News
News List, News Categories, Events
-
Interviews
Θεόδωρος Κουρεντζής | Μια συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Χαμπίδη για την ποίηση και τη μουσική
This post is only available in Greek.Με αφορμή την έκδοση της ποιητικής σύνθεσης Ανώτερη όλων το καλοκαίρι, ο Θεόδωρος Κουρεντζής συνάντησε τον Κωνσταντίνο Χαμπίδη και μοιράστηκε κάποιες σκέψεις του. Μίλησε για τον τρόπο εργασίας του και τη σχέση του με τη δομή και την αποδόμηση των ήχων. Τον ρόλο της σιωπής στην τέχνη, τον καθαγιασμό της λέξης και την καύση της γλώσσας. Σε μια συζήτηση εκ βαθέων, θίγονται θέματα που δύσκολα κάποιος διακρίνει εάν εν τέλει αφορούν την ποίηση καθαυτή ή τη μουσική: ο ψευδισμός του ονείρου, οι ιαχές, οι τελάληδες των παιδικών αναμνήσεων του Θ. Κουρεντζή, η σχέση του δημιουργού με τον ακροατή του, ο ήχος ως μία κοινή γλώσσα. © φωτογραφίας Olya Runyova Κωνσταντίνος Χαμπίδης Λόγω των βιωμάτων μου, αντιμετωπίζω την ποίηση σαν μουσική. Σαν να είναι μια αέναη προσπάθεια φθόγγων να πλάσουν εικόνα. Έτσι αντιμετώπισα και το ανάγνωσμα αυτό. Υπάρχουν σημεία και λέξεις που επαναλαμβάνονται και μεταλλάσσονται σαν να είναι μουσικό θέμα ανεπτυγμένο σε μια σειρά από μετατροπίες.Θεόδωρος Κουρεντζής Η μουσική ψάχνει πάντα για νέους τρόπους να ζήσει στον ποιητικό λόγο. Πολλές φορές στα κρημνά της νόησης, στις χαραμάδες μεταξύ των πλήκτρων, εκεί που αρχίζεις να διακρίνεις το «αδιανόητο». Νά ένας τρόπος που ακολουθώ: ο λατρευτικός ψευδισμός.Κ. Χ. Εξηγήστε μας.Θ. Κ. Οι ωραιότεροι και βαθύτεροι στίχοι τραγουδιών είναι εκείνοι που για κάποιον λόγο δεν γίνονται κατανοητοί στο πρώτο άκουσμα. Κάποτε ακούς ένα τραγούδι από το διπλανό διαμέρισμα. Ο τοίχος και η απόσταση σβήνουν την άρθρωση, κι έτσι ακούς περίπου τη λέξη, το κέλυφός της. Δεν την αναγνωρίζεις, την αναζητάς. Την υποθέτεις, και τις περισσότερες φορές πέφτεις έξω. Όμως συνεχίζεις να τραγουδάς. Για να επιζήσει η αλλόκοτη λέξη, αποκτά μια ακαριαία υπόσταση και έννοια από το υποσυνείδητο. Αυτός είναι ο μαγικός ψευδισμός της λέξης. Η λάθος προσέγγιση της έννοιας στην ακουστική του εσώτερου χώρου.Κ. Χ. Το μυστήριο των χαμένων συλλαβισμών;Θ. Κ. Ακριβώς. Αυτοί ‒ οι ωραιότεροι στίχοι. Οι άγνωστοι. Αν τύχει και διαβάσεις μετά ποιοι ήσαν στην πραγματικότητα, απογοητεύεσαι. Το συγκεκριμένο βάζει απαγορευτικό στο ταξίδι αναζήτησης της εξόριστης λέξης. Όταν άκουσες λάθος το σωστό, άθελά σου άνοιξες μια βαθύτερη αλήθεια.Κ. Χ. Ναι, αλλά αυτό δεν περιέχει μια ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στη φυσική γλώσσα και στη μουσική; Ποια γλώσσα επικρατεί της άλλης; Προτιμάτε να ακούτε ή να κατανοείτε;Θ. Κ. Θέλω o ακροατής ή ο αναγνώστης να καταλάβει τόσο όσο μου χρειάζεται, για να τον ταξιδέψω. Αν υποψιαστεί την τεχνολογία της δομής μου και δει το μηχανοστάσιο, τα γρανάζια και τα καλώδια, ξυπνάει ‒ οπότε τον έχω χάσει. Ο ερμητικός τόνος δεν είναι απλά μια σκοτεινή αιώρηση και μια απόκρυψη πληροφοριών. Όχι. Είναι ο ήχος ενός παράλληλου κόσμου, που για να κάνει αντήχηση, στον κοινώς αποδεκτό μας κόσμο, χρειάζεται ένα κρυφό αλλά πολύ συγκεκριμένο πλάνο κι έναν αόρατο θαμμένο τηλεβόα. Αυτό κάνει τον στίχο από την αιώρησή του να γειώνεται μέσα σου: είναι το μυστικό υπόβαθρο που βρίσκεται πάντα κρυμμένο κάτω από το τραπεζομάντιλο του θαυματοποιού.Κ. Χ. Πού σχετίζονται μουσική και ποίηση;Θ. Κ. Στα όνειρα. Και στη φθορά τους.Κ. Χ. Διάβασα κάποτε την κριτική μιας ηχογράφησης της Πέμπτης του Μάλερ υπό τον Sir Simon Rattle, και έγραφε σε κάποιο σημείο: «Ο μαέστρος μάς έδειξε πώς γίνεται η Πέμπτη». Εν ολίγοις, φάνηκαν τα καλώδια, είδαμε τα γρανάζια, αλλά όχι την Πέμπτη Συμφωνία. Καταλαβαίνω τι λέτε, προτιμάτε τη μαγεία και όχι μια τεχνική αποπεράτωση. Τι συμβαίνει όταν η μουσική καλείται να συνοδεύσει την ποίηση;Θ. Κ. Η μουσική αδυνατεί μπρος στη «μεγάλη ποίηση», σηκώνει ψηλά τα χέρια, γιατί εκεί η μουσική έχει ήδη γραφτεί από κάποιον άλλον. Ενώ ο λιτός-«ανάπηρος» στίχος, που δεν στέκει από μόνος του, είναι εκείνος που εκτοξεύεται με τη μουσική!Όταν θέλω να γράψω μουσική με στίχο, γράφω σχεδόν πάντα πρώτα τη μουσική και μετά προσθέτω από πάνω τον στίχο. Για ποιο λόγο; Γιατί η μουσική δεν δέχεται μέσα στο σώμα της κάτι ξένο με τους δικούς του ήχους. Χρειάζεται απλώς ένα μικρό έναυσμα, για να εμφυσήσει ένα κρυμμένο μεγάλο νόημα στην καθημερινή αμαρτωλή λέξη. Αυτή είναι η παντοδυναμία της μουσικής. Αγιοκατατάσσει τη λέξη.Κ. Χ. Αυτό είναι προφανώς υποκειμενικό, αλλά εγώ πάντα προτιμώ τη μουσική ως κυρίαρχη, ως αυτόνομη, παρά με τη συνοδεία της ποίησης. Πόσο βασικός είναι η ήχος και η έννοια στην ποίηση;Θ. Κ. Η δύναμη της λέξης είναι που πεθαίνει μετά τον κρότο της. Στην ποίηση έχουμε να κάνουμε με μια συνακολουθία μικρών θανάτων. Η σιωπή είναι εκείνη η μυστηριώδης λάμψη που ακολουθεί τον τραγικό χαμό της λέξης. Τη βλέπω σαν αναστάσιμη λάμψη. Λοιπόν, με ποιον τόνο σπας τη σιωπή; Ποια η ουρά της λάμψης; Ποια τα εγκαύματα; Ποια η θεραπεία; Είναι τόσο σημαντικό το πώς βάζεις τη λευκότητα της σιωπής στο μαύρο του χαρτιού. Πώς την τυπώνεις.Κ. Χ. Επιδέχεται ερμηνεία η σιωπή;Θ. Κ. Η νοερά ανάγνωση είναι το Πανεπιστήμιο των υποσυνείδητων κρότων. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσεις τη μουσική τη χωρίς ήχο, να αφουγκραστείς μέσα σου την ψυχική δόνηση και το résonance που υποθάλπει η λέξη. Ερμηνεύεις τη σιωπή περνώντας από την καθημερινή σου επικοινωνία με τη λέξη σε μια άλλη, πολύ ειδική και εύθραυστη αντίληψη του κόσμου της. Η λέξη μέσα στο ποίημα δεν σημαίνει αυτό που σημαίνει καθημερινά. Η σιωπή είναι υπόσχεση.Κ. Χ. Μιας νέας γλώσσας;Θ. Κ. Η αίσθηση και η φιλοσοφία της γλώσσας παραμορφώνεται λόγω της διεύρυνσης, όπως ακριβώς και στο όνειρο. Τα πιο περίεργα πράγματα βρίσκουν εκεί τη φυσιολογική τους αιτία.Κ. Χ. Στη μουσική, όμως, αυτό το περίεργο déjà-vu δεν είναι πιο εύκολο να βγει; Δηλαδή, η υπερφυσική εικόνα, που είναι άρρητη στη γλώσσα, δεν είναι πιο εύκολο να υπηρετηθεί με τον ήχο; Αφού δεν είμαι δέσμιος της φυσικής γλώσσας, των όρων, των λέξεων, της γραμματικής και του λεξικού.Θ. Κ. Είσαι δέσμιος φυσικών ήχων και συχνοτήτων. Αυτό που λέω συχνά είναι ότι η οποιαδήποτε Συμφωνία του Μάλερ υπάρχει κομματιασμένη σε ένα μεγάλο μποτιλιάρισμα. Αν πάρεις όλους τους ήχους που ηχούν, αναλύσεις όλο τον θόρυβο, αυτό το τεράστιο cluster, θα δεις ότι έχεις όλη την γκάμα των συχνοτήτων που χρειάζεται η Συμφωνία. Δεν έχεις μόνο το timbro. Πάντως, θεωρητικά, αν πάρεις τις ηχητικές ψηφίδες και τις ενώσεις, μπορείς να συνδέσεις σαν παζλ την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ. Όμως θα είναι αυτό το πράγμα μουσική;Κ. Χ. Όχι. © Anna Avrora Zhukovskaia Θ. Κ. Το ζητούμενο λοιπόν είναι: Τι είναι αυτό που μεταστοιχειώνει τον θόρυβο σε ήχο; Τι είναι αυτό που κάνει τον ήχο μουσική; Με είχαν κάποτε καλέσει επιστήμονες σε κάποια τεστ ανθρωπολογικής φύσεως, στο Ζάλτσμπουργκ. Καθόμασταν και μας έδειχναν πώς ο υπολογιστής με τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχίσει ένα «Νυχτερινό» του Σοπέν. Μας είχε πιάσει νευρικό γέλιο, δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε ‒ δεν είχε καθόλου ταλέντο αυτός ο υπολογιστής… Ίσως αυτό που δεν έχουν καταλάβει όλοι εκείνοι που ασχολούνται με το ΑΙ είναι ότι η πληγή και η ατέλεια που έχει ο άνθρωπος, τα αντισώματα και η αντανακλαστική συμπεριφορά που αναπτύσσει για να επιβιώσει με τις ρωγμές του, είναι αυτό που ονομάζουμε σ’ αυτόν τον κόσμο που ζούμε Τέχνη. Το αθώο λάθος της Αγάπης! Σε έναν τέλειο κόσμο, τελικά, ποια η υπόσταση της ποίησης; Ίσως μόνο η Δοξολογία. Μοιάζει εσχατολογική αυτή η προσέγγιση, αλλά διανύουμε τα έσχατα, τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια, οπότε όλη η τέχνη και η αγία παράδοση αυτοδιαπραγματεύεται. Θα έχει ή δεν θα έχει ο θάνατος εξουσία;Κ. Χ. Δεν θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς όμως. Έγραψε και ο Χάιντν τη Συμφωνία της Αρκούδας, του Ρολογιού και της Χήνας. Έγραψε μουσική για την ευτυχία!Θ. Κ. Μπράβο του.Κ. Χ. Θέλω να πω ‒ δεν γίνεται αλλιώς; Η τέχνη απαιτεί πόνο;Θ. Κ. Αναρωτήθηκε κάποτε ο ποιητής του Υπερίωνα πριν περάσει στην τρέλα: «und wozu Dichter in dürftiger Zeit?» [μτφρ. Γ. Σεφέρη: «Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;»] Και ο στωικός Μίλτος Σαχτούρης απάντησε: «Δεν έχω γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω».Κ. Χ. Ναι. Μα έτσι ονομάζεται το κοκτέιλ της ανθρώπινης επιτυχίας κατά Σαχτούρη: δυστυχία.Θ. Κ. Δεν είναι δυστυχία, είναι συντρέχεια. Γι’ αυτό η σιωπή είναι το υψηλότερο πόνημα της χρυσοστομίας, ο πιο βασικός κανόνας συμμετοχής στην Αγάπη και ο μεγαλύτερος κρότος. Έχετε μπει σε δωμάτιο vacuum;Κ. Χ. Όχι, δεν έχω μπει.Θ. Κ. Είναι ένα δωμάτιο τόσο αποστειρωμένο από κάθε έννοια ήχου, όπου ελαφρώς πανικοβάλλεσαι όταν μπαίνεις μέσα, αισθάνεσαι σαν να σε έχουν αποκλείσει στον εαυτό σου. Κι όταν αρχίζει να σε σοκάρει η φοβερή ένταση της σιωπής, επειδή είναι κάτι από τα αβίωτα, μετά από κάποια δευτερόλεπτα αρχίζεις ν’ ακούς έναν περίεργο ήχο ‒ την καρδιά σου. Μετά από λίγο έναν άλλο ήχο ‒ το αίμα σου. Και πού είναι τελικά η σιωπή; Δεν υπάρχει. Ίσως μόνο όταν πεθάνεις μπορείς ν’ αφουγκραστείς τη σιωπή ‒ αλλά και πάλι δεν την έχεις, γιατί δεν έχεις αίσθηση. Οπότε η σιωπή είναι μια πολυπόθητη Ουτοπία, που προϋποθέτει όμως τον ήχο και το αισθητήριο.Κ. Χ. Πώς εμπνευστήκατε να ακολουθήσετε αυτήν την περίεργη μέθοδο για να δημιουργήσετε τη διάσταση της «απόσυρσης» έως τη σιωπή;Θ. Κ. Η ερμητική διάσταση πλάθεται από θραύσματα νοεράς σιωπής που τείνουν να συμπληρώσουν την εικόνα η οποία εμφανίζεται στα κρύφια του αναγνώστη. Tο Κοντάκιον 2, π.χ., το είχα γράψει αρχικά σαν μουσικό έργο: Σε πεντάγραμμο, με συγκεκριμένους αγωγικούς ρυθμούς, μετρονόμο και τονικό ύψος.Κ. Χ. Είχε τα χαρακτηριστικά, ακόμα και εικαστικά, της σύγχρονης παρτιτούρας.Θ. Κ. Κατά κάποιον τρόπο. Μετά σκέφτηκα ότι πολύ λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να το διαβάσουν, κι έτσι το απλοποίησα. Στην τωρινή του μορφή η κάθε τελεία πρέπει να έχει διάρκεια μισό δευτερόλεπτο. Ο τόνος της φωνής πρέπει να είναι σε ανεπαίσθητο pianissimo, και βέβαια είναι αναγκαίο να απαγγέλλεται, όχι να διαβάζεται νοερά. Έτσι λειτουργεί. Και σχεδόν πάντα όταν διαβαστεί έτσι ανοίγει τη συχνότητα που θέλω.Κ. Χ. Βγάλατε τις οδηγίες ανάγνωσης για να αποφύγετε τον φορμαλισμό. Καταλαβαίνω. Πείτε μου για την ηχώ που συναρπάζει το έργο σας.Θ. Κ. Κάνω μια συλλογή από παλιές κασέτες τελάληδων. Οι πλανόδιοι πωλητές που είχαν μικρά φάλτσα τραγουδάκια σαν Sprechstimme, από τους παππούδες τους, σαν ξόρκια. Στην αρχή με τις καρότσες, μετά με αυτοκίνητα, γέμιζαν τη συνοικία με την ηχώ τους. Και τα πρωινά σε ξύπναγε από μακριά το «λυκόφως» του ήχου. Δεν βγάζεις τι λένε, καταλαβαίνεις όμως τι προσευχή πουλάνε κι αγοράζουν.Από τη δεκαετία του εβδομήντα άρχισαν να χρησιμοποιούν κασέτες. Είχαν ένα μεγάφωνο και μια κασέτα και βάζανε ηχογραφημένη τη φωνή τους: «καστανόχωμα», «ο παλιατζής», «όλα τα παλιά αγοράζω», «παλαιά πετάω». Αυτές τις κασέτες τις ψάχνω διαρκώς για να βρω τη γλωσσολαλία του ονείρου. Αυτή είναι η μνήμη μου στον κόσμο: ο ήχος που σβήνει και αναπλάθεται στη μνήμη. Η διάρκεια του ήχου και η μετά θάνατον ηχώ. Όπως ο ήχος γ΄: Είναι ο τελάλης μακριά και ο αναγνώστης κοντά, στο δωμάτιο. Είναι μια πολύ περίεργη…Κ. Χ. … μουσική. Ποια ήταν Ανώτερη όλων το καλοκαίρι;Θ. Κ. Είναι το καλοκαίρι θηλυκού γένους.Κ. Χ. Είναι φανταστικά τα πρόσωπα της αφήγησης;Θ. Κ. Αληθινά. Καμένα από την ακτινοβολία της νοσταλγίας μου. Νιώθω συχνά σαν μόνο οι πεθαμένοι φίλοι μου να καταλαβαίνουν για ποια ζωή παίχτηκε το παιχνίδι, έτσι λοιπόν ενισχύω την προσπάθειά τους και τους μνημονεύω, κι ας μου έχουν κόψει την καλημέρα.Η Οξάνα, ας πούμε, προσπάθησε να επιβιώσει, και επιβίωσε. Την είχα αποκηρύξει επανειλημμένα, δεν ήθελα να την αφήσω στη σύνθεση. Μέχρι και τελευταίως έκανα διορθώσεις, άλλαζα μπρος-πίσω, 15 χρόνια από τότε που το έχω πρωτογράψει. Το πρώτο ποίημα της σύνθεσης, όπως και ο τίτλος, Ανώτερη όλων το καλοκαίρι, γράφτηκαν το 1995. Από τότε πέρασε μεγάλο ταξίδι δουλειάς μέχρι ν’ αποκτήσει αυτή την ασυγκέραστη συμμετρία. Είναι όλο κομμένο και ραμμένο στο χιλιοστό.Κ. Χ. Για τα καλώδια και τα γρανάζια που λέγαμε πριν…Θ. Κ. Στην πρώτη του μορφή είχε ίσως μια πιο νοσταλγική πηγαιότητα. Μ’ ενδιαφέρει όχι τόσο ο ήχος όσο οι παρενέργειές του στη μνήμη. Αυτή η δηλητηρίαση που παθαίνεις όταν σε γλυκοκοιτάξει το ποίημα. Αργότερα άρχισα ν’ αποζητώ όλο και περισσότερο την ανάπαυση και την απόσυρση στα «κρύφια».Κ. Χ. Τι είναι προτιμότερο να συμβεί στον αναγνώστη; Να δηλητηριαστεί από το ποίημα ή να μείνει εκστατικός και να χειροκροτά; Θέλουμε το χειροκρότημα στο τέλος;Θ. Κ. Μα ως δηλητηρίαση εννοώ τη μέθη, αυτό που λέτε έκσταση. Εάν μπορούσα να επιλέξω ένα αποτέλεσμα, θα επέλεγα μια ευφροσύνη και συναίσθηση αγιότητας ως αυτό που θα ’θελα ν’ απομείνει. Το χειροκρότημα μετατρέπει την καρδιά από κέντρο αγάπης σε ζωτικό όργανο. Άγαρμπη συνήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης το χειροκρότημα. Στο ραδιομέγαρο Dom Radio στην Πετρούπολη, που είναι ή προσωπική μου ουτοπία, πολύ σπάνια χειροκροτούν.Κ. Χ. Το βιαστικό χειροκρότημα είναι ένας ναρκισσισμός, θέλουν οπωσδήποτε να δηλώσουν ότι είναι εκεί. Υπάρχει και αυτή η ερμηνεία. Είμαι κι εγώ εδώ, συμμετέχω.Θ. Κ. Η συμμετοχή του ακροατηρίου είναι όντως κάτι πάρα πολύ σημαντικό, δεν εξαρτάται όμως από τον θόρυβο που μπορεί να κάνει, αλλά από τον συντονισμό του στη δόνηση που εκτυλίσσεται. Η Ρωμαϊκή αρένα επέβαλε στον κόσμο το χειροκρότημα.Κ. Χ. Με ποιον τρόπο το ακροατήριο μπορεί να συμμετέχει ενεργά;Θ. Κ. Με τη δύναμη και την ενέργεια της σιωπής. Είναι τόσο εκκωφαντική η ισχύς όταν πολλοί άνθρωποι μαζί αποφασίζουν συνειδητά τη σιωπή. Είναι ομαδική κένωση. Στην Επίδαυρο, όταν έκανα πρόβα κατά τις δύο το πρωί, ζήτησα να σβήσουν όλα τα φώτα. Μείναμε έκπληκτοι άπαντες οι μουσικοί από την «αποκάλυψη» της αστρο-ηχητικής διάστασης του ιερού χώρου. Και είπα στον εαυτό μου: Αυτό θα κάνω αύριο στο κοντσέρτο ‒ θα σβήσω όλα τα φώτα και θα τους αφήσω 5 λεπτά στο σκοτάδι να ευφρανθούν. Αυτό ήταν το «δώρο». Δυστυχώς στη συναυλία δεν έγινε απολύτως κατανοητή η πρόθεσή μου και κάποιοι χειροκρότησαν στο τέλος.Κ. Χ. Αυτή είναι μια πολύ ειδική συζήτηση. Πώς εκπαιδεύεις το συναυλιακό κοινό. Μακριά από το ποίημα που έχει αυτή τη μοναχικότητα και το διαβάζεις μέσα σου, χωρίς αυτές τις αποσπάσεις. Αν έπρεπε να έχει (είναι λίγο κλισέ η ερώτηση) μουσικό χαλί, τι θα ήταν αυτό;Θ. Κ. Στριγκλιές κοριτσιών, αρχαίες μονωδίες, κλαυθμοί, ψαλμωδίες, ήχοι από παιδιά που βγαίνουν στο προαύλιο ενός σχολείου, μακρινό τραγούδι πουλιών, περίεργοι βόμβοι, ιαχές. Κάτι σαν την προσωπική μου μουσική.Κ. Χ. Πάντως στο ποίημά σας συναντάμε, θα λέγαμε, διαφορετικές εποχές της ελληνικής γλώσσας: αρχαία, γλώσσα του Ευαγγελίου, και διακρίνεται μια παράξενη εκκλησιαστική δομή.Θ. Κ. Αγαπώ τη μυροβλύζουσα γλώσσα σε όλες τις χρονικές της περιόδους. Αγαπώ να επιλέγω τα σωστά βότανα για τη σωστή θεραπεία. Έτσι μπαίνω σε δημιουργία μουσικής και ποίησης, που νιώθω πως με θεραπεύει, και έτσι ποθώ να ζήσω για να εξερευνήσω ακούγοντας και διαβάζοντας. Ίσως είναι πολύ εγωκεντρική η γενικότερη στάση μου στην τέχνη. Σίγουρα γι’ αυτόν τον λόγο διευθύνω και ορχήστρες. Για να ανοίξω μια νέα συχνότητα αντίληψης στους μουσικούς και να τους καλέσω να με συντροφεύσουν σ’ εκείνη τη διάσταση όπου θέλω να συνυπάρξω με την εκάστοτε μουσική.Κ. Χ. Στην πραγματικότητα, όμως, πολλοί αναπαράγουν μουσική μόνο για το κοινό, σαν να μην έχουν περιθώρια να βάλουν τη δική τους ματιά μέσα στην ερμηνεία. Είναι μεγάλα τα περιθώρια;Θ. Κ. Εξαρτάται από το «μάκρος» και το «πλάτος» της διαίσθησης του κάθε ερμηνευτή.Κάποιες φορές μπορώ να αλλάξω και 15 «τονισμούς» και ηχοχρώματα για να πω το ίδιο πράγμα. Για να πετύχω τη μοναδική απόχρωση της ιδέας. Το ίδιο πράγμα μπορείς να το πεις διαφορετικά και να υπαινιχθείς κάτι άλλο που δεν βρίσκεται στην επιφάνεια. Ο συνθέτης γράφει μόνο τα απολύτως απαραίτητα.Κ. Χ. Στη σύγχρονη μουσική;Θ. Κ. Εκεί δυσκολεύουν τα πράγματα. Έχω συνθέσει και ερμηνεύσει έργα που πρέπει να διαβάσεις ένα ολόκληρο βιβλίο για να τα παίξεις. Κι αυτό γιατί είναι γραμμένα σε νέες τεχνικές και συστήματα γραφής. Πάντα είναι ένα δίλημμα όταν ξεκινάς να γράφεις ένα έργο, πώς να το τυπώσεις, πώς να το κωδικοποιήσεις στο χαρτί. Το index που φτιάχνω για τα έργα μου δεν μου αρέσει καθόλου. Αλλά θα ήταν αδύνατον για κάποιον άλλο να τα παίξει χωρίς αυτό. Δεν θα καταλάβαινε τίποτα. Εδώ, στο ποίημα, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν έχουμε αυτό το περιθώριο και οποιαδήποτε οδηγία δώσεις αυτόματα καταργεί τον ερμητικό τόνο. © Anna Avrora Zhukovskaia Κ. Χ. Οπότε αν μπούμε σε μια χρονοκάψουλα και πάμε στην Επίδαυρο του 2150, αν έχουμε επιβιώσει από τις κλιματικές αλλαγές και τα διάφορα που θα έχουν συμβεί, όχι εμείς προσωπικά αλλά οι απόγονοί μας, και είναι κάποιος στο κέντρο εκεί του κοίλου και διαβάζει το ποίημα με τους δικούς του όρους, χωρίς τις εξηγήσεις τις δικές σας, πώς θα θέλατε να το διάβαζε;Θ. Κ. Θα ήθελα να ήταν μια γηραιά φωνή με την παλαιά αθηναϊκή προφορά, έτσι όπως μιλάγαν οι παλιές γυναίκες των Αθηνών, η γιαγιά μου και η προγιαγιά μου. Θυμάμαι με νοσταλγία αυτή την τρυφερή αξιοπρέπεια του Αθηναϊκού γυναικείου λόγου, που είχε στο βάθος του μια νηπτική και συγχωρητική γνώση. Γενικά, απεχθάνομαι τη σημερινή αμερικάνικη γλωσσολαλιά των περισσοτέρων νέων γυναικών των Αθηνών. Δεν μπορείς με έναν τέτοιο τόνο να διαβάσεις έναν Ορφικό ύμνο. Θ’ αρχίσει να βγάζει καπνούς η γραφή.Κ. Χ. Μιλήσατε για νηπτικό λόγο. Πιστεύετε στη λογοθεραπεία;Θ. Κ. Για να συνθέσουμε τον λόγο, πρέπει να παρατηρήσουμε τα υλικά του όταν αποδομείται. Όταν κάποιος κομπιάζει ενόσω μιλάει, πολλές φορές εκφράζει πιο καθαρά το αδιέξοδο της σκέψης του ‒οπότε και της γλώσσας‒ απ’ ό,τι με μια συγκροτημένη σκέψη και ευφράδεια. Πιστεύω ότι μία από τις πιο θεραπευτικές αποδομήσεις της γλώσσας βρίσκεται στην απεγνωσμένη προσευχή, εκεί όπου στερεύουν όλες οι λέξεις και κινδυνεύουν οι έννοιες σε αδιέξοδα. Είτε στην αργή περιφορά της λέξης, όταν κάποιος ψέλνει π.χ. έναν εωθινό ύμνο.Η υμνωδία βρίσκω πως είναι θεμελιώδης ανθρώπινη ανάγκη! Στον ιδανικό μου κόσμο, τέσσερις η ώρα το πρωί σηκώνομαι και ψέλνω νέους ύμνους, δηλαδή υμνώ, και μετά αρχίζω την ημέρα μου. Η ανάγκη τού υμνείν είναι πηγή θεραπείας, είναι και ανταπόδοση στη ζωή.Κ. Χ. Η θεραπεία όμως προϋποθέτει την ουλή.Θ. Κ. Η ουλή είναι πρωτοβίωμα της φθοράς και μουσικός φθόγγος. Στολίδι των ερωτευμένων και των ποιητών.Κ. Χ. Επιστρέφω στο προηγούμενο ζήτημα. Αναρωτιέμαι: Πόσο αναγκαίο είναι να τεκμηριώνονται οι ερμηνείες ενός έργου; Ποιες οι δυνατές αντιστάσεις που μπορεί να αναπτύξει ο καλλιτέχνης και ο αναγνώστης σήμερα σε ένα διδακτικό ύφος ποίησης; Και κατά πόσο η ποίηση χειραγωγείται στις μέρες μας από το δοκίμιο;Θ. Κ. Πιστεύω πως τα περισσότερα έργα που γράφονται στην εποχή μας είναι δοκιμιακά, με την έννοια του διανοητισμού. Ο υλισμός του 20ού αιώνα επικράτησε στην αισθητική της τέχνης. Ο Λε Κορμπιζιέ και ο Μπουλέζ έγιναν κυβέρνηση και θεσμός. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Που η ακραία έπαρση μιας προικισμένης διανοητικής φύσης οδηγεί σε έναν τόσο ακραίο αγνωστικισμό και θεοποίηση του ανθρώπινου εγκεφάλου, όπου τα δείγματα γραφής είναι πάντα αφ’ υψηλού και τρόπον τινά «εξυπνακίστικα». Μωρία, εν τέλει… Στο ποίημα δεν επιβεβαιώνεσαι για τον εαυτό που βρήκες, θρηνείς για τους εαυτούς που έχεις χάσει. Αυτός ο κόσμος των μη όντων έχει μια ιερότητα μέσα του. Διυλίζει το μέλος από τη γύρη μιας μυστικής συμπόνιας για τα όντα.Κ. Χ. Εύκολο για σας να το λέτε αυτό, αφού με την ιδιότητα του αρχιμουσικού ‒και το λέω εγώ ως κοινό από εδώ‒ είστε λατρεμένος στην Ελλάδα. Οπότε έχετε και την κατανόηση του κόσμου αλλά και το βήμα ώστε να δημιουργείτε αυτό που αληθινά θέλετε.Θ. Κ. Δεν σημαίνει ότι όλος ο κόσμος που με αγαπά κατανοεί σε βάθος αυτό που κάνω.Κ. Χ. Αυτό είναι μια δεδομένη κατάσταση, φαντάζομαι, πράγματι.Θ. Κ. Ίσως όμως βρίσκει πάνω μου μία ανάπαυση, ή πιθανόν μία παρηγορία, κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό και το εκτιμώ. Από την άλλη, σε τι τρελά βάθη έχω πέσει, σε τι βάραθρα, για να ηχογραφήσω π.χ. μια Συμφωνία του Μάλερ, τι μώλωπες έχω στο κρανίο μου από επιθέσεις εναντίον των τοίχων, από τι μπαλκόνια έχω πηδήξει από μικρός για να ανακαλύψω τα τραυματικά μυστικά της βαρύτητας… Είναι μεγάλες οι θυσίες που έχουν γίνει για να βγει ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα και όχι κάτι τυχαίο. Κι εδώ χρειάζομαι την απόλυτη κοινή αποδοχή της έννοιας από εκείνον που λέει πως μ’ αγαπά. Να μιλάμε για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Να μη χάσουμε την ευκαιρία.Κ. Χ. Αυτό συμβαίνει και σε δικά σας έργα; Πώς αισθάνεστε όταν άλλος αρχιμουσικός διευθύνει μια δική σας σύνθεση;Θ. Κ. Τα έργα που γράφω, είτε είναι μουσική είτε ποίηση, λόγω της πείρας μου ως ερμηνευτή είναι πλασμένα έτσι ώστε να λειτουργούν ακόμα και αν χάσεις το 80% τους. Όταν έγραφα το Ανώτερη όλων το καλοκαίρι, γνώριζα ότι μπορεί να χάσω μέχρι και το 90% από το έργο από διάφορα ατυχήματα: κακή ανάγνωση, κακή συνθήκη, θόρυβος, διακοπή, ξεφύλλισμα κτλ. Και ακριβώς γι’ αυτό το έχω κάνει έτσι το έργο ώστε να «ηχεί» ακόμα και αν χαθεί το μεγαλύτερο μέρος του. Υπάρχουν άλλα έργα στα οποία αν χαθεί ένα ελάχιστο ποσοστό από την κατανόησή τους δεν λειτουργούν καθόλου. Άλλοι μαέστροι που διευθύνουν έργα μου, συχνά με ρωτάνε: «Σωστά ή λάθος;» Συνήθως δεν τους δίνω καμία απάντηση. Λέω μέσα μου: «Το παίζει λάθος, αλλά μου αρέσει». Μου αρέσει ότι το έχει αντιληφθεί έτσι και το βλέπει μέσα από ένα προσωπικό του βίωμα.Κ. Χ. Άρα υπάρχουν έργα που επιβιώνουν με ανοχή και άλλα που όχι;Θ. Κ. Υπάρχουν έργα τα οποία δεν επιβιώνουν με ανοχή, και εκεί είμαι κάθετος. Και δικά μου ακόμα έργα υπάρχουν που δεν λειτουργούν με ερμηνευτική ελαστικότητα. Εκεί δίνω μεγάλη προσοχή στην ασφάλεια της μορφής, μην τυχόν καταστραφεί από περιττούς συναισθηματισμούς που μπορεί να προσθέσει ο παραλήπτης εν βρασμώ ψυχής. Τότε το έργο λειτουργεί ως ωρολογιακή βόμβα ‒ εάν πέσει περισσότερος συναισθηματισμός απ’ όσο χρειάζεται, διαλύεται από μόνο του. Έχει δικλίδες ασφαλείας.Κ. Χ. Μετά από αυτό το ποίημα, τι ακολουθεί;Θ. Κ. Έχω τρεις συλλογές.Κ. Χ. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτές;Θ. Κ. Η μία, που βρίσκεται στο στάδιο της διόρθωσης, είναι ύμνοι ‒ αγιογραφίες κορασίδων. Όταν κοιτάς μέσα σου το πρόσωπο ενός κοριτσιού σαν τη Neerja Bhanot, ή την Αγία Ειρηνούλα που έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, όμως υπάρχει εν τη ηχοί στην ακουστική της καρδιάς. Η ακουστική της αγιότητας. Το σπήλαιο όχι σαν μέρος καταφυγής αλλά σαν στούντιο νέας ηχητικής συμπεριφοράς, όπου η ηχώ προϋπάρχει της λέξης. Αυτό που σε οδηγεί σε έναν πολύ βαθύ υποσυνείδητο οραματισμό των νοημάτων ‒ τι θα σήμαινε άραγε η λέξη η εξόριστη όταν κάποτε υπήρχε.Learn more
-
Interviews
Karissa Chen: «Η ζωή και οι εμπειρίες είναι εξίσου σημαντικές με τη γραφή» | Συνέντευξη στο ΒΗΜΑgazino
This post is only available in Greek.Η διεθνούς φήμης συγγραφέας Karissa Chen μιλάει στο ΒΗΜagazino και τον Γιώργο Νάστο για το εξαιρετικό μυθιστόρημά της Μια χώρα ανάμεσά μας, για τις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης και για την κληρονομιά του κινήματος #metoo.Φαίνεται ξεκάθαρα πόσο πολύ κόπο και τι ενδελεχή έρευνα έκανε η Καρίσα Τσεν για το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Μια χώρα ανάμεσά μας, το οποίο έχει αγαπηθεί από το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό αλλά έχει τύχει και θερμής υποδοχής από τη διεθνή κριτική. Μέχρι την έκδοση του βιβλίου (το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος, σε μετάφραση Βάσιας Τζανακάρη), κείμενα και δοκίμια της γεννημένης το 1982 συγγραφέως είχαν δημοσιευθεί μεταξύ άλλων στα «The Atlantic» και «The Cut», ενώ μέχρι πρόσφατα υπήρξε αρχισυντάκτρια στο περιοδικό «The Rumpus» – σήμερα εργάζεται ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό «Hyphen». Στο λογοτεχνικό ντεμπούτο της, λοιπόν, αφηγείται την ιστορία δύο ερωτευμένων που η ζωή και οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες τούς χωρίζουν βάναυσα και ξαφνικά, για να τους επανενώσουν, χρόνια μετά, τα παιχνίδια της μοίρας σε έναν ξένο τόπο που έγινε για εκείνους πατρίδα.Τι πυροδότησε την ιδέα για αυτό το μυθιστόρημα; Μπορείτε να μοιραστείτε την αρχική έμπνευση ή τη στιγμή που σας οδήγησε να ξεκινήσετε αυτή την ιστορία;«Η αφήγησή μου βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό: το 2005, λίγο αφότου ο παππούς μου έφυγε από τη ζωή, η οικογένειά μου μάζευε τα πράγματά του και βρήκαμε μια φωτογραφία όπου έκλαιγε μπροστά στον τάφο της μητέρας του. Ηταν δεκαεννέα όταν έφυγε από τη Σανγκάη για την Ταϊβάν και δεν φανταζόταν ότι θα του έπαιρνε σχεδόν σαράντα χρόνια για να γυρίσει – μέχρι τότε η μητέρα του είχε ήδη πεθάνει. Τότε εγώ δεν ήξερα όλες τις λεπτομέρειες, αλλά είδα το πρόσωπο του δυνατού παππού μου να λυγίζει από τη συγκίνηση και αυτή η εικόνα με συγκλόνισε. Αρχισα να ψάχνω την ιστορία πίσω από τη φωτογραφία και έμαθα πως πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την ηπειρωτική Κίνα για την Ταϊβάν στο τέλος του εμφυλίου. Εγινα σχεδόν εμμονική με τις ζωές τους και σκεφτόμουν συνέχεια πόσο πολύ ποθούσαν τα σπίτια και τους δικούς τους.Γράφοντας διηγήματα και δοκίμια γύρω από αυτά τα θέματα για χρόνια, ήξερα πως ήθελα κάτι μεγαλύτερο – ένα μυθιστόρημα –, όμως δεν ήξερα πώς να αρχίσω. Ωσπου μια βραδιά μίλησα με έναν φίλο από το γυμνάσιο, για τον οποίο κάποτε ένιωθα κάτι παραπάνω αλλά δεν είχαμε βγει ποτέ ούτε ένα ραντεβού. Στα αστεία είπαμε: “Τι θα γινόταν αν είχαμε γνωριστεί αργότερα στη ζωή μας;” – και σκέφτηκα: Τι θα γινόταν αν αυτό που μας χώρισε δεν ήταν μια συγκυρία της εφηβείας, αλλά ένας πόλεμος; Είδα στο μυαλό μου δύο ηλικιωμένους να συναντιούνται τυχαία σε ένα παντοπωλείο μετά από δεκαετίες. Καθώς έγραφα έντονα και παθιασμένα, ο Χαϊγουέν και η Σούτσι ζωντάνεψαν μπροστά μου».Ο αυθεντικός τίτλος, «Home seeking», υποδηλώνει αναζήτηση της έννοιας του «σπιτιού» και της ταυτότητας. Πώς λειτουργεί το «σπίτι» για τους χαρακτήρες σας και γιατί η έννοια της αναζήτησής του είναι τόσο κεντρική;«Για τους βασικούς ήρωές μου, το σπίτι σταδιακά παύει να είναι κάτι χειροπιαστό και συγκεκριμένο νωρίς στη ζωή τους. Συνήθως θεωρούμε σπίτι είτε έναν τόπο είτε τους ανθρώπους που αγαπάμε, την οικογένεια και τους φίλους μας. Αλλά οι χαρακτήρες μου τα χάνουν όλα αυτά από νωρίς και πρέπει να ξαναφτιάξουν μια εστία πολλές φορές στη ζωή τους. Αυτή είναι συχνά η εμπειρία των μεταναστών, ειδικά όσων η μετακίνηση δεν ήταν επιλογή τους. Ακόμη και καθώς επιβιώνουν από τα τραύματα που υπέστησαν, αναζητούν μια ζωή που να ορίζεται πέρα από την απλή επιβίωση. Θέλουν να βρουν ένα “σπίτι”, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για εκείνους. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει ποτέ πλήρως τους ανθρώπους και τους τόπους που αγάπησε προηγουμένως. Και όμως, η καρδιά τους πάντα νοσταλγεί εκείνα που έχασαν. Η αρχική έμπνευση για τον τίτλο προήλθε από την κινεζική λέξη “tanqin”, που στις ταϊβανέζικες κοινότητες χρησιμοποιείται για τις επανενώσεις των στρατιωτών (και άλλων που πήγαν στην Ταϊβάν μετά τον εμφύλιο) με τις οικογένειές τους μετά από δεκαετίες. Ο όρος χωρίζεται στα δύο: “tan” (ψάχνω, αναζητώ) και “qin” (εγγύτητα, οικογένεια), κάτι που για εμένα συνεπάγεται και το “σπίτι”. Πιστεύω πως αποτυπώνει απόλυτα την αιώνια ανάγκη τους να βρουν ξανά την οικειότητα και την αίσθηση ότι ανήκουν κάπου».Ποιοι συγγραφείς ή έργα έχουν επηρεάσει περισσότερο το στυλσας και γιατί;«Δεν έχω προσωπικά επηρεαστεί από κάποιον συγγραφέα συγκεκριμένα, αλλά μερικά βιβλία στα οποία επιστρέφω συχνά είναι τα εξής: “Autobiography of Red” της Aν Κάρσον, “Krik? Krak!” και “The Farming of Bones” της Εντουίτζ Νταντικά, “The Chronology of Water” της Λίντια Γιούκναβιτς, “Ο Χορευτής” του Κόλουμ Μακ Καν, “Τα απομεινάρια μιας μέ- ρας” του Καζούο Ισιγκούρο, το “Do Not Say We Have Nothing ” της Μάνταλιν Θιέν, “Ο δρόμος” του Κόρμακ Μακ Κάρθι, η “Λολίτα” του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, “Ο άγγλος ασθενής” του Μάικλ Οντάατζε, “Ο Θεός των μικρών πραγμάτων” της Αρουντάτι Ρόι, “The Paper Menagerie” του Κεν Λιου, “Long Live the Tribe of Fatherless Girls” της Τ. Κίρα Μάντεν, “The Tenth Muse” της Κάθριν Τσανγκ, “Εμμονή” της Α. Σ. Μπάιατ και “Οι αόρατες πόλεις” του Ιταλο Καλβίνο. Πάνω απ’ όλα, εμπνέ- ομαι από την ποίηση: Πάμπλο Νερούδα, Τζακ Γκίλμπερτ, Κιμίκο Χαν και Ντέρεκ Γουόλκοτ, μεταξύ άλλων, μου δείχνουν πώς η γλώσσα μπορεί να δονείται με νόημα και εικόνες. Μαθαίνω τόσα για την παρατήρηση του κόσμου από τους ποιητές».Πάνω σε τι δουλεύετε τώρα; Εξετάζετε παρόμοια θέματα ή ανοίγεστε σε νέα μονοπάτια;«Δουλεύω ένα πολύ πρόσφατο πρότζεκτ – λίγων μόνο εβδομάδων –, οπότε δεν ξέρω ακόμα αν θα ολοκληρωθεί. Μετά από δεκαετή εκτεταμένη έρευνα για ένα μεγάλο ιστορικό μυθιστόρημα, αυτή τη φορά θέλω κάτι πιο εσωτερικό και σύγχρονο, που να μην απαιτεί το να παρακολουθώ ημερομηνίες και πολιτικές εξελί- ξεις. Μπορώ όμως να αποκαλύψω πως σχετίζεται με πλατωνικές φιλίες ανάμεσα σε στρέιτ άνδρες και γυναίκες οι οποίες διαλύονται. Αλλά η ιστορία βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση».Στο βιβλίο αναφέρετε πόσο σημαντική είναι η πρόσβαση στην πληροφορία. Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη απειλή σήμερα – την παραπληροφόρηση, τη λογοκρισία ή κάτι άλλο;«Δεν είμαι ειδική, αλλά ανησυχώ για τον συνδυασμό παραπληροφόρησης και λογοκρισίας, για τους αλγορίθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και για τη διαφαινόμενη εξάρτησή μας από την AI – όλα αυτά υπονομεύουν την κριτική μας σκέψη. Θυμάμαι πως διάβασα κάπου ότι πολλοί φοιτητές στις ΗΠΑ μπαίνουν στο κολέγιο χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ ολόκληρο βιβλίο! Μπαίνεις από περιέργεια να δεις ένα βίντεο και ο αλγόριθμος σου φέρνει όλο και πιο ακραίο περιεχόμενο, σε εγκλωβίζει σε ένα παράξενο bubble. Με την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης, γίνεται δυσκολότερο να ξεχωρίσουμε το αληθινό από το κατασκευασμένο, κάτι που μπορούν εύκολα να εκμεταλλευτούν οι ισχυροί. Από την άλλη, η τεχνολογία και το Διαδίκτυο επιτρέπουν την εξά- πλωση ειδήσεων που θα έθαβαν κυβερνήσεις ή τα παραδοσιακά μέσα – οι επαναστάσεις που ξεκίνησαν χάρη στα social media το αποδεικνύουν. Αλλά είναι δίκοπο μαχαίρι: ο καθένας μπορεί να ανεβάσει οτιδήποτε, χωρίς έλεγχο, και η κοινωνία μας δεν έχει ακόμη μάθει να διαχειρίζεται υπεύθυνα όλη αυτή την πληροφορία».Ποια κόλπα ή τελετουργίες έχετε για να ξεπερνάτε τα δημιουργικά μπλοκαρίσματα;«Οταν πραγματικά “κολλάω”, διαβάζω. Εχω αγαπημένα βιβλία που με κάνουν να θέλω να γράψω – όπως βλέπει κανείς κάτι νόστιμο και του τρέχουν τα σάλια, κάποιες σελίδες με ξυπνούν δημιουργικά. Αν αυτό δεν αρκεί, το αφήνω. Πιστεύω ότι η ζωή και οι εμπειρίες είναι εξίσου σημαντικές με τη γραφή: οι βόλτες, οι συζητήσεις, το παιχνίδι με το παιδί μου – όλα αυτά θρέφουν το υποσυνείδητο και κάποια στιγμή κάτι βγαίνει στην επιφάνεια».Πώς βλέπετε μεγάλες παγκόσμιες προκλήσεις – μετανάστευση, πολιτική, κλίμα – να διαπλέκονται με τις προσωπικές σας αφηγήσεις;«Παρά το ότι το μυθιστόρημά μου βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν δεκαετίες πριν, κατά κάποιον τρόπο είναι επί- καιρο: οι πόλεμοι συνεχίζονται, οι άνθρωποι εκτοπίζονται. Προβλέπω αύξηση της μετανάστευσης λόγω κλιματικών αλλαγών, κα- θώς πολλοί τόποι γίνονται μη βιώσιμοι. Στις δημόσιες συζητήσεις, οι μετανάστες αναφέρονται ως ανώνυμα πλήθη – κάποιες φορές με οίκτο, άλλες φορές με εχθρό- τητα –, σαν να μην μπορούσε αυτό που τους συμβαίνει να τύχει και σε εμάς. Δεν έγραψα το βιβλίο για να παρακαλέσω ειδικά για περισσότερη κατανόηση, αλλά ελπίζω ότι όταν οι αναγνώστες το διαβάσουν, θα κατανοήσουν καλύτερα την ανθρώπινη πλευρά όσων συναντούν στη ζωή τους».Η γραφή μπορεί να είναι άσκηση ευαλωτότητας. Πώς διαχειρίζεστε τον φόβο να μοιραστείτε προσωπικό ή συναισθηματικά ωμό περιεχόμενο; «Το ότι το “Homeseeking” ήταν μυθιστόρημα με βοήθησε πολύ. Με τα προσωπικά δοκίμια νιώθω πιο εκτεθειμένη. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να είμαι όσο πιο συναισθηματικά ειλικρινής γίνεται στα γραπτά μου. Μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, αλλά το να είμαι έτσι ανοιχτή και ειλικρινής με έχει διευκολύνει στο να μοιρά- ζομαι τα έργα μου με τον κόσμο, γιατί μπορώ να σταθώ πίσω από αυτά ολόψυχα, χωρίς να νιώθω ότι έχω παραποιήσει τον εαυτό μου. Παραδέχομαι ότι είμαι ένα ελαττωματικό άτομο που κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί και νομίζω πως αυτό είναι το μόνο που μπορεί να κάνει ο καθένας μας. Νομίζω ότι οι αναγνώστες αντιλαμβάνονται πότε ένας συγγραφέας είναι ανοιχτός και τρωτός. Φυσικά πάντα σκέφτομαι καλά αν είμαι εντάξει με το να τυπωθεί κάτι ιδιαίτερα ευαίσθητο για εμένα και να βρίσκεται εκεί έξω στον κόσμο, αλλά προσπαθώ να το κρίνω όσο πιο ψύχραιμα γίνεται».Υπάρχουν τάσεις, στυλ ή νέες φωνές στη λογοτεχνία που σας ενθουσιάζουν; Ποιες νέες κατευθύνσεις σας ελκύουν περισσότερο;«Μιλώντας για την αμερικανική σκηνή, όταν ξεκίνησα την έρευνα για το βιβλίο μου, τα ασιατοα μερικανικά έργα δεν ήταν πολλά. Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει – υπάρχουν πολύ περισσότερα βιβλία και ποικίλες φωνές της ασιατικής διασποράς που αγαπιούνται από το κοινό. Είμαι ενθουσιασμένη για αυτό. Επίσης, λατρεύω τη διάχυση των ειδών· μυθιστορήματα με έντονα στοιχεία φαντασίας, τρόμου ή sci-fi που αναγνωρίζονται ως σοβαρή λογοτεχνία. Οταν ήμουν νεότερη, φαινόταν ότι οι βραβεύσεις απαιτούσαν ένα συγκεκριμένο στυλ μυθιστορήματος, ενώ οι εμπορικές επιτυχίες ήταν άλλες. Τέτοιοι διαχωρισμοί αμβλύνονται ολοένα και περισσότερο και αυτό με χαροποιεί».Συμμετείχατε στο «Indelible in the Hippocampus: Writings from the MeToo Movement». Ποια ήταν η αρχική σας αντίδραση όταν σας ζήτησαν να συμβάλετε και πώς αποφασίσατε την προσέγγισή σας; Πώς βλέπετε σήμερα το κίνημα;«Χαίρομαι πολύ που συνέπραξα στην ανθολογία. Τότε, η ανάγκη των γυναικών να μοιραστούν τις εμπειρίες τους στο πλαίσιο του #MeToo ήταν επείγουσα. Ωστόσο, δυσκολευόμουν να βρω τι να γράψω – η σεξουαλική κακοποίηση ήταν πέρα από όσα είχα θίξει έως τότε. Δοκίμασα πιο αποστασιοποιημένες προσεγγίσεις, που δεν δούλεψαν, μέχρι που αποφάσισα να γράψω για ένα προσωπικό γεγονός που δεν είχα μοιραστεί ξανά. Ηταν άβολο και τραυματικό, αλλά ένιωσα το βάρος και την ορμή πίσω από τα λόγια μου. Κατά τη γραφή, συνειδητοποίησα την αντίδραση του σώματός μου, μια τραυματική σωματική απόκριση, που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να συμπεριλάβω. Το δοκίμιο στράφηκε εν μέρει στο ίδιο το γράψιμο ως μέσο επεξεργασίας της εμπειρίας. Πιστεύω πως το κίνημα ήταν εξαιρετικά σημαντικό για την αλλαγή της συζήτησης γύρω από την κουλτούρα του βιασμού και την τοξική αρρενωπότητα. Εχουμε προχωρήσει πολύ από τότε, αλλά πάντα υπάρχουν περισσότερα να γίνουν. Ελπίζω ότι το μέλλον του φεμινισμού θα αποκτήσει ακόμη πιο ευρεία διατομεακή οπτική, συμπεριλαμβάνοντας και τις τρανς γυναίκες, για να καλύψει όλες μας τις εμπειρίες».Learn more
-
Interviews
Λεονόρ ντε Ρεκοντό: «Η τέχνη είναι ένα σύνολο» | Συνέντευξη στο ΒHMAgazino
This post is only available in Greek.Η πολυβραβευμένη συγγραφέας και διακεκριμένη βιολονίστρια εξηγεί στο ΒΗΜΑgazino και τον Γιώργο Νάστο πώς συνδυάζει τις δύο ιδιότητές της και μιλάει για το καινούργιο μυθιστόρημά της Η μεγάλη πυρά, το οποίο διαθέτει ελληνικό άρωμα.Πολυτάλαντη και δημιουργική, η Λεονόρ ντε Ρεκοντό έδειξε από πολύ νωρίς τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες, οι οποίες δεν πρέπει να εξέπληξαν κανέναν, καθώς γεννήθηκε το 1976 στο Παρίσι σε οικογένεια καλλιτεχνών, με μητέρα ζωγράφο και πατέρα γλύπτη. Αρχισε να παίζει βιολί σε ηλικία πέντε ετών. Από τότε ακολούθησε μια λαμπρή μουσική καριέρα με διεθνείς εμφανίσεις και δισκογραφία με έμφαση στο μπαρόκ. Της άρεσε ωστόσο πολύ και να γράφει. Ως συγγραφέας πρωτοεμφανίστηκε το 2010 με το μυθιστόρημα «La Grâce du cyprès blanc». Εκτοτε εκδόθηκαν οκτώ ακόμα βραβευμένα βιβλία, μεταξύ των οποίων και η «Μεγάλη Πυρά», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος και ζωντανεύει, με πάθος και αφοσίωση στις ιστορικές λεπτομέρειες, τη Βενετία των αρχών του 18ου αιώνα.Πώς βρίσκετε την ισορροπία μεταξύ της δουλειάς σας ως συγγραφέως και του πάθους σας για το βιολί; Οι δύο αυτές μορφές τέχνης αλληλοσυμπληρώνονται;«Είμαι βιολονίστρια εδώ και πολύ καιρό. Ξεκίνησα στην ηλικία των πέντε ετών και πάντα ήξερα ότι ήθελα να κάνω καριέρα στη μουσική. Γύρω στην ηλικία των είκοσι, ειδικεύθηκα στο ρεπερτόριο του 17ου και του 18ου αιώνα και στη συνέχεια άρχισα να παίζω μπαρόκ. Κοντά στα τριάντα μου αποφάσισα ότι η λογοτεχνία έπρεπε πραγματικά να βρει μια θέση στη ζωή μου. Μέχρι εκείνη την εποχή διά- βαζα πολύ και έγραφα μικρά ποιητικά κείμενα. Αλλά τίποτα ουσιαστικό. Και τότε, μια μέρα, έκανα το πρώτο βήμα και ήμουν αρκετά τυχερή ώστε το παρθενικό μου μυθιστόρημα να εκδοθεί. Σήμερα η ζωή μου μοιράζεται μεταξύ συναυλιών και βιβλίων. Υπάρχουν περίοδοι γεμάτες ζωντανές εμφανίσεις και πρόβες και περίοδοι που είμαι περισσότερο επικεντρωμένη στη λογοτεχνία. Είναι ένα είδος εναλλαγής. Ακόμα κι αν μερικές φορές όλα μπλέκονται μεταξύ τους. Η μουσική είναι η τέχνη της συλλογικότητας. Η συγγραφή, από την άλλη πλευρά, είναι κάτι μοναχικό. Μου αρέσει να κάνω πότε το ένα και πότε το άλλο».Μπορείτε να μας πείτε πώς οι εμπειρίες σας ως μουσικού επηρέασαν το συγγραφικό σας ύφος;«Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς αντικειμενικά σε αυτό το ερώτημα. Μπορώ να πω ότι ένας μουσικός αμφισβητεί πολύ τον εαυτό του, τίποτα δεν θεωρείται ποτέ δεδομένο και αισθάνεται σαν να πρέπει συχνά να ξεκινάει από την αρχή. Με τον ίδιο τρόπο προσεγγίζω και το γράψιμο. Απλώς δουλεύω πολύ και πάλι από την αρχή. Αυτό όσον αφορά το πρακτικό κομμάτι. Από υφολογική άποψη, η εμπειρία μου στη μουσική με κάνει να προσέχω πολύ τον ρυθμό και την “αναπνοή” του κειμένου».Η μουσική και η λογοτεχνία είναι και οι δύο ισχυροί τρόποι έκφρασης συναισθημάτων. Πιστεύετε ότι ο ένας σάς επιτρέπει να εκφραστείτε πιο ελεύθερα από τον άλλον;«Αισθάνομαι πολύ ελεύθερη και στα δύο. Αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Στη μουσική, είμαι μια ερμηνεύτρια. Δίνω φωνή στη μουσική κάποιου άλλου. Και γενικά το κάνω αυτό και με τους άλλους μουσικούς. Συνεργαζόμαστε και η στιγμή της συναυλίας είναι μια ουσιαστική ανταλλαγή μεταξύ ημών και του κοινού. Ζούμε το παρόν, και μερικές φορές αυτό είναι εξαιρετικά ευχάριστο. Οσον αφορά τη λογοτεχνία, είμαι μόνη μου, δεν έχω να λογοδοτήσω σε κανέναν, πηγαίνω όπου θέλω, γράφω ό,τι θέλω. Ενέχει μια απίστευτη ελευθερία. Η μοναξιά είναι δύσκολη, γιατί αναγκάζεσαι να παλεύεις συνεχώς με αμφιβολίες, αλλά ξέρω ότι είναι αναγκαία».Θεωρείτε ότι η ζωντανή εκτέλεση μουσικής προσφέρει μια διαφορετική αίσθηση ευαλωτότητας σε σύγκριση με την έκδοση ενός βιβλίου; Πώς διαχειρίζεστε αυτές τις στιγμές;«Είναι αλήθεια ότι μια συναυλία αποτελεί μια στιγμή μεγάλης ευαλωτότητας και ευαισθησίας. Δουλεύεις γι’ αυτή τη στιγμή και μετά τελειώνει. Ακόμα και αν η συναυλία ηχογραφηθεί, η εμπειρία έχει ολοκληρωθεί. Η ομορφιά μιας συναυλίας είναι αυτή η εφήμερη φύση της. Η δυσκολία δημιουργίας ενός μυθιστορήματος έγκειται στη διατήρηση της προσπάθειας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Χρειάζονται μήνες ή και χρόνια για να γράψεις ένα βιβλίο και πρέπει να κρατηθεί η ίδια πνοή από την αρχή μέχρι το τέλος. Εκεί έγκειται ο δικός μου κόπος: στο να διατηρώ την επιθυμία να συνεχίσω. Γι’ αυτό είμαι πάντα πολύ χαρούμενη όταν επιστρέφω στη μουσική, η οποία μού δίνει αυτόν τον αυθορμητισμό, αυτή την αίσθηση της ομορφιάς που είναι τόσο φευγαλέα».Υπάρχουν συγκεκριμένοι συνθέτες, συγγραφείς ή άλλοι καλλιτέχνες που σας εμπνέουν τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη μουσική σας; Πώς έχουν διαμορφώσει τη δημιουργική σας πορεία;«Οι γονείς μου είναι εικαστικοί. Οταν μεγάλωνα, υπήρχαν πάντα πολλοί καλλιτέχνες στο σπίτι. Για εμένα, η τέχνη είναι ένα σύνολο. Αγαπώ την ιταλική αναγεννησιακή ζωγραφική και την ισπανική τέχνη, καλλιτέχνες όπως ο Γκόγια. Εχω μεγάλο πάθος για τον Ελ Γκρέκο, ο οποίος γεννήθηκε στην Κρήτη, αλλά και για τον Φράνσις Μπέικον. Διαβάζω πολύ, και τα βιβλία της Βιρτζίνια Γουλφ είναι πάντα κοντά μου. Εχει μια εξαιρετική αίσθηση του χρόνου στα μυθιστορήματά της. Ο χρόνος στις σελίδες τους διαστέλλεται. Η ανακάλυψη της μουσικής του Αρκάντζελο Κορέλι, ενός βιολιστή των αρχών του 18ου αιώνα που έζησε στη Ρώμη, ήταν μια αποκάλυψη για εμένα. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με την μπαρόκ μουσική ακούγοντας τις sonate da chiesa του. Υπάρχει μια ομορφιά και μια απλότητα στις συνθέσεις του που είναι μοναδικές».Πώς ξεκινήσατε την έρευνα για την περίοδο που διαδραματίζεται η «Μεγάλη Πυρά»; Υπήρχαν συγκεκριμένες ιστορικές λεπτομέρειες ή γεγονότα που διαμόρφωσαν την εξέλιξη της ιστορίας;«Η Πιετά είναι το κεντρικό κτίριο του βιβλίου. Το ίδρυμα αυτό, το οποίο είναι ένα είδος ορφανοτροφείου, άνοιξε τις πόρτες του το 1347 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί τόπο κοινωνικής υποδοχής για τις γυναίκες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Ηθελα να καταλάβω πώς λειτουργούσε. Θεωρώ εξαιρετικό το γεγονός ότι ο χώρος αυτός όχι μόνο έσωσε τη ζωή των γυναικών και των παιδιών τους, αλλά τους προσέφερε και ένα πολύ υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Τον 18ο αιώνα οι μουσικοί της Πιετά ήταν οι καλύτεροι στην πόλη. Είχαν εξαιρετικούς δασκάλους στο άσυλο αυτό, συμπεριλαμβανομένου του Αντόνιο Βιβάλντι. Η Πιετά ήταν ένα δημόσιο ίδρυμα, δεν ήταν συνδεδεμένο με την Εκκλησία. Ζούσε από τις επιχορηγήσεις και την αιγίδα της πόλης. Η Βενετία έπαιρνε πολύ σοβαρά υπόψη της την εκπαίδευση των φτωχότερων κοριτσιών της. Με συγκίνησε πολύ αυτό».Ηθελα να σας ρωτήσω για τον Βιβάλντι. Γιατί επιλέξατε να τον συμπεριλάβετε στους χαρακτήρες του μυθιστορήματός σας;«Ο Βιβάλντι είναι ένας από τους μεγαλύτερους βιολιστές όλων των εποχών και η μουσική του είναι γνωστή σε όλους. Κυρίως οι “Τέσσερις Εποχές”. Υπήρξε δάσκαλος στην Πιετά. Η συμπερίληψη ενός ιστορικού προσώπου στο μυθιστόρημά μου μού επέτρεψε να το τοποθετήσω ακόμα πιο σταθερά στην πραγματικότητα. Και με ενδιέφερε να αναλογιστώ τι είδους δάσκαλος θα μπορούσε να ήταν. Εκανα μεγάλη έρευνα για να γράψω αυτό το βιβλίο».Η ιδέα της φωτιάς μπορεί να είναι τόσο κυριολεκτική όσο και μεταφορική. Πώς υφάνθηκε αυτή η έννοια μέσα στην ιστορία και τι σημαίνει για εσάς;«Η φωτιά είναι η ζωή με τη μεταφορική έννοια. Η φωτιά δεν υπάρχει χωρίς αναπνοή, όπως και η ζωή. Ο θάνατος είναι η φλόγα που σβήνει. Στα γαλλικά, το να φλέγεσαι για κάποιον σημαίνει να τον ερωτεύεσαι. Οταν παίζουμε μουσική, νιώθουμε επίσης αυτή την ανάφλεξη των αισθήσεων. Το να μιλάμε για φωτιά στη Βενετία είναι σαν να τονίζουμε μια αντίθεση – αυτή η πόλη περιβάλλεται της, και η μουσική τής δίνει την ευκαιρία να εκφραστεί, να νιώσει, και ακόμα και να ξεφύγει από την Πιετά, τόσο με την κυριολεκτική όσο και με τη μεταφορική έννοια. Ολοι αναζητούμε χώρους στη ζωή μας που μας επιτρέπουν να είμαστε ελεύθεροι και να αισθανόμαστε ζωντανοί».«Η τραγωδία δεν είναι ο θάνατος, αλλά το τι κάνουμε με την ανάμνηση» λέτε. Θα μπορούσατε να το αναλύσετε αυτό;«Υπήρξαν πολλοί θάνατοι στην οικογένειά μου. Και πάντα έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν είναι ο θάνατος των αγαπημένων προσώπων που είναι πιο δύσκολο να αντέξω. Ο θάνατος είναι μόνο μια στιγμή. Αλλά τι κάνουν οι ζωντανοί με τις αναμνήσεις; Νιώθω ότι είμαι γεμάτη φαντάσματα και γράφω για να δώσω φωνή σε αυτά τα φαντάσματα. Είναι ο δικός μου τρόπος να κρατήσω τη μνήμη ζωντανή και να αφήσω ίχνη αυτών που έφυγαν. Μερικές φορές δεν ξέρεις τι να κάνεις με τις αναμνήσεις, σε κατακλύζει η θλίψη και το γεγονός ότι δεν θα ξαναδείς ποτέ τους ανθρώπους σου. Αυτό λοιπόν είναι μια τραγωδία. Ολοι ψάχνουμε έναν τρόπο να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη των νεκρών μας στο σώμα και το μυαλό μας».Η Ελλάδα παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο σας, ιδίως το νησί της Τήνου. Εχετε επισκεφθεί την Τήνο ή την Κρήτη; Ποια είναι τα αισθήματά σας για τη χώρα μας;«Εχω γράψει ένα βιβλίο για τον ζωγράφο Ελ Γκρέκο και αρκετές σκηνές διαδραματίζονται στην Κρήτη. Εχω επισκεφθεί την Ελλάδα και την αγαπώ. Την ομορφιά της φύσης και των νησιών. Η Ελλάδα είναι το λίκνο του πολιτισμού μας, τόσο για τη φιλοσοφία όσο και για την τέχνη. Αλλά δεν έχω πάει ποτέ στην Κρήτη ή την Τήνο. Ελπίζω να τις επισκεφθώ σύντομα!».Learn more
-
Interviews
Irene Solà: «Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει».
This post is only available in Greek.Η βραβευμένη συγγραφέας, ποιήτρια και καλλιτέχνις από την Καταλονία επανέρχεται με το βιβλίο Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι, ένα ακαταμάχητο, χειμαρρώδες έργο, το οποίο ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου για το ΒΗΜΑgazino. Ανοίγεις το βιβλίο της και σε αρπάζει σε μια δίνη. Σε ταξιδεύει σε μέρη γοητευτικά, οικεία αλλά και απόκοσμα, σε ένα σκοτεινό σόμπαν φαντασίας με απρόσμενες εκρήξεις φωτός, που στέκεται εκτός χρόνου. Στο βιβλίο της 34χρονης Ιρένε Σολά Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι (εκδ. Ικαρος, μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός), το τρίτο της και δεύτερο που κυκλοφορεί στα ελληνικά, η υπογραφή της είναι πλέον διακριτή: στοιχεία αντλημένα από μύθους, δοξασίες, λαϊκά παραμύθια και θρύλους μπλέκονται για να μεταφέρουν στο χαρτί με αναζωογονητική ζωντάνια, φρεσκάδα και λυρισμό την ιστορία μιας γυναικοκρατούμενης οικογένειας που ζει στη σκιά της οροσειράς των Γκιλιερίες στην Καταλωνία - στο δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο «Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει» (εκδ. Ικαρος), που την έκανε διεθνώς γνωστή, το γεωγραφικό σημείο αναφοράς ήταν (τα καταλανικά) Πυρηναία. «Εγώ επικεντρώνομαι στο να λέω ιστορίες. Οι θρύλοι ή τα λαϊκά παραμύθια μπορούν να διαδραματίζονται οπουδήποτε και μπορούν να γίνουν κατανοητά από όπου και αν προέρχεται ο/η αναγνώστηςάριά τους» θα σχολιάσει στο BHMAgazino υποβαθμίζοντας λίγο τη σημασία των γεωγραφικών αναφορών στη δουλειά της που, όπως και να έχει, συμβάλλουν στη συγκρότηση του πρωτότυπου DNA της. Αλλωστε, οδηγήθηκε στη συγγραφή του βιβλίου μέσα από μια κλασική αφηγηματική ιδέα που αγαπούν τα λαϊκά παραμύθια: τη συμφωνία με τον διάβολο. «Είναι ένα premise που εμφανίζεται σε πολλές διαφορετικές ιστορίες, ειδικά στην καταλανική παράδοση: να θέλεις κάτι και να δίνεις ως αντάλλαγμα την ψυχή σου για να το αποκτήσεις. Ηθελα να αναπτύξω ένα βιβλίο γύρω από αυτή την ιδέα. Μια γυναίκα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εν προκειμένω γύρω στον 16ο αιώνα, κάνει μια συμφωνία με τον διάβολο. Ηθελα να αφηγηθώ την ιστορία της, όπως και της οικογένειάς της».Αναμενόμενα, τον λόγο παίρνουν λοιπόν οι γυναίκες που συνδέονται με μια αλυσίδα αίματος αρκετά συγκεχυμένη, όπως και ο χωροχρόνος στον οποίο μπαινοβγαίνει η αφήγηση, από τον 16ο αιώνα στον παρόντα χρόνο, κάτι για το οποίο δεν προβληματίζεσαι, δεδομένου ότι όλο το κείμενο είναι εμποτισμένο με το άρωμα των θρύλων και των λαϊκών παραμυθιών - αν και δεν λείπουν και οι ιστορικές αναφορές. Η Σολά συνθέτει μια πολυφωνική αφήγηση όπου τον λόγο δεν τον έχουν μόνο άνθρωποι αλλά και υβριδικά όντα, διχοτομημένα ανάμεσα στην ανθρώπινη και στη ζωώδη φύση τους. Γυναίκες που είναι ηλικιωμένες, γυναίκες που είναι δύσμορφες, γυναίκες που αφήνουν το σώμα τους να ακολουθήσει τις σαρωτικές ορμές του, γυναίκες που δεν νιώθουν πόνο. «Ενα μυθιστόρημα μπορεί να αντανακλά το ζήτημα της οπτικής της Ιστορίας. Ποιος την έχει γράψει, ποιος έχει αποφασίσει τι μας αφορά και τι όχι, ποιος έχει υπάρξει κομμάτι της και ποιος όχι, ποιος έχει πρωταγωνιστήσει κ.τ.λ. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους οι βασικοί χαρακτήρες αυτού του βιβλίου είναι, γενικά μιλώντας, εκείνες που δεν είναι βασικοί ή σημανπκοί χαρακτήρες στην Ιστορία αλλά και στους θρύλους. Τους δίνω φωνή και αυτό μού επιτρέπει να διερευνήσω θεματικές όπως η ελευθερία, η σεξουαλικότητα, το σώμα, η μητρότητα, η κατασκευή της ρομαντικής αγάπης, της βίας, και να στοχαστώ πάνω στην αντιμετώπιση που είχαν αυτές οι γυναίκες τόσο στην Ιστορία όσο και στη λογοτεχνία». Το γράψιμο ως ένας τόπος εξερεύνησηςΑυτό που επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία η Σολά είναι ότι τα βιβλία της γράφονται με οργανικό τρόπο, και ότι κομβικό ρόλο παίζει στο έργο της η ενδελεχής έρευνα που προηγείται της συγγραφής: «Το πρώτο πράγμα που με απασχολεί όταν ξεκινώ να δουλεύω ένα βιβλίο είναι να αναζητήσω τι είναι εκείνο που με ενδιαφέρει, τι μου εξάπτει το ενδιαφέρον για να το εξερευνήσω: Με ποιες ιδέες, ποια τοπία, ποιες εικόνες θέλω να δουλεύω για τους επόμενους μήνες; Η έρευνά μου περικλείει πολλά: διάβασμα, επίσκεψη σε βιβλιοθήκες, μουσεία και αρχεία, αλλά και σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς τόπους, συναντήσεις με ανθρώπους που ξέρουν πράγματα τα οποία εγώ δεν γνωρίζω, είτε είναι ειδικοί είτε κάτοικοι της περιοχής που με ενδιαφέρει. Περιλαμβάνει δηλαδή υλικό και στοιχεία που με έναν λιγότερο ή περισσότερο προφανή τρόπο μπορούν να τροφοδοτήσουν αυτό το αρχικό ενδιαφέρον. Στοιχεία που συγκεντρώνω για να χτίζω μια δεξαμενή πληροφορίας ώστε να πηδήξω μέσα της και να "κολυμπήσω", κοινώς να κατασκευάσω την ιστορία και τους χαρακτήρες. Είναι μια διαδικασία που δεν τελειώνει σχεδόν ποτέ. Ποτέ δεν μαθαίνεις τα πάντα, ποτέ δεν εξαντλούνται όλα τα ερεθίσματα που προκαλεί αυτή η διαδικασία. Για εμένα η συγγραφή σχετίζεται με την περιέργεια, τη διάθεση για εξερεύνηση, για μάθηση, για την αμφισβήτηση παγιωμένων πεποιθήσεών μου και έχει ως αποτέλεσμα μια βαθύτερη γνωριμία με τον εαυτό μου. Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύω. Και θεωρώ εξίσου σημαντικό να περνάω πολύ καλά μέσα από αυτή τη διαδικασία. Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει. Ακούω τις ανάγκες του ίδιου του πρότζεκτ, ακολουθώ τον ρυθμό του και έχω υπομονή ώστε να μπορώ να το κατανοήσω σε βάθος και να ανπληφθώ τι χρειάζεται, τι γλώσσα ή τι δομή θα έχει και πώς πρέπει να το συνεχίσω». Ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτΗ έρευνα της Σολά αποδίδει πολλούς πρωτότυπους καρπούς. Οπως, για παράδειγμα, την εικόνα του ιδιαίτερα επιτυχημένου όσο και παραστατικού εξωφύλλου του βιβλίου της, το οποίο διατηρείται και στην ελληνική έκδοση. Πρόκειται για τρεις χαρακτήρες καθισμένους «καρτερικά» σε ένα τραπέζι κουζίνας μέσα στο ανοιχτό στόμα μιας διαβολικής μορφής, ένα έργο από το The Morgan Library & Museum της Νέας Υόρκης που βρήκε σπς αρχειακές αναζητήσεις της και πρόσθεσε στη «δεξαμενή» της: «Πάντα συγκεντρώνω πολλές εικόνες που με βοηθούν να στοχάζομαι πάνω στο βιβλίο και τις θεματικές του. Είχα λοιπόν εκατοντάδες εικόνες που μου άρεσαν, η συγκεκριμένη όπως μού "μίλησε", γιατί διέκρινα ότι έχει ομοιότητες με όσα έγραφα. Την εκτύπωσα και την είχα δίπλα μου στο γραφείο μου όσο έγραφα. Δεν την αποχωρίστηκα ποτέ, οπότε σκέφτηκα στο τέλος ότι πρέπει να γίνει το εξώφυλλο του βιβλίου».Η Σολά, που έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ έκανε μεταπτυχιακά πάνω στη Λογοτεχνία, τον Κινηματογράφο και τον οπτικό πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ στην Αγγλία, αντιλαμβάνεται τα βιβλία της ως ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτ που παίρνουν τη μορφή μυθιστορήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει αναφέρει ως επιρροές της ετερόκλητους καλλιτέχνες, εικαστικούς, κινηματογραφίστριες ή μουσικούς όπως ο Μαρκ Ντίον, η Λουκρετσία Μαρτέλ ή η Rosalía ως επιρροές της. Βέβαια, όπως θα πει, αυτό που την ελκύει στη δουλειά ενός δημιουργικού ανθρώπου είναι η βαθιά, απενοχοποιημένη αφοσίωσή του σε αυτό που κάνει, ιδίως όταν όλο αυτό συνοδεύεται με μεγάλη ελευθερία: «Θυμάμαι ότι σε κάποια φάση, στη διάρκεια των σπουδών μου, δούλευα με τα εικαστικά μέσα του βίντεο και της εγκατάστασης ακολουθώντας και τότε παρόμοιες ερευνητικές διαδικασίες προκειμένου να οδηγηθώ στη δημιουργία των έργων. Συνειδητοποίησα όμως ότι ήθελα να χρησιμοποιήσω τις λέξεις, το κείμενο, το υλικό δηλαδή που χρησιμοποιούσα για να σκεφτώ, ως τη materia prima της δουλειάς μου».Learn more