News
News List, News Categories, Events
-
Interviews
«Το θέμα είναι να σμίξει η τέχνη με τη ζωή, όπως ο Λόγος με τη σάρκα» | Συνέντευξη του Κυριάκου Μαργαρίτη στην Εφημερίδα «Αλήθεια» της Κύπρου
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Κυριάκος Μαργαρίτης στον Ανδρέα Κούνιο για την Εφημερίδα Αλήθεια της Κύπρου, με αφορμή το βιβλίο του Εννέα.Θα μπορούσα να αραδιάσω εδώ πέρα όλα τα βιβλία του Κυριάκου Μαργαρίτη, να αναφερθώ σε βραβεύσεις και σε διακρίσεις, αλλά θα το αποφύγω. Άλλωστε, μπορείτε να μάθετε τα πάντα γύρω από τη λογοτεχνική του διαδρομή, γύρω από τις σπουδές τους, γύρω από τα ευρύτερα ενδιαφέροντά του με μια περιήγηση, ή περιδιάβαση, στο αχανές σύμπαν του Διαδικτύου. Θα σταθώ, λοιπόν, με την άδειά σας, πρωτίστως, στο λαμπερό μυαλό και στην ψυχική γενναιοδωρία ενός νέου ανθρώπου του οποίου η δημιουργία αποτελεί λόγο ύπαρξης. Ανήκω στους αναγνώστες του Κυριάκου Μαργαρίτη και τρέφω απεριόριστο θαυμασμό για την πεζογραφική του οξυδέρκεια, για τον λαγαρό του λόγο, για τον θησαυρό των γνώσεων που φυλάει σε δρύινα σεντούκια, για τη συναισθηματική του πανοπλία που δεν επιτρέπει τη διείσδυση σε εφήμερα και ασήμαντα, παρά μόνο σε ό,τι θα κατακτήσει, αργά ή γρήγορα, το τρόπαιο της αιωνιότητας. Εδώ, λοιπόν, σε μια συνέντευξη κυκλωμένη (αλλά, ευτυχώς, όχι περικυκλωμένη) από διηγήματα, μυθιστορήματα, ποιήματα και ενισχυμένη, νοερά, με πνευματικές φυσιογνωμίες που άλλαξαν, ή προσπάθησαν να αλλάξουν, τον ρουν της Ιστορίας, ο Κυριάκος Μαργαρίτης, με τρυφερότητα και λυρισμό, μας ξεναγεί, ταπεινά, στο λογοτεχνικό, αλλά και στο προσωπικό του, στερέωμα. “Η λογοτεχνία είναι η απόδειξη πως η ζωή δεν είναι αρκετή”, έχει πει ο Φερνάντο Πεσσόα και τείνω να συμφωνήσω εντελώς μαζί του. Αφορμή, πάντως, για το ταξίδι που ακολουθεί στάθηκε το τελευταίο του μυθιστόρημα “Εννέα” (εκδόσεις Ίκαρος) το οποίο προτείνω να διαβάσετε οπωσδήποτε. Πρόκειται για συγγραφικό και αισθητικό κομψοτέχνημα.Για ποιο λόγο άρχισες να γράφεις;Θα έλεγα από αγάπη για τις ιστορίες, όσες άκουγα στην αυλή της γιαγιάς μου, όσες διάβαζα σε βιβλία και κόμικς, όσες έβλεπα στις ταινίες κτλ. Ξεκίνησα πολύ νωρίς, από παιδάκι, σε εκείνη την ευλογημένη εποχή και κατάσταση, όταν ο άνθρωπος δεν αναζητά συγκεκριμένους λόγους για να κάνει κάτι. Απλώς το κάνει επειδή το αγαπά.Για τον ίδιο λόγο γράφεις και σήμερα;Υπό μίαν έννοια, ναι. Ακριβέστερα, γράφω για να επανέλθω στην ως άνω συνθήκη, στην ευλογία της παιδικής ηλικίας, αλλά μετά λόγου γνώσεως. Ας πούμε ότι θέλω να κατακτήσω συνειδητά αυτό που κάποτε αισθάνθηκα ότι μου δόθηκε δωρεάν. Σαν να διεκδικώ ένα δώρο.Ούτως ή άλλως, γράφοντας προσπαθείς να ερμηνεύσεις τον κόσμο ή τον κόσμο σου;Δεν ξέρω αν πρόκειται για ερμηνεία. Αυτό που με απασχολεί είναι μάλλον να έχω έναν κόσμο. Ένα νόημα. Μια και το έφερε η κουβέντα, πώς θα ήταν ο κόσμος χωρίς τη λογοτεχνία; Θα ήταν απέραντα μάταιος, αλλά μήπως και τώρα δεν είναι; Θέλω να πω, δεν αρκεί η λογοτεχνία, όχι αν περιορίζεται σε αισθητική ενασχόληση. Το θέμα είναι να σμίξει η τέχνη με τη ζωή, όπως ο Λόγος με τη σάρκα. Ειδάλλως φοβάμαι ότι ματαιοπονούμε.Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασες;Μια διασκευή του Ρομπέν των Δασών. Δυστυχώς έχει χαθεί, αλλά θυμάμαι ακόμη ολόκληρα αποσπάσματα. Τη διάβαζα συνέχεια.Το τελευταίο;Οι Προσευχές στη λίμνη του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς. Και σήμερα το πρωί έπιασα το Μύθοι και ζωολόγιο του Λεονάρντο ντα Βίντσι.Εάν είχες τη δυνατότητα να προσθέσεις, στην παρέα μας, ώστε να γίνει περισσότερο ενδιαφέρουσα, πέντε πρόσωπα των τεχνών που δεν βρίσκονται εν ζωή, ποια θα ήταν αυτά;Κανονικά θα έπρεπε να αναφέρω πέντε πρόσωπα για κάθε μια από τις εννιά τέχνες, το σύνολο σαράντα πέντε Γιάννηδες, ενός κοκόρου γνώση. Τι να πρωτοπώ; Ας είναι: προσκαλώ έναν για κάθε μια από τις πέντε πιο αγαπημένες μου τέχνες: Μπαχ, Βαν Γκογκ, Ν.Γ. Πεντζίκη, Ταρκόφσκι, και τον κομίστα Παπιάνθρωπο Καρλ Μπαρκς.Κι αν μπορούσες να προσθέσεις και πέντε πρόσωπα που βρίσκονται εν ζωή;Με την ίδια τακτική (μουσική, ζωγραφική, λογοτεχνία, σινεμά, κόμικς), και αυτή τη φορά μόνον εξ Ελλάδος, καλώ τους Λεωνίδα Καβάκο, Χρήστο Μποκόρο, Γαβριήλ Πεντζίκη, Φίλιππο Κουτσαφτή καιΑλέκο Παπαδάτο. Μα είναι κι άλλοι– ευτυχώς!Φαντάζομαι ότι έχεις αγαπημένους λογοτεχνικούς ήρωες. Ή μήπως όχι;Φυσικά και έχω, και είναι επίσης πολλοί, αλλά θα περιοριστώ ξανά στον αριθμό πέντε: ο δον Κιχώτης, ο ντ’ Αρτανιάν, ο Αλιόσα Καραμάζοβ, ο Φίλιπ Μάρλοου, ο Γιάννης του Λέκα.Γενικώς, πότε λες για κάποιον ότι είναι ήρωας;Όταν ξεπερνά τον στενό ατομικό εαυτό, τη δυσχωρία του. Όταν γίνεται κόσμος.Τούτου δοθέντος, ποιος ήταν και ποιος είναι ο ήρωάς της ζωής σου;Είναι αμέτρητοι, και τους συμπυκνώνει όλους (ας με συγχωρήσει που το αναφέρω) ο Άγιος Λεμεσού Αθανάσιος. Ο πιο απεριόριστος άνθρωπος που ξέρω.Πέρα από τη σπίθα της έμπνευσης, σε πρακτικό πλέον επίπεδο, τι χρειάζεσαι ώστε να καθίσεις μπροστά στον υπολογιστή;Η «σπίθα της έμπνευσης» έχει πάψει να με απασχολεί περίπου από το έτος 1996. Από τότε απλώς ανανεώνω το λάδι – ή το κάρβουνο τέλος πάντων. Πρακτικά, το τυπικό έχει ως εξής: στήνω ένα αδρό σχεδίασμα της αφήγησης, το οποίο σπανίως τηρείται, αλλά μου δίνει μιαν αίσθηση ασφάλειας για να μπω στην περιπέτεια. Κατόπιν ανοίγω τα βιβλία απ’ όπου θα αντιγράψω, φτιάχνω καφέ και δυστυχώς ανάβω και τσιγάρο, κάτι που εύχομαι να διακοπεί στο εγγύς μέλλον. Στο τέλος κοιτώ τις δύο εικόνες που έχω πάνω από το γραφείο, την Πορταΐτισσα και την Αγία Υπομονή, κάνω τον σταυρό μου, και αρχίζει η παράσταση: Que será, será.Οι λέξεις πρέπει να χαϊδεύουν ή να χαστουκίζουν τον αναγνώστη;Γιατί να τον χαστουκίσουν, τις πρόσβαλε; Ξέρεις, οι «γροθιές στο στομάχι» δεν είναι του γούστου μου. Δεν είμαι αρκετά έξυπνος, έχω και ευαίσθητο στομάχι, οπότε μένω σε απλούστερα πράγματα. Μ’ αρέσει το χάδι που αναφέρεις, αλλά προτιμώ οι λέξεις να γνέφουν στον αναγνώστη, όπως και στον συγγραφέα. Γνέφω θα πει: κάνω νόημα.Μπορείς να μου δώσεις τον ορισμό του καλού βιβλίου;Όσο μπορείς να μου πεις εσύ γιατί ερωτεύτηκες τη γυναίκα σου. Και να η απάντηση – αν μου επιτρέπεις: γιατί σε κάνει να αισθάνεσαι λιγότερο μάταιος.Τούτου δοθέντος, ποιο είναι το καλύτερο βιβλίο που έχεις διαβάσει;Το Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστίν, του αγίου Σωφρονίου Σαχάρωφ.Με την πραγματικότητα ή με τη φαντασία φλερτάρεις ευκολότερα;Ασφαλώς με την πραγματικότητα. Έχω φάει χυλόπιτες, αλλά επιμένω, διακριτικά και με ευγένεια. Παρεμπιπτόντως, ήξερες ότι ο Ίων Δραγούμης ετυμολογούσε το φλερτ κατά το φίλερως; Πόσο ωραίο.Πάντως, εγώ δυσκολεύομαι να τις ξεχωρίσω. Εσύ;Εγώ λέω ότι η πραγματικότητα, η αληθινή, περιέχει και τη φαντασία και την ξεπερνά προς σφαίρες ασύλληπτες. Για να τις δούμε όλες ως ένα ακέραιο όλον ο Σολωμός μάς προτρέπει: με λογισμό και μ’ όνειρο. Δεν αρκεί;Ασπάζεσαι την άποψη ότι ένας λογοτέχνης οφείλει να είναι, σχηματικά έστω, ερημίτης; Ή τουλάχιστον, να αποφεύγει τις πολλές πολλές συναναστροφές;Ναι, οπωσδήποτε. Μείνε στο κελί, λένε οι Πατέρες, και το κελί θα σου διδάξει τα πάντα. Νομίζω μάλιστα ότι κορυφαίο μάθημα του κελιού είναι η ελευθερία. Και η φιλία, σκέφτομαι, αυτή η πολύτιμη συνθήκη, ανθίζει πάντα στη μοναξιά.Πατρίδα είναι έννοια γεωγραφική ή συναισθηματική; Μου φαίνεται ότι είναι και τα δύο, και θα ήταν άδικο να υποτιμούμε τη γεωγραφία, θα ήταν σαν να υποτιμούμε το σώμα μας. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη έναν τόπο για να σταθεί, και ο τόπος θα είναι πάντα φορτισμένος με μνήμες. Σε κάθε περίπτωση, όμως, πιστεύω ότι η πατρίδα είναι προ πάντων συνθήκη οντολογική, ένας τρόπος ζωής. Τον εντόπισε έξοχα ο Χρήστος Γιανναράς: «Η Αγάπη είναι ο τόπος ως τρόπος ύπαρξης».Ονειρεύομαι έναν κόσμο δίχως σύνορα, εναέριους χώρους και ναυτικά μίλια. Μήπως πετώ στα σύννεφα;Προφανώς και πετάς στα σύννεφα, αλλά καλά κάνεις. Σου αφιερώνω λοιπόν τη «Μπαλάδα» του Σεφέρη: Δεν ξεύροντας τα μάτια μας ομάδι / να μάθουσι γυρεύγασι μακριά / στο πέλαγο, στο δάσο, τη βαθιά / βουλή που μας εχάρισε έτοια μέρα / κι αγάλι-αγάλι το ’σιαζε η φιλιά / να χτίζομε περβόλια στον αγέρα. Εκεί, φίλε Ανδρέα, δεν είναι στριμωχτά.Προεκτείνοντας τον συλλογισμό μου, έχεις αντιληφθεί γιατί πολεμούν οι άνθρωποι;Καταλαβαίνω το πνεύμα της ερώτησης, και εν πολλοίς ταυτίζομαι, αλλά όποιος έχει διαβάσει Θουκυδίδη θα έχει αντιληφθεί γιατί πολεμούν οι άνθρωποι, και γιατί θα εξακολουθήσουν να πολεμούν, «ἕως ἂν ἡ αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ».Σε ποιο πόλεμο θα έπαιρνες μέρος μετά χαράς;Μετά χαράς σε κανέναν, αλίμονο. Κατ’ ανάγκην, και παρ’ όλο που δεν είμαι κανένας γενναίος, πιστεύω να πολεμούσα κατά του εισβολέα, από τις Θερμοπύλες μέχρι το Κίεβο. Αυτά όμως αφορούν σε συμβατικούς πολέμους. Θα μου επιτρέψεις να κλείσω λοιπόν με τον ισχυρισμό ότι προσπαθώ να πάρω μέρος, έστω αδέξια, στον Αόρατο Πόλεμο που ιστορεί ο άγιος Νικόδημος, στον πόλεμο που όντως τελειώνει όλους τους πολέμους, καθότι στην έκβασή του η φύσις των ανθρώπων παύει να είναι η αυτή, και γίνεται μια άλλη, η αληθινή και θεανθρώπινη. Αυτός ο πόλεμος, αυτή η ερωτευμένη και σταυρική realpolitik, εύχομαι να είναι ο ρεαλισμός της γραφής μου.Ανακαλύψτε περισσότερα για το Εννέα: /el/catalogue/ennea_2456/Learn more
-
Interviews
«Εκείνο που μένει είναι η βία κι ο ανθρώπινος πόνος» | Συνέντευξη του Juan Gabriel Vásquez στην εφημερίδα «Τα Νέα»
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο κολομβιανός συγγραφέας στον Νίκο Κουρμουλή για την εφημερίδα Τα Νέα, με αφορμή το βιβλίο του Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω, μια ιστορία για τις σχέσεις γονέων και παιδιών, σημαδεμένες από τις πολιτικές ιδέες και τον φανατισμό. Ο Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες είναι σήμερα ένας από τους πιο αγαπητούς συγγραφείς του ελληνικού κοινού, από την πρόσφατη σχετικά βιβλιοπαραγωγή. Γεννημένος το 1973 στην Μπογκοτά της Κολομβίας και με σπουδές στη Σορβόννη, ο Βάσκες τόσο στα μυθιστορήματα όσο και στις συλλογές διηγημάτων του διεισδύει στις ζωές ανθρώπων που έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι στον 20ό αιώνα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί τις κρυμμένες εσοχές του ατόμου σε σχέση με το κοινωνικό του περιβάλλον, που συνεχώς μεταβάλλεται. Οι αναταράξεις και οι δύσκολες συμπλεύσεις. Στο τελευταίο του ογκώδες μυθιστόρημα με τίτλο «Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω» (μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ικαρος, 2021), ο συγγραφέας έχει ως κεντρικό αφηγητή τον σκηνοθέτη Σέρχιο Καμπρέρα (πραγματικό πρόσωπο). Εν αναμονή της ρετροσπεκτίβας των έργων του στη Βαρκελώνη, ο Καμπρέρα ανασυνθέτει την ιστορία της οικογένειάς του. Ενα απίθανο οδοιπορικό που ξεκινά από τον Εμφύλιο, περνά από την επαναστατημένη Κολομβία, τη Μαοϊκή Κίνα, για να εκβάλει στο σήμερα. Ανθρωποι που πίστεψαν στο όνειρο και χάθηκαν στα σωθικά του. Το βιβλίο κέρδισε πρόσφατα το βραβείο Βάργκας Λιόσα.Προσφάτως η πολιτική επανακάμπτει στον ιστό του μυθιστορήματος. Πώς βλέπετε εσείς αυτήν την αλλαγή θερμοκρασίας;Αυτό γινόταν στη Λατινική Αμερική απ' όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Το μυθιστόρημα παραμένει άρρηκτα δεμένο με ό,τι εννοεί ο καθένας ως πολιτική έκφραση, και αυτό διότι οι συγγραφείς της περιοχής γνωρίζουν πολύ καλά το εξής πρόβλημα: η ιστορία συνήθως ψεύδεται και η μυθοπλασία έρχεται να αποδώσει τις κρυφές πτυχώσεις των γεγονότων και να αφήσει την αφήγηση κυρίως σε αυτά. Οσον αφορά το σήμερα που λέτε, πράγματι αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον για τον δημόσιο-πολιτικό διάλογο και μέσα από τη λογοτεχνία. Ενας σημαντικός παράγοντας έχει να κάνει με τις πολύπλευρες αναγνώσεις και τα βιώματα εκείνου του σύμπαντος που αποκαλούμε κρίση. Αν κοιτάξουμε πάντως την ιστορία της λογοτεχνίας, θα δούμε πως σε εποχές αναταράξεων παράγονται ικανές γραφές. Έτσι πεζογραφική φόρμα - από εκεί που ισχυρίζονταν κάποιοι πως πεθαίνει γίνεται ξανά το πεδίο όπου διατυπώνονται κομβικά ερωτήματα σε μια περίοδο σύγχυσης.Τελευταία πληθαίνουν τα μυθιστορήματα όπου τα αληθινά περιστατικά από τον βίο των πεζογράφων αποτελούν την κύρια αφηγηματική γραμμή. Αυτή η μορφή αυτομυθοπλασίας τελικά είναι μόδα ή ανάγκη;Μπορώ να πω ότι η λέξη αυτομυθοπλασία με ενοχλεί. Γιατί στηρίζει τη βάση της ύπαρξης της στο να μας επιβάλλει κάτι υποτίθεται νέο, ενώ ουδόλως είναι. Θα σας εξηγήσω τι εννοώ. Στη «Θεία Κωμωδία» ο Δάντης έχτισε τα θεμέλια του ποιητικού δράματος, πάνω σε αναγνωρίσιμα στοιχεία της ταυτότητάς του, σε συνδυασμό με αληθινές συντεταγμένες της ζωής του. Παρόμοιες τεχνικές χρησιμοποιούσαν οι συγγραφείς για δεκαετίες. Παρ' όλα αυτά σήμερα, η σχέση πολλών με την αφήγηση έχει μετασχηματιστεί. Συγγραφέων και αναγνωστών. Δεν εμπιστευόμαστε εύκολα την καθαρή μυθοπλαστική έμπνευση. Αν ήμουν απόλυτος, θα έλεγα πως αυτό είναι κάκιστο για την τέχνη της γραφής. Ισως όμως να είναι ένας νέος τρόπος να προσεγγισθεί το υλικό μας. Να σμιλευθεί από την αρχή το πνευματικό μας φορτίο. Για πολλούς συγγραφείς, η εφεύρεση ενός καθαρά μυθιστορηματικού χαρακτήρα, ίσως μειώνει τις δυνατότητες του κειμένου τους. Στο αρχικό σας δίλημμα, θα απαντούσα πως το πλήθος των «βασισμένων σε αληθινά γεγονότα» ιστοριών, αποτελούν ένα τεστ για να ξαναδούμε την αντοχή των πρώτων υλών μας.Ποιο ήταν το σκεπτικό σας όταν αρχίζατε να υφαίνετε το «Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω»;Να ξεκαθαρίσω ότι δεν δουλεύω τα βιβλία μου πάνω σε γενικές και αφηρημένες ιδέες. Στο εν λόγω μυθιστόρημα με συνεπήρε η ζωή και τα πάθη των πρωταγωνιστών μου, κάτι το οποίο συμβαίνει σε κάθε μου κυκλοφορία. Η διαφορά στο «Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω» έγκειται στο ότι ο κεντρικός χαρακτήρας και έμμεσος αφηγητής του βιβλίου είναι ένας αγαπημένος εν ζωή φίλος μου. Διαπίστωσα σχετικά νωρίς πως ο εντυπωσιακός βίος του δεν εξαντλείται μόνο σε κάτι εξωτικό ή περιπετειώδες για μένα. Αλλά είναι εξίσου σημαντικός για το πώς διαμορφώθηκε ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας του 20ού αιώνα. Τα βιώματά του απλώνονται σε μερικές από τις μεγαλύτερες διαμάχες της πρόσφατης παγκόσμιας ιστορίας: από τον Ισπανικό Εμφύλιο, την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο, μέχρι τα αντάρτικα κινήματα της Λατινικής Αμερικής κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60.Η οικογένεια Καμπρέρα μεγάλωσε κυριολεκτικά πάνω στη σκηνή: θέατρο, τηλεόραση, κινηματογράφος. Ταυτόχρονα αγκάλιασε το επαναστατικό όραμα μιας κομμουνιστικής ουτοπίας. Τι συμβολίζει για εσάς αυτή η οικογένεια;Στις αφηγήσεις μου εξερευνώ σχεδόν πάντα τον μεταιχμιακό χώρο μεταξύ της ατομικής συνείδησης και της δημόσιας-κοινωνικής έκφρασης. Κάτι που διαμορφώθηκε μέσα μου ήδη από το μυθιστόρημα «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» (μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ικαρος). Προσωπικά η ιστορία του Σέρχιο Καμπρέρα και της οικογένειάς του φαίνεται να δείχνει το ταβάνι της εμμονής μου αυτής. Τα ερωτήματα που με απασχόλησαν εδώ ήταν βασικά δύο: πώς διαχειρίζεσαι τα τυχαία γεγονότα που επηρεάζουν κάθετα τη δική σου ιστορία ζωής και πώς η πολιτική διαμορφώνει τις προσωπικές σου σχέσεις. Υπάρχει μια οικογένεια στο επίκεντρο η οποία μεταφέρει στον πρωταγωνιστή το ασήκωτο βάρος των επιλογών της. Και παράλληλα όλοι τους διαμορφώθηκαν από τις αόρατες, πιεστικές δυνάμεις των ασυνεχειών της ιστορίας. Ακόμη με εξιτάρει αυτό.Στο βιβλίο βλέπουμε τους πρωταγωνιστές σας να εμπλέκονται διαχρονικά με αυτό που ονομάζουμε γενικά πάλη των ιδεών. Από το κοπιαστικό οδοιπορικό αυτό, τι μένει σήμερα;Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ. Το μυθιστόρημα προσπαθεί να δώσει μια απάντηση, όμως χρειάζεται οι αναγνώστες να απαντήσουν από μόνοι τους. Ισως όμως εκείνο που μένει να είναι η βία κι ο ανθρώπινος πόνος. Ομολογώ ότι είμαι κοντά στη σκέψη του Αλμπέρ Καμύ. Στο βιβλίο του «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (μτφρ: Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, Πατάκης), ο στοχαστής αναπτύσσει τη συλλογιστική πως είναι αδύνατον να υπερασπιστούμε τον φόνο οποιουδήποτε ανθρώπου, ακόμη και ως αντιστάθμισμα στη δικαιοσύνη. Το πιστεύω αυτό. Ομως στο βιβλίο μου, προσπαθώ να εξερευνήσω τα παράξενα μονοπάτια από τα οποία ταξιδεύουν οι ιδέες και σχηματίζουν αδήριτα τη ζωή μας. Αγωνιώ να ανακαλύψω τις πηγές της μεγάλης αφήγησης, εάν υπάρχει στις μέρες μας κάτι τέτοιο.Ο βασικός πρωταγωνιστής σας, ο Σέρχιο, είναι σκηνοθέτης. Βουτά στα κιτάπια της μνήμης, προσπαθώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια από το μύθευμα. Αυτό είναι ίσως και μία από τις χίμαιρες του καλλιτέχνη;Πράγματι ο Σέρχιο παρευρίσκεται σε μια ρετροσπεκτίβα των έργων του, όταν πεθαίνει ο πατέρας του. Ο γάμος του βρίσκεται σε κρίση, όπως και η ιδιαίτερη πατρίδα του. Η δύσκολη αυτή κατάσταση τον ωθεί να ξανασυναντήσει το παρελθόν του. Αυτή η βουτιά όπως λέτε είναι συνήθως προβληματική, διότι το παρελθόν συνεχώς αλλάζει μέσα μας. Αυτό είναι χιμαιρικό. Προσπάθησα μέσα από την ιστορία του μυθιστορήματος να καθρεφτίσω τον σεβασμό μου για την προσπάθεια του Σέρχιο. Ο οποίος μαζί με την αδελφή του, έφεραν στην επιφάνεια πράγματα που αγωνίστηκαν να ξεχάσουν μια ζωή. Αυτό οπωσδήποτε είναι μια πράξη θάρρους. Το να ανασύρεις ό,τι σε πόνεσε, είναι ζόρικο.Η γλώσσα που χρησιμοποιείτε είναι συμμετρική, περιγραφική στη λεπτομέρεια, βγάζοντας προς τα έξω τις εσωτερικές σκέψεις των ηρώων. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για τον αφηγηματικό σας τρόπο;Σας ευχαριστώ για την παρατήρηση. Πιστεύω ότι στα μυθιστορήματά μου αναζητώ πάντα την ισορροπία ανάμεσα στον κόσμο των αισθήσεων και στη δυνατότητα της μυθοπλασίας να διαπερνά το ασυνείδητο, ανατέμνοντας τον πνευματικό κόσμο μας. Παρατηρώ ασταμάτητα την πραγματικότητα γύρω μου. Στα βιβλία μεταφέρω μεγάλο μέρος αυτών των ερεθισμάτων στον βαθμό που μπορούν να γίνουν μέρος της δικής μου μνήμης και εμπειρίας. Πάντοτε μου άρεσαν συγγραφείς όπως ο Τολστόι, ο Φόκνερ, ο Μάρκες, όπου στα βιβλία τους μπορείς να έχεις πολλές ζωές. Επίσης αισθάνομαι κοντά και σε συγγραφείς που αναδεικνύουν τις κρυφές εσοχές της ύπαρξής μας, όπως οι Προυστ, Γουλφ ή Χαβιέ Μαρίας. Ετσι προσπαθώ να χρησιμοποιώ μια γλώσσα που θα μπορεί να συνδέσει όλα τα παραπάνω.Ποιο είναι το επίπεδο της λογοτεχνίας στη Λατινική Αμερική σήμερα; Ξεχωρίζετε κάποιους συγγραφείς;Είναι τόσο πολλοί. Θα σας πω ότι προσωπικά οι συγγραφείς που με καθόρισαν ήταν ο Μάριο Βάργκας Λιόσα και η Ελενα Πονιατόφσκα. Υπάρχουν πολλοί που γεννήθηκαν μέσα στη δεκαετία του '90 και κάνουν εξαιρετική δουλειά, στον δρόμο για την κατανόηση των αντιφάσεων της ηπείρου. Θα μπορούσα να πω επιγραμματικά πως ξεχωρίζω τον Ρικάρντο Σίλβα, τη Φερνάντα Μελτσόρ, τη Μαριάννα Ενρίκες και τη Βαλέρια Λουισέλι. Γέφυρα των παλιών και των νέων για μένα δεν είναι άλλος από τον Λεονάρντο Παδούρα. Διαβάστε περισσότερα για το Γυρίζοντας το βλέμμα πίσω.Learn more
-
Interviews
Προσπαθώντας να μετρήσουμε «Τα αμέτρητα» ζητήσαμε τη βοήθεια της Μαρίας Αγγελίδου | Συνέντευξη στο Child it
This post is only available in Greek.Διαβάστε όσα είπε η Μαρία Αγγελίδου στην Αγγελική Λάλου στο childit.gr με αφορμή την έκδοση του νέου της παιδικού βιβλίου με τις εικόνες του Βασίλη Σελιμά, Τα αμέτρητα.Η ίδια βρίσκεται πίσω από αμέτρητες σελίδες δικών της παιδικών βιβλίων, ακόμα πιο αμέτρητες σελίδες βιβλίων που έχει μεταφράσει, κι ακόμα πιο αμέτρητες σελίδες βιβλίων που έχει διαβάσει, έτσι με αφορμή το βιβλίο της Τα αμέτρητα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος κάναμε μια πολύ ωραία συζήτηση με τη συγγραφέα-μεταφράστρια Μαρία Αγγελίδου.Ποια είναι τα δικά σας «αμέτρητα» που όταν προσπαθείτε να τα μετρήσετε σας ηρεμούν και σας φέρνουν χαρά;Τα ξυσμένα, τελειωμένα σχεδόν μολύβια, χρωματιστά και μαύρα. Οι αχρησιμοποίητες γομολάστιχες. Τετράδια γραμμένα και άγραφτα. Βιβλία διαβασμένα και αδιάβαστα. Τα παιχνίδια που έχω παίξει και τα παιχνίδια που δεν έχω παίξει.Και ποια τα «αμέτρητα» που σας εκνευρίζουν και σας στεναχωρούν;Τα αταχτοποίητα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου. Οι φοβερές αδικίες. Οι τρομερές ατυχίες. Το δυο και τρεις και πολλές φορές ίδιο λάθος. Τα ξεχασμένα, παρατημένα, καταπλακωμένα όνειρα. Οι ξεχασμένες, παρατημένες, καταπλακωμένες ιστορίες.Αν μπορούσαμε να μετρήσουμε από το 1-10 ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σας ήρωες παιδικών βιβλίων;Εδώ δεν μας φτάνει ούτε από το Ένα μέχρι το Αμέτρητο. Σίγουρα περισσότεροι από τους πιο αγαπημένους μου ήρωες της πραγματικής ζωής.Υπάρχει κάποια σελίδα-εικόνα του βιβλίου που ξεχωρίζετε περισσότερο από τις υπόλοιπες – κι αν ναι, γιατί;Δεν υπάρχει σελίδα, δεν υπάρχει εικόνα του Βασίλη (Σελιμά) που να μη μ’ αρέσει ή να μην την ξεχωρίζω. Θα απαντήσω εδώ το Αρχείο των πριγκίπων που δεν μέτρησαν τα αμέτρητα. Επειδή είναι αρχείο. Κι έχω μια αδυναμία στους καταλόγους.Ζούμε σε μια εποχή όπου όντως μετράμε συνεχώς – τι έχετε σταματήσει να μετράτε προ πολλού και τι επιπλέον θα θέλατε να έχετε τη δυνατότητα να σταματήσετε να μετράτε;Τίποτα δεν έχω σταματήσει να μετράω. Εντάξει, ίσως τα παγωτά το καλοκαίρι. Ή τα κεράσια που μπορώ να χωρέσω στο στόμα μου. Κάναμε διαγωνισμούς γι’ αυτά τα πράγματα. Θα ήθελα να σταματήσω να μετράω τις ώρες κάθε μέρας.Το βιβλίο σας αυτό γεννά αμέτρητες ερωτήσεις – όπως είναι πιο πολλά αν τα μετρήσουμε αυτά που ξεχνάμε ή αυτά που θυμόμαστε;Τι σπουδαία, τι καταπληκτική ερώτηση! Παρότι ξέρω την απάντηση: για μένα είναι σίγουρα περισσότερα αυτά που ξεχνάω. ΑΛΛΑ! Πόσο πιο δυνατά, πόσο πιο φωτεινά, πόσο πιο ζωντανά και σπαρταριστά είναι αυτά που θυμάμαι; Απ’ αυτά που έχω ξεχάσει, εννοώ. Τα λυπάμαι αυτά που έχω ξεχάσει. Λυπάμαι γι’ αυτά. Θα τους άξιζε καλύτερη τύχη, καλύτερος άνθρωπος, καλύτερη μνήμη από μένα.Τελειώνει ποτέ η λίστα με τα αμέτρητα κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας αγχώνει ή μας ευχαριστεί;Όχι, όχι, δεν τελειώνει. Ευτυχώς. Υπάρχουν πράγματα που τελειώνουν. Δυστυχώς. Υπάρχουν πράγματα που τελειώνουν. Ευτυχώς. Και υπάρχουν και τα αμέτρητα. Που δεν τελειώνουν, δεν τελειώνουν, δεν τελειώνουν. Αυτό άλλοτε μας δίνει χαρά μεγάλη. Κι άλλοτε λύπη τρομερή. Ακόμα και φόβο μπορεί κανείς να νιώσει κάποιες φορές. Αλλά ευτυχώς πάντα μπορεί να προχωρήσει πιο πέρα – αφού η λίστα δεν τελειώνει.Έχετε καλή σχέση με τους αριθμούς και τις πράξεις; Θα μπορούσατε να γράψετε ένα παραμύθι για έναν αριθμό; Έχετε κάποιον αγαπημένο;Όχι ιδιαίτερα. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να γράψω παραμύθι (ή κάτι άλλο) για τους αριθμούς, για έναν έστω απ’ αυτούς. Ίσως. Αγαπημένοι μου είναι πάντως οι εύκολοι. Οι μονοψήφιοι, ας πούμε.Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να μετρήσετε και δεν τα έχετε καταφέρει;Είναι αμέτρητα αυτά που δεν έχω καταφέρει κι ούτε ποτέ θα καταφέρω. Ευτυχώς τα περισσότερα δεν με νοιάζουν.Τι καλό ετοιμάζετε αυτή την εποχή; Συγγραφικά και μεταφραστικά;Συγγραφικά: πολλά και διάφορα πρότζεκτ. Το πιο έτοιμο απ’ όλα είναι ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ. Που δεν ξέρω ακόμα τι τίτλο θα έχει. Οι Κανόνες είναι ο τίτλος εργασίας. Την εικονογράφηση σ’ αυτό το βιβλίο κάνει η Κατερίνα Βερούτσου. Και το βιβλίο θα εκδοθεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Μεταφραστικά: με μέτρο πάντα. Τώρα δουλεύω τον Γιόζεφ Ροτ της χρονιάς. Που θα είναι της Άγρας.Learn more
-
Interviews
«Είμαστε πιο αόρατοι από όσο νομίζουμε» | Συνέντευξη του Sergio del Molino στο ΒΗΜΑ
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Ισπανός Sergio del Molino στη Μαρίλια Παπαθανασίου για την εφημερίδα Το Βήμα, με αφορμή το βιβλίο του Το δέρμα, όπου ο συγγραφέας με έναυσμα τη δική του δερματική πάθηση και με αρκετές δόσεις ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης αφηγείται ιστορίες σημαντικών προσωπικοτήτων (όπως του Στάλιν, του Απντάικ, του Ναμπόκοφ) δείχνοντας πώς επηρεάστηκαν από τα δεινά μιας χρόνιας δερματίτιδας.Το 2016, Η άδεια Ισπανία, το δοκίμιο συγγραφέα και δημοσιογράφου Σέρχιο ντελ Μολίνο (Μαδρίτη, 1979), προκάλεσε μεγάλη δημόσια συζήτηση σχετικά με την εγκατάλειψη της υπαίθρου και τη συρρίκνωση του αγροτικού κόσμου. Το βιβλίο τιμήθηκε με το βραβείο βιβλιοπωλών της Μαδρίτης. Το Δέρμα είναι το πρώτο βιβλίο του Μολίνο που μεταφράζεται στα ελληνικά. Είναι ένα «ατυπικό» βιβλίο, μια συλλογή ιστοριών με ήρωες υπαρκτά και φαντασηκά πρόσωπα, και ταυτόχρονα μια αυτοβιογραφία του συγγραφέα, ο οποίος όπως και οι ήρωές του πάσχει από χρόνια ψωρίαση. Ο Μολίνο μίλησε στο «Βήμα» για τη σχέση του με την ασθένεια, την πίστη του στην ιατρική επιστήμη - πεποίθηση που συμμερίζεται η συντριπτική πλειονότητα των Ισπανών, εξ ου και στη χώρα δεν παρατηρήθηκαν φαινόμενα αρνητών της πανδημίας - αλλά και για το πώς η λογοτεχνία σώζει.Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα βιβλίο για την ψωρίαση, ένα βιβλίο που αναφέρεται στη σχέση των ανθρώπων με την ασθένεια, τον πόνο;«Η ιδέα έρχεται από ένα παλιότερο βιβλίο, το La hora violeta [σ.σ.: Η μοβ ώρα, βιβλίο του 2013, όπου ο συγγραφέας αφηγείται τον θάνατο του γιου του από καρκίνο], στο οποίο γράφω για την ασθένεια και τον θάνατο, θέματα που συναντά κανείς συχνά στα βιβλία μου. Το θέμα της ψωρίασης προέκυψε με φυσικό τρόπο. Είναι ένα θέμα για το οποίο μπορώ να γράψω, δεν έχω κανενός είδους σύμπλεγμα, γνωρίζω ότι η ασθένεια είναι κάτι σοβαρό, αλλά δεν με καθορίζει. Εγραψα το βιβλίο έχοντας, για χρόνια, μάθει για πρόσωπα που έπασχαν από την ίδια ασθένεια».Στο βιβλίο ο ασθενής με ψωρίαση ζητεί από τον γιατρό «να τον κάνει αόρατο». Στην πραγματικότητα, ο κόσμος κοιτά λιγότερο τους ασθενείς με ψωρίαση από όσο νομίζουν οι ίδιοι. Πρόκειται για ένα είδος παράνοιας;«Αναμφίβολα. Ολοι μας είμαστε πολύ πιο αόρατοι από όσο νομίζουμε. Πιστεύουμε ότι προσελκύουμε την προσοχή των άλλων ενώ χανόμαστε στο πλήθος χωρίς οι άλλοι να μας προσέχουν. Η παράνοια έχει σχέση με το αίσθημα ντροπής, με τον πόνο, με την εκπαίδευση που έχουμε λάβει για το τι είναι τερατώδες. Με το ότι έχουμε μάθει να συνδέουμε το κακό με το άσχημο και το τερατώδες - αυτό δεν το συναντάμε μόνο σης θρησκείες αλλά και σης παγανιστικές τελετές. Ερχεται όμως μια στιγμή που όλοι οι χρονίως πάσχοντες ξεπερνούν το αίσθημα της ντροπής, αποδέχονται τον εαυτό τους, μαθαίνουν να συμβιώνουν με την ασθένεια. Αυτό συνέβη και σε μένα».Παρά το «δύσκολο» θέμα του, το «Δέρμα» δεν βαραίνει τον αναγνώστη. Μιλάτε για την ασθένεια ανοιχτά, με ακρίβεια, με χιούμορ, χωρίς να μιλάτε σαν γιατρός. Βοηθάει το ότι είστε και δημοσιογράφος;«Δεν είμαι γιατρός, δεν θα μπορούσα να γράψω το βιβλίο ως γιατρός. Η ακρίβεια στην οποία αναφέρεστε μάλλον έχει σχέση με τη δημοσιογραφία, αν και πλέον γράφω μόνον άρθρα γνώμης. Επιδιώκω την ακρίβεια και τη σαφήνεια γιατί αν δεν κατανοώ εγώ αυτό που γράφω, πώς θα το κατανοήσουν οι αναγνώστες; Επιπλέον, όταν πάσχει κανείς από χρόνια ασθένεια, καταλήγει να μαθαίνει πολλά πράγματα σχετικά με αυτή, μαθαίνει να μιλάει με τους ειδικούς. Γράφω για την ασθένεια επειδή τη γνωρίζω καλά, αποτελεί μέρος της ζωής μου, του εαυτού μου».Γιατί συγκρίνετε τους χρονίως πάσχοντες με τους ήρωες των αρχαιοελληνικών τραγωδιών;«Γιατί σε αντίθετη με τους σημερινούς ανθρώπους, που έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να ελέγξουν το μέλλον τους, οι ήρωες των τραγωδιών γνώριζαν ότι η μοίρα τους είναι προδιαγεγραμμένη. Αυτό συμβαίνει και με τους χρονίως πάσχοντες: στο τέλος αποδέχονται τη μοίρα τους, παρότι έχουν προσπαθήσει να την αρνηθούν ή να την αλλάξουν».Οι γνωστοί ασθενείς που πάσχουν από ψωρίαση και για τους οποίους μιλάτε είναι πρόσωπα υπαρκτά και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, ο Στάλιν, η αμερικανίδα ποπ τραγουδίστρια Σίντι Λόπερ, οι συγγραφείς Τζον Απντάικ και Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ. Πώς εντοπίσατε και επιλέξατε αυτά τα πρόσωπα;«Αποτέλεσμα προσωπικής εμμονής. Διαβάζω πολύ, είμαι περίεργος και όταν μάθαινα για κάποιον που πάσχει από ψωρίαση, άρχιζα να συγκεντρώνω περισσότερες πληροφορίες. Με τα χρόνια δημιούργησα ένα είδος αρχείου για όλα αυτά τα πρόσωπα, και όταν πλέον είχα συγκεντρώσει αρκετές πληροφορίες, αποφάσισα να γράψω το βιβλίο. Επέλεξα τα πρόσωπα με βάση το αν εξέφραζαν αυτό που ήθελα να εκφράσω».Με αφορμή την περίπτωση της Σίντι Λόπερ μιλάτε για κάτι ουσιώδες και πολύ επίκαιρο: αφηγείστε πώς η αμερικανίδα τραγουδίστρια αντιμετωπίζει αρχικώς την ψωρίαση με εναλλακτικές θεραπείες, γιόγκα και βότανα, τα οποία προτείνει και σε άλλους ασθενείς. Ομως παραγωγός του τελευταίου της σινγκλ με τίτλο «Hope» («Ελπίδα») ήταν η φαρμακοβιομηχανία Novartis, η οποία κατασκευάζει και φάρμακα για την ψωρίαση. Κατακεραυνώνετε τη Λόπερ, διατρανώνοντας την πίστη σας στην Ιατρική - πεποίθηση που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε καιρό πανδημίας.«Είχα ολοκληρώσει τη συγγραφή του βιβλίου πριν από την πανδημία. Είναι γεγονός ότι αυτή την πεποίθηση συμμερίζεται η συντριππκή πλειοψηφία των Ισπανών. Δεν είχαμε φαινόμενα αρνητών του εμβολίου κατά του κορωνοϊού, οι Ισπανοί εμπιστεύονται την επιστήμη, τους γιατρούς, το σύστημα υγείας».Γιατί οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται την επιστήμη; Από φόβο;«Επειδή η Ιατρική τα τελευταία εκατό χρόνια έχει προχωρήσει τόσο πολύ, τόσο γρήγορα που δεν μπορούν να συλλάβουν την πρόοδο της. Και επειδή θέλουν να ξέρουν γιατί συμβαίνει αυτό που τους συμβαίνει. Πολλές φορές η Ιατρική δεν έχει την απάντηση στο γιατί, αντιθέτως οι διάφοροι θεραπευτές εναλλακτικών θεραπειών δίνουν εξηγήσεις που έχουν ανάγκη να ακούσουν οι ασθενείς. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από μια εξήγηση: και η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να εξηγήσεις τα πράγματα. Η λογοτεχνία μπορεί να συμβάλει πολύ στον δημόσιο διάλογο με τα εργαλεία που διαθέτει, δεν χρειάζεται να κάνει προσηλυτισμό. Πάντα ωστόσο υπάρχει στους συγγραφείς μια πολιηκή θεώρηση του κόσμου, ένα πολιτικό όραμα. Αυτό εμπλουτίζει τον δημόσιο διάλογο».Learn more