News
News List, News Categories, Events
-
Κριτικές
Learn moreΌχι… ναι… λέγοντας…
This post is only available in Greek.Τρεις λέξεις, που τις λέμε και τις ακούμε κάθε τόσο. ‘Οχιναιλέγοντας’· ένας νεολογισμός στη γλώσσα μας κι ένας πανέξυπνος τίτλος για ένα καινούργιο βιβλίο που δεν ξέρω τι ακριβώς να το ονομάσω: Ποίηση, θέατρο, θρίλερ, ψυχαναλυτικό δοκίμιο για τον Έρωτα; Αναρωτιέμαι· τι θα έλεγε για το έργο αυτό του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου η Μαργαρίτα Καραπάνου, που πριν είκοσι χρόνια χαρακτήρισε τον ‘Σιμιγδαλένιο’ του «μοναδικό φαινόμενο στο Ελληνικό Θέατρο». Εξηγούμαι: Δεν είμαι ειδικός. Αγαπώ τη λογοτεχνία, την ποίηση, το θέατρο και είμαι ένας έντιμος αναγνώστης, ένας καλοπροαίρετος θεατής. Κι επειδή πιστεύω πως η Τέχνη δεν είναι μόνο για τους ειδικούς, γι’ αυτό τολμώ να μοιραστώ σκέψεις κι αισθήματα μαζί σας. Από την άλλη μεριά γνωρίζω καλά τον συγγραφέα· είμαστε φίλοι πολλά χρόνια. Θα ήταν μεγάλη υποκρισία να μην το πω -δεσμεύω και ελέγχω καλύτερα τον εαυτό μου έτσι- τη στιγμή μάλιστα που είχα την τύχη, κάθε μέρα, τέσσερις μήνες, να βλέπω, να ζω στίχο-στίχο, το έργο να χτίζεται, να το ακούω να ζωντανεύει με τη φωνή του ίδιου του δημιουργού του και να παίρνει σάρκα και οστά, μπροστά στα μάτια μου.Τι είναι λοιπόν το ‘Οχιναιλέγοντας’ του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου, που εκδόθηκε πρόσφατα, από τις εκδόσεις ‘Ίκαρος’; Στοχεύει να είναι, πριν απ’ όλα, ένα έργο αιώνιο και πανανθρώπινο, που μακριά από εύκολους εντυπωσιασμούς, μόδες του συρμού και φτηνές κουβέντες γραμμένες στο πόδι, δεν ήρθε για να πουλήσει, να κολακέψει, να εισπράξει ‘μπράβο’, μα για να μείνει στη μακρά σειρά της Μεγάλης ελληνικής λογοτεχνίας. Με τη γλώσσα του. Με την πλοκή του. Με τη μουσική του. Με τα μηνύματά του. Με το βάθος του. Με τη συγκλονιστική επικαιρότητά του, που όμως ο συγγραφέας δε διστάζει να την τοποθετήσει μέσα σε Μεσαιωνικά παλάτια, όπου σφυρίζουν γύρω μας σαΐτες με ερωτικά ραβασάκια και κρυφακούν, σιγοντάροντας μισόγυμνοι, οι Φρουροί του Έρωτα! Τώρα, χθες, πάντα· εσύ, εγώ, όλοι…Κι όλα αυτά μέσα από μοναχικά, προσωπικά μονοπάτια, που λες και τα διάλεξε επίτηδες για να μας δυσκολέψει -ή μήπως για να μας κάνει να ονειρευτούμ’ ευκολότερα;- μιας και όλα θυμίζουν ίσως αχνά κάτι, μα τελικά δε μας αφήνουν να πιαστούμε από τίποτε γνωστό.Γιατί, δε συνηθίζουμε στις μέρες μας, να διαβάζουμε πολλή ποίηση. Κι όμως το ‘οχιναιλέγοντας’ είναι όλο ποιητικό! Εκατόν είκοσι σελίδες με ό,τι ρυθμούς και ό,τι μέτρα μπορεί να βάλει ο νους σου. Με ρίμα, με ό,τι μουσικές μπορείς ν’ ακούσεις μες απ’ τις λέξεις και ν’ αφήσεις να περάσουν μέσα σου. Μετρημένο ως την παραμικρή λεπτομέρειά του· ούτε μισή συλλαβή δεν ξεφεύγει. Με μια γλώσσα όμως απλή, ακριβή, συγκεκριμένη, εύστοχη, χωρίς δήθεν και περίπου. Μια γλώσσα που κυλάει μες στο μεδούλι· αν της ανοίξεις την πόρτα για να μπει και να σου πει ό,τι έχει να σου πει.Ακόμα -πολύ περισσότερο- δε συνηθίζουμε καθόλου να διαβάζουμε θεατρικά έργα. Μας ξενίζει και η ιδέα μόνο· τα βλέπουμε επί σκηνής καμιά φορά κι αυτό είν’ όλο. Κι όμως το έργο είναι θεατρικό! Με ήρωες σημερινούς κι ολοζώντανους· κι ας έχουν ονόματα παλιά. Που όσο κι αν χάνονται στα βάθη του χρόνου, μέσα σε κάστρα και σε αφελείς, αρχικά, φαντασιώσεις άλλων εποχών, κάλλιστα μπορούμε να τους δούμε δίπλα μας, μέσα μας· ακόμα και πάνω στο ντιβάνι του ψυχαναλυτή, γυρεύοντας απελπισμένα το ηρεμιστικό τους. Με πλοκή πολύ στέρεα και βαθιά μελετημένη, στην κόψη του ξυραφιού κάθε στιγμή, χωρίς τίποτε περιττό για να γεμίσει χάσματα, μας παγιδεύει απ’ την πρώτη σελίδα στον καλοστημένο μηχανισμό του και δε μας αφήνει ούτε στιγμή, μέχρι το τέλος. Είναι εκπληκτικό ότι το έργο, αν ήταν ένα απλό ‘παραμυθόδραμα’, όπως το λέει χαριτολογώντας ο συγγραφέας, θα νομίζαμε πως τέλειωνε εκεί που τελειώνει η 2η Πράξη· ενώ ουσιαστικά το έργο τότε μόλις αρχίζει κι εμείς ακόμη δεν ξέρουμε τίποτε! Ακόμα κι εκείνη η ανάλαφρη, αστεία πινελιά· ο παπαγάλος, ο Ψούθος, που λέει συνέχεια -τι άλλο;- «σαγαπόμορομου» είν’ εκεί σοφά βαλμένος για να παίζει και να μας θυμίζει κάτι. Ακόμα και μια άδεια παιδική κούνια, μπορεί να μαγνητίσει όλη την προσοχή μας με τη σιωπή της, γιατί βρίσκεται εκεί που πρέπει· τη σωστή στιγμή ακριβώς.Θέατρο με τα όλα του λοιπόν. Μα και βιβλίο που θες δε θες, διαβάζοντάς το, απολαμβάνεις τη δράση του και γίνεσαι μοναδικός, προνομιακός, θεατής-αναγνώστης.Το σκηνικό; Σε άλλες εποχές, παλιές, παραμυθένιες, μεσαιωνικές· Βυζαντινές ας πούμε. Από ‘κει έχει δανειστεί τα υλικά του ο Αδαμόπουλος -ονόματα, κτίσματα, σκεύη, συνήθειες, καταστάσεις- που τα ‘χει μεταπλάσει όλα με τον τρόπο του, έτσι που να φαίνονται όλα κοντινά και να μη μας ξενίζουν διόλου. Εκεί αρχίζει και ταυτόχρονα όμως εκεί σταματάει η όποια σχέση του με το παρελθόν. Ακόμα και με το ‘Λίβιστρος και Ροδάμνη’, απ’ όπου πήρε το γενικό καμβά, για να κεντήσει πάνω του και να πει τις εντελώς δικές του σκέψεις. Γιατί όσο εξελίσσεται το δράμα των ηρώων, τόσο περισσότερο οι καταστάσεις δεν έχουν καμιάν απολύτως σχέση μ’ εκείνο το μεσαιωνικό μυθιστόρημα του 14ου αιώνα, μα γίνονται απολύτως σύγχρονες, γίνονται δικές μας, οικείες. Μας πλησιάζουν και μας αγγίζουν· επικίνδυνα…Και το θέμα; Ο Έρωτας… Πάλι καλά! Έλα όμως που και εδώ τα πράματα είναι αλλιώς… Ο Έρωτας εδώ, δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε στις μέρες μας· τρυφερούλης, καλόβολος, γλυκούλης, με ροδαλά, μισοξεβράκωτα, σαχλά αγγελάκια να πεταρίζουν εδώ κι εκεί, χαρίζοντας λουλουδάκια του αγίου Βαλεντίνου! Είναι ο Ησιόδειος Έρως· τρομακτικός, δολοπλόκος, παμφάγος. Δεν παίζει· απαιτεί πολύ περισσότερα απ’ ό,τι είμαστε διατεθειμένοι να δώσουμε. Κι αν όχι· μας διαλύει, όσο συνεχίζουμε να τον γυρεύουμε. Μας φτάνει στον πάτο της ύπαρξής μας. Εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε άλλο πια παρά ένας καθρέφτης μόνο, που μας δείχνει ακριβώς όπως είμαστε· δίχως καμιά φιοριτούρα, κανένα άλλοθι και καμιάν απολύτως δικαιολογία: «Θαρρείς πως είναι εύκολα τα πράγματα της φύσης;/ Νεράκι μόνο γάργαρο στο στόμα κρύας βρύσης;/ Δροσοσταλίδες μήπως στα χείλη μιας πηγής;/ Και τον πόνο αποφεύγεις της δικιάς μου πληγής;/ Τόσο πολύ στο είναι σου, θες, μόνη, να πνιγείς;/ Μπρος! Ρίξε τη μύτη σου κι άκουσε την καρδιά σου·/ εσύ, που θες όλοι να σφάζονται στην άκρη της ποδιάς σου!»…Ο τρομερός Έρως λοιπόν που· «οχιναιλέγοντας φριχτά, μ’ απέραντη ευκολία/ δούλους μας έχει όλους μας μες στην αμφιβολία»… Ο Έρως· που κάθε στιγμή, σ’ όλο το έργο, είτε είναι ο ίδιος παρών, είτε μας τον υπενθυμίζει ο Χορός των Φρουρών του: «Καν ορειβάτης, καν πολεμιστής, γενναίος καταδύτης/ που βούτηξε ολόψυχα στ’ όρος της Αφροδίτης/ εσύ ‘σαι ο αιώνια ζωντανός· ο μόνος καταλύτης»… Άλλο ένα παράδοξο: Χορός και χορικά στην εποχή μας; Κι όμως· τι φυσικά που λειτουργούν όλα, δίχως να μιμούνται διόλου· πράγματα που έτσι κι αλλιώς δε γίνεται να μιμηθείς χωρίς να γίνεις γελοίος. Και κάτι ακόμη, εντελώς πρωτότυπο: Μες’ από τις συνεχείς ανατροπές των πάντων, στην εξέλιξη του μύθου και στη συμπεριφορά των ηρώων -πλην Κλίτου- ακόμα και ο Χορός μεταλλάσσεται και περνάει από όνειρο σε όνειρο κι από ‘κει, ανεπαισθήτως· χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μες στην ίδια την πραγματικότητα· βοηθώντας, συμμετέχοντας, ίσως και προκαλώντας το μοναδικό, αριστοτεχνικό, ανατριχιαστικό φινάλε του έργου, που απ’ όσο ξέρω, δεν έχει πουθενά αλλού όμοιό του, καθώς μέσα στον ήχο των τυμπάνων -που μας παγιδεύουν κι εμάς τους ίδιους και ορίζουν και τη δική μας ακόμα ανάσα- ενώνεται ο μονόλογος της Ροδής με το βουβό κλάμα του Λίβιου και την ανήμπορη σιωπή του Κλίτου. Και η ανάσα μας και οι χτύποι της καρδιάς μας, συντονίζονται με τα τύμπανα που οδηγούν τους πάντες με Διονυσιακή φρενίτιδα στην αβέβαιη υπέρβασή τους κι όλα, μέσα σε απύθμενο βάθος, στροβιλίζονται με απέραντη ένταση, σε μιαν ατέρμονη δίνη…Κι όλα τελειώνουν χωρίς να τελειώσει τίποτε.Κι όλα λέγονται, χωρίς τίποτε να έχει ειπωθεί.Μόνο ο Έρως παίρνει το μερτικό του. Κι εμείς βέβαια. Εμείς παίρνουμε την απέραντη εκείνη γλυκόπικρη ηδονή· εκείνες τις σπάνιες φορές, που με βαριά καρδιά κλείνουμε την τελευταία σελίδα ενός βιβλίου που δεν θέλουμε να τελειώσει ακόμα· ξέρουμε όμως πως θα μείνει βαθιά μες στην ψυχή μας για πάντα… Ντίνος ΠηλόςAtticaBank, Διεύθυνση Επενδυτικών Προγραμμάτων(δημοσιεύτηκε την 1η Νοεμβρίου 2012 στο τριμηνίαιο έντυπο της AtticaBank) -
Κριτικές
Learn moreΔιαμάντια μέσα σε καυτά κάρβουνα
This post is only available in Greek.Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Το Βήμα, 26-08-2012Ο Δημήτρης Νόλλας εικονογραφεί, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, καθημερινούς ήρωες που προσπαθούν να αποφύγουν τη βίαιη αποκοπή από το περιβάλλον τουςΟι παράδοξες ανθρώπινες φιγούρες που προσαρμόζονται μετά βίας στον περίγυρό τους και δυσκολεύονται να ορίσουν τη σχέση τους τόσο με τους άλλους όσο και με τον εαυτό τους κάνουν από την πρώτη στιγμή αισθητή την παρουσία τους στην πεζογραφία του Δημήτρη Νόλλα.Δέσμιοι της άσκοπης περιπλάνησης και του τυχαίου, όπως και παραδομένοι στην ασάφεια ή και στη ματαιότητα της ύπαρξής τους, οι ήρωες του Νόλλα αποχωρούν πολύ νωρίς από τη δημόσια σφαίρα. Και αν η αυτοεγκατάλειψη και η απροσδιοριστία αποτελούν τη μία όψη της συγκεχυμένης τους ατομικότητας, η άλλη όψη αποκαλύπτει το πλέγμα φόβου, προδοσίας και ενοχής που σχηματίζεται από την επαφή τους με τον πολιτικό ακτιβισμό και την τρομοκρατία.Οταν όμως ο Νόλλας αφήνει την τρομοκρατία για να περάσει στον κόσμο της ξενοφοβίας και της ξενηλασίας, ο αποσυντονισμός ή το κομμάτιασμα των ηρώων οδηγεί σε έναν νέο εξανδραποδισμό ικανό να φθάσει ως την ολική καταστροφή και τον θάνατο. Και ένα τέτοιο δράμα δεν μπορεί βεβαίως παρά να ανακαλεί τη συρρίκνωση μιας άλλης συλλογικότητας: οι δεσμοί αλληλεγγύης ετοιμάζονται να εξαφανιστούν με γοργούς ρυθμούς από τις περισσότερες κοινωνίες υποδοχής μεταναστών.Οποια εκδοχή της πεζογραφικής παραγωγής του Νόλλα και αν παρακολουθήσουμε, η πραγματικότητα δεν αλλάζει: ο συγγραφέας αναδεικνύει και εικονογραφεί έναν ατομισμό ο οποίος παρατηρεί και βιώνει τον κόσμο με εξανεμισμένες όλες τις ζωτικές του δυνάμεις.Ισορροπία του τρόμουΔιαβάζω την καινούργια συλλογή διηγημάτων του Νόλλα, υπό τον τίτλο Στον τόπο, και μένω με την εντύπωση ότι κάτι έχει αλλάξει, έστω και ανεπαισθήτως, στη γραμμή του. Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα βαδίζουν και πάλι επί ξυρού ακμής, αναζητώντας επί ματαίω ένα νόημα για τον ασπόνδυλο βίο τους, αλλά δεν καταλήγουν στον γκρεμό. Ενας φτωχός μουσικός που έχει ξεπέσει αβοήθητος στην Ελλάδα και ένας έλληνας άστεγος αποφασίζουν εκόντες άκοντες να θέσουν υπό την προστασία τους ένα παιδί προκειμένου να το γλιτώσουν από την παγερή αδιαφορία της μάνας του («Μωρό στην αιώρα»). Ενας μοναχικός επιβάτης ανακαλύπτει κατά τη διάρκεια μιας στάσης του τρένου τον παρήγορο λόγο της συντροφικότητας («Τα λόγια του αέρα»).Ενας στυφός αρσενικός που έχει αρπάξει τα κοσμήματα της αδελφής του για να εκδικηθεί την άρνησή της να πουλήσουν την πατρική περιουσία έρχεται στα συγκαλά του χάρη στη γυναίκα η οποία είναι κοντά του («Ενα κουλούρι για δύο»). Δύο πετροβολημένοι από τους πάντες εραστές κατορθώνουν να διασωθούν σε έναν χώρο μοναδικής οικειότητας («"Νεκρή φύση" των υδάτων»). Ενας γυρολόγος που παρασύρθηκε στο απατηλό κυνήγι του πλούτου κατορθώνει να αγαπήσει από τα βάθη της καρδιάς του ένα αγγελικό κοριτσάκι («Η τιμή των ονείρων»). Μια γριά βυθισμένη στη μοναξιά της καίγεται μονίμως στα χαρτιά που παίζει με τον υδραυλικό της για να συνεχίσει να ακούει τις ιστορίες του («Τα καμένα χαρτιά»).Κανένα ξέχειλο συναίσθημα, ούτε ένας μελοδραματικός τόνος. Ο Νόλλας ψάχνει να βρει διαμάντια μέσα σε καυτά κάρβουνα. Οι ήρωές του δεν θα κάνουν ποτέ το μεγάλο άλμα και δεν θα διαρρήξουν σε καμία περίπτωση τον περιορισμένο κύκλο της ζωής τους. Θα καταφέρουν όμως να αποφύγουν τη βίαιη αποκοπή από το περιβάλλον τους, απλώνοντας ακόμη και σπασμωδικά το χέρι τους στον άλλο.Με αυτόν τον ιδιότυπο ελιγμό θα μπορέσουν, για πρώτη ίσως φορά σε βιβλίο του Νόλλα, να ορίσουν την τροχιά τους και να δώσουν ένα σχήμα στη ρευστότητά τους. Οσο για τα αντίβαρα, θα υπάρχουν πάντα: τοκογλύφοι πρόθυμοι να καταπατήσουν την παλιά τους φιλία («Αναπόδραστες συναντήσεις»), κυνικοί και λεφτάδες που θα υφαρπάξουν περιουσίες («Παράδεισος από χρυσάφι»), ανατολίτες που δεν θα ξεχάσουν στην Ευρώπη την αρχαϊκή τους μοίρα («Ματζικέρτ») και απονενοημένοι που δεν θα χαρούν την καλή τους τύχη («Στον τόπο»).Ισορροπία του τρόμου; Πιθανόν. Από την άλλη όμως μεριά, βασανισμένη ανθρωπιά και πολύ, απροσποίητο τσαγανό σε ένα βιβλίο που ξεχωρίζει αμέσως με τη λιτότητα και την ευθυβολία του.Φαντάσματα, καλικάντζαροι και σαύρες που ζωγραφίζουνΟι χαρακτήρες του Δημήτρη Νόλλα εμφανίζονται στη σκηνή in media res: ξεκινημένοι από τα μισά και με τη βεβαιότητα πως είναι αδύνατον να καταλήξουν οπουδήποτε. Χωρίς να υπονομεύει ακριβώς τη λογική ακολουθία της αφήγησης, αλλά και χωρίς να απορρίπτει τη συνδρομή του άλογου και του σκοτεινού ή του ονείρου, ο Νόλλας υπερβαίνει τα αυτονόητα του ρεαλισμού με δύο κατά βάση τρόπους: απορρυθμίζοντας τον ψυχισμό των προσώπων του και διασπώντας αιφνιδιαστικά την ενότητα του αφηγηματικού του χρόνου.Στα καινούργια διηγήματά του καταφεύγει συχνά στο στοιχείο του φανταστικού, το οποίο παρεμβάλλεται απροειδοποίητα στη δράση, για να της προσδώσει μια προς στιγμήν αμφίλογη διάσταση και να την τοποθετήσει σε μια κατάσταση αιώρησης μεταξύ πραγματικού και υπερβατικού: σε κάτι που ο Τσβετάν Τοντόροφ έχει ονομάσει θαυμαστό. Το θαυμαστό του Νόλλα επιτρέπει στους ήρωες να πιάνουν κουβέντες με τα προσφιλή τους φαντάσματα, αποδεσμεύει παράξενες σκιές ανακατεμένες με άγνωστης προέλευσης καπνούς, κινητοποιεί καλικαντζάρους που κατεβαίνουν πάνοπλοι σε απότομες πλαγιές ή βάζει σαύρες να σχεδιάζουν ακατάληπτες ζωγραφιές στο ταβάνι.Οσο για την απορρύθμιση των χαρακτήρων, βρίσκονται όλοι σε ελαφρά απόκλιση από το σύμπαν, χωρίς εν τούτοις να μεταμορφώνονται σε σαλούς: ταξιδιώτες που περιβάλλονται από στοιχεία της ατμόσφαιρας τα οποία δεν είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσουν, άντρες που έχουν ξωπεταχτεί αθέλητα (ή μήπως με τη βούλησή τους;) από την οικογένειά τους, γυναίκες που τιμούν τη σάρκα τους παρά τη χηρεία τους (κόντρα στην αντίδραση συγγενών και φίλων), βοσκοί που παλεύουν με αλλόκοτες οντότητες, φραγκολεβαντίνοι που δεν βάζουν στην άκρη τη βάρβαρη καταγωγή τους, ονειροπαρμένοι που πέφτουν από τον ουρανό στο γήινο χάος, απόκληροι που φυλάνε ένα κομμάτι ψωμί για τον διπλανό τους (κι ας σκοτώνονται ξανά και ξανά μεταξύ τους) ή άνθρωποι που ξέφυγαν από τα νύχια του Χάρου για να τον υποδεχθούν στο σπίτι τους από την πίσω πόρτα. -
Κριτικές
Learn moreΤο μόνο που μας σώζει είναι η φιλία. Του Βαγγέλη Ραπτόπουλου
This post is only available in Greek.Κρυσταλία Πατούλη | www.tvxs.gr, 25-06-2012 Με τη σύλληψη του Σάββα Ξηρού και όσων άλλων φέρονται ως μέλη της οργάνωσης, σαν να έκλεισε ο κύκλος που άρχισε με τη Μεταπολίτευση.Το καλοκαίρι του 2002, υπήρχε ένας διάχυτος φόβος ή μούδιασμα στην ατμόσφαιρα, λες και επρόκειτο οι διώξεις να γενικευτούν και να συμπεριλάβουν οποιονδήποτε αριστερό, από την εποχή του αντιδικτατορικού αγώνα και μετά.Ή λες και απώτερος στόχος των διώξεων ήταν να ενοχοποιηθούν όσοι προανέφερα.Τόσο η γενιά του Πολυτεχνείου όσο και η δική μου, της Μεταπολίτευσης, ξεκίνησαν με συλλογικά οράματα για να καταλήξουν εγκλωβισμένες στο κουκούλι της ιδιώτευσης.Και οι μέρες της εξάρθρωσης της 17 Νοέμβρη ήταν σαν να μας υπενθύμιζαν τι ακριβώς υπήρξαμε και σε τι έχουμε μεταβληθεί τώρα πια.Ήταν σαν ένας τελευταίος σπασμός του συλλογικού που έσβηνε, μια τελευταία του αναλαμπή.Γι’ αυτό και μου φάνηκε κατάλληλο το όλο κλίμα για το αφήγημά μου, το οποίο οδηγείται στην πικρή διαπίστωση πως το μόνο συλλογικό που μας απέμεινε σήμερα, είναι η φιλία.Αλλά ίσως υπάρχει εδώ και μια αισιόδοξη νότα.Γιατί η φιλία θα μπορούσε να παίξει κι ένα ρόλο μαγιάς για ό,τι συλλογικό αναδυθεί στο άμεσο μέλλον! Κάτι σαν την παλιά Φιλική Εταιρεία!Το μόνο που μας σώζει είναι η φιλία. Θα μπορούσε να το θέσει κανείς κι έτσι. […]Στα πρώτα μου βιβλία, της δεκαετίας του ’80, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της εποχής μου, κατόρθωσα –κατά γενική ομολογία- να αιχμαλωτίσω κάποια συλλογικά χαρακτηριστικά της γενιάς μου. Αργότερα, εξερεύνησα τον ατομικισμό και το λαβύρινθό του.Κατηγόρησαν, όχι μόνο εμένα, αλλά ολόκληρη τη γενιά μου, για εμμονή στο λάιφσταϊλ, ή ίσως για σύμπλευση μαζί του. Αλλά αυτή ήταν η δεκαετία του ’90: η εποχή του λάιφσταϊλ.Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για όλους μας, και ως πεζογράφοι εκείνης της εποχής, το εξερευνήσαμε.Άλλωστε, και η πολιτικοποίηση της μεταπολίτευσης είχε παραγίνει, το συλλογικό είχε καταντήσει παρωδία, κι όταν ανέτειλε ο αστερισμός του ατομικισμού, ήταν σαφώς ριζοσπαστικός.Με τους "Φίλους", είναι σαν να επιστρέφω στη συλλογικότητα.Υπάρχει ένα ρεύμα επιστροφής στην πολιτική, το βλέπεις μέχρι και στις ταινίες του Χόλυγουντ, απλώς δεν έχει ακόμη πάρει μαζικές διαστάσεις.Είναι σαν να επανέρχεται βαθμιαία η κοινωνική συνείδηση.Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, κάτω απ’ αυτήν ακριβώς τη σκοπιά, ανακαλύπτω τη φιλία ως λύση και λύτρωση, ως αντίσταση στην εμπορευματοποίηση των πάντων. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη φιλία στενά, μόνο ως σχέση μεταξύ εφήβων, φέρ’ ειπείν, αλλά ακόμη και μεταξύ ζευγαριών, παιδιών και γονιών.Ως αφορμή και αιτία που θα δημιουργήσει και πάλι μια συλλογικότητα, κάτι ελπιδοφόρο. [...]Παρατηρώ τους σημερινούς πιτσιρικάδες, τους εικοσιπεντάχρονους, αίφνης, σε τι σύγχυση παραδέρνουν. Ενώ αποτελούν τον κρίκο μιας αλυσίδας, αυταπατώνται ότι αποτελούν παρθενογένεση, επειδή ακριβώς δεν έχουν ζήσει ποτέ τους κάτι συλλογικό.Η γενιά μου είχε την αίσθηση ότι κάτι είχε προηγηθεί πριν απ’ αυτήν, και ότι κάτι θ’ ακολουθούσε.Εμείς είχαμε συνείδηση της ιστορικής σκυταλοδρομίας.(Απόσπασμα από το βιβλίου του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, Εκδ. Ίκαρος, 2012) -
Κριτικές
Learn moreΑλλαγή πλεύσης
This post is only available in Greek.Ελισάβετ Κοτζιά, Η Καθημερινή, 3/6/2012Νέα στροφή στην πεζογραφία του Δημήτρη Νόλλα αποτελούν τα δέκα διηγήματα της συλλογής «Στον τόπο» («Ικαρος, σελ. 85). Κείμενα της τελευταίας δεκαετίας υπογραμμίζουν μια πτυχή που αχνοφαινόταν στην προηγούμενη διηγηματογραφική του εργασία «Ο παλαιός εχθρός» (2004). Είναι η στροφή από τον χώρο του ασύμπτωτου, του άδειου και του ξένου προς μια πλευρά στην οποία συγκεντρώνεται μια αχτίδα ζεστασιάς, μια υποψία θερμότητας, μια μικρή εστία θαλπωρής και αγάπης. Διότι το επίδικο θέμα είναι το συναίσθημα, το ψυχικό δέσιμο, η διαθεσιμότητα στην ανθρώπινη σχέση. Στην παλαιότερη πεζογραφία του Νόλλα ο κόσμος εμφανιζόταν αμετακίνητα στενάχωρος, οριστικά αφιλόξενος, πάγια εχθρικός· μια δυστοπία που το σταθερά αρνητικό πρόσημό της οφειλόταν στα άφιλα άτομα, στα άβουλα υποκείμενα και στα ανερμάτιστα όντα που τον κατοικούσαν. Κόσμος φτιαγμένος από τις απλανείς τροχιές σημαδιακών κι αταίριαστων, περιλάμβανε πρόσωπα που δύσκολα εντάσσονταν στην κοινότητα. Αεργοι, απατεώνες και απροσάρμοστοι· αιθεροβάμονες, αμφιρρεπείς και ημιπαράφρονες· ταπεινωμένοι, εκφυλισμένοι και βαριά ασθενείς. Ασχετα βλέμματα, άνθρωποι που ξεχνιούνταν, μορφές που περιφέρονταν, φιγούρες που χάνονταν· μέσα σε δαίδαλους, σε πηγάδια και σε στοές· φιγούρες που λοξοδρομούσαν, παραστρατούσαν, παραπλανούνταν. Κόσμος χωρίς στάση για τους πλάνητες, χωρίς αιγίδα για τους πένητες, χωρίς τη φωλιά μιας θερμής αγκαλιάς. Αναπόδραστα, το απηνές, άσπλαχνο, άξενο σύμπαν του Νόλλα εκτροχιαζόταν και πνιγόταν στο αίμα. Πλάι, έτσι, στους διπλοπρόσωπους και στους ξεγυμνωμένους, στους δύσμοιρους και στους ηττημένους, μέσα στο σύμπαν του λυκόφωτος ετελείτο το αδιανόητο. Φιγούρες φθονερές, αναίσχυντες, χαμερπείς, ρυπαρές και ασύδοτες βύθιζαν το μαχαίρι κατάστηθα, πυροβολούσαν και πυροδοτούσαν εκρηκτικούς μηχανισμούς. Ηταν ο κόσμος του νείκους και της έριδος χωρίς μια θέση για τη στοργή, την τρυφερότητα και τον έρωτα.Με τον «Τόπο», στην προηγούμενη ποιητική της απάνθρωπης αποξένωσης, ο Δημήτρης Νόλλας αντιπαραθέτει την καινούργια ποιητική της φιλότητας. Οχι βέβαια κάτι ριζοσπαστικά αλλιώτικο, αλλά μια ελαφρώς πειραγμένη εκδοχή του παλαιότερου. Διότι οι ήρωές του εξακολουθούν να βρίσκονται στο κοινωνικό και στο ψυχικό περιθώριο (φανατικοί εργένηδες, μοναχικοί γέροντες, ερωτικά τραυματισμένοι, απομονωμένοι αιπόλοι). Στα προγενέστερα ο παράγων συναίσθημα εισέβαλλε μέσω του κενού και της απουσίας. Εδώ αντιθέτως τίθεται ευθέως ως εκδήλωση ευθύνης για τον άλλο: η επιδίωξη της φροντίδας ενός απροστάτευτου βρέφους και το αντίδωρο της προσφοράς συντροφίας (στα «Καμένα χαρτιά» και «Μωρό στην αιώρα», δύο πεζά που δεν είναι τυχαίο πως αποτελούν χριστουγεννιάτικα διηγήματα). Το «Ενα κουλούρι για δυο» και το «Αναπόδραστες συναντήσεις» τα οποία διέπονται από την ευαγγελική ρήση «ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον». Τέλος, το «Μάτζικερτ», η «Νεκρή φύση επί των υδάτων» και «Η τιμή των ονείρων», που νομιμοποιούν την πολιτισμική ετερότητα του ανένταχτου στην αγκαλιά της κοινότητας μετανάστη.Στην καινούργια συλλογή, ο Νόλλας ισορροπεί επί ξυρού ακμής και νικάει. Στον «Παλαιό εχθρό» υπήρχαν διηγήματα όπου εμπλέκονταν κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα και ευαίσθητα προβλήματα πολιτικής ορθότητας τα οποία ενδεχομένως υπερέβαιναν την αντοχή του μυθοπλαστικού υλικού τους («Κανένας μόνος του και λυπημένος», «Ο άλαλος άλλος»). Αντιθέτως, «Στον τόπο» η κρατούσα ιδέα στηρίζεται, χωνεύεται, αφομοιώνεται μέσα από μια ποικιλία περιστάσεων με κοινό συστατικό την παράκαμψη του ορθού λόγου – μέσα από την αιφνίδια αποκάλυψη η οποία διαπερνά σαν ακτίνα, μέσα την αλόγιστη αφοσίωση η οποία προσφέρεται δωρεάν, μέσα από την ακλόνητη εμμονή, μέσα από τη γενναιόδωρη προσφορά, μέσα από τη δεισιδαίμονα πίστη.