News

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Emily St. John Mandel | Συνέντευξη στο «ΒΗΜΑgazino»

    This post is only available in Greek.Η δημοφιλής καναδή συγγραφέας, με αφορμή το νέο της βιβλίο, Το γυάλινο ξενοδοχείο, μιλάει στο ΒΗΜΑgazino και τον Γιώργο Νάστο για τους ψυχολογικούς αμυντικούς μηχανισμούς και για την πανδημία.Οικονομικά εγκλήματα, απληστία, «σχήματα πόντσι», φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν το παρόν και το μέλλον. Ολα αυτά (και πολλά άλλα) συνθέτουν την ατμόσφαιρα του βιβλίου Το γυάλινο ξενοδοχείο σε μια καθηλωτική ιστορία που αρχίζει στα μέσα των 90s και φτάνει μέχρι το 2018. Συγγραφέας του η Καναδή Εμιλι Σεντ Τζον Μάντελ που έγινε παγκοσμίως γνωστή το 2014 με τον «Σταθμό Εντεκα», ένα πραγματικά συναρπαστικό μυθιστόρημα, στις σελίδες του οποίου η ανθρωπότητα έχει αποδεκατιστεί από μια πανδημία εξαιρετικά θανατηφόρας γρίπης των χοίρων, πλοκή που κατέστησε το περιεχόμενό του εξαιρετικά (και πικρά) επίκαιρο. Το συγκεκριμένο πόνημα θα το δούμε μάλιστα εντός της χρονιάς στην τηλεοπτική του μεταφορά σε παραγωγή του HBO Max.Τι σας γοήτευσε στην οικονομική ύφεση του 2008 και «πρωταγωνιστεί» στο νέο σας βιβλίο;«Ηταν μια παράξενη και σοκαριστική περίοδος. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης το χρήμα έρρεε άφθονο και επικρατούσε η αντίληψη ότι η οικονομία μας ήταν πολύ στέρεη, όμως μετά συνέβη το κραχ και αποδείχθηκε ότι το οικονομικό σύστημά μας ήταν κάτι σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Προσωπικά, ήμουν πολύ τυχερή – είχα μια σταθερή δουλειά ως διοικητική υπάλληλος σε Πανεπιστήμιο – αλλά κάποιοι φίλοι μου έμειναν άνεργοι για πολύ καιρό».Οι ήρωες του βιβλίου σας μοιάζουν να ξέρουν διάφορα πράγματα χωρίς να έχουν αληθινή επίγνωσή τους. Συμβαίνει συχνά αυτό στους ανθρώπους;«Φυσικά. Σκεφτείτε λίγο τους πιο εγωκεντρικούς φίλους σας. Ολοι έχουμε κάποιον που όποτε τον συναντάμε αρχίζει έναν ατέλειωτο μονόλογο για τη ζωή του. Μπορεί να καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πηγαίνει τελείως καλά με αυτόν τον άνθρωπο, όμως την ίδια στιγμή επιλέγεις να μην το αναλύσεις, να μην το συνειδητοποιείς ουσιαστικά, διότι, για τον οποιονδήποτε λόγο, αυτή η φιλία έχει αξία για εσένα».Υπάρχει άλλωστε και ο μηχανισμός άμυνας, ο οποίος στην ψυχολογία λέγεται διαχωρισμός, compartmentalization, κατά τον οποίο απωθούμε ή αποφεύγουμε να συσχετίσουμε συναισθήματα και σκέψεις – εθελοτυφλούμε τρόπον τινά – προκειμένου να αποφύγουμε τις εντάσεις.«Συμφωνώ, όμως νομίζω ότι δεν λέμε απαραιτήτως ψέματα στον εαυτό μας, θα έλεγα δηλαδή πως δεν θεωρώ τον διαχωρισμό κάτι κατ’ ανάγκη αρνητικό. Είμαστε άλλοι όταν περνάμε χρόνο με την οικογένειά μας και άλλοι όταν βρισκόμαστε με τους συναδέλφους μας, και αυτό δεν σημαίνει πως κάποια από αυτές τις εκδοχές του εαυτού μας είναι κάλπικη».«Υπάρχει κάτι σχεδόν ανιαρό σε μια καταστροφή» λέει κάποια από τις ηρωίδες σας. Το πιστεύετε;«Ναι, το πιστεύω. Στην αρχή υπάρχει ένα σοκ – "Θεέ μου, ζούμε μια πανδημία" -, όμως η φοβερή πραγματικότητα είναι πως μπορούμε να συνηθίσουμε σχεδόν τα πάντα. Είναι δύσκολο να διατηρήσεις μια αίσθηση ξαφνιάσματος για μεγάλο διάστημα. Είτε μιλάμε για μια οικονομική κατάρρευση είτε για μια πανδημία, όσο περνάει ο καιρός αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με ένα σοκαριστικό γεγονός και περισσότερο σαν μια μόνιμη συνθήκη στην οποία κάποιος βρίσκει τρόπο να προσαρμόζεται. Μια καταστροφή που ξεδιπλώνεται σε βάθος χρόνου μπορεί να μοιάζει σχεδόν βαρετή».Τι αλήθεια σας έκανε συγγραφέα;«Η ανάγνωση. Είχα την τεράστια τύχη να μεγαλώσω σε οικογένεια που εκτιμούσε πολύ τα βιβλία. Διάβαζα συνεχώς όταν ήμουν παιδί».Ποιοι συγγραφείς επηρέασαν το γράψιμό σας;«Νομίζω πως η συγγραφέας που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στο τωρινό ύφος της πρόζας μου είναι η Ιρέν Νεμιρόφσκι. Πέθανε στο Αουσβιτς, αφήνοντας πίσω της ένα ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα που εκδόθηκε τελικά με τον τίτλο "Γαλλική Σουίτα". Πιστεύω ότι πρόκειται για αριστούργημα και διακρίνεται από απλότητα και καθαρότητα, αξίες στις οποίες στοχεύω. Εχω επίσης επηρεαστεί από τον αμερικανό συγγραφέα Νταν Τσάον, ο οποίος κάνει συναρπαστικά πράγματα με τη δομή των βιβλίων του, αλλά και από ένα συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Νόρμαν Μέιλερ. Παρότι βρίσκω το συνολικό του έργο άνισο και αντιφατικό, το βιβλίο του "The Executioner’s Song" έχει μια λιτότητα που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο γράφω».Σας ήταν πιο εύκολο να προσαρμοστείτε στην πανδημία επειδή είχατε γράψει το μπεστ σέλερ «Σταθμός Εντεκα»;«Hταν λίγο παράξενο, επειδή διάφοροι υποστήριζαν ότι είχα κάπως προβλέψει την πανδημία του κορωνοϊού. Δεν προέβλεψα τίποτε απολύτως – κάτι που γίνεται γρήγορα αντιληπτό σε όποιον κάνει λίγη έρευνα για τις πανδημίες είναι το ότι πάντα θα εμφανιστεί κάποια ακόμη. Δεν είμαι σίγουρη ότι αυτόν τον τελευταίο χρόνο και κάτι μήνες έζησα στ’ αλήθεια κάτι διαφορετικό σε σχέση με ό,τι βίωσαν όλοι οι υπόλοιποι και μάλιστα εξεπλάγην από το πόσο απροετοίμαστη αποδείχθηκα. Θα περίμενε κανείς ότι το γράψιμο του "Σταθμού Eντεκα" θα με είχε προετοιμάσει λίγο, αλλά αιφνιδιάστηκα όσο όλοι».Κάποιοι ισχυρίζονται πως η καραντίνα μπορεί στο άμεσο μέλλον να πυροδοτήσει μια έκρηξη δημιουργικότητας. Τι λέτε;«Δεν ξέρω. Μία από τις προκλήσεις που ενέχει το να δημιουργήσεις τέχνη εμπνευσμένη από την πανδημία είναι το ότι η εμπειρία της, για τους περισσότερους τουλάχιστον, ήταν απίστευτα βαρετή. Δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς ενδιαφέρον στο να μένεις κλεισμένος στο σπίτι σου. Για κάποιους αυτή η συνθήκη δημιούργησε ελεύθερο χρόνο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με δημιουργικό τρόπο, όμως αυτό σίγουρα δεν συνέβη σε όλους: οι γονείς μικρών παιδιών δυσκολεύτηκαν πολύ να βρουν μια ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και στην τηλεκπαίδευση. Θα περιμένω με αγωνία να δω πώς θα είναι η τέχνη τα επόμενα χρόνια και πώς θα καθρεφτίσει την κοινή εμπειρία που βιώσαμε».Τώρα γράφετε το επόμενο μυθιστόρημά σας;«Το έχω ήδη τελειώσει. Πιστεύω ότι σύντομα θα γίνει και η επίσημη ανακοίνωση για την κυκλοφορία του».
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Ευτυχία Γιαννάκη: Στην τέχνη ζητούμενο είναι το συναίσθημα | Συνέντευξη στην «Athens Voice»

    This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στον Γιώργο Φλωράκη για την Athens Voice, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα Στη φωλιά του ιππόκαμπου, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Η μία πλευρά της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι αυτή που έχουμε μάθει από συγγραφείς όπως η Αγκάθα Κρίστι, η λογοτεχνία που ασχολείται με την εξιχνίαση ενός εγκλήματος και την αποκάλυψη του ενόχου, αυτή που οι Βρετανοί ονομάζουν «whodunnit», «ποιος το 'κανε», δηλαδή. Υπάρχει όμως και μια άλλη αστυνομική λογοτεχνία που επικεντρώνεται στους τόπους όπου συμβαίνουν τα εγκλήματα, στη σχέση των ηρώων με τους τόπους αυτούς, στα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν τους τόπους και τους ανθρώπους. Αν η «whodunnit» πλευρά εστιάζει στη λογική, η οποία είναι μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις τραβηγμένη, η κοινωνιοκεντρική-ανθρωποκεντρική αστυνομική λογοτεχνία, μολονότι  ενδιαφέρεται απόλυτα για τη λύση των αινιγμάτων, ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο στη σχέση του ανθρώπου με την περιβάλλουσα πραγματικότητα, στον κόσμο των ιδεών αλλά και στον κόσμο των συναισθημάτων. Η Ευτυχία Γιαννάκη ανήκει ξεκάθαρα σ’ αυτή τη δεύτερη σχολή κι έχει καταφέρει εδώ και τέσσερα βιβλία, να κερδίσει πολυάριθμους αναγνώστες που τώρα περιμένουν με αγωνία το καινούργιο της βιβλίο, αυτό που κυκλοφορεί την ερχόμενη Δευτέρα και λέγεται Στη φωλιά του ιππόκαμπου.Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από την πρώτη σου τριλογία, την «τριλογία της Αθήνας». Ποια είναι τα στοιχεία που αγαπάς στην Αθήνα και ποια σε απωθούν;Η Αθήνα είναι η πόλη μου και με έναν τρόπο είναι ένας επιπλέον χαρακτήρας σε κάθε ιστορία μου. Τα στρώματα της ιστορίας της, τα μικρά χωριά, οι γειτονιές και οι μικρόκοσμοί της, η συνύπαρξη των ετερόκλητων στοιχείων που τη συνθέτουν και η αίσθηση ότι κάτι πάλλεται μονίμως, ακόμη και στη σιωπή, τις πιο σκοτεινές ώρες της νύχτας, είναι τα στοιχεία της που με γοητεύουν. Έχει μια μυστική ζωή η πόλη, πέρα από την προφανή και αυτό είναι πάντοτε το επιδιωκόμενο στις ιστορίες μου. Να φωτιστεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο το γνώριμο και να έρθει στο φως το άγνωστο. Με απωθεί ώρες-ώρες η σκληρότητά της και η έλλειψη σεβασμού στον κοινό μας τόπο. Με ενοχλεί δηλαδή ότι δεν είναι κοινός τόπος για όλους ο σεβασμός απέναντι στον δημόσιο χώρο. Δεν είναι κοινός τόπος ο τόπος μας.Πώς θα μπορούσες να περιγράψεις με δυο λόγια τον «ντετέκτιβ» σου, τον Χάρη Κόκκινο;Ο Χάρης Κόκκινος είναι ο καθρέφτης της πόλης και ταυτόχρονα ο δικός μου καθρέφτης. Μέσα από το μάτια του ταξιδεύουμε στις ιστορίες της πόλης, της εποχής, των ανθρώπων μέσα μας και γύρω μας. Είναι το όχημα και το αποτύπωμα της ιστορίας μας εδώ και τώρα. Θα έλεγα ότι ο Χάρης Κόκκινος με το βάθος και την πολυπρισματική οπτική του είναι ο φορέας μιας μυστικής ζωής που μας συναρπάζει και με έναν τρόπο είναι η μυστική ζωή όλων μας. Ο Κόκκινος είναι το σκοτάδι και το φως μέσα μου και μέσα μας.Με ποιους άλλους «ντετέκτιβ», Έλληνες ή ξένους, νιώθεις ότι βρίσκεται σε έναν διάλογο;Είναι δύσκολο να πει κανείς που ξεκινάει και καταλήγει αυτό το νήμα. Είμαστε οι ιστορίες που έχουμε διαβάσει, όλοι οι χαρακτήρες με τους οποίους έχουμε ενθουσιαστεί και έχουμε κλάψει. Στα κλασικά έργα συναντά κανείς τους χαρακτήρες μήτρες που με τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά τους γεννούν όλους τους υπόλοιπους, στα σύγχρονα συναντά αυτούς που καθρεφτίζουν την εποχή μας και τις κοινωνίες μας. Με έναν τρόπο ο Κόκκινος συνομιλεί με όλους, ξένους και Έλληνες, παλιούς και νέους και κανείς δεν τον αφήνει αδιάφορο. Αλλά δεν θα ταυτιζόταν με κανέναν απόλυτα. Όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους γύρω του, ο Κόκκινος δεν δένεται εύκολα και αυτό είναι στοιχείο του δικού του μυστηρίου.Πώς προέκυψε ο χωρισμός του ως τώρα έργου σου σε τριλογίες;Κάθε τριλογία είναι μια ενότητα έργων με συγκεκριμένη στόχευση παρόλο που κάθε βιβλίο διαβάζεται και απολύτως αυτόνομα. Στην «Τριλογία της Αθήνας» ήθελα να μιλήσω για την πόλη σε κρίση και τον άνθρωπο ή την κοινωνία που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Στη νέα «Τριλογία του βυθού» με ενδιαφέρουν βαθύτερα ζητήματα και κυρίως να φωτίσω το πιο μύχιο, το σκοτεινό, το ξένο μέσα μας και γύρω μας. Τον δικό μας βυθό. Όλα όμως είναι ένα κομμάτι παζλ σαν τον κύβο του Ρούμπικ. Μόλις ολοκληρώσεις την κόκκινη πλευρά, έχεις να φτιάξεις την κίτρινη και μετά μια ακόμη για να αντιληφθείς περισσότερα. Η οπτική που αποκτά κανείς με το όλον δεν περιορίζεται στην οπτική των μερών κι αυτό καθιστά τη διαχείριση του παζλ ένα μεγάλο στοίχημα για μένα κάθε φορά, πέρα από τον γρίφο που υπάρχει σε κάθε βιβλίο.Τι θεωρείς πιο σημαντικό σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την πλοκή ή τη γραφή του;Η σφιχτή πλοκή είναι το δεδομένο στο αστυνομικό μυθιστόρημα, η βάση από την οποία αρχίζει ίσως κανείς να μιλάει για αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι η γλώσσα όμως και ο ρυθμός της, το βάθος των χαρακτήρων, η ουσία και το ζητούμενο της ιστορίας και κυρίως το συναίσθημα που δονείται μέσα από κάθε λέξη, πρόταση, παράγραφο που θα μας κάνει να πούμε αν ένα βιβλίο μας άγγιξε ή όχι. Και στην τέχνη αυτό είναι το ζητούμενο, το συναίσθημα. Ο γρίφος σε επίπεδο λογικής είναι απλά ένα διασκεδαστικό παιχνίδι, αν ντυθεί και με το συναίσθημα γίνεται ένας συναρπαστικός σύντροφος που σε ταξιδεύει σε άγνωστους τόπους ή σου επιτρέπει να δεις με άλλα μάτια τους οικείους.Στη «Νόσο του Μικρού Θεού» η υπόθεση εξελισσόταν στην Πάρο. Στο νέο σου βιβλίο, στην Ύδρα. Με ποιο κριτήριο διαλέγεις τα νησιά των υποθέσεών σου;Είναι τόποι που αγαπώ συνήθως και μου μεταφέρουν μια συγκεκριμένη αίσθηση. Τόποι που γνωρίζω και δονούνται με έναν τρόπο μέσα τους οι ιστορίες μου. Είναι όμως και σύμβολα, φορείς σχημάτων και ιδεών. Άλλο είναι η Αθήνα, το μεγάλο αστικό κέντρο, άλλο η τουριστική και φωτεινή Πάρος και άλλο η Ύδρα με την βαριά σαν πέτρα ιστορία της. Είναι το θέμα που επιβάλλει τον τόπο κάθε φορά και ο τόπος στη συνέχεια γίνεται φορέας της ατμόσφαιρας και άρα του συναισθήματος, του ψυχικού πεδίου των χαρακτήρων. Γιατί σημασία δεν έχει απλώς ο τόπος, αλλά πως τον βλέπεις, πως φωτίζεται μέσα από τα μάτια σου. Δεν υπάρχει μία Αθήνα, υπάρχει η Αθήνα που έχει ο καθένας μας μέσα του. Όπως δεν υπάρχει ένα βιβλίο, άλλα όσα βιβλία γέννησαν οι αναγνώστες διαβάζοντάς το.Στα βιβλία σου θίγεις παράλληλα με την πλοκή και κοινωνικά ζητήματα. Ποια είναι τα ζητήματα που αφορούν την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας και σε απασχολούν αυτή τη στιγμή;Αυτά που αποτυπώνονται μάλλον «Στη φωλιά του ιππόκαμπου». Γράφω πάντοτε αυτό που είναι φλέγον μέσα μου, που γυρεύει απαντήσεις και με απασχολεί. Υπάρχει βέβαια μια θεματολογία που επανέρχεται και αυτή έχει να κάνει με το ανοιχτό τραύμα από το παρελθόν που πάντοτε επανέρχεται, ο ρόλος της οικογένειας ως τέλειο εγκληματολογικό εργαστήριο, η αδυναμία του συστήματος να προστατεύσει τον αδύναμο, η αδιαφορία που ξεκινάει από το μικρό και καταλήγει στο μεγάλο, η έλλειψη της ενσυναίσθησης και του γνήσιου ενδιαφέροντος για τον άλλον, για αυτό που δεν μας είναι οικείο ή μας είναι οικείο ενώ δεν θα έπρεπε να το ανεχόμαστε.Ποιο είναι το κεντρικό ζήτημα που σε απασχολεί στη «Φωλιά του ιππόκαμπου»;Το κύριο ζήτημα που με απασχολεί στο νέο μου αστυνομικό είναι η κακοποίηση των γυναικών και η θέση της στην ελληνική κοινωνία, τώρα και στο παρελθόν. Το παρελθόν, η ανοχή στη βία κάθε μορφής, τα κλειστά στόματα πίσω από τους τοίχους, στην οικογένεια, στη γειτονιά, στη μικρή και τη μεγάλη κλίμακα, το μικρό που γεννάει το μεγάλο και το έγκλημα είναι στον πυρήνα του προβληματισμού μου. Πέρα από αυτό είναι το ζήτημα των ορίων στον έρωτα, στην δημιουργία, στην τέχνη και το ίδιο το όριο μυθοπλασίας και πραγματικότητας που θα συναντήσει κανείς σε αυτή την ιστορία.Πιστεύεις ότι υπάρχει κάποια γραμμή που συνδέει τις γυναίκες-συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας;Πιστεύω ότι υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που μας συνδέει με όλα τα αναγνώσματα, τη μουσική, τους πίνακες, τις ταινίες που αγαπήσαμε. Άνδρες και γυναίκες δημιουργοί αφήνουν το αποτύπωμά τους εξίσου μέσα μας. Οι γυναίκες του αστυνομικού στην Ελλάδα είμαστε λιγότερες από τους άνδρες δημιουργούς και αυτό από μόνο του πρέπει να μας πει κάτι. Προσωπικά βαριέμαι εξαιρετικά πλέον την ανδρική ματιά στη γυναίκα θύμα που μεταξύ μας, συχνά είναι και ηδονοβλεπτική. Το είδαμε, το χορτάσαμε ως αισθητική σε βιβλία, ταινίες και σειρές. Πώς την βίασε, πώς την σκότωσε, αν την έκανε κομματάκια. Φτάνει. Ίσως έχει έρθει η στιγμή αυτό να αλλάξει. Να μιλήσουν οι γυναίκες για την κακοποίηση των γυναικών και τη βία που έχουν υποστεί. Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι η βασίλισσα του αστυνομικού είναι γυναίκα και όχι τυχαία.Ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σου συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας;Κρίστι, Χάισμιθ, Ιζζό, Τάιμπο, Καμιλλέρι, Ιντρίντασον.Και μη αστυνομικής;Καμί, Κάφκα, Μπέρνχαρντ, ΓέλινεκΤι διαβάζεις αυτή την εποχή;Διάβασα την «Ανωμαλία» του Ερβέ Λε Τελιέ και με ενθουσίασε. Ακολουθεί το καλοκαίρι, οπότε η στοίβα με τα αδιάβαστα περιλαμβάνει πολλούς τίτλους της τρέχουσας παραγωγής κυρίως Ελληνίδων και Ελλήνων συγγραφέων.Ο Μικρός Μπλε −ως ήρωας χρωματιστός− μοιάζει να έχει μια κάποια σχέση με τον Χάρη Κόκκινο. Είναι έτσι;Είναι ο ντετέκτιβ που ερευνά το κουκούλι της παιδικής φαντασίας, το χιούμορ, την περιπέτεια και όλα αυτά τα συστατικά που υπάρχουν στην αστυνομική λογοτεχνία των ενηλίκων, αλλά μεταφέρονται στον κόσμο του παιδιού που μαθαίνει να ανακαλύπτει τον κόσμο μέσα από το μυστήριο και να μάχεται τον φόβο του. Λίγο πολύ αυτό που κάνουν και οι ενήλικες, αλλά δοσμένο σε ένα πολύχρωμο σύμπαν όπου η περιπέτεια ξεκλειδώνει τις δεξιότητες και την σκέψη του παιδιού.Τι είναι αυτό που σε απασχολεί στην παιδική σου λογοτεχνία;Να είναι επαρκώς ελκυστική ώστε να γεννήσει μελλοντικούς αναγνώστες και να είναι επαρκώς φροντισμένη ώστε να ανακαλύπτει το παιδί τον συναρπαστικό κόσμο του μυστηρίου ξεκλειδώνοντας μηχανισμούς που θα είναι όπλα στη φαρέτρα του στις μελλοντικές του μάχες.Έχεις αποφασίσει σε ποιο νησί θα εκτυλίσσεται το τρίτο βιβλίο της «τριλογίας του βυθού»;Είναι νωρίς ακόμη γι’ αυτό. Τώρα φυτεύονται σιγά-σιγά οι σπόροι, οι ιδέες μέσα μου. Θα πρέπει να περιμένω για να τις δω να ανθίζουν και να δουλέψω σκληρά για να πάρω τον καρπό που θα δώσει την απάντηση στην ερώτηση τους επόμενους μήνες.Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον;Κάποια που γράφει αστυνομικά γνωρίζει ότι το μέλλον επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές. Ακόμη και το άμεσο μέλλον κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά του τα τελευταία χρόνια. Ας περιμένουμε λοιπόν να έρθει, με την ελπίδα να φέρει νέες ιστορίες, νέα βιβλία, νέες ταινίες και όλα όσα μας υπενθυμίζουν ότι εκεί κάτω στον βυθό, είμαστε τελικά οι ιστορίες μας.
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Marieke Lucas Rijneveld: «Οταν δυσανασχετούμε είμαστε αληθινοί» | Συνέντευξη στο «BHMAgazino»

    This post is only available in Greek.Με την αφορμή της κυκλοφορίας του νέου βιβλίου του/της Marieke Lucas Rijneveld Δυσφορεί η νύχτα (Διεθνές Βραβείο Booker 2020), ο Γιώργος Νάστος συνομίλησε με τη/τον συγγραφέα στο BHMAgazino.Προκάλεσε αμέσως αίσθηση στην Ολλανδία το μυθιστόρημα Δυσφορεί η νύχτα όταν πρωτοεκδόθηκε το 2018, η φήμη του ωστόσο ξεπέρασε γρήγορα τα σύνορα των Κάτω Χωρών και τιμήθηκε (μεταφρασμένο στα αγγλικά) με το περίβλεπτο Διεθνές Βραβείο Booker 2020. Το όνομα του ανθρώπου που το έγραψε είναι Marieke Lucas Rijneveld και επειδή αρνείται να προσδιοριστεί με βάση τη δυαδικότητα των φύλων μάς δυσκολεύει στις περιγραφές μας – τα ελληνικά, μια έντονα έμφυλη γλώσσα, καθιστούν δύσκολη τη χρήση ουδέτερων λέξεων όσον αφορά τα nonbinary μέλη της κοινωνίας μας.Το βιβλίο πάντως κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ικαρος, προκαλεί έντονο συναισθηματικό αντίκτυπο στους αναγνώστες και η πλοκή του θα μπορούσε να περιγραφεί ως εξής: Μια πολύτεκνη οικογένεια κτηνοτρόφων βυθίζεται στο έρεβος μιας αναπάντεχης, αβάσταχτης απώλειας όταν ο πρωτότοκος γιος σκοτώνεται σε ένα τραγικό δυστύχημα.Ας μιλήσουμε πρώτα για την πανδημία...«Ξαφνικά όλα κατέρρευσαν και δημιουργήθηκε μεγάλη αβεβαιότητα. Φοβήθηκα τον ιό, αλλά πιο πολύ το ενδεχόμενο να αρρώσταιναν οι γύρω μου. Ταυτοχρόνως, βλέπω την όλη κατάστα- ση σαν ένα σημείο καμπής για τα μεγάλα παγκόσμια προβλήματα όπως η κλιματική κρίση. Μπορέσαμε να δούμε όλοι τι ακριβώς κάνουμε λάθος. Αυτό είναι και το πιο σημαντικό μάθημα που μπορούμε να διδαχθούμε από την πανδημία, το ότι πρέπει να διαχειριστούμε τον κόσμο διαφορετικά. Ανυπομονώ, βέβαια, για τη στιγμή που θα μπορούμε να αγκαλιάζουμε ξανά ο ένας τον άλλον».Εχετε χάσει έναν αδελφό, τον παρέσυρε λεωφορείο όταν ήσασταν τριών ετών. Φοβηθήκατε καθόλου ότι οι περισσότεροι θα εκλάμβαναν το βιβλίο σας ως μια αυτοβιογραφική εξομολόγηση;«Οχι, ήταν εξαρχής ξεκάθαρο σε εμένα ότι πρόκειται για μυθιστόρημα. Παίζω με τη φαντασία και την πραγματικότητα. Τα συνυφαίνω και τα μετατρέπω σε μυθοπλασία. Φυσικά η αφετηρία είναι αυτοβιογραφική, αλλά μετά ξεκινά μια επινοημένη ιστορία».Το «Δυσφορεί η νύχτα» με συντάραξε, με έκανε να νιώσω άβολα. Εκτιμάτε περισσότερο τα έργα τέχνης που προκαλούν έντονες αντιδράσεις;«Μου αρέσουν τα έργα τέχνης που σε “οργώνουν”, που σε κάνουν να νιώσεις κάτι που δεν είχες αισθανθεί ξανά, που ανοίγουν πόρτες στο κεφάλι σου. Ως συγγραφέας, ψάχνω σε μόνιμη βάση κάτι που να σε “τρώει”, να σου προκαλεί δυσφορία και κανονικά θα προτιμούσες να το αποφύγεις. Γράφω κάπου στο λογοτεχνικό ντεμπούτο μου: “Η δυσφορία είναι καλή, όταν δυσφορούμε είμαστε αληθινοί”. Το πιστεύω. Η δυσανασχέτηση δείχνει, ή μας βοηθά να καταλάβουμε, ποιοι πραγματικά είμαστε».Πιστεύετε πως χρέος της λογοτεχνίας είναι να ξεπερνά τα όρια;«Δεν πιστεύω ότι η λογοτεχνία πρέπει απαραίτητα να ξεπερνά τα όρια. Νομίζω ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν όρια στη λογοτεχνία. Ολα είναι δυνατά, όλα επιτρέπονται. Δεν υπάρχει θέμα που να το θεωρώ εκτός ορίων. Αν κάτι θεωρείται ταμπού, θέλω να το προσεγγίσω. Υπάρχει μεγάλη ελευθερία στη μυθοπλασία και αυτό το θεωρώ πολύ όμορφο. Αυτή η ελευθερία με έχει βοηθήσει να αναπτυχθώ, ως συγγραφέας, αλλά ακόμα περισσότερο ως άνθρωπος».Την επιτυχία του βιβλίου την περιμένατε;«Δεν είχα καμία προσδοκία. Ηλπιζα απλώς ότι θα το διάβαζαν η κομμώτρια, ο μανάβης και ο χασάπης από το χωριό, δεν περίμενα τίποτε άλλο. Ούτε στα όνειρά μου δεν μπορούσα να φανταστώ την επιτυχία του. Αισθάνομαι μεγάλη ευτυχία που συνάντησε τόσους αναγνώστες».Μεγαλώσατε σε θρησκευόμενη οικογένεια. Πιστεύετε ακόμη στον Θεό;«Πιστεύω ακόμη, παρόλο που δεν πηγαίνω πια στην εκκλησία. Ωστόσο, δεν πιστεύω πως αυτά πάνε μαζί, ότι δεν μπορείς να είσαι πιστός αν δεν πηγαίνεις στην εκκλησία. Ο Θεός ζει στο έργο μου. Ετσι επικοινωνώ μαζί Του. Δεν μπορώ να Τον ξεχάσω, θα ήταν αξιοθρήνητο και σκληρό απέναντί Του. Εχει στη ζωή μου διαφορετικό ρόλο σε σχέση με παλαιότερα. Είναι λιγότερο τιμωρητικός και τρομακτικός. Κι αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Η θρησκεία δεν θα έπρεπε να επικεντρώνεται στο κακό αλλά στο καλό».Κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στα ολλανδικά το νέο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Mijn lieve gunsteling». Πείτε μας λίγα λόγια για αυτό.«Το νέο μου βιβλίο μιλάει για τον απαγορευμένο έρωτα μεταξύ ενός 49χρονου κτηνιάτρου και ενός 14χρονου κοριτσιού. Αφορά δύο ανθρώπους που αναζητούν τον εαυτό τους, που ψάχνουν μια διαφυγή από τη μοναξιά και την αίσθηση κενού. Είναι μια ιστορία για το σωστό και το λάθος, για την ταυτότητα, για την αγάπη».Ποιο βιβλίο έχετε κάνει πιο πολλές φορές δώρο;«Το “Max, Mischa & Tetoffensiven” του Νορβηγού Γιόχαν Χάρσταντ. Μου φάνηκε τόσο απείθαρχο και όμορφο, γεμάτο μεγάλες, ποιητικές προτάσεις. Εξοχο!».Οι περισσότεροι από εμάς κάνουμε μεγάλη προσπάθεια να χωρέσουμε στα κουτάκια του κοινωνικού φύλου και στερούμαστε έτσι πολλές διαστάσεις της φυσικής ανθρώπινης εμπειρίας. Η δική σας ζωή έχει γίνει πιο πλούσια και ελεύθερη από τότε που αυτοπροσδιοριστήκατε ως μη δυαδικό άτομο;«Ναι, για εμένα αυτό έφερε ελευθερία. Οχι τόσο η συγκεκριμένη επιλογή αλλά η συνειδητοποίηση της ύπαρξης μιας επιλογής την οποία μονάχα εγώ μπορού σα να ορίσω».
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Soloúp: «Εχουν μεγαλώσει πολλές γενιές με τα επαναλαμβανόμενα στερεότυπα για το 1821»

    This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο δημιουργός κόμικς και πολιτικός γελοιογράφος στην Διονυσία Μαρίνου για την Εφημερίδα Τα Νέα, με αφορμή το νέο του graphic novel 21: Η μάχη της πλατείας που αναδεικνύει λιγότερο γνωστές πτυχές της Ελληνικής Επανάστασης.Ακόμη και 750 σελίδες μπορεί να μοιάζουν λίγες όταν το θέμα ενός graphic novel είναι η Ελληνική Επανάσταση ως αφήγηση για τη σύγχρονη εποχή. Σε τόσες πάντως κατάφερε να αποτυπώσει ο Soloúp (κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος) τη γενέθλια πράξη του νεότερου ελληνικού κράτους, με τις πολεμικές στιγμές, της ηρωοποιήσεις, τις αποσιωπήσεις και τις παραναγνώσεις της. Ολα αυτά μέσα από μία συζήτηση της νεαρής Λίμπυς και του άστεγου Κάρπου Παπαδόπουλου που συναντιούνται για ένα αυτοσχέδιο μάθημα ιστορίας κάτω από το άγαλμα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην οδό Σταδίου.Ο ίδιος επιμένει ότι αυτό που φαίνεται πλέον μπροστά είναι το προϊόν μιας ομάδας και τριετούς έρευνας. Η δημιουργία του graphic novel «Η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ικαρος) έγινε με την υποστήριξη του Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας και Τεχνολογίας (ΕΛ1ΔΕΚ) και τη συμβολή του Πανεπιστημίου Αιγίου (ΤΠΤΕ), ενώ έχει τεθεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (ΕΙΜ). Την ερευνητική ομάδα μάλιστα συναποτελούν οι επιμελήτριες του ΕΙΜ Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου, Παναγιώτα Παναρίτη με την επιστημονική συμβολή της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου. «Στόχος της εργασίας μας δεν θα μπορούσε να είναι, σε καμία περίπτωση, η πλήρης περιγραφή και κάλυψη των γεγονότων. Σκοπός ήταν να δοθεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση της ιστορίας της περιόδου και να αναδειχθούν λιγότερο γνωστές πτυχές της» σημειώνουν οι ερευνήτριες στο παράρτημα του graphic novel, το οποίο αποτελείται από 21 σπονδυλωτά κεφάλαια. Σε αυτά παρεμβάλλονται 21 ιστορίες βασισμένες σε αφηγήσεις και κείμενα ανθρώπων που έζησαν ή μελέτησαν την Επανάσταση, καθώς και μια σειρά από ένθετα πορτρέτα «ηρώων» και «αντιηρώων» (από τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Φωτάκου έως τα Ενθυμήματα  Κασομούλη και τις επιστολές του Γιάννη Γκούρα).Οπως λέει στη συνέντευξη μας ο Soloúp, με την έκδοση δεν ολοκληρώνεται η προσπάθεια να αναγνώσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι την ιστορία με φρέσκια ματιά. Οι συντελεστές του εγχειρήματος έχουν μπροστά τους - στη μεταπανδημική σταδιακή «απελευθέρωση» - εκθέσεις, ντοκιμαντέρ, ένα εργαστηριακό e-book 870 σελίδων και εκπαιδευτικά προγράμματα. Η ενημέρωση μάλιστα για όλες αυτές τις δράσεις γίνεται μέσα από την ιστοσελίδα 1821graphicnovel.gr, που σχεδιάστηκε ακριβώς για να δώσει ένα ευρύτερο πλαίσιο.Ποια πιστεύατε ότι ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση πριν καν ξεκινήσετε το graphic novel για το 1821; Το πόσα πράγμα τα θα συμπεριλάβετε ή π οπτική γωνία που θα επιλέγατε;Νομίζω και τα δυο. Με τις επιμελήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη, όταν ξεκινούσαμε την έρευνα γνωρίζαμε τις δυσκολίες. Δεν φανταζόμασταν όμως τις άπειρες παραμέτρους που έπρεπε να συνυπολογίσουμε. Γιατί μιλώντας κάποιος σήμερα για το 1821, δεν έχει να αναμετρηθεί μόνο με τα ιστορικά γεγονότα αλλά κυρίως με μια σειρά από στερεότυπα. Επιχειρήσαμε έτσι μια πολυεπίπεδη προσέγγιση, έχοντας για αφηγητές ανθρώπους που έζησαν ή έγραψαν για την Επανάσταση.Οι δύο βασικοί χαρακτήρες μέσα από τα μάτια των οποίων «διαβάζουμε» το '21 είναι σημερινοί. Είχατε αντίστοιχες εμπειρίες, ειδικά για το πώς η νεολαία προσεγγίζει το γεγονός;Σίγουρα στη ματιά της νεαρής αφηγήτριας συναντούμε το βλέμμα των σημερινών ανθρώπων, νεότερων και μεγαλύτερων. Ακόμα το δικό σας βλέμμα και το δικό μου. Εχουν μεγαλώσει πολλές γενιές με τα επαναλαμβανόμενα στερεότυπα για το '21. Κάτι που ωθεί τους περισσότερους να προσπερνούν τα ετήσια επετειακά κλισέ με αδιαφορία. Ομως μια τέτοια αδιαφορία, δυστυχώς παρασέρνει μαζί της και τη διάθεση για κάποια βαθύτερη γνώση, οδηγώντας μας τελικά στην ουσιαστική άγνοια της Ιστορίας.Αφηγητής είναι ένας πλάνης και ανέστιος της σύγχρονης Αθήνας, ένας «αόρατος» συμπολίτης μας, που κρύβει, ωστόσο, την προσωπική του ιστορία (πιθανότατα και το δράμα). Αυτό δίνει σαφώς ελευθερίες σε έναν δημιουργό. Αισθανόσασταν ότι την ίδια στιγμή υπήρχαν και δεσμεύσεις/περιορισμοί τους οποίους δεν έπρεπε να υπερβείτε;Οσο περνούν τα χρόνια υπάρχει όλο και μεγαλύτερη ακαμψία στο να αποδεχόμαστε απόψεις που διαφέρουν από τις δικές μας ή από κάποια κυρίαρχη αίσθηση. Σε μια αφήγηση που επιδιώκει να φωτίσει αλλιώς την Ιστορία, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δημιουργήσει και περιορισμούς. Στα χρόνια λοιπόν που συνεργάζομαι με το περιοδικό «Σχεδία», είχα τη χαρά να κάνω φίλους πολλούς πρώην άστεγους. Ο καθένας με το δικό του βάσανο. Ομως, όταν μιλάς μαζί τους, οι περισσότεροι έχουν να σου πουν και κάτι ουσιαστικό για τη ζωή. Το να είναι λοιπόν κεντρικός αφηγητής ένας άστεγος της πλατείας Κολοκοτρώνη, μου παρείχε αυτήν την ελευθερία που διακρίνατε. Ενας ευαίσθητος άνθρωπος στο περιθώριο της κοινωνίας, θα μπορούσε να διατυπώσει, με θυμό αλλά και με ειλικρίνεια, πράγματα και αλήθειες που θα ήταν δύσκολο να ακουστούν σήμερα από κάποιον άλλο.Είναι εμφανές ότι εκτός από την περιγραφή των ίδιων των περιστατικών δίνετε σημασία στο πώς το γεγονός της Επανάστασης πέρασε στην πολιτισμική μνήμη. Πώς «θυμόσασταν» εσείς προσωπικά την Επανάσταση από τη νεαρή ηλικία έως πρόσφατα;Στην Ε' Δημοτικού με θυμάμαι να φωνάζω στο προαύλιο του σχολείου μετά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου «φέρτε μου Τούρκους να τους σφάξω!». Μεγάλωσα όπως όλοι μας βλέποντας τον Παπαμιχαήλ στον ρόλο του Παπαφλέσσα και ακούγοντας παντού τα ίδια αφηγήματα, στα σχολικά βιβλία, στην τηλεόραση, στα «Κλασσικά Εικονογραφημένα». Επρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια, ειδικότερα όταν βρέθηκα αντιμέτωπος με όλα εκείνα τα πώς και τα γιατί της ιστορίας στην έρευνά μου για το Αϊβαλί, για να κατανοήσω το χάσμα που χωρίζει τα στερεότυπα από τα πραγματικά γεγονότα.Ποιες «λεπτομέρειες», ξεχασμένα περιστατικά, εικόνες ή λόγια άγγιξαν εσάς προσωπικά, περισσότερο ίσως από άλλα που έχουν πάρει τη δική τους θέση στη μνημόνευση του 1821;Α, είναι πάρα πολλά. Αλλά έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι συλλογές ανεκδοτολογικών περιστατικών του Γιάννη Βλαχογιάννη. Ειδικά για τον Καραϊσκάκη και τον Κολοκοτρώνη.Στη σελίδα 130 έχετε ενσωματώσει έναν «δημιουργικό αναχρονισμό» με τον κρατούμενο δυτικό άνθρωπο του ISIS. Περνάει ομαλά στην αφήγηση, αλλά νιώθετε ότι παίρνετε ρίσκο; Η Ιστορία είναι, τελικά, ένα συνεχές μοντάζ από εικόνες;Υπάρχει μια ειρωνεία σε αυτό. Συχνά επανέρχεται η αίσθηση ότι «στην εποχή μας» συντελείται η τελείωση του πολιτισμού. Πως στις μέρες μας δεν μπορούν να συμβούν οι φρικαλεότητες του παρελθόντος. Ετσι το σημείο που εντοπίσατε, συνομιλεί με ένα άλλο περιστατικό στη σελίδα 194. Εκεί ο Robert Walsh, ακόλουθος, του λόρδου Strangford στην Πόλη, παρακολουθώντας ως αυτόπτης μάρτυρας τις σφαγές που ακολούθησαν τον απαγχονισμό του Πατριάρχη το 1821, σημειώνει: «Πίστευα πως κάτι τόσο βάρβαρο μπορεί να συνέβαινε σε περασμένους αιώνες. Οχι όμως στην εποχή μας».Σε ένα δεύτερο επίπεδο λειτουργούν οι αφηγήσεις των ξένων που περιγράφουν τα γεγονότα της Επανάστασης. Τι θέλατε να πετύχετε με αυτές;Ο Μπαχτίν σημειώνει πως, θέτοντας ερωτήματα σε έναν ξένο πολιτισμό, αναζητούμε σε αυτόν απαντήσεις στα δικά μας ερωτήματα. Και η δική του απόκριση μας αποκαλύπτει νέες όψεις και νέα νοήματα. Οι ξένοι λοιπόν, εκείνοι δηλαδή που βρέθηκαν εδώ στα χρόνια του Αγώνα είτε ως φιλέλληνες είτε αναζητώντας ευκαιρίες, είδαν με άλλο μάτι την Επανάσταση. Και δεν μιλάμε για μία αλλά για πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες αφού, άλλα ήταν τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις των Γάλλων, άλλες εκείνες των Γερμανών, των Βρετανών, των Ιταλών, των Ελβετών.Η στάση του Πολύκαρπου απέναντι στους κοτζαμπάσηδες, τις ελίτ και ειδικά τον Μαυροκορδάτο είναι επικριτική στο μεγαλύτερο μέρος. Εκφράζει και τη δική σας οπτική ή εδώ μιλάει ο χαρακτήρας, τον οποίο πρέπει να αποδώσετε όσο το δυνατόν πειστικότερα;Η δική μου ματιά, όπως σας είπα, ταιριάζει καλύτερα μ' εκείνη της νεαρής αφηγήτριας. Ο Πολύκαρπος εκ των πραγμάτων κατέχει μια ιδεολογικά φορτισμένη θέση. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τον Μαυροκορδάτο και για όλους τους Αγωνιστές. Μετά το τέλος της Επανάστασης υπήρξε μια ευδιάκριτη συγγραφική κόντρα. Από τη μια υπήρχαν οι λόγιοι που προσπαθούσαν να συντάξουν μια «αντικειμενική», επίσημη ιστορία, όπως ο Σπυρίδων Τρικούπης. Από την άλλη, οι αγωνιστές των όπλων που ένιωθαν αδικημένοι, όπως ο Φωτάκος ή ο Μακρυγιάννης, απαντούσαν με απομνημονεύματα. Ο Πολύκαρπος ήταν από τη δεύτερη πλευρά. Λογικό λοιπόν στο graphic novel να κυριαρχεί η οπτική του αφηγητή Πολύκαρπου, που αν θέλετε, αποκαλύπτει και μια λιγότερο γνωστή εκδοχή της Ιστορίας.Αν κάποιος ιστορικός σάς υποδείκνυε ότι τελικά ο Μαυροκορδάτος δεν έχει κερδίσει την αναγνώριση που του πρέπει ως ένας από τους πρώιμους φιλελεύθερους της εποχής, τι θα λέγατε;Ο Μαυροκορδάτος συχνά αναφέρεται ως «αμφιλεγόμενη» προσωπικότητα, έχοντας διαχρονικά αποκτήσει φανατικούς εχθρούς και ένθερμους φίλους. Από τη μια πολλοί τον περιγράφουν ως «Σατανά», δολοπλόκο, θανάσιμο εχθρό του Βαρνακιώτη, του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη, του Ανδρούτσου, του Δημήτριου Υψηλάντη... Από την άλλη οι υποστηρικτές του μιλούν για τον κομβικό του ρόλο στα Συντάγματα, τη διπλωματία, τα δάνεια, τη δημιουργία κεντρικής εξουσίας. Μπορεί πράγματι ο χαρακτηρισμός του ως «Σατανά» να είναι υπερβολικός. Ομως απ' όσα τουλάχιστον συνάντησα στη βιβλιογραφία, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις ευθύνες του σε μια σειρά γεγονότων που συμμετείχε. Το ότι υπήρχε αντικειμενική ανάγκη να αναλάβει κάποιος τους δύσκολους ρόλους που πήρε, δεν σημαίνει πως εκείνος τους διαχειρίστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, βάζοντας πάντα το «εθνικό συμφέρον» πάνω και από τις δικές του επιδιώξεις. Και ο Καποδίστριας για παράδειγμα υπήρξε άριστος διπλωμάτης επιδιώκοντας το ίδιο την οργάνωση μιας κεντρικής διοίκησης, αλλά ο Μαυροκορδάτος έκανε τα πάντα για να τον υπονομεύσει. Το ζήτημα όμως της ευθύνης των προσώπων στην Ιστορία, είναι μια άλλη τεράστια κουβέντα.Ποιο αίσθημα θα θέλατε να πάρει ιδανικά ένας 18χρονος αναγνώστης, για παράδειγμα, μετά την ολοκλήρωση του graphic novel;Να γκουγκλάρει όλος περιέργεια τις πηγές κειμένων και εικόνων που παραθέτουμε στο παράρτημα, το οποίο έχουν επιμεληθεί με ιδιαίτερη φροντίδα οι εκδόσεις Ικαρος. Κι ακόμα καλύτερα, να πάει σε ένα βιβλιοπωλείο και να αγοράσει κάποια από αυτά τα βιβλία.Τον επόμενο χρόνο θα μνημονεύουμε το έτος μιας εθνικής καταστροφής, με το οποίο έχετε ασχοληθεί στο «Αϊβαλί». Ποιο αίσθημα κουβαλάτε εσείς πλέον από εκείνη τη δημιουργία;Το «Αϊβαλί» δεν σταμάτησε ούτε στιγμή τα έξι χρόνια της κυκλοφορίας του να παραμένει ζωντανό στους αναγνώστες και στα σχολεία. Αλλωστε περιμένουμε άμεσα και την ισπανική του μετάφραση, μετά την αμερικανική, τη γαλλική και την τουρκική. Υπάρχουν πολλές προτάσεις υπό διαμόρφωση για την επετειακή χρονιά που έρχεται. Εκείνο όμως που θα χαροποιήσει τους φανατικούς αναγνώστες του είναι πως ακολουθεί και ένα δεύτερο graphic novel για το 1922 που συνδέεται άμεσα με το «Αϊβαλί». Ομως μέχρι τότε μεσολαβούν πολύ σημαντικές δράσεις με τη «Μάχη της Πλατείας», έχοντας με την πολύτιμη υποστήριξη του ΕΛΙΔΕΚ, τη βοήθεια του Πανεπιστημίου Αιγαίου και τη συμβολή της της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου: εκθέσεις, ντοκιμαντέρ, ένα εργαστηριακό e-book 870 σελίδων, εκπαιδευτικά προγράμματα... Θα ενημερώνουμε γι' αυτές τις δράσεις και μέσω του site μας: 1821graphicnovel.gr.Θα λέγατε ότι έχουμε μάθει να συνομιλούμε με το παρελθόν μας ή η «εκπαίδευση» χρειάζεται κι άλλο χρόνο;Νομίζω πως έχουμε ακόμα πολύ δρόμο. Ελπίζουμε όμως πως σιγά σιγά, δουλειές όπως «Η μάχη της πλατείας» θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αφορμές συζήτησης για την ιστορία από εκπαιδευτικούς ή γονείς.
    Learn more

NEWSLETTER

Shopping cart

(0)

Your cart is currently empty.

Shop now

Ref.

Shipping & Returns