News

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Sebastian Barry: «Αυτό που λέμε ιστορικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει».

    This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Sebastian Barry στη Μάρω Βασιλειάδου για την Καθημερινή με αφορμή το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του Μέρες δίχως τέλος (μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου). Ο Ιρλανδός συγγραφέας Σεμπάστιαν Μπάρι είναι τόσο δημοφιλής και πολυβραβευμένος ώστε το έργο του δεν χρειάζεται συστάσεις. Οι κριτικές ξεχωρίζουν πάντοτε το μεστό λογοτεχνικό του ύφος, τη δεξιοτεχνία του να δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα, το ταλέντο του να πλάθει αληθινούς χαρακτήρες. Τον Φεβρουάριο τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση των ιρλανδικών γραμμάτων (Laureate for Irish Fiction), και το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του Μέρες δίχως τέλος έχει διαγράψει ήδη μια πλούσια σε διακρίσεις διεθνή διαδρομή. Προφανώς, λοιπόν, μια συνέντευξη μαζί του, με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία στην Ελλάδα του Μέρες δίχως τέλος από τις εκδόσεις Ίκαρος στη θαυμάσια μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου, είναι επιβεβλημένη.Δεν ήταν, όμως, αυτό το βασικό κίνητρο για να μιλήσουμε μαζί του. Ηταν πρωτίστως η επιθυμία του γοητευμένου αναγνώστη να «συναντήσει» τον συγγραφέα του, και να του θέσει τις ερωτήσεις που αποκρυπτογραφούν την τέχνη του. Ο Σεμπάστιαν Μπάρι έχει τη στόφα και τη δύναμη του μεγάλου αφηγητή. Οι ιστορίες του, συχνά γραμμένες σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δεν περιγράφουν απλώς τόπους, ζωές, πάθη και περιπέτειες ανθρώπων. Γίνονται οι ίδιες τα μάτια και τα αυτιά ενός αυτόπτη μάρτυρα. Γίνονται η φωνή του που, σαν να μη μεσολαβούν ο μακρινός χρόνος και ο άγνωστος τόπος, σου μιλά την ώρα που διαβάζεις.Στην Αμερική του 1850Αυτή τη φορά, με το τελευταίο του μυθιστόρημα, η δέσμευση του Μπάρι να μας διηγηθεί την ιστορία δύο ιρλανδικών οικογενειών, των Νταν και των Μακ Νάλτι, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, τον οδηγεί μέχρι την Αμερική. Οι ήρωές του κατατάσσονται στον αμερικανικό στρατό τη δεκαετία του 1850 και παίρνουν μέρος στους πολέμους που σπαράσσουν τη χώρα εκείνη τη δεκαετία. Αυτό το ταξίδι στο άγνωστο γίνεται για τον συγγραφέα το μέσο για να μιλήσει ακόμη μία φορά για τη δύσκολη ζωή των ανθρώπων που πρέπει πάντα να αγωνιστούν και να κερδίσουν τη μοίρα τους. Με διαύγεια και ευαισθησία, με κραυγές και σιωπές, βίαια αλλά και τρυφερά αυτό το μυθιστόρημα αποτελεί μια διαδρομή προς την ωριμότητα. Και ταυτόχρονα μια αναζήτηση στο παρελθόν ενός έθνους που περιέχει θραύσματα από τις μνήμες άλλων λαών και άλλων ηπείρων. Η ιστορία ανασυντίθεται καθώς οι πρωταγωνιστές αναζητούν την προσωπική τους ταυτότητα. Εκείνοι που έφυγαν σπρωγμένοι από την ανάγκη βρίσκουν στον νέο τόπο μια ευκαιρία να ριζώσουν. Κι αν καταφέρουν να επιβιώσουν, τότε θα μπορέσουν να μοιραστούν σκόρπιες στιγμές ευτυχίας.Το παλιότερο μυθιστόρημά σας Μακριά, πολύ μακριά είναι η ιστορία του Ιρλανδού Γουίλι Νταν, όπως τη διηγείται από τις γραμμές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τι σας παρακίνησε για να γράψετε ένα ακόμη μυθιστόρημα που έχει σχέση με τον πόλεμο, το Μέρες δίχως τέλος, που όμως διαδραματίζεται στην Αμερική στα χρόνια των πολέμων με τους Ινδιάνους και του εμφυλίου;Ο χαρακτήρας του Ουίλιαμ Νταν στο «Μακριά, πολύ μακριά» έχει τις ρίζες του στο φάντασμα ενός γιου σε ένα έργο μου που ονομαζόταν «The Steward of Christendom», και αφορούσε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του πατέρα του. Ηταν, όμως, απλώς μια σκιά, ένα πέρασμα. Αυτό το έργο αναφερόταν με κάποιον τρόπο στον προ-προπάππο μου και ουσιαστικά αποκάλυψε ότι στην «πραγματική ζωή» ο άνδρας αυτός, ο μακρινός μου πρόγονος, είχε τρεις γιους που πήγαν στον πόλεμο. Στην ουσία λοιπόν το μυθιστόρημα ήταν μια προσπάθεια να βρω εκείνον τον θείο μου που ήταν στρατιώτης κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομοίως, η ρίζα του χαρακτήρα του στο Μέρες δίχως τέλος βρίσκεται στον παππού μου, που λίγο πριν πεθάνει μου αποκάλυψε πως είχε ένα μακρινό θείο ο οποίος πολέμησε στον πόλεμο με τους Ινδιάνους. Ημουν μόνον δέκα χρόνων όταν μου το είπε. Συνηθίζαμε να μοιραζόμαστε το ίδιο κρεβάτι τους μεγάλους και κρύους ιρλανδέζικους χειμώνες, και μου είχε αφηγηθεί πολλές ιστορίες από τη ζωή του. Αλλά αυτό ήταν το μόνον στοιχείο που είχα: μια μικρή αναφορά σε εκείνον τον θείο, ούτε καν το όνομά του. Μου έφτασε, όμως, για να τον «αναζητήσω» 50 χρόνια αργότερα.Πώς καταφέρνετε να περιγράφετε τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τις σκέψεις ενός στρατιώτη ως αυτόπτης μάρτυρας, χωρίς να έχετε αναγκαστεί ποτέ να πολεμήσετε;Δεν πήγα ποτέ στον πόλεμο, αλλά μοιράστηκα το κρεβάτι μου με κάποιον που πήγε! Ο παππούς Ο’ Χάρα, του οποίου το μυθιστόρημα ονομάζεται The Temporary Gentleman, ήταν ασυρματιστής στο αγγλικό εμπορικό ναυτικό, και κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως αξιωματικός στο βασιλικό μηχανικό, με ειδικότητα στην εξουδετέρωση βομβών. Εκανε δύο θητείες στην Αγγλία και επίσης έφτασε μέχρι τη Βόρεια Αφρική και την Ινδία. Του άρεσε να μου διηγείται ζωντανά ιστορίες για όλα αυτά. Αλλά πέρα από αυτό, μου αρέσει να πιστεύω ότι οι πρόγονοί μας καιροφυλακτούν μέσα μας, τυλιγμένοι στις σπείρες του DNA και στη μοριακή δομή μας. Βρίσκονται κάπου στα σήματα των συνάψεων του εγκεφάλου. Μολονότι, λοιπόν, εγώ ποτέ δεν πήρα μέρος στους πολέμους των Ινδιάνων ή στον αμερικανικό εμφύλιο, ίσως ήταν εκεί ο μακρινός μου θείος. Και έτσι μπορεί να έχω πρόσβαση στη ζωή του και σε όσα εκείνος είδε. Αλλωστε αυτό που αποκαλούμε ιστορικό μυθιστόρημα, δεν υπάρχει. Δεν μπορείς να επιστρέψεις στο παρελθόν σαν να μην έχει υπάρξει το μέλλον, ή σαν να είναι άγνωστο αυτό που εμείς πλέον γνωρίζουμε καλά. Κάνεις απλώς μια προσπάθεια να επαναφέρεις εκείνο το «αθώο» παρόν, έτσι όπως συνέβαινε τότε. Προφανώς για να το καταφέρεις πρέπει να διαβάσεις εκατοντάδες βιβλία και μετά να προσπαθήσεις να τα ξεχάσεις, έτσι ώστε οι απαραίτητες λεπτομέρειες να αναδυθούν στη γραφή σαν να ήταν δικές σου εμπειρίες.Πιστεύω ότι ο Τόμας Μακ Νάλτι είναι ένας από τους πιο αυθεντικούς και τολμηρούς σύγχρονους λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Τι σας ενέπνευσε να τον δημιουργήσετε;Λοιπόν, σκεφτόμουν τον Τόμας Μακ Νάλτι πολύ καιρό. Βασικά ανησυχούσα επειδή ήταν Ιρλανδός, και οι δικοί του είχαν υποστεί 700 χρόνια αποικιοκρατίας, κάποιες φορές σε μια ανάλογη ατμόσφαιρα εθνοκαθάρσεων και εκτοπίσεων του ντόπιου πληθυσμού. Επρεπε, λοιπόν, αυτός ο χαρακτήρας να βρεθεί στην Αμερική και λίγο ώς πολύ να εμπλακεί σε μια κατάσταση που του ήταν σχεδόν οικεία. Επιπλέον, ήμουν για ένα σύντομο διάστημα φίλος με τον Πίτερ Μάθισεν, τον Αμερικανό συγγραφέα, που δούλεψε πολύ πάνω στο θέμα των ιθαγενών της Αμερικής. Ωστόσο, την τελική ώθηση στη δημιουργία του Τόμας έδωσε ο αγαπημένος και καταπληκτικός γιος μου Τόμπι, που στα 16 του μας αποκάλυψε ότι είναι γκέι. Ετσι έγινε η έμπνευσή μου, ο οδηγός για την καρδιά του Τόμας. Γι’ αυτόν τον λόγο το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε εκείνον.Ο πόνος όσο μεγαλύτερος είναι, τόσο πιο αόρατο σε κάνειΤο Μέρες δίχως τέλος είναι ένα σκληρό βιβλίο, που διαδραματίζεται στην αμερικανική δύση. Παρ’ όλα αυτά ο αναγνώστης δεν νιώθει ούτε στιγμή πως αυτή η μακρινή ιστορία –ξένος τόπος, ξένος χρόνος– δεν τον αφορά.Τα τελευταία χρόνια η χώρα σας, όπως και η Ελλάδα, αντιμετώπισε μια πολύ δύσκολη οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Ωστόσο, επιλέγετε να αντλείτε τα θέματά σας από το παρελθόν αντί του παρόντος. Γιατί;Εζησα στην Ελλάδα, στην Πάρο, από το 1980 ώς το 1981. Η χώρα μόλις συνερχόταν από τα χρόνια της πολιτικής καταπίεσης και ετοιμαζόταν να μπει στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ηταν φτωχή, αλλά άρχιζε να ανακτά τις δυνάμεις της. Οι άνθρωποι μας υποδέχθηκαν θερμά σαν Ιρλανδοί! Η ήσυχη ομορφιά του νησιού σού προκαλούσε πόνο. Ηταν ένας τόπος που έγινε για μένα περισσότερο οικείος και από σπίτι μου. Ταράχθηκα, λοιπόν, πάρα πολύ αυτά τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης με τον τρόπο που μιλούσαν για την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αλλού. Το βάσανο από αυτή τη νέα φτώχεια πρέπει να είναι τεράστιο. Αλλά ο πόνος όσο μεγαλύτερος είναι τόσο πιο αόρατο σε κάνει. Αρχίζεις να εξαφανίζεσαι, μολονότι εξακολουθείς να αναπνέεις. Υπάρχει κάτι από αυτά στο Μέρες δίχως τέλος, που είναι η ιστορία δύο αγοριών, και στη συνέχεια δύο ανδρών, οι οποίοι δεν έχουν τίποτε δικό τους. Και σαν μικροί θεοί, πρέπει να δημιουργήσουν έναν κόσμο από το τίποτε. Εκτός αυτού όμως, δεν διαθέτω το είδος της φαντασίας που ανταποκρίνεται σε εκείνο που θα λέγαμε «το παρόν παρόν». Αυτό είναι το πεδίο, η ικανότητα και η ανάγκη της δημοσιογραφίας. Πρέπει, όμως, να πω ότι χωρίς τη δημοσιογραφία και παραδόξως για την εποχή, τη φωτογραφία της δεκαετίας του 1860 στην Αμερική, δεν θα μπορούσα να γράψω το Μέρες δίχως τέλος. Παρ’ όλα αυτά, το παρόν παραμένει ένα μυστήριο για μένα, και τόσο άγνωστο όσο και το μέλλον. Δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει, δεν είναι ορατό.Στα βιβλία σας μιλάτε πάντοτε για την Ιρλανδία και τους Ιρλανδούς με μεγάλη τρυφερότητα αλλά και ειλικρίνεια, χωρίς ποτέ να τους κολακεύετε. Πώς σας αντιμετωπίζουν;Οι Ιρλανδοί διαθέτουν αυτοκριτική, παραδόξως. Ίσως είναι ένα νέο χαρακτηριστικό μας, ή τέλος πάντων πρόσφατο. Για πάρα πολύ καιρό αντιμετωπίζαμε τους εαυτούς μας ως θύματα της Ιστορίας, και κατηγορούσαμε τους Εγγλέζους. Όμως, τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουμε αναθεωρήσει τον δικό μας ρόλο στις ατυχίες μας. Αναφέρομαι στη συμπεριφορά μας προς τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους φτωχούς ανθρώπους, τα παιδιά. Ετσι, ποτέ δεν αντιμετώπισα κάποια εχθρότητα στην Ιρλανδία εξαιτίας των μυθιστορημάτων μου. Αντιθέτως, τα έχουν αγκαλιάσει με θέρμη. Ίσως θα έπρεπε να ανησυχώ γι’ αυτό. Μάλιστα, πρόσφατα ξαφνιάστηκα όταν τιμήθηκα με την ανώτατη διάκριση των ιρλανδικών γραμμάτων (Laureate for Irish Fiction), που απονέμεται από τον πρόεδρο της χώρας. Από την άλλη, βεβαίως, έχουμε ένα θαυμάσιο πρόεδρο, που είναι και ποιητής. Τώρα που το σκέφτομαι, όταν τον συναντάς, σε αγκαλιάζει πολύ ζεστά!Ποια είναι η ρουτίνα σας τις περιόδους που γράφετε;Εργάζομαι και διαβάζω για περίπου έναν χρόνο προσπαθώντας να παραμείνω ήρεμος. Κατά την περίοδο που γράφω συμβαίνουν μερικά πολύ περίεργα πράγματα. Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη να συνδεθώ με την εποχή που περιγράφω, ώστε μοναδικός σκοπός μου είναι να βρίσκομαι εκεί. Τα μέσα για να ταξιδέψω ώς εκεί είναι η σύνταξη, η γραμματική, η γλώσσα, τα τραγούδια. Αυτά είναι η δική μου μηχανή του χρόνου. Ό,τι βλέπω και ακούω σε αυτά τα ταξίδια, είναι η ιστορία μου. Δεν φαίνεται κάπως ανόητο, κάπως παιδικό; Ετσι νομίζω. Και όμως, είμαι ευγνώμων γι’ αυτό.
    Learn more
  • Αρχείο εκδηλώσεων

    Ο Θοδωρής Παπαϊωάννου παρουσιάζει το «Αντάμα» στον Εύοσμο.

    This post is only available in Greek.Την Τετάρτη 14 Νοεμβρίου στις 18:00, οι εκδόσεις  Ίκαρος, και το Βιβλιοπωλείο Mind the book σας προσκαλούν στη διαδραστική παρουσίαση του βιβλίου του Θοδωρή Παπαϊωάννου σε εικονογράφηση της  Ίριδας Σαμαρτζή, Αντάμα.Ελάτε να γνωρίσετε από κοντά τον συγγραφέα του βιβλίου και να μάθετε την ιστορία των δύο αγαπημένων σκαθαριών που ανακαλύπτουν πόσο υπέροχο είναι να μοιράζεσαι τις καθημερινές στιγμές της ζωής μ’ έναν αγαπημένο.Βιβλιοπωλείο Mind the book | 25ης Μαρτίου 93, Εύοσμος 562 24 | Τ. 231 074 7090 
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Η Κοκκινοσκουφίτσα στη Σπηλιά του Πλάτωνα | Συνέντευξη του Soloúp στην Εφημερίδα των Συντακτών.

    This post is only available in Greek.Ο Soloúp, με αφορμή την έκδοση του νέου του graphic novel Ο Συλλέκτης-Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο,  παραχώρησε συνέντευξη στον Γιάννη Κουκουλά για την Εφημερίδα των Συντακτών. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Πριν από λίγο τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου σου και δεν σου κρύβω ότι χάλασα πολλά χαρτομάντιλα σκουπίζοντας τα δάκρυά μου. Ηταν στις προθέσεις σου να προκαλέσεις τέτοια συγκίνηση;Οταν προσπαθείς να αφηγηθείς μια τόσο φορτισμένη ιστορία, αυτή κατακλύζει πρώτα απ’ όλα εσένα που τη γράφεις. Δεν σκέφτεσαι αν η συγκεκριμένη αφήγηση θα συγκινήσει και άλλους. Το εύχεσαι και το ελπίζεις, βέβαια, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν σε απασχολεί και τόσο. Κυριαρχεί η έγνοια να διατυπώσεις με σαφήνεια τα ερωτήματα που «τρώνε» τον ήρωά σου και μετά να τον βάλεις μπροστά σε αυτά.Εκείνο που με απασχολούσε όσο δούλευα τον «Συλλέκτη» ήταν το τι στάση θα κρατούσε ο Διονύσης απέναντι στις παράλογες καταστάσεις που προέκυπταν στη ζωή του αλλά και τη γραφειοκρατική, σχεδόν καφκική, δικαιοσύνη που θεωρεί τους πατεράδες εξ αρχής «ενόχους μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Ο αγώνας του ήρωα να σταθεί όρθιος χωρίς ταυτόχρονα να απομακρυνθεί από το παιδί του, τη Φωτεινούλα, είναι μάλλον εκείνα που προκαλούν τη συγκίνηση. Για να δούμε.Είσαι από τους πρώτους αναγνώστες του «Συλλέκτη» κι έτσι μου δίνεις ελπίδες ότι το graphic novel «λειτουργεί». Περιμένω με αγωνία τις αντιδράσεις των αναγνωστών.Πώς προέκυψε, ιδιαίτερα μετά το «Αϊβαλί» και την αιρετική ματιά σου πάνω στην πολυτάραχη ιστορία των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας, ένα βιβλίο για την οικογένεια και τον αποχωρισμό;Εχω στα σκαριά αρκετά σενάρια που συνομιλούν με την Ιστορία. Το ένα μάλιστα είναι έτοιμο από την εποχή που δούλευα το «Αϊβαλί» και διαδραματίζεται την ίδια περίοδο. Ελπίζω μια μέρα να το δείτε ολοκληρωμένο. Προς το παρόν ήθελα συνειδητά ν’ αποφύγω τη γνωστή παγίδα που πέφτουν οι συγγραφείς καθώς, ύστερα από ένα πετυχημένο έργο, προσπαθούν να επαναλάβουν τον εαυτό τους.Ηταν πρόκληση λοιπόν το να ασχοληθώ με κάτι εντελώς διαφορετικό, πόσο μάλλον με ένα καυτό κοινωνικό ζήτημα όπως η ψυχολογική -και όχι μόνο- «κακοποίηση» των εμπλεκομένων σ’ ένα διαζύγιο.Τι σχέση έχει ο Αντώνης Νικολόπουλος με τον Διονύση της ιστορίας; Εχει το βιβλίο αυτοβιογραφικά στοιχεία ή είναι μια μυθοπλασία;Οπως ακριβώς το διατυπώνεις, εγώ λέγομαι Αντώνης, ο ήρωας, Διονύσης. Η ζωή είναι πάντα κάτι διαφορετικό από ένα βιβλίο. Η ιστορία ενός βιβλίου αποτελεί ένα κλειστό σύμπαν. Η ζωή, πάλι, είναι ανοιχτή. Αχαρτογράφητη, ανατρεπτική και απρόβλεπτη. Αυτά ακριβώς τα παράλογα -όπως τα περιγράφει ο Καμί- χαρακτηριστικά της «πραγματικότητας» είναι την ίδια στιγμή εκείνα που δίνουν τροφή στη μυθοπλασία και την έντεχνη δημιουργία: στα μυθιστορήματα, στα σενάρια, στις μουσικές και στους πίνακες ζωγραφικής.Θα έλεγα λοιπόν πως δεν έχει σημασία για κάποιον αναγνώστη αν η ιστορία ενός βιβλίου, όπως ο «Συλλέκτης», αφορά τον συγγραφέα όσο το ότι τα προβλήματα που θίγονται υπάρχουν παντού εκεί έξω. Ιστορίες που συχνά είναι πολύ πιο τραυματικές και επώδυνες από αυτήν του Διονύση και δηλητηριάζουν τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.Υπάρχουν προβληματικά διαζύγια που αποξενώνουν τα παιδιά από τους γονείς τους, χωρίς καμιά ουσιαστική μέριμνα από τους θεσμούς (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κ.λπ.) και μια δικαιοσύνη που καταλήγει ν’ αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι τη λύση του. Ενα ζήτημα που όλοι οι φορείς το γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν μιλάει ανοιχτά γι’ αυτό.Οι ήρωες λοιπόν μπορεί να είναι φανταστικοί, τις καταστάσεις όμως που βιώνουν χιλιάδες άνθρωποι σαν τον Διονύση και δυστυχώς σε όλο τον κόσμο, μόνο μυθοπλασία δεν μπορείς να τις χαρακτηρίσεις.  Το ξέρω πως θα γίνω αδιάκριτος αν ρωτήσω ποια είναι η κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας στην οποία αφιερώνεις το βιβλίο. Αλλά θα το κάνω, μια και έχεις δημιουργήσει ολόκληρο κεφάλαιο γι' αυτήν.Το πέμπτο κεφάλαιο του graphic novel ξαναδιαβάζει το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Υπάρχουν άπειρες παραλλαγές του παραμυθιού, από τις πρώτες λαϊκές αφηγήσεις και την καταγραφή του Perrault μέχρι τις μέρες μας.Η πλέον διαδεδομένη και εικονογραφημένη εκδοχή είναι εκείνη των αδελφών Grimm. Το ενδιαφέρον είναι πως στην καταγραφή των Grimm –«συλλέκτες» παραμυθιών οι ίδιοι– παραθέτουν και μια δεύτερη παραλλαγή, σύμφωνα με την οποία είναι η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα εκείνη που σκοτώνει τον κακό λύκο.Αυτή η δεύτερη «Κοκκινοσκουφίτσα» γίνεται στο graphic novel η βάση για μια νέα ανάγνωση του παραμυθιού με αποδέκτη έναν σύγχρονο θεατή, την κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας, δηλαδή. Είναι εκείνη που θα μπορούσε, με τη σχετική απόσταση από τις εντάσεις, να κατανοήσει πως τα σύγχρονα παραμύθια δεν έχουν μόνο καλούς και κακούς.Γιατί στον υπότιτλο χρησιμοποιείς τον χαρακτηρισμό «κακός λύκος» για τον πρωταγωνιστή σου;Τα πράγματα στη ζωή δεν είναι ή άσπρα ή μαύρα. Το ίδιο και οι άνθρωποι γύρω μας δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Κάθε χαρακτήρας κρύβει πολλές προσωπικότητες και συναισθήματα. Από την άλλη, η περιγραφή των πραγμάτων εξαρτάται από το σημείο στο οποίο στεκόμαστε και τα βλέπουμε.«Κακός» είναι ένας λύκος γιατί κάποιος θέλει να τον δει ως τέτοιο. Κάποιος άλλος μπορεί να τον βλέπει αλλιώς. Γι’ αυτό και στα έξι κεφάλαια του graphic novel προσπάθησα να παρακολουθήσω την ίδια ιστορία του Διονύση, μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: του γείτονα, ενός καναρινιού, του παππού και της γιαγιάς, του λαγού και στο τέλος βέβαια να παρουσιάσω την ίδια την υποκειμενική ματιά του Διονύση για όσα βιώνει.Στο βιβλίο σου μπλέκεται αξεδιάλυτα η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η Κοκκινοσκουφίτσα, η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ένας πρόσφυγας που πασχίζει να σώσει ένα πουλάκι, ένα τεράστιο κλουβί στην κορυφή της Ακρόπολης, η Μικρή Λουλού γίνονται στοιχεία μιας πολυεπίπεδης αφήγησης. Εσύ πώς θα περιέγραφες με 100 λέξεις το βιβλίο σου;Δεν χρειάζονται τόσες λέξεις. Μόνο δύο αρκούν για να περιγράψουν τα συναισθήματα του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου, στη βροχή κάτω από μια ομπρέλα: «Σιωπηλή κραυγή».Και το σπήλαιο του Πλάτωνα; Είμαστε όλοι δεμένοι και βλέπουμε μόνο σκιές; Και ποιοι είναι αυτοί που μας τις δείχνουν παραπλανώντας μας;Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα υπάρχει η εξαιρετική αλληγορία της σπηλιάς. Ενα κείμενο που γράφτηκε σχεδόν 2.500 χρόνια πριν και περιγράφει με ανατριχιαστική διαύγεια –θα λέγαμε προφητικά– τους «ισμούς» που στη συνέχεια παρέλασαν στις ανθρώπινες κοινωνίες. «Ισμοί» που διαχρονικά θρέφουν ανθρώπους και θρέφονται από τα μυαλά και τις σάρκες τους. Θρησκείες και ιδεολογίες που μέσα από θέσφατα, αφορισμούς, τσιτάτα και απόλυτες αλήθειες καλύπτουν τις ανησυχίες των μαζών προσφέροντάς τους εξιδανικευμένες λύσεις ή λυτρώσεις.Δεν έχει τόση σημασία, λοιπόν, σύμφωνα με τον ίδιο τον Πλάτωνα, ποιοι είναι κάθε φορά οι «παραπλανητές», όσο το ότι αυτό που γεννά και αναπαράγει τη συγκεκριμένη συνθήκη είναι η αδυναμία των ανθρώπινων κοινωνιών να αντικρίσουν κατάματα την αλήθεια της ύπαρξης.Στην προμετωπίδα χρησιμοποιείς μια φράση από τη «Δίκη» του Κάφκα: «Και τώρα σας συμβουλεύω να πάτε στο δωμάτιό σας, να κάτσετε ήσυχα και να περιμένετε τι θα αποφασίσουν για εσάς». Πώς προέκυψε η επιλογή αυτή;Οταν σε νεότερη ηλικία πρωτοδιάβαζα Κάφκα, μου φαινόταν υπερβολικός. Μεγαλώνοντας όμως, διαπιστώνω όλο και πιο συχνά πόσο «καφκικές» μπορεί να αποδεικνύονται αρκετές καταστάσεις στην πραγματική ζωή. Ενας πατέρας, για παράδειγμα, σαν τον Διονύση ο οποίος εντελώς αδικαιολόγητα δεν μπορεί να επικοινωνεί με το παιδί του, ενώ ταυτόχρονα είναι δέσμιος μιας παράλογης περιπέτειας δικαστικών αναβολών, δεν διαφέρει πολύ από τον Γιόζεφ Κ. στη «Δίκη» του Κάφκα, καθώς τον παρακολουθούμε να οδεύει προς την προδιαγεγραμμένη καταδίκη του.Μεταξύ άλλων, επιφυλάσσεις και μια σκληρή κριτική γεμάτη πικρία για την ελληνική δικαιοσύνη και την αστυνομία. Πόσο μπορεί να εμπιστευτεί ένας πολίτης σήμερα αυτούς τους θεσμούς;Εξαρτάται από ποια θέση κοιτάς, του θύτη ή του θύματος. Παρά το ότι αποτελούν ολοφάνερα και οι δύο θεσμικές εκφάνσεις τής εκάστοτε εξουσίας, τις αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά ως άτομα όταν καλείς, ας πούμε, το «100» και προστρέχεις στον αστυνομικό για να σε προστατέψει από μια αδικία, και διαφορετικά όταν σε βαράει ένας «μπάτσος» σε μια διαδήλωση. Από την άλλη, είναι παροιμιώδεις οι συμβάσεις, οι θεατρινισμοί και τα κατά συνθήκη ψεύδη που διαδραματίζονται στις αίθουσες των δικαστηρίων, με τα νομικά τερτίπια, τους τακτικισμούς των δικηγόρων, τους δασκαλεμένους ψευδομάρτυρες και τη γραφειοκρατία.Το σίγουρο πάντως, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα, είναι πως η ελληνική δικαιοσύνη βρίσκεται αρκετά πίσω από τις εξελίξεις στην Ευρώπη και στον κόσμο.Το σύνδρομο «γονικής αποξένωσης», για παράδειγμα, ταξινομήθηκε πρόσφατα από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας του ΟΗΕ (WHO) ως νόσος. Εδώ κανείς δεν νοιάζεται. Εγκλωβισμένη σε προκάτ αποφάσεις, αγνοώντας την έννοια της συνεπιμέλειας που κερδίζει παντού έδαφος και ρίχνοντας με ευκολία τα βάρη στους πατεράδες, η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν προσφέρει λύσεις αλλά παραμένει μάλλον μέρος του προβλήματος.Είσαι ένας έμπειρος πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός χιουμοριστικών κόμικς εδώ και σχεδόν 30 χρόνια. Ξαφνικά προέκυψε το «Αϊβαλί» και τώρα ο «Συλλέκτης». Μήπως συνειδητοποίησες ότι μεγαλώνεις και θέλεις να προλάβεις να πεις κι άλλα πράγματα εκτός από το να κάνεις τους αναγνώστες να γελάνε;Η ζωή είναι απρόβλεπτη και χωράει τα πάντα, τόσο κωμωδίες όσο και δράματα. Κάθε νέα κατάσταση που συναντούμε, μας προβληματίζει διαφορετικά και απαιτεί άλλη αντιμετώπιση. Τα σκίτσα ύστερα από τόσα χρόνια μάλλον έχουν μετατραπεί στο μυαλό μου σε ενστικτώδη τρόπο σκέψης και αντίδρασης.Θα περιέγραφα λοιπόν ως ευτυχή συγκυρία το να σκιτσάρω χρησιμοποιώντας διαφορετικούς τρόπους -το χιούμορ, την πολιτική σάτιρα, τα graphic novels-, για πράγματα που μας απασχολούν όλους. Μια συνθήκη που σου παρέχει τη δυνατότητα σκέψης κι έκφρασης ενώ ταυτόχρονα σε αποστασιοποιεί από τις καταστάσεις.Είναι τα κόμικς ένα κατάλληλο μέσο και εργαλείο για να αφηγηθεί κάποιος τόσο δύσκολες ιστορίες, από πολιτικά και ιστορικά θέματα μέχρι τραυματικές προσωπικές εμπειρίες;Με έκπληξη μέσα από αυτά που ανακαλύπτω σιγά σιγά στη δουλειά μου αλλά και με τα όσα βλέπω, απολαμβάνω και θαυμάζω στις δουλειές τόσων σκιτσογράφων παντού στον κόσμο, ναι! Τα κόμικς, ώριμα πια, είναι ένα θαυμάσιο έντεχνο μέσο που συνεχίζει να εξελίσσεται, συνδυάζοντας τον λόγο με την εικόνα, ανακαλύπτοντας διαρκώς νέα αφηγηματικά μονοπάτια.Στην Ελλάδα μάλιστα βιώνουμε σήμερα την αξιοσημείωτη άνθησή τους, οφείλοντας τις γερές τους ρίζες στα χρόνια της «Βαβέλ» και του «Παρά Πέντε».Μετά τον «Συλλέκτη» τι να περιμένουμε: Εχεις βάλει μπροστά το επόμενο σχέδιό σου;Ο «Συλλέκτης» μόλις ξεκίνησε και το «Αϊβαλί» έχει ακόμα πολύ δρόμο. Ετοιμάζονται όμορφα πράγματα και για τα δύο. Από την άλλη, χρειάζεται μια χρονική απόσταση για να καταλάβεις τι είναι εκείνο που θα πάρει σειρά. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν ήδη πολλά διαφορετικά σενάρια σε αρκετά προχωρημένο στάδιο που περιμένουν.
    Learn more
  • Συνεντεύξεις

    Μαριαλένα Σεμιτέκολου: «Η σχέση μου με την λογοτεχνική παράδοση είναι μάλλον άτακτη και παιγνιώδης».

    This post is only available in Greek.Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου, με αφορμή τη νουβέλα της Οι Κυριακές, το καλοκαίρι, παραχώρησε συνέντευξη στη Σοφία Ζήση για το Τετράγωνο. Διαβάστε την παρακάτω:Στο βιβλίο σας χρησιμοποιείτε τον ενεστώτα χρόνο και λιτό λεξιλόγιο, πράγμα που προσδίδει μια αμεσότητα στην αφήγησή σας. Είναι στόχος για σας η απλότητα στο ύφος; Τι νόημα θα είχε μια ιστορία της οποίας η γοητεία και το ενδιαφέρον θα εξαντλούνταν στο εξεζητημένο ύφος της αφήγησης; Θαυμάζω τις ιστορίες στις οποίες το ύφος υπηρετεί τις ανάγκες της αφήγησης και όχι το αντίστροφο. Η Κυριακή της Μαρίνας είναι μια λιτή Κυριακή, και κυρίως ενεστωτική στον τρόπο που βιώνεται από αυτήν, παρά τις αναδρομές της στο παρελθόν και τις ονειρικές της διαδρομές. Η Μαρίνα είναι μια ηρωίδα απλή, χωρίς ναρκισσισμούς και πόζες. Είναι μια ηρωίδα που σχεδόν συνειδητά απαρνιέται το ‘βάθος’ της ή την αφηγηματική της υπόσταση. Ελπίζω η αμεσότητα και η λιτότητα που διακρίνατε στο ύφος της αφήγησής μου να αποδίδουν πιστά την ιδιαίτερη αυτή φύση της ηρωίδας μου και της καλοκαιρινής Κυριακής της.Κάθε μία από τις ενότητες του βιβλίου (Πρωί, Μεσημέρι, Απόγευμα, Βράδυ, Δευτέρα) ξεκινάει με τους στίχους ενός τραγουδιού εν είδει επιγράμματος. Πώς επιλέξατε τα συγκεκριμένα τραγούδια; Τα συγκεκριμένα – αγαπημένα – τραγούδια αναδύθηκαν αυθορμήτως μεν, αλλά καθόλου τυχαία, φαντάζομαι. Οι στίχοι τους συνδέονται άμεσα με το κείμενο: το κοιτούν λοξά ή/και το ειρωνεύονται (Πρωί, Δευτέρα), το περιγράφουν, δίνοντάς του μια νότα εσωτερική (Μεσημέρι), κάνουν για χάρη του κειμένου μια επίκληση /προσευχή (Απόγευμα) και συνηχούν μαζί του, συνοψίζοντάς το με εξαιρετική απλότητα (Βράδυ).Πόσος καιρός χρειάστηκε για να γράψετε την ιστορία της Μαρίνας; Η ιστορία γράφτηκε σε δύο φάσεις (πρωί – μεσημέρι και απόγευμα-βράδυ-Δευτέρα). Κάθε μία από τις φάσεις αυτές γράφτηκε μάλλον γρήγορα, σχεδόν εντατικά. Όμως μεταξύ των δύο φάσεων κύλησε πολύς χρόνος και υπήρξε μια μεγάλη παύση, έτσι που τελικά η Κυριακή της Μαρίνας είχε διάρκεια πολύ μεγαλύτερη από 24 ώρες…Η αφήγησή σας δίνει την εντύπωση πως συνειδητά αποφεύγει το κυνήγι της πρωτοτυπίας. Υπάρχουν στιγμές που σας ελκύει η ιδέα να γράψετε κάτι που δεν έχει γραφτεί ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο; Δεν είμαι σίγουρη τι εννοείτε με τη λέξη «πρωτοτυπία» ή αν μπορεί κανείς να μιλά ακόμα για «πρωτότυπη γραφή». Με ελκύει η ιδέα να γράφω με ένα ύφος που δεν ποζάρει και δε μιμείται μηχανικά. Θέλω να αποφεύγω συνειδητά την αίσθηση της ανίας, του μονοκόμματου και του πρόχειρου, κάτι που νιώθω να συμβαίνει όταν χάνω τον συναισθηματικό μου συντονισμό με ό,τι γράφω.Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει το βιβλίο σας νοσταλγικό, εξομολογητικό, συνειρμικό, μινιμαλιστικό. Εσείς πώς θέλετε να χαρακτηριστεί; Θα μου αρκούσαν τρεις λέξεις για τον χαρακτηρισμό του βιβλίου: ειλικρινές, λεπτοδουλεμένο, συγκινητικό. Θα τις ήθελα και τις τρεις σφικτά πλεγμένες τη μια με την άλλη. Μου αρέσουν, επίσης, πολύ όλοι οι χαρακτηρισμοί που επιλέξατε!Νιώθετε πως η γραφή σας τοποθετείται στο πλαίσιο κάποιου λογοτεχνικού ρεύματος; Ποια η σχέση σας με την λογοτεχνική παράδοση εντός και εκτός Ελλάδας; Νιώθω πως η ερώτησή σας είναι φιλολογικής φύσης. «Κουμπώνομαι», λοιπόν, απέναντί της, επειδή δεν προέρχομαι από τον χώρο αυτό των γραμμάτων, που θα μου επέτρεπε να απαντήσω με την ακρίβεια και την επάρκεια που θα ήθελα. Επιπλέον δεν ξέρω σε τι θα με βοηθούσε η αυτό-ένταξή μου σε κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα. Η σχέση μου (ως αναγνώστρια) με την λογοτεχνική παράδοση εντός και εκτός Ελλάδας είναι μάλλον άτακτη και παιγνιώδης: κάνω τις διαδρομές μου από βιβλίο σε βιβλίο, χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα και χωρίς κάποια αυστηρή προσήλωση στο τι «πρέπει» ή όχι να διαβαστεί. Αυτή η επιλογή μού έχει κοστίσει φαντάζομαι κάποιες ίσως σοβαρές αναγνωστικές ελλείψεις, αλλά τις αναπληρώνω, νιώθοντας την πολυτέλεια ενός ερασιτέχνη, και όχι ενός επαγγελματία (της γραφής και της ανάγνωσης).Είναι μοναχική δουλειά για σας το γράψιμο; Χρειάζεται να απομονωθείτε για να γράψετε; Δυσκολεύομαι να φανταστώ το γράψιμο ως κάτι συντροφικό! Χρειάζεται να είμαι «μόνη», όταν γράφω, είτε κυριολεκτικά, είτε στο μυαλό μου (ενόσω κάνω άλλα, άσχετα πράγματα). Όμως δεν απομονώνομαι απαραίτητα. Έχει τύχει, ας πούμε, να γράψω μια ολόκληρη σελίδα ενώ δίπλα μου έπαιζε με φωνές και γέλια μια παρέα μικρών παιδιών ή αρκετές φορές, στριμωγμένη μέσα στο λεωφορείο, να γράφω προτάσεις με το νου μου. Πρόκειται για μια συνθήκη μοναδικής συγκέντρωσης, πολύτιμης και σχεδόν μαγικής, που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σε επισκεφτεί.Μια φράση από το βιβλίο σας που θεωρείτε ότι το συνοψίζει (εκτός από τον τίτλο του); «Ανιχνεύει με τα μάτια της τους τοίχους γύρω γύρω, τους σαρώνει με το βλέμμα, τους ψηλαφίζει με τα χέρια να βρει κάποια τρύπα, ένα άνοιγμα ν’ αρχίσει να το ανασκαλεύει υπομονετικά για να το μεγαλώσει και να μπει λίγος αέρας, να φωτίσει μια χαραμάδα φωτός».
    Learn more

NEWSLETTER

Shopping cart

(0)

Your cart is currently empty.

Shop now

Ref.

Shipping & Returns