να ξετυλιχτεί το κουβάρι αυτής της υπόθεσης, που τον φέρνει αντιμέτωπο με τον μικρόκοσμο του πανεπιστημίου, με κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών, σχέσεις εξουσίας, πάθους και εκδίκησης, στόματα που παραμένουν ερμητικά κλειστά, όταν χρειάζεται να προστατεύσουν το δικό τους μυστικό, και σκιές που κυκλοφορούν στο υπόγειο δίκτυο των αγωγών της Αθήνας.Πώς προέκυψε αυτό το βιβλίο;Σε κάθε βιβλίο υπάρχει ένας πυρήνας που εκρήγνυται και συνήθως δένεται με κάτι πολύ δικό μου. Ενώ είχα αρχίσει να μελετώ την ανεξιχνίαστη υπόθεση της δολοφονίας Ταχτσή που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου, συνέβη η μεγάλη φωτιά της Βαρυμπόμπης και του Τατοΐου, σε ένα δάσος με το οποίο με έδεναν δικές μου μνήμες. Η φωτιά τρύπωσε με έναν σαρωτικό τρόπο στην ιστορία, έτσι όπως κατέστρεψε το αγαπημένο μου δάσος. Οπότε λειτουργεί ως σύμβολο σε πολλά επίπεδα μέσα στο βιβλίο. Στη φωτιά, όπως λένε, εύκολα μπαίνεις, αλλά δύσκολα βγαίνεις, ακόμη και όταν σβήσει. Κι αυτό γιατί όσα αφήνει πίσω της, είναι ένα νεκρό πεδίο που δύσκολα επανέρχεται στην προγενέστερη κατάσταση κι αν αυτό συμβεί χρειάζονται δεκαετίες.Το ίδιο συμβαίνει με το έγκλημα και όσα αφήνει πίσω τους στις οικογένειες, στους οικείους, στον περίγυρο θυρών και θυμάτων. Στα αστυνομικά βιβλία σπανίως ασχολούμαστε με αυτό το κομμάτι. Μας απασχολεί η εξιχνίαση και η λύση, η αποκάλυψη του ενόχου. Αλλά από τις συνέπειες ενός εγκλήματος δύσκολα βγαίνει κανείς, ακόμη κι αν βρει τη λύση, όπως συμβαίνει με τη φωτιά. Επιπλέον, υπάρχει πάντα το πάθος, η ανομολόγητη εσωτερική φωτιά που μας σαρώνει αθόρυβα και ορίζει τη μυστική ζωή μας, όπως όρισε τη ζωή των θυμάτων στην ιστορία μου. Θα έλεγα, λοιπόν ότι αυτό το βιβλίο, αν και ολοκληρώνει την «Τριλογία του βυθού», δεν γεννήθηκε από το νερό, αλλά από τη φωτιά. Το νερό υπάρχει ως το μόνο όπλο που έχουμε για να παλέψουμε τη φωτιά και να οδηγηθούμε στην κάθαρση. Οι συνέπειες της φωτιάς όμως μας ακολουθούν πάντα.«Ξετρύπωνε τα βιβλία που είχαν γλιτώσει από τα χέρια τους, γνωρίζοντας πως βιβλία και άνθρωποι έχουν την τύχη που προδιαγράφουν τα χέρια στα οποία πέφτουν». Μια από τις αγαπημένες μου φράσεις στο βιβλίο σου. Μας συναντούν τελικά τα βιβλία εμάς τους ανθρώπους; Υπάρχει μια σιωπηλή κλωστή που μας φέρνει κοντά;Η συνάντηση θέλει τουλάχιστον δυο μέρη και υπάρχει σίγουρα μια ενέργεια που μας έλκει τόσο σε βιβλία, όσο και σε ανθρώπους. Προτιμώ να σκέφτομαι, παρόλο που μπορεί να πέφτω στην παγίδα των αναλύσεων, ότι αυτή η ενέργεια έχει την έδρα της στο κοινό μυστικό που μας συνδέει. Στην πηγαία διάθεσή μας να σκύψουμε με τρυφερότητα στον άλλον και στον εαυτό μας. Ψάχνουμε τις συνδέσεις μεταξύ μας για να νιώσουμε και να βρούμε ένα κάποιο νόημα και νήμα στο ταξίδι.Ένας από τους ήρωες του βιβλίου σου, ο καθηγητής Πετράκος, θεωρούσε πως τα ζώα, η μουσική και το σκάκι, διδάσκουν τις ανώτερες μορφές πειθαρχίας. Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι πειθαρχημένος τη στιγμή της δημιουργίας, της γραφής; Εσύ ακολουθείς κάποιας μορφής πειθαρχία στη συγγραφική σου ζωή;Ναι, γράφω με πρόγραμμα και πειθαρχημένα. Από τότε που αποφάσισα να αφήσω τη δουλειά μου στο δημόσιο και την εκπαίδευση, η συγγραφή είναι η κύρια απασχόλησή μου. Οπότε ναι, θα έλεγα ότι πλέον δεν υπάρχει ωράριο, πρακτικά γράφω συνεχώς, ακόμη και όταν σκέφτομαι ή σχεδιάζω μια ιστορία, καθώς δομείται μέσα μου ο πυρήνας, η ατμόσφαιρα, ο μικρόκοσμος της ιστορίας, πριν ακόμη να βάλω την πρώτη λέξη στο χαρτί. Από τη στιγμή που θα συμβεί αυτό, περνούν αρκετοί μήνες που θα ξυπνάω το πρωί και αν αφαιρέσει κανείς κάποιες ώρες ξεκούρασης το μεσημέρι, με βρίσκει η νύχτα μπροστά στο γραπτό και τις εκατοντάδες επανεγγραφές του.Όλες οι ιστορίες σου, εκτός από τον νουάρ χαρακτήρα τους, προβάλλουν υπαρξιακά δράματα αλλά και θέματα ευαίσθητα, ζητήματα της κοινωνικής επικαιρότητας. Στους Ναυαγούς «ξαναζούμε» τις φωτιές. Ποια είναι η πρόθεσή σου; Ταιριάζουν όλα αυτά τα πολυσύνθετα κομμάτια σε ένα νουάρ μυθιστόρημα;Η πλοκή είναι το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης στις ιστορίες μου και πρέπει να είναι προσεκτικά σχεδιασμένη, ώστε να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τον ρυθμό και να έχει όλα αυτά τα στοιχεία της δομής και του σασπένς που χαρακτηρίζουν το αστυνομικό ή το νουάρ. Από εκεί και πέρα αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι η πλοκή ως αυτοσκοπός ή ως μέσο εύκολης διασκέδασης, ανατροπών και εκπλήξεων με άσσους που τραβώ διαδοχικά από το μανίκι. Αλλά ως το κλειδί που θα καθηλώσει τον αναγνώστη στο κοινωνικό σχόλιο, τις ανησυχίες της εποχής σε αυτή τη γωνιά της Μεσογείου και το μυστικό των χαρακτήρων, το βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού. Το ταίριασμα όλων αυτών των ψηφίδων και η ισορροπία τους είναι πάντα το μεγάλο στοίχημα, μαζί με το συναίσθημα και το τραγούδι της γλώσσας βεβαίως. Αυτή τη μελωδία που ηχεί στα αυτιά σου όταν κλείσεις το βιβλίο.«Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά το λεκανοπέδιο, αυτή η πρόχειρη κόλαση από μπετόν, που είχαν σχεδιάσει οι ελάχιστα ευφυείς κάτοικοί του, εξελισσόταν σε ένα αποτελεσματικό μέσο εξόντωσης, αποτελεσματικότερο ίσως απ’ όσο μπορούσε ποτέ να υπολογίσει ο πιο νοσηρός εργολάβος». Απολαυστική τοποθέτηση και μια κραυγή απελπισίας για το αστικό τοπίο. Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για τη σχέση σου με την πόλη;Η πόλη είναι το σπίτι μου, δεδομένου ότι ζω στο κέντρο της Αθήνας. Ο αστικός ιστός με εγκλωβίζει και με απελευθερώνει ταυτόχρονα. Ας μη γελιόμαστε η Αθήνα είναι μια σκληρή πόλη για τους κατοίκους της, αλλά ταυτόχρονα παραμένει γοητευτική μέσα στο χάος της. Μεγαλώνοντας βεβαίως έλκομαι όλο και περισσότερο από την επαφή με τη φύση, το δάσος, τα ζώα ή το άδειασμα που μπορεί να προσφέρει ένας βράχος στην καρδιά του Αιγαίου. Το ανθρώπινο μέτρο που συναντά κανείς για παράδειγμα στις Κυκλάδες, οικιστικά, αλλά και στον ρυθμό της καθημερινότητας, είναι κάτι που σε κάνει να αναρωτιέσαι για την ψυχική σου υγεία, καθώς επιστρέφεις με το καράβι στο λιμάνι του Πειραιά από τις διακοπές. Αλλά επιστρέφεις.Σε όλα τα βιβλία σου, η θάλασσα και τα ελληνικά νησιά πρωτοστατούν στο σκηνικό. Υπάρχει μια ιδιαίτερα αγάπη με αυτά, με το φως του ήλιου, με το μπλε της θάλασσας ή υπάρχει κάτι άλλο βαθύτερο;Το βαθύτερο είναι αυτό που μας δένει μάλλον με τον πυρήνα της ύπαρξης, της αιώνιας επανάληψης, της ανακύκλωσης, του υγρού στοιχείου που μας φέρνει και μας συντηρεί στη ζωή. Είμαστε περαστικοί και η ζωή είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός, όπως μου αρέσει να επαναλαμβάνω. Είμαστε η εξαίρεση των ζωντανών στον μεγάλο κανόνα των νεκρών που προϋπήρξαν για να μας χαριστεί αυτή η ομορφιά. Είμαστε, λοιπόν, όλοι ναυαγοί σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη που της χαρίστηκε απλόχερα το φως και το νερό.Έχεις πλέον ως συγγραφέας ταυτιστεί με το νουάρ ακόμα και στις προτάσεις σου για παιδιά. Μίλησέ μας λίγο για αυτή την σχέση. Πώς ξεκίνησε, και πώς τη βλέπεις να εξελίσσεται;Η παιδική μου σειρά μυστήριου, οι Πιτσιμπουίνοι και οι περιπέτειές τους στο φανταστικό νησί Πίτσι Πίτσου που εικονογραφεί η Σοφία Τουλιάτου, είναι ένας ζωηρός κόσμος χαράς, περιπέτειας, λογικής και συναισθηματικής εξερεύνησης που συνδέεται με την δική μου παιδική ηλικία. Στις αστείες αφηγήσεις που σκάρωνε η μητέρα μου εγώ και ο αδερφός μου ήμαστε οι Πιτσιμπουίνοι της. Κάπως έτσι γεννήθηκε αυτό το κουκούλι των παιδικών αφηγήσεων που είναι αρκετά προστατευμένο, αλλά και ελεύθερο, ανοιχτό στη ρευστότητα της παιδικής φαντασίας, σχεδιασμένο ώστε να αφαιρεί τον φόβο από το μυστήριο.Τα παιδιά από τριών χρονών βουτούν σε αυτόν τον κόσμο που είναι γεμάτος χιούμορ και χρώμα με τις όποιες αποσκευές τους και βγαίνουν με νέες αποσκευές. Σε κάποια τσέπη τους έχει τρυπώσει πλέον το μυστήριο ως ένα μέρος της μαγείας και της περιπέτειας του κόσμου που τους περιμένει. Όπως τρύπωσαν κάποτε μέσα μου οι αφηγήσεις τις δικής μου μητέρας. Οι Πιτσιμπουίνοι είναι ο παράδεισος της δικής μου παιδικής ηλικίας που μπήκε στο χαρτί.Αν ερχόμουν σπίτι σου σήμερα, ποιο βιβλίο θα έβρισκα δίπλα στο κρεβάτι σου;Το επόμενο βιβλίο μου. Σε ένα μπλε σημειωματάριο.Ποιος ο αγαπημένος σου προορισμός για τον Αύγουστο;Το φως και η θάλασσα των Κυκλάδων. Τον Ιούλιο. Τον Αύγουστο ναυαγώ συνήθως στην Αθήνα και ξεκινώ να γράφω εντατικά το νέο μου βιβλίο. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι αγαπημένος προορισμός του Αυγούστου παραμένουν μάλλον τα βιβλία και η ησυχία της άδειας πόλης. -
Συνεντεύξεις
Learn moreΟ Απόστολος Δοξιάδης γράφει ένα βιβλίο-γράμμα σε μυστηριώδη αποδέκτη | Συνέντευξη στην Athens Voice
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Απόστολος Δοξιάδης στην Αγγελική Μπιρμπίλη στην Athens Voice, με αφορμή το νέο του βιβλίο, Το τηλεφώνημα που δεν έγινε. Μια μεγάλη εξομολογητική συζήτηση για τη σχέση με τον πατέρα και τη μητέρα του, την εφηβεία και τις φοβίες του, το σινεμά και τη λογοτεχνία, την ακτιβιστική του δράση.Τον Απόστολο Δοξιάδη τον συνάντησα στη «γιάφκα». Γιάφκα λέει ένα υπόγειο στις παρυφές του Λυκαβηττού, κρησφύγετο εθελοντών του Θαλή + Φίλοι που έχουν βάλει στόχο να προάγουν στα σχολεία τον στοχασμό, τη γνώση, τον διάλογο. Στοχασμός και διάλογος την εποχή των σόσιαλ, που κανείς δεν διαβάζει, δεν ακούει, δεν πιστεύει, δεν νοιάζεται; Ακούγεται τόσο ουτοπικό, που αυτόματα με ενδιαφέρει. Κατέβηκα λοιπόν κάτι σκαλάκια, χτύπησα μια πόρτα που άνοιξε και βρέθηκα μέσα σε ένα κουτί, μπροστά σε μια άλλη κλειστή πόρτα. Ωραία αρχίσαμε, λίγο αστυνομικά. Αλλά μη νομίζετε, έχω έρθει και εγώ με περίεργη διάθεση γιατί είχα ξενυχτήσει με το Τηλεφώνημα που δεν έγινε, και άλλα – τον Ερασιτέχνη Επαναστάτη, τον Θείο Πέτρο και την Εικασία του Γκόλντμπαχ, το Λέγοντας και ξαναλέγοντας, με τις μεταμορφώσεις της Έρημης Χώρας...Όποιος καταπιάνεται με την περίπτωση Δοξιάδη δεν ξεμπερδεύει αδιάβαστος, με είχαν προειδοποιήσει γνωστοί και φίλοι του. Εξαιρετικός λογοτέχνης έλεγε ο ένας, ευφυής ο άλλος, βοηθάει ανθρώπους ο τρίτος, ακάματος μελετητής, υπερβολικά κοινωνικός, τα παίρνει όλα ζεστά, ακτιβιστής, ηθικός, αστός, πατριώτης και άλλα καλά και κακά που τα κολλούν σε ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί με τόσα πολλά διαφορετικά πράγματα, που είναι δημόσια πρόσωπα, που έχουν βαρύ οικογενειακό όνομα, που έχουν απασχολήσει με διάφορες αφορμές τα μίντια.Τι να ρωτήσεις κάποιον που έχει γράψει βιβλία στα οποία δεν διστάζει να εκτεθεί; Ένας 14χρονος κλεισμένος σε αμερικάνικο οικοτροφείο που εγκλωβίζεται σε ένα κύμα μοναξιάς κι απελπισίας, ένα συγκαταβατικό σχόλιο του πατέρα που πυροδοτεί οργή, ένας 15χρονος που φορτώνεται τον ρόλο του «παιδιού θαύματος». Φοβίες για την υγεία του, το σαράκι του ανικανοποίητου και ένα «δάσος πεθαμένων έργων» που αραχνιάζουν σε μια αποθήκη.Μετά από μια προσωπική μυθιστορία 1.050 σελίδων ο Δοξιάδης έρχεται τώρα με μια μυθιστορηματική (;) αυτοβιογραφία μόλις 185 σελίδων. «Το τηλεφώνημα που δεν έγινε» από τις εκδόσεις Ίκαρος. Μια βουτιά στο περιβόλι των αναμνήσεων οδηγεί στα σκοτάδια της πρώιμης εφηβικής ηλικίας. Αναμνήσεις που γιγαντώνονται και συρρικνώνονται ανάλογα με τον χρόνο που ανασύρονται.Μια συζήτηση μετά την κηδεία ενός σκηνοθέτη μιας και μοναδικής αποτυχημένης ταινίας του λεγόμενου «ΝΕΚ» (Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου) γίνεται η αφορμή ο συγγραφέας να ασχοληθεί ξανά, ύστερα από σαράντα έξι χρόνια, με την πρώτη ταινία που είχε κάνει στα δεκατέσσερά του, όταν βρέθηκε οικότροφος, παρά τη θέλησή του, σε σχολείο στην Ουάσιγκτον (αληθινή ιστορία). Αυτή η μαθητική ασπρόμαυρη ταινία μικρού μήκους είχε τίτλο Το τηλεφώνημα.Ο πρωταγωνιστής της είναι ένας νεαρός αλήτης, ένα πλάνητας και το σημείο-κλειδί ένα τηλεφώνημα που τελικά δεν κάνει. Γιατί όμως; Ποιος είναι αυτός ο αλήτης και τι σχέση έχει με τον συγγραφέα; Ποια πρόσωπα είναι αληθινά και ποια μυθιστορηματικά; Ποιο είναι το κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου, αυτό με το οποίο χωρίστηκε κάποτε ο αφηγητής και στο οποίο απευθύνεται, μιλώντας του για τον αθεράπευτο καημό που τον κατατρέχει μέχρι σήμερα; Είναι πολύ γενναίο κάποιος να εκτίθεται με αυτόν τον τρόπο. Άλλα έχει κάτι συγκινητικό να εκτίθεσαι προσπαθώντας να βρεις μια άκρη...Πίσω στη γιάφκα. Μέχρι να καθίσουμε προλάβαμε και είπαμε μερικά πολιτικά· ο Δοξιάδης είναι ενεργός πολίτης, «απέκτησα αρκετούς φίλους δημοσιογράφους, δύο-τρεις που είχα έγιναν πιο στενοί φίλοι –έως και πολύ στενοί φίλοι– και ελάχιστους φίλους πολιτικούς, μόνο δύο που τους λέω φίλους μου». Μπορεί να πει ποιους; Μπορεί. «Τον Κυριάκο Πιερρακάκη και τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη. Με τον Κυριάκο από το 2008, πριν γίνει πολιτικός. Από τον Μιχάλη εκτίμησα πολλά πράγματα που έκανε, πολλά δεν γράφονται κιόλας...».Εσείς σκεφτήκατε ποτέ να πολιτευθείτε; (Μιλάμε στον ενικό; με διακόπτει. Εννοείται. Επιβεβαιώνει την πρώτη εντύπωση, είναι άμεσος, όχι μόνο στα βιβλία του).Ενεργά ποτέ. Να συμμετέχω στη δημόσια ζωή με παρεμβάσεις, με συζητήσεις, ναι. Αλλά να κατέβω στις εκλογές; Όχι, όχι, δεν είναι ο τύπος μου. Δεν έχω τέτοια φιλοδοξία και δεν έχω πόθο εξουσίας. Ούτε θα μπορούσα να κάνω συμβιβασμούς και χωρίς συμβιβασμούς πολιτική δεν γίνεται. Άμα είσαι ιδεαλιστής, γίνεσαι ή ακτιβιστής, ή γράφεις και λες τη γνώμη σου.Σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί το νέο σου βιβλίο «Το τηλεφώνημα που δεν έγινε», που αντίθετα από το προηγούμενο δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική. Πώς θα το χαρακτήριζες;Είναι πολύ δύσκολη ερώτηση. Οι εκδόσεις Ίκαρος το έχουν εντάξει, κατόπιν συμφωνίας μας, στον κατάλογο των μυθιστορημάτων, ενώ είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Αλλά είναι και μυθιστόρημα. Τα γεγονότα που θυμάμαι από το παρελθόν μου, από τα 14 μου χρόνια, είναι αληθινά. Αλλά το πλαίσιο του σήμερα, που καλύπτει πάνω από το μισό βιβλίο, το πώς ακριβώς έγινε αυτή η έρευνα για το παρελθόν, κάποια πρόσωπα που συναντώ και κάποια γεγονότα, είναι επινοημένα.Πώς το σκέφτηκες αυτό το βιβλίο, πότε ξεκίνησες να το γράφεις;Ήμουν στην Οξφόρδη –έζησα αρκετά χρόνια εκεί και τώρα ζω τον μισό χρόνο– και είχα μόλις εγκαταλείψει ένα έργο από αυτά που περιγράφω στο βιβλίο, τα «πεθαμένα» που τα λέω, το οποίο είναι για μένα πάντα τραυματικό. Στο μεταξύ είχα ήδη τον Ερασιτέχνη επαναστάτη, σε μορφή προφορικής αφήγησης απομαγνητοφωνημένης, ένα πολύ σύντομο κείμενο. Και αυτό το είχα υπαγορεύσει αρχικά όχι για να γίνει βιβλίο αλλά γιατί είχα μία πίκρα, ένα θυμό στον πατέρα μου, γιατί τόσα σπουδαία, πολύ γενναία πράγματα που είχε κάνει στην Κατοχή δεν τα έγραψε ποτέ.Θυμό;Ναι, γιατί χάθηκαν ιστορίες πολύτιμες, για τα παιδιά του, αν όχι για κανέναν άλλον, που είχα ακούσει από τον ίδιο μόνο σπαράγματά τους, μικρός. Έδωσα τη δική μου αφήγηση για τη χούντα στην Ντορίνα, τη γυναίκα μου, που μου είπε «καλή είναι, βέβαια δεν είσαι εσύ ψυχικά, θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε που λέει την ιστορία του». Με διαόλισε λίγο αυτό, άρχισα να παίζω με το κείμενο, και με αυτή την αφορμή να ψαχουλεύω, να μπαίνω σε πιο προσωπικά πράγματα, και έτσι άρχισε να μεταμορφώνεται ο Επαναστάτης από σύντομο ξερό χρονικό σε βιβλίο. Εκεί αναφέρθηκα και στη χρονιά της Ουάσιγκτον, στα 14 μου, με αφορμή τις εφηβικές φαντασιώσεις μου τότε, ότι θα οργάνωνα ένοπλο αντάρτικο! Και εκεί θυμήθηκα την ταινιούλα που έκανα εκείνη τη χρονιά, Tο τηλεφώνημα, οπότε ένιωσα την ανάγκη να κάνω ένα διάλειμμα στον Επαναστάτη για να γράψω μια αφήγηση του πώς έγινε, που αποτελεί περίπου σε εκείνη τη μορφή το πρώτο κεφάλαιο του νέου μου βιβλίου. Μετά γύρισα στον Επαναστάτη. Το τηλεφώνημα που δεν έγινε το ξαναέπιασα την εποχή που βρέθηκα για κάποιους μήνες τον καιρό του lockdown στην Πάρο, με την Ντορίνα, οι δυο μας. Εκεί μπήκα σε μια ατμόσφαιρα ενδοσκόπησης.Έπαιξε ρόλο η εμπειρία της πανδημίας;Ναι. Σηκωνόμουν το πρωί, περπατούσα πλάι στη θάλασσα, μπήκα σε ησυχαστική διάθεση. Άρχισα να γράφω συνέχεια. Αλλάζοντας τόπους μετά, συνέχισα, 15 μήνες δουλειά για να το τελειώσω. Αλλά το ύφος το πολύ προσωπικό, το εξομολογητικό, νομίζω το οφείλω και στον αρχικό αναγκαστικό εγκλεισμό του lockdown.Σε αυτό το βιβλίο τι είναι μυθιστορηματικό και τι δεν είναι μπερδεύεται. Ο τρόπος της έρευνας στο παρελθόν, οι διάλογοι με τη σύζυγό του, τα πρόσωπα που περιγράφει, ο Καλογιώργης, ο Κουμπής, η Μ. η φίλη της Ντορίνας, μοιάζουν τόσο αληθινά. Είναι όμως; Ακόμα και ο υποψιασμένος αναγνώστης θα αναρωτιέται τι είναι αληθινό και τι παιχνίδι στο μυαλό του συγγραφέα. Υπάρχει ένα μεγάλο ξεγέλασμα, που δεν πρέπει να αποκαλυφθεί τώρα, αλλά έχω περιέργεια για τον ρόλο της γυναίκας του, επίσης συγγραφέα...Όταν τελείωσα το τρίτο κεφάλαιο, δηλαδή κάπου το μισό βιβλίο, ζήτησα από την Ντορίνα να το διαβάσει για μια πρώτη γνώμη. Συζητήσαμε και με βοήθησε να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα. Αυτό το κάνω πολύ, δεν είμαι συγγραφέας του τύπου του Καραγάτση, που έλεγε περήφανος «λέξη που μπαίνει στο χαρτί δεν βγαίνει». Πιστεύω ότι είναι προϊόν ναρκισσισμού να το λες αυτό, για εμένα αυτή η δήλωση είναι για το μουσείο της ματαιοδοξίας. Ποιος είσαι, και ό,τι γράφεις δεν ξεγράφει, ο Θεός; Δεν κρίνεις τον εαυτό σου, το έργο σου, μάγος είσαι και τα κάνεις όλα καλά με την πρώτη; Δεν είσαι, κανείς μας δεν είναι. Εγώ όταν γράφω, πάντα κάνω πολλές γραφές, περνώ το κείμενο πολλά διαδοχικά χέρια, και πάντα δείχνω κάποιο υλικό, αφού προχωρήσω, σε δυο-τρεις ανθρώπους που εκτιμώ τη γνώμη τους και ακούω πολύ προσεκτικά τα σχόλιά τους.Ανασφάλεια; (Το σκέφτεται λίγο...)Εάν θέλεις, είναι ανασφάλεια, αλλά είναι η λογική ανασφάλεια, η πρέπουσα. Όταν δεν έχεις αυτή την ανασφάλεια εγώ δεν σε ονομάζω παλικάρι, λέω ότι απλώς είσαι αφελής, ή έχεις άγνοια κινδύνου, ή είσαι έρμαιο του ναρκισσισμού σου, εγκλωβισμένος στο εγώ σου. Γιατί το γράψιμο είναι βέβαια και εσωτερική έκφραση αλλά είναι και επικοινωνία. Εάν ήθελα να πω πράγματα μόνο για να τα βγάλω από μέσα μου, θα τα έλεγα σε έναν ψυχαναλυτή, στη γυναίκα μου, στους αγαπημένους μου φίλους, θα έγραφα ημερολόγιο, ίσως ένα γράμμα στον εαυτό μου που θα το διάβαζα μόνο εγώ. Όταν γράφεις και για να σε διαβάσουν, πρέπει να είσαι βέβαιος ότι το κείμενό σου λειτουργεί.Μας διακόπτει το τηλέφωνο. Στη διάρκεια της συζήτησης χτύπησε δύο φορές. Ήταν τα παιδιά του, πρώτη η κόρη του. Το σηκώνει και της μιλάει τόσο τρυφερά, το ίδιο και στον γιο του μετά. Σκέφτομαι όσα έχει γράψει για τη σχέση με τον δικό του πατέρα. Σκέφτομαι ότι η μητέρα απουσιάζει... Tον ρωτάω γιατί.Αυτό είναι ένα πολύ καλό ερώτημα, ένα γενναίο ψυχαναλυτικό ερώτημα. Και στον Επαναστάτη απουσίαζε, αλλά εκεί επειδή το θέμα ήταν η πολιτική, και η μόνη σχέση της μάνας με την πολιτική που γνώριζα είναι μία φορά που είχα μπει στο παραβάν μαζί της στις εκλογές, μικρός, και εκείνη ψήφισε ΕΡΕ και είπε «μην το πεις στον πατέρα σου», επειδή ήταν κεντρώος! Αλλά εδώ η μάνα απουσιάζει γιατί στην ιστορία που λέω, δυστυχώς, δεν έπαιξε ρόλο ως ψυχική δύναμη, θετική ή και αρνητική. Απουσίαζε. Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε μία περίεργη νοοτροπία στην πατριαρχική οικογένειά μου, και ίσως γενικότερα εκείνης της εποχής, ότι οι πατεράδες καθορίζουν τους κανόνες της ζωής των γιων. Η μάνα μου ασχολείτο πάρα πολύ με τη ζωή των αδελφών μου, αλλά με τη δική μου όχι, γιατί αυτό ήταν δουλειά του πατέρα, ο οποίος βέβαια απουσίαζε για δουλειές, και έτσι δεν ασχολείτο ούτε αυτός ψυχικά, αλλά μόνο βάζοντας κανόνες και, κάποτε, παίρνοντας αποφάσεις καίριες για τη ζωή μου.Εδώ πρέπει να πω ότι και οι δύο γονείς μου ήταν άνθρωποι ψυχικά τραυματισμένοι, πράγμα που σίγουρα συντέλεσε στην ελλιπή ψυχική κάλυψη που μου έδωσαν. Βλέπεις, και οι δύο έχασαν τις μανάδες τους σε πάρα πολύ μικρή ηλικία, μεγάλωσαν χωρίς μητρική φροντίδα. Η μάνα της μάνας μου είχε χάσει πριν τη γεννήσει ένα αγοράκι κι είχε πάθει ψύχωση με το να κάνει άλλο αγοράκι. Έτσι, όταν η μάνα μου ήταν δύο χρονών και η μάνα της απέκτησε πάλι αγόρι, την έδωσε στη δική της μάνα, μια καλή λαϊκή γυναίκα, Μανιάτισσα, η οποία τη μεγάλωνε με αγάπη. Αλλά όταν η μάνα μου ήταν πέντε χρονών πέθανε η γιαγιά και πήραν τη μάνα οι αυστηροί Φλαμανδοί παππούδες, στην Αθήνα. Αν έχεις δει το «Φάνι και Αλέξανδρος», του Μπέργκμαν, αυτή η αναγκαστική αλλαγή περιβάλλοντος ανατροφής, λόγων θανάτων, αυτό το πέρασμα από τη γλύκα στην αυστηρότητα θυμίζει πάρα πολύ αυτό που συμβαίνει στο αγοράκι στην ταινία. Η μάνα λοιπόν μεγάλωσε με αυστηρό παππού και γιαγιά και τον πατέρα της, ο οποίος ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος αλλά εντελώς άβουλος, δεν υπήρχε στη ζωή της. Η μάνα της, που την είχε αποδιώξει, πέθανε στο μεταξύ και αυτή σε πολύ νεαρή ηλικία.Ο πατέρας μου πάλι είχε μεγαλώσει με τρεις αδελφούς κι έναν πολύ αυστηρό πατέρα. Κι αυτός έχασε επτά-οκτώ χρονών τη μάνα του από αρρώστια και τσακίστηκε από αυτό. Εξ ου και δεν μιλούσε ποτέ για τη μάνα του, από τον πόνο του πιστεύω, το ανολοκλήρωτο πένθος. Ο πατέρα μου είχε μία εμμονή με τον δικό του πατέρα, που πέθανε πολύ πριν γεννηθώ, τον λάτρευε. Ο πατέρας του ήταν γι’ αυτόν θεός. Με έπαιρνε μαζί του από επτά-οκτώ χρονών στο νεκροταφείο, στα γενέθλια του πατέρα του, στη γιορτή του πατέρα του, στην επέτειο θανάτου του πατέρα του, τη Μεγάλη Παρασκευή, τη μέρα της γιορτής του, που ήταν και η δική μου, τα Χριστούγεννα, το Πάσχα. Το περίεργο είναι ότι στον οικογενειακό τάφο ήταν θαμμένη και η μάνα του αλλά δεν την ανέφερε ποτέ, δεν πηγαίναμε ας πούμε στις δικές της επετείους – δεν ξέρω, ίσως ο άνθρωπος να πήγαινε μόνος του. Αλλά πιστεύω ότι η αιτία ήταν ότι ο θάνατός της, η απώλειά της, του ήταν τόσο τραυματικά που δεν αναφερόταν ποτέ σε αυτήν. Και αναρωτιέμαι –τώρα που με ρωτάς κάνω το συνειρμό– αν ο λόγος που δεν μιλώ κι εγώ για τη μάνα μου, είναι ίδιος με αυτόν που ο πατέρας μου δεν μιλούσε για τη δική του. Βέβαια εμένα δεν πέθανε νέα, τουναντίον, αλλά έχω συμβολικά έναν αντίστοιχο πόνο για την έλλειψη της απαραίτητης δόσης μητρικής στοργής, αυτής της ζωντανής απουσίας.Στο «Τηλεφώνημα που δεν έγινε» ο πατέρας σου, σε μια επίσκεψή του στην Αμερική, σου χαρίζει ένα βιβλίο (υπαρκτό) που σε τρομοκρατεί. Καθώς σκαλίζεις αυτή την ιστορία, στο δικό σου βιβλίο, καταλήγεις ότι στο ταινιάκι σου, το Τηλεφώνημα, που ο αλήτης εν τέλει δεν κάνει, εξέφραζες την απελπισία σου που δεν τολμούσες να μιλήσεις στον πατέρα σου για τις φοβίες σου, αλλά ούτε για το πόσο δυστυχής ήσουν στο οικοτροφείο στην Ουάσιγκτον. Προφανώς ένιωθες απόσταση από αυτούς, ψυχικά…Ξέρεις, όταν είμαστε μικροί, συχνά προστατεύουμε τον εαυτό μας από το να νιώσουμε πολύ δυσάρεστα και επικίνδυνα αισθήματα με το να τα αρνούμαστε με διάφορα ψυχικά ξεγελάσματα, τα οποία όμως συχνά αφήνουν πληγές. Η μάνα μου, με έναν υπερ-πολυάσχολο και πολύ χρονικά δαπανηρό σύζυγο, που ταξίδευε συχνά μαζί του, που είχαν συνέχεια ξένους κ.λπ., δεν είχε καιρό για μένα. Αργότερα έλεγε, πολύ υπερήφανη, «ο Αποστόλης μεγάλωσε μόνος του», εννοώντας ότι δεν ασχολήθηκε κανείς ποτέ μαζί μου. Η υπερηφάνεια του σχολίου δείχνει και το πόσο λίγο καταλάβαινε την ανάγκη της μητέρας, προφανώς από τη δική της ορφάνια.Αν και, στο σπίτι που μεγάλωσα, υπήρχαν επίσης οι τρεις μεγαλύτερες αδελφές, που έφευγαν μία μία για σπουδές, εγώ ουσιαστικά ήμουν μόνος. Είχα προσαρμοσθεί σε αυτό χτίζοντας μια πολύ πλούσια φαντασιωσική εσωτερική ζωή. Σήμερα βλέπω ότι δεν είναι η φυσικότερη κατάσταση να μεγαλώνει ένα παιδάκι έτσι, αλλά τότε αυτό ήξερα. Η μάνα μου ήταν γενικά ψυχικά απούσα, και ειδικά εκείνη τη χρονιά που ήμουν στο οικοτροφείο στην Ουάσιγκτον, ακόμα περισσότερο, όπως τα λέω στο βιβλίο.Τον πατέρα τον αντιμετωπίζεις πάντως ανοικτά, γράφεις ότι με την ψυχική τσιγκουνιά του η πατρική εξουσία απογυμνώθηκε στα μάτια σου εκείνη τη χρονιά από τα ηθικά της ερείσματα. Τον ψόγο στη μάνα, αντίθετα, βάζεις την Ντορίνα ως χαρακτήρα του βιβλίου να τον εκφράσει. Γιατί;Πράγματι η Ντορίνα αντέδρασε διαβάζοντας τα πρώτα κεφάλαια με θυμό για τη στάση της μάνας μου. Μου είπε, «καλά, εσύ δεν τολμούσες να πεις ότι είσαι δυστυχής γιατί θα το θεωρήσει δειλία ο πατέρας σου, εκείνη δεν το έβλεπε, δεν επέμενε, δεν ήρθε να δει πού μένει το αγοράκι της, ο γιος της, πώς νιώθει;». Η αλήθεια είναι ότι δεν ήρθε, δεν ρώτησε καν. Η Ντορίνα έχει πιστεύω πολύ υγιή ένστικτα μητρικά, ταυτίζεται με τα παιδιά μας, νιώθει απέναντί τους πολύ προστατευτική, αλλά στον σωστό βαθμό, όχι το «ζακέτα να πάρεις» – η αλήθεια είναι ότι έχει βέβαια λίγο και το «ζακέτα να πάρεις», αλλά πιστεύω ότι όλες οι καλές μανάδες το έχουν, σε κάποια δόση.Ένας μεγάλος ψυχαναλυτής έχει πει ότι ο καλός πατέρας είναι ο μητρικός πατέρας. Εμένα δεν ήταν, αλλά το δυσάρεστο είναι ότι η μάνα μου δεν ήταν ιδιαίτερα μητρική μητέρα. Περιέργως, ο πατέρας μου ήταν πολύ πιο τρυφερός από εκείνη σαν άνθρωπος, αλλά στα θέματα που αφορούσαν τη ζωή μου έπαιζε τον ρόλο που του όριζε ασυνείδητα το υπερ-εγώ του, δηλαδή το εσωτερικευμένο μοντέλο του δικού του πατέρα, που ήταν εξαιρετικά αυστηρός, όλο απόλυτες αρχές και κανόνες άκαμπτους. Στην περίπτωση που αναφέρω στο βιβλίο, πήγα αρχικά εσωτερικός για έναν μήνα στο σχολείο, επειδή η οικογένεια έλειπε από την Ουάσιγκτον, αλλά μετά που ήρθε εγώ παρέμεινα, παρά τη θέλησή μου. Εκείνος έλεγε «άπαξ και πήγες εσωτερικός, παιδί μου, δεν μπορείς να φύγεις επειδή δεν σου αρέσει. Θα πούνε ότι είσαι μαμόθρεφτο». Βέβαια δεν ήμουν καθόλου μαμόθρεφτο, απλώς με έπνιγε η απόλυτη στέρηση της ελευθερίας που ένιωθα στο οικοτροφείο, που ήταν πολύ αυταρχικό, στο μοντέλο των παλιών βρετανικών. Βέβαια τελικά η εμπειρία μού έκανε και καλό, γιατί είπα κάποια στιγμή στον εαυτό μου «εδώ, μάγκα μου, είσαι μόνος σου και πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες για το τι είσαι και τι κάνεις».Είναι γενναίο να εκτίθεσαι με αυτό τον τρόπο, όπως στο βιβλίο. Γιατί το κάνεις;Επειδή είμαι συγγραφέας και οι συγγραφείς μιλάνε για τον εαυτό τους γράφοντας. Από εκεί και πέρα είχα ανάγκη να καταλάβω εγώ περισσότερο κάποια πράγματα για τον εαυτό μου γράφοντας. Και αν κάποιος ρωτήσει «επειδή δηλαδή θέλεις εσύ να καταλάβεις τον εαυτό σου, μας φορτώνεις εμάς με 200 σελίδες βιβλίο;». Έχω απάντηση. Αποφάσισα να γράψω τα δικά μου γιατί νομίζω ότι η ιστορία αυτή έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Ο ρόλος του συγγραφέα είναι, μέσω της όποιας τεχνικής κατέχει, να κάνει το ειδικό γενικό, να κάνει το δικό του θέμα να αφορά και τους άλλους. Εγώ βέβαια έγραψα το βιβλίο από εσωτερική ανάγκη, σε μια στιγμή της ζωής μου που είχα ανάγκη να καταλάβω αυτό το μεγάλο κουσούρι μου, το μεγάλο πρόβλημα της δημιουργικής ζωής μου, τη μόνιμη, συχνά παραλυτική αίσθηση του ανικανοποίητου. Από εκεί και πέρα όμως, γράφοντάς το, ήθελα να είναι σε μια γλώσσα που θα την καταλάβουν και θα τη νιώσουν και οι άλλοι, ιδιαίτερα αν τους αφορά και εκείνους. Αυτό που σε βοηθάει ως συγγραφέα προσωπικά σε μια τέτοια διαδικασία δεν είναι, όπως ίσως κάποιοι νομίζουν, η δημόσια έκθεση, το ότι τα έβγαλα από επάνω μου και τα διάβασαν άλλοι και γι’ αυτό λυτρώθηκα. Όχι, αυτό δεν με νοιάζει ιδιαίτερα. Αυτό που βοηθάει είναι ότι σκεπτόμενος πως αυτό που γράφεις θα πρέπει να διαβαστεί από άσχετους με εσένα ανθρώπους, άγνωστούς σου, και να τους μιλήσει ψυχικά, αποκτάς μοιραία μέσω της τεχνικής μιαν απόσταση από το εσωτερικό υλικό, που σε κάνει να βλέπεις πολύ καθαρότερα τα ενδοψυχικά σου. Βλέπεις, μπαίνεις ώρες ώρες γράφοντας στη θέση του αναγνώστη και προσπαθείς να πετύχεις το μέγιστο ξεκαθάρισμα, για να μπορεί να σε καταλάβει ο άλλος – άρα αναγκάζεσαι και εσύ να καταλάβεις τον εαυτό σου καλύτερα.Και για να πας ίσως παρακάτω στη ζωή σου;Και για να πάω, ναι. Αυτό το έχω μάθει από τα μαθηματικά, περιέργως. Ένας μεγάλος μαθηματικός, ο David Hilbert, έλεγε ότι και την πιο αφηρημένη έννοια στα μαθηματικά δεν νιώθει ότι την έχει καταλάβει αρκετά καλά ώστε να την προχωρήσει εάν δεν μπορεί να την εξηγήσει σε έναν απλό άνθρωπο στο δρόμο. Πιστεύω και εγώ πως οτιδήποτε και να προσπαθώ να καταλάβω για οποιοδήποτε θέμα, άρα και για τον εαυτό μου, θα πρέπει να μπορώ να το εξηγήσω σε έναν απλό αναγνώστη, πάει να πει σε έναν κανονικό άνθρωπο που διαβάζει βιβλία επειδή του αρέσει, όχι επειδή του το είπαν οι κριτικοί, όχι επειδή πήρε ένα βιβλίο το βραβείο τάδε, όχι επειδή είναι της μόδας, αλλά γιατί τον ενδιαφέρει και αγαπά το διάβασμα. Ο στόχος μου, ως συγγραφέα, είναι να καταλάβει ο αναγνώστης τι λέω. Και αυτό με βοηθά να καταλάβω καλύτερα το τι θέλω να πω. Χωρίς να σκέφτεσαι ότι κάποιος πρέπει τελικά να σε καταλάβει, το γράψιμο γίνεται ναρκισσιστική άσκηση.Με «Το τηλεφώνημα που δεν έγινε» βρήκες μια απάντηση λυτρωτική σε αυτό το κουσούρι που είπες παραπάνω, αυτό το μεγάλο πρόβλημα της ζωής σου;Αν βρήκα κάτι, ήταν με την αστυνομικού-ψυχικού τύπου εσωτερική έρευνα που έκανα για να το γράψω ή, σωστότερα, που έκανα γράφοντάς το. Το βιβλίο είναι τελικά το χρονικό μιας έρευνας, θα μπορούσα να πω, σε «ζωντανή ανταπόκριση από το πεδίο», κατά κάποιον τρόπο.Όσο το έγραφες, συναντήθηκες πάλι με εκείνο το δεκατετράχρονο έφηβο, που ήσουν. Τι αισθάνθηκες για εκείνον τον παλιό σου εαυτό;Όταν συναντιέται κάποιος με τον δεκατετράχρονο εαυτό του, του κάνουν εντύπωση δύο πράγματα: το πόσο μοιάζουν και το πόσο δεν μοιάζουν. Πάντως, συγκλονίστηκα όταν βρήκα τελευταία, τελείως τυχαία, λίγο πριν τελειώσω το βιβλίο, μία φωτογραφία που τραβήχτηκε ακριβώς δύο εβδομάδες πριν πάω στην Ουάσιγκτον – δεν είχα μέχρι τότε άλλες από εκείνη τη χρονιά. Γιατί ομολογώ ότι, γράφοντας το βιβλίο, πολλές φορές αναρωτιόμουν «μα αυτό το παιδί που περιγράφω, μπορεί να κάνει τόσο βαθιές σκέψεις, να νιώθει τόσο σύνθετα πράγματα, τόσο έντονα υπαρξιακά;». (Μου δείχνει μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, είναι ο πατέρας του με τον δεκατετράχρονο τότε συγγραφέα, ένα σοβαρό παιδί με φλογισμένα μάτια).Εδώ είμαι με τον πατέρα μου στο μόνο ταξίδι που είχα κάνει μαζί του, στις δουλειές του, καλοκαίρι. Είχαμε πάει στην Αφρική, στη Ζάμπια, και ήταν η μόνη φορά που πέρασα μαζί του τόσο χρόνο, μία βδομάδα δηλαδή, και αγαπημένο χρόνο. Εδώ έχουμε σταματήσει να φωτογραφηθούμε πλάι σε μία λίμνη με ιπποπόταμους, στη ζούγκλα, τέλη Ιουλίου του 1967. Η ένταση των ματιών του παιδιού που βλέπω εδώ με κάνει να πιστεύω ότι, ναι, αυτός μπορεί να είναι ο ήρωας του Τηλεφωνήματος.Για να ανακαλύψεις τον εαυτό σου, στο βιβλίο, προσπαθείς να μπεις στη συναισθηματική κατάσταση του δεκατετράχρονου Αποστόλη μέσα από την ακούσια μνήμη. Ψάχνεις απεγνωσμένα για μια ανάμνηση που μπορεί να ανασύρει τυχαία από το παρελθόν, μια «στιγμή της μαντλέν», όπως τη λέμε μετά το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, ένα πολύτιμο ξάφνιασμα… Η νοσταλγία έχει θέση στη ζωή σου;Την παιδική μου ηλικία δεν τη θυμάμαι καθόλου ως ευτυχισμένη, και από την εφηβική ηλικία σκέφτομαι με συγκίνηση κάποιες λιγοστές στιγμές. Ξέρεις τι νοσταλγώ κυρίως; Την ένταση των συναισθημάτων που είχα τότε για τα πράγματα με τα οποία καταπιανόμουν, τη λογοτεχνία, το σινεμά, μετά τα μαθηματικά. Μακάρι να πίστευα τώρα στο 10% από όσο πίστευα τότε στη δύναμη των πραγμάτων που κάνω. Τώρα το πάθος για τη δημιουργία πρέπει να το αναστηλώνω με τη σκληρή δουλειά, την υπομονή και την τεχνική. Τότε ήταν δεδομένο, αλλά απειθάρχητο από τον χαρακτήρα, την ανωριμότητα και την έλλειψη τεχνικής και πείρας, και έτσι σπαταλιόταν άσκοπα. Πάντως γενικότερα δεν είμαι πολύ της νοσταλγίας, σκέφτομαι κυρίως το σήμερα και το αύριο. Ίσως συμβάλλει σε αυτό ότι έχω τη μεγάλη τύχη να έχω μία –κτύπα ξύλο!– πολύ ευτυχισμένη συζυγική και οικογενειακή ζωή, με τα παιδιά μου, αλλά και τις αδελφές μου. Αυτό δεν θα το άλλαζα με τίποτα, ούτε με έργα, ούτε με δόξα, ούτε με τίποτα.Διαβάστε τη συνέχεια εδώ: https://www.athensvoice.gr/culture/book/762062-o-apostolos-doxiadis-grafei-ena-vivlio-gramma-se-mystiriodi-apodekti*Φωτογραφίες: Αλεξάνδρα Αργύρη -
Συνεντεύξεις
Learn more«Το θέμα είναι να σμίξει η τέχνη με τη ζωή, όπως ο Λόγος με τη σάρκα» | Συνέντευξη του Κυριάκου Μαργαρίτη στην Εφημερίδα «Αλήθεια» της Κύπρου
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Κυριάκος Μαργαρίτης στον Ανδρέα Κούνιο για την Εφημερίδα Αλήθεια της Κύπρου, με αφορμή το βιβλίο του Εννέα.Θα μπορούσα να αραδιάσω εδώ πέρα όλα τα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, να αναφερθώ σε βραβεύσεις και σε διακρίσεις, αλλά θα το αποφύγω. Άλλωστε, μπορείτε να μάθετε τα πάντα γύρω από τη λογοτεχνική του διαδρομή, γύρω από τις σπουδές τους, γύρω από τα ευρύτερα ενδιαφέροντά του με μια περιήγηση, ή περιδιάβαση, στο αχανές σύμπαν του Διαδικτύου. Θα σταθώ, λοιπόν, με την άδειά σας, πρωτίστως, στο λαμπερό μυαλό και στην ψυχική γενναιοδωρία ενός νέου ανθρώπου του οποίου η δημιουργία αποτελεί λόγο ύπαρξης. Ανήκω στους αναγνώστες του Κυριάκου Μαργαρίτη και τρέφω απεριόριστο θαυμασμό για την πεζογραφική του οξυδέρκεια, για τον λαγαρό του λόγο, για τον θησαυρό των γνώσεων που φυλάει σε δρύινα σεντούκια, για τη συναισθηματική του πανοπλία που δεν επιτρέπει τη διείσδυση σε εφήμερα και ασήμαντα, παρά μόνο σε ό,τι θα κατακτήσει, αργά ή γρήγορα, το τρόπαιο της αιωνιότητας. Εδώ, λοιπόν, σε μια συνέντευξη κυκλωμένη (αλλά, ευτυχώς, όχι περικυκλωμένη) από διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα και ενισχυμένη, νοερά, με πνευματικές φυσιογνωμίες που άλλαξαν, ή προσπάθησαν να αλλάξουν, τον ρουν της Ιστορίας, ο Κυριάκος Μαργαρίτης, με τρυφερότητα και λυρισμό, μας ξεναγεί, ταπεινά, στο λογοτεχνικό, αλλά και στο προσωπικό του, στερέωμα. “Η λογοτεχνία είναι η απόδειξη πως η ζωή δεν είναι αρκετή”, έχει πει ο Φερνάντο Πεσσόα και τείνω να συμφωνήσω εντελώς μαζί του. Αφορμή, πάντως, για το ταξίδι που ακολουθεί στάθηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα “Εννέα” (εκδόσεις Ίκαρος) το οποίο προτείνω να διαβάσετε οπωσδήποτε. Πρόκειται για συγγραφικό και αισθητικό κομψοτέχνημα.Για ποιο λόγο άρχισες να γράφεις;Θα έλεγα από αγάπη για τις ιστορίες, όσες άκουγα στην αυλή της γιαγιάς μου, όσες διάβαζα σε βιβλία και κόμικς, όσες έβλεπα στις ταινίες κτλ. Ξεκίνησα πολύ νωρίς, από παιδάκι, σε εκείνη την ευλογημένη εποχή και κατάσταση, όταν ο άνθρωπος δεν αναζητά συγκεκριμένους λόγους για να κάνει κάτι. Απλώς το κάνει επειδή το αγαπά.Για τον ίδιο λόγο γράφεις και σήμερα;Υπό μίαν έννοια, ναι. Ακριβέστερα, γράφω για να επανέλθω στην ως άνω συνθήκη, στην ευλογία της παιδικής ηλικίας, αλλά μετά λόγου γνώσεως. Ας πούμε ότι θέλω να κατακτήσω συνειδητά αυτό που κάποτε αισθάνθηκα ότι μου δόθηκε δωρεάν. Σαν να διεκδικώ ένα δώρο.Ούτως ή άλλως, γράφοντας προσπαθείς να ερμηνεύσεις τον κόσμο ή τον κόσμο σου;Δεν ξέρω αν πρόκειται για ερμηνεία. Αυτό που με απασχολεί είναι μάλλον να έχω έναν κόσμο. Ένα νόημα. Μια και το έφερε η κουβέντα, πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς τη λογοτεχνία; Θα ήταν απέραντα μάταιος, αλλά μήπως και τώρα δεν είναι; Θέλω να πω, δεν αρκεί η λογοτεχνία, όχι αν περιορίζεται σε αισθητική ενασχόληση. Το θέμα είναι να σμίξει η τέχνη με τη ζωή, όπως ο Λόγος με τη σάρκα. Ειδάλλως φοβάμαι ότι ματαιοπονούμε.Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασες;Μια διασκευή του Ρομπέν των Δασών. Δυστυχώς έχει χαθεί, αλλά θυμάμαι ακόμη ολόκληρα αποσπάσματα. Τη διάβαζα συνέχεια.Το τελευταίο;Οι Προσευχές στη λίμνη του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. Και σήμερα το πρωί έπιασα το Μύθοι και ζωολόγιο του Λεονάρντο ντα Βίντσι.Εάν είχες τη δυνατότητα να προσθέσεις, στην παρέα μας, ώστε να γίνει περισσότερο ενδιαφέρουσα, πέντε πρόσωπα των τεχνών που δεν βρίσκονται εν ζωή, ποια θα ήταν αυτά;Κανονικά θα έπρεπε να αναφέρω πέντε πρόσωπα για κάθε μια από τις εννιά τέχνες, το σύνολο σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση. Τι να πρωτοπώ; Ας είναι: προσκαλώ έναν για κάθε μια από τις πέντε πιο αγαπημένες μου τέχνες: Μπαχ, Βαν Γκογκ, Ν.Γ. Πεντζίκη, Ταρκόφσκι, και τον κομίστα Παπιάνθρωπο Καρλ Μπαρκς.Κι αν μπορούσες να προσθέσεις και πέντε πρόσωπα που βρίσκονται εν ζωή;Με την ίδια τακτική (μουσική, ζωγραφική, λογοτεχνία, σινεμά, κόμικς), και αυτή τη φορά μόνον εξ Ελλάδος, καλώ τους Λεωνίδα Καβάκο, Χρήστο Μποκόρο, Γαβριήλ Πεντζίκη, Φίλιππο Κουτσαφτή καιΑλέκο Παπαδάτο. Μα είναι κι άλλοι– ευτυχώς!Φαντάζομαι ότι έχεις αγαπημένους λογοτεχνικούς ήρωες. Ή μήπως όχι;Φυσικά και έχω, και είναι επίσης πολλοί, αλλά θα περιοριστώ ξανά στον αριθμό πέντε: ο δον Κιχώτης, ο ντ’ Αρτανιάν, ο Αλιόσα Καραμάζοβ, ο Φίλιπ Μάρλοου, ο Γιάννης του Λέκα.Γενικώς, πότε λες για κάποιον ότι είναι ήρωας;Όταν ξεπερνά τον στενό ατομικό εαυτό, τη δυσχωρία του. Όταν γίνεται κόσμος.Τούτου δοθέντος, ποιος ήταν και ποιος είναι ο ήρωάς της ζωής σου;Είναι αμέτρητοι, και τους συμπυκνώνει όλους (ας με συγχωρήσει που το αναφέρω) ο Άγιος Λεμεσού Αθανάσιος. Ο πιο απεριόριστος άνθρωπος που ξέρω.Πέρα από τη σπίθα της έμπνευσης, σε πρακτικό πλέον επίπεδο, τι χρειάζεσαι ώστε να καθίσεις μπροστά στον υπολογιστή;Η «σπίθα της έμπνευσης» έχει πάψει να με απασχολεί περίπου από το έτος 1996. Από τότε απλώς ανανεώνω το λάδι – ή το κάρβουνο τέλος πάντων. Πρακτικά, το τυπικό έχει ως εξής: στήνω ένα αδρό σχεδίασμα της αφήγησης, το οποίο σπανίως τηρείται, αλλά μου δίνει μιαν αίσθηση ασφάλειας για να μπω στην περιπέτεια. Κατόπιν ανοίγω τα βιβλία απ’ όπου θα αντιγράψω, φτιάχνω καφέ και δυστυχώς ανάβω και τσιγάρο, κάτι που εύχομαι να διακοπεί στο εγγύς μέλλον. Στο τέλος κοιτώ τις δύο εικόνες που έχω πάνω από το γραφείο, την Πορταΐτισσα και την Αγία Υπομονή, κάνω τον σταυρό μου, και αρχίζει η παράσταση: Que será, será.Οι λέξεις πρέπει να χαϊδεύουν ή να χαστουκίζουν τον αναγνώστη;Γιατί να τον χαστουκίσουν, τις πρόσβαλε; Ξέρεις, οι «γροθιές στο στομάχι» δεν είναι του γούστου μου. Δεν είμαι αρκετά έξυπνος, έχω και ευαίσθητο στομάχι, οπότε μένω σε απλούστερα πράγματα. Μ’ αρέσει το χάδι που αναφέρεις, αλλά προτιμώ οι λέξεις να γνέφουν στον αναγνώστη, όπως και στον συγγραφέα. Γνέφω θα πει: κάνω νόημα.Μπορείς να μου δώσεις τον ορισμό του καλού βιβλίου;Όσο μπορείς να μου πεις εσύ γιατί ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου. Και να η απάντηση – αν μου επιτρέπεις: γιατί σε κάνει να αισθάνεσαι λιγότερο μάταιος.Τούτου δοθέντος, ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο που έχεις διαβάσει;Το Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστίν, του αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ.Με την πραγματικότητα ή με τη φαντασία φλερτάρεις ευκολότερα;Ασφαλώς με την πραγματικότητα. Έχω φάει χυλόπιτες, αλλά επιμένω, διακριτικά και με ευγένεια. Παρεμπιπτόντως, ήξερες ότι ο Ίων Δραγούμης ετυμολογούσε το φλερτ κατά το φίλερως; Πόσο ωραίο.Πάντως, εγώ δυσκολεύομαι να τις ξεχωρίσω. Εσύ;Εγώ λέω ότι η πραγματικότητα, η αληθινή, περιέχει και τη φαντασία και την ξεπερνά προς σφαίρες ασύλληπτες. Για να τις δούμε όλες ως ένα ακέραιο όλον ο Σολωμός μάς προτρέπει: με λογισμό και μ’ όνειρο. Δεν αρκεί;Ασπάζεσαι την άποψη ότι ένας λογοτέχνης οφείλει να είναι, σχηματικά έστω, ερημίτης; Ή τουλάχιστον, να αποφεύγει τις πολλές πολλές συναναστροφές;Ναι, οπωσδήποτε. Μείνε στο κελί, λένε οι Πατέρες, και το κελί θα σου διδάξει τα πάντα. Νομίζω μάλιστα ότι κορυφαίο μάθημα του κελιού είναι η ελευθερία. Και η φιλία, σκέφτομαι, αυτή η πολύτιμη συνθήκη, ανθίζει πάντα στη μοναξιά.Πατρίδα είναι έννοια γεωγραφική ή συναισθηματική; Μου φαίνεται ότι είναι και τα δύο, και θα ήταν άδικο να υποτιμούμε τη γεωγραφία, θα ήταν σαν να υποτιμούμε το σώμα μας. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη έναν τόπο για να σταθεί, και ο τόπος θα είναι πάντα φορτισμένος με μνήμες. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πιστεύω ότι η πατρίδα είναι προ πάντων συνθήκη οντολογική, ένας τρόπος ζωής. Τον εντόπισε έξοχα ο Χρήστος Γιανναράς: «Η Αγάπη είναι ο τόπος ως τρόπος ύπαρξης».Ονειρεύομαι έναν κόσμο δίχως σύνορα, εναέριους χώρους και ναυτικά μίλια. Μήπως πετώ στα σύννεφα;Προφανώς και πετάς στα σύννεφα, αλλά καλά κάνεις. Σου αφιερώνω λοιπόν τη «Μπαλάδα» του Σεφέρη: Δεν ξεύροντας τα μάτια μας ομάδι / να μάθουσι γυρεύγασι μακριά / στο πέλαγο, στο δάσο, τη βαθιά / βουλή που μας εχάρισε έτοια μέρα / κι αγάλι-αγάλι το ’σιαζε η φιλιά / να χτίζομε περβόλια στον αγέρα. Εκεί, φίλε Ανδρέα, δεν είναι στριμωχτά.Προεκτείνοντας τον συλλογισμό μου, έχεις αντιληφθεί γιατί πολεμούν οι άνθρωποι;Καταλαβαίνω το πνεύμα της ερώτησης, και εν πολλοίς ταυτίζομαι, αλλά όποιος έχει διαβάσει Θουκυδίδη θα έχει αντιληφθεί γιατί πολεμούν οι άνθρωποι, και γιατί θα εξακολουθήσουν να πολεμούν, «ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ».Σε ποιο πόλεμο θα έπαιρνες μέρος μετά χαράς;Μετά χαράς σε κανέναν, αλίμονο. Κατ’ ανάγκην, και παρ’ όλο που δεν είμαι κανένας γενναίος, πιστεύω να πολεμούσα κατά του εισβολέα, από τις Θερμοπύλες μέχρι το Κίεβο. Αυτά όμως αφορούν σε συμβατικούς πολέμους. Θα μου επιτρέψεις να κλείσω λοιπόν με τον ισχυρισμό ότι προσπαθώ να πάρω μέρος, έστω αδέξια, στον Αόρατο Πόλεμο που ιστορεί ο άγιος Νικόδημος, στον πόλεμο που όντως τελειώνει όλους τους πολέμους, καθότι στην έκβασή του η φύσις των ανθρώπων παύει να είναι η αυτή, και γίνεται μια άλλη, η αληθινή και θεανθρώπινη. Αυτός ο πόλεμος, αυτή η ερωτευμένη και σταυρική realpolitik, εύχομαι να είναι ο ρεαλισμός της γραφής μου.Ανακαλύψτε περισσότερα για το Εννέα: /el/catalogue/ennea_2456/ -
Συνεντεύξεις
Learn more«Εκείνο που μένει είναι η βία κι ο ανθρώπινος πόνος» | Συνέντευξη του Juan Gabriel Vásquez στην εφημερίδα «Τα Νέα»
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο κολομβιανός συγγραφέας στον Νίκο Κουρμουλή για την εφημερίδα Τα Νέα, με αφορμή το βιβλίο του Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω, μια ιστορία για τις σχέσεις γονέων και παιδιών, σημαδεμένες από τις πολιτικές ιδέες και τον φανατισμό. Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες είναι σήμερα ένας από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς του ελληνικού κοινού, από την πρόσφατη σχετικά βιβλιοπαραγωγή. Γεννημένος το 1973 στην Μπογκοτά της Κολομβίας και με σπουδές στη Σορβόννη, ο Βάσκες τόσο στα μυθιστορήματα όσο και στις συλλογές διηγημάτων του διεισδύει στις ζωές ανθρώπων που έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι στον 20ό αιώνα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τις κρυμμένες εσοχές του ατόμου σε σχέση με το κοινωνικό του περιβάλλον, που συνεχώς μεταβάλλεται. Οι αναταράξεις και οι δύσκολες συμπλεύσεις. Στο τελευταίο του ογκώδες μυθιστόρημα με τίτλο «Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω» (μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ικαρος, 2021), ο συγγραφέας έχει ως κεντρικό αφηγητή τον σκηνοθέτη Σέρχιο Καμπρέρα (πραγματικό πρόσωπο). Εν αναμονή της ρετροσπεκτίβας των έργων του στη Βαρκελώνη, ο Καμπρέρα ανασυνθέτει την ιστορία της οικογένειάς του. Ενα απίθανο οδοιπορικό που ξεκινά από τον Εμφύλιο, περνά από την επαναστατημένη Κολομβία, τη Μαοϊκή Κίνα, για να εκβάλει στο σήμερα. Ανθρωποι που πίστεψαν στο όνειρο και χάθηκαν στα σωθικά του. Το βιβλίο κέρδισε πρόσφατα το βραβείο Βάργκας Λιόσα.Προσφάτως η πολιτική επανακάμπτει στον ιστό του μυθιστορήματος. Πώς βλέπετε εσείς αυτήν την αλλαγή θερμοκρασίας;Αυτό γινόταν στη Λατινική Αμερική απ' όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Το μυθιστόρημα παραμένει άρρηκτα δεμένο με ό,τι εννοεί ο καθένας ως πολιτική έκφραση, και αυτό διότι οι συγγραφείς της περιοχής γνωρίζουν πολύ καλά το εξής πρόβλημα: η ιστορία συνήθως ψεύδεται και η μυθοπλασία έρχεται να αποδώσει τις κρυφές πτυχώσεις των γεγονότων και να αφήσει την αφήγηση κυρίως σε αυτά. Οσον αφορά το σήμερα που λέτε, πράγματι αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για τον δημόσιο-πολιτικό διάλογο και μέσα από τη λογοτεχνία. Ενας σημαντικός παράγοντας έχει να κάνει με τις πολύπλευρες αναγνώσεις και τα βιώματα εκείνου του σύμπαντος που αποκαλούμε κρίση. Αν κοιτάξουμε πάντως την ιστορία της λογοτεχνίας, θα δούμε πως σε εποχές αναταράξεων παράγονται ικανές γραφές. Έτσι πεζογραφική φόρμα - από εκεί που ισχυρίζονταν κάποιοι πως πεθαίνει γίνεται ξανά το πεδίο όπου διατυπώνονται κομβικά ερωτήματα σε μια περίοδο σύγχυσης.Τελευταία πληθαίνουν τα μυθιστορήματα όπου τα αληθινά περιστατικά από τον βίο των πεζογράφων αποτελούν την κύρια αφηγηματική γραμμή. Αυτή η μορφή αυτομυθοπλασίας τελικά είναι μόδα ή ανάγκη;Μπορώ να πω ότι η λέξη αυτομυθοπλασία με ενοχλεί. Γιατί στηρίζει τη βάση της ύπαρξης της στο να μας επιβάλλει κάτι υποτίθεται νέο, ενώ ουδόλως είναι. Θα σας εξηγήσω τι εννοώ. Στη «Θεία Κωμωδία» ο Δάντης έχτισε τα θεμέλια του ποιητικού δράματος, πάνω σε αναγνωρίσιμα στοιχεία της ταυτότητάς του, σε συνδυασμό με αληθινές συντεταγμένες της ζωής του. Παρόμοιες τεχνικές χρησιμοποιούσαν οι συγγραφείς για δεκαετίες. Παρ' όλα αυτά σήμερα, η σχέση πολλών με την αφήγηση έχει μετασχηματιστεί. Συγγραφέων και αναγνωστών. Δεν εμπιστευόμαστε εύκολα την καθαρή μυθοπλαστική έμπνευση. Αν ήμουν απόλυτος, θα έλεγα πως αυτό είναι κάκιστο για την τέχνη της γραφής. Ισως όμως να είναι ένας νέος τρόπος να προσεγγισθεί το υλικό μας. Να σμιλευθεί από την αρχή το πνευματικό μας φορτίο. Για πολλούς συγγραφείς, η εφεύρεση ενός καθαρά μυθιστορηματικού χαρακτήρα, ίσως μειώνει τις δυνατότητες του κειμένου τους. Στο αρχικό σας δίλημμα, θα απαντούσα πως το πλήθος των «βασισμένων σε αληθινά γεγονότα» ιστοριών, αποτελούν ένα τεστ για να ξαναδούμε την αντοχή των πρώτων υλών μας.Ποιο ήταν το σκεπτικό σας όταν αρχίζατε να υφαίνετε το «Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω»;Να ξεκαθαρίσω ότι δεν δουλεύω τα βιβλία μου πάνω σε γενικές και αφηρημένες ιδέες. Στο εν λόγω μυθιστόρημα με συνεπήρε η ζωή και τα πάθη των πρωταγωνιστών μου, κάτι το οποίο συμβαίνει σε κάθε μου κυκλοφορία. Η διαφορά στο «Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω» έγκειται στο ότι ο κεντρικός χαρακτήρας και έμμεσος αφηγητής του βιβλίου είναι ένας αγαπημένος εν ζωή φίλος μου. Διαπίστωσα σχετικά νωρίς πως ο εντυπωσιακός βίος του δεν εξαντλείται μόνο σε κάτι εξωτικό ή περιπετειώδες για μένα. Αλλά είναι εξίσου σημαντικός για το πώς διαμορφώθηκε ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του 20ού αιώνα. Τα βιώματά του απλώνονται σε μερικές από τις μεγαλύτερες διαμάχες της πρόσφατης παγκόσμιας ιστορίας: από τον Ισπανικό Εμφύλιο, την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο, μέχρι τα αντάρτικα κινήματα της Λατινικής Αμερικής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60.Η οικογένεια Καμπρέρα μεγάλωσε κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή: θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφος. Ταυτόχρονα αγκάλιασε το επαναστατικό όραμα μιας κομμουνιστικής ουτοπίας. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η οικογένεια;Στις αφηγήσεις μου εξερευνώ σχεδόν πάντα τον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ της ατομικής συνείδησης και της δημόσιας-κοινωνικής έκφρασης. Κάτι που διαμορφώθηκε μέσα μου ήδη από το μυθιστόρημα «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» (μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ικαρος). Προσωπικά η ιστορία του Σέρχιο Καμπρέρα και της οικογένειάς του φαίνεται να δείχνει το ταβάνι της εμμονής μου αυτής. Τα ερωτήματα που με απασχόλησαν εδώ ήταν βασικά δύο: πώς διαχειρίζεσαι τα τυχαία γεγονότα που επηρεάζουν κάθετα τη δική σου ιστορία ζωής και πώς η πολιτική διαμορφώνει τις προσωπικές σου σχέσεις. Υπάρχει μια οικογένεια στο επίκεντρο η οποία μεταφέρει στον πρωταγωνιστή το ασήκωτο βάρος των επιλογών της. Και παράλληλα όλοι τους διαμορφώθηκαν από τις αόρατες, πιεστικές δυνάμεις των ασυνεχειών της ιστορίας. Ακόμη με εξιτάρει αυτό.Στο βιβλίο βλέπουμε τους πρωταγωνιστές σας να εμπλέκονται διαχρονικά με αυτό που ονομάζουμε γενικά πάλη των ιδεών. Από το κοπιαστικό οδοιπορικό αυτό, τι μένει σήμερα;Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ. Το μυθιστόρημα προσπαθεί να δώσει μια απάντηση, όμως χρειάζεται οι αναγνώστες να απαντήσουν από μόνοι τους. Ισως όμως εκείνο που μένει να είναι η βία κι ο ανθρώπινος πόνος. Ομολογώ ότι είμαι κοντά στη σκέψη του Αλμπέρ Καμύ. Στο βιβλίο του «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (μτφρ: Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, Πατάκης), ο στοχαστής αναπτύσσει τη συλλογιστική πως είναι αδύνατον να υπερασπιστούμε τον φόνο οποιουδήποτε ανθρώπου, ακόμη και ως αντιστάθμισμα στη δικαιοσύνη. Το πιστεύω αυτό. Ομως στο βιβλίο μου, προσπαθώ να εξερευνήσω τα παράξενα μονοπάτια από τα οποία ταξιδεύουν οι ιδέες και σχηματίζουν αδήριτα τη ζωή μας. Αγωνιώ να ανακαλύψω τις πηγές της μεγάλης αφήγησης, εάν υπάρχει στις μέρες μας κάτι τέτοιο.Ο βασικός πρωταγωνιστής σας, ο Σέρχιο, είναι σκηνοθέτης. Βουτά στα κιτάπια της μνήμης, προσπαθώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια από το μύθευμα. Αυτό είναι ίσως και μία από τις χίμαιρες του καλλιτέχνη;Πράγματι ο Σέρχιο παρευρίσκεται σε μια ρετροσπεκτίβα των έργων του, όταν πεθαίνει ο πατέρας του. Ο γάμος του βρίσκεται σε κρίση, όπως και η ιδιαίτερη πατρίδα του. Η δύσκολη αυτή κατάσταση τον ωθεί να ξανασυναντήσει το παρελθόν του. Αυτή η βουτιά όπως λέτε είναι συνήθως προβληματική, διότι το παρελθόν συνεχώς αλλάζει μέσα μας. Αυτό είναι χιμαιρικό. Προσπάθησα μέσα από την ιστορία του μυθιστορήματος να καθρεφτίσω τον σεβασμό μου για την προσπάθεια του Σέρχιο. Ο οποίος μαζί με την αδελφή του, έφεραν στην επιφάνεια πράγματα που αγωνίστηκαν να ξεχάσουν μια ζωή. Αυτό οπωσδήποτε είναι μια πράξη θάρρους. Το να ανασύρεις ό,τι σε πόνεσε, είναι ζόρικο.Η γλώσσα που χρησιμοποιείτε είναι συμμετρική, περιγραφική στη λεπτομέρεια, βγάζοντας προς τα έξω τις εσωτερικές σκέψεις των ηρώων. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για τον αφηγηματικό σας τρόπο;Σας ευχαριστώ για την παρατήρηση. Πιστεύω ότι στα μυθιστορήματά μου αναζητώ πάντα την ισορροπία ανάμεσα στον κόσμο των αισθήσεων και στη δυνατότητα της μυθοπλασίας να διαπερνά το ασυνείδητο, ανατέμνοντας τον πνευματικό κόσμο μας. Παρατηρώ ασταμάτητα την πραγματικότητα γύρω μου. Στα βιβλία μεταφέρω μεγάλο μέρος αυτών των ερεθισμάτων στον βαθμό που μπορούν να γίνουν μέρος της δικής μου μνήμης και εμπειρίας. Πάντοτε μου άρεσαν συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Φόκνερ, ο Μάρκες, όπου στα βιβλία τους μπορείς να έχεις πολλές ζωές. Επίσης αισθάνομαι κοντά και σε συγγραφείς που αναδεικνύουν τις κρυφές εσοχές της ύπαρξής μας, όπως οι Προυστ, Γουλφ ή Χαβιέ Μαρίας. Ετσι προσπαθώ να χρησιμοποιώ μια γλώσσα που θα μπορεί να συνδέσει όλα τα παραπάνω.Ποιο είναι το επίπεδο της λογοτεχνίας στη Λατινική Αμερική σήμερα; Ξεχωρίζετε κάποιους συγγραφείς;Είναι τόσο πολλοί. Θα σας πω ότι προσωπικά οι συγγραφείς που με καθόρισαν ήταν ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και η Ελενα Πονιατόφσκα. Υπάρχουν πολλοί που γεννήθηκαν μέσα στη δεκαετία του '90 και κάνουν εξαιρετική δουλειά, στον δρόμο για την κατανόηση των αντιφάσεων της ηπείρου. Θα μπορούσα να πω επιγραμματικά πως ξεχωρίζω τον Ρικάρντο Σίλβα, τη Φερνάντα Μελτσόρ, τη Μαριάννα Ενρίκες και τη Βαλέρια Λουισέλι. Γέφυρα των παλιών και των νέων για μένα δεν είναι άλλος από τον Λεονάρντο Παδούρα. Διαβάστε περισσότερα για το Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω.