News
News List, News Categories, Events
-
«Τα κτήματα των κίτρινων ρόδων», Μανόλης Κορρές
This post is only available in Greek.Ολόκληρη η ομιλία του Ακαδημαϊκού και προέδρου της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως Μανόλη Κορρέ στην παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου της Λέλης Μπέη, Τα κτήματα των κίτρινων ρόδων, στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού (20/10/2022).Δεδομένου ότι έχουμε αρμοδίους να μιλήσουν για το ποιητικό, νομίζω ότι μπορώ να πω λιγότερα και να πω ακόμη κάτι για τα σχέδια. Δεν είναι ακριβώς ζωγραφική, είναι σχέδια. Για το ποιητικό, βέβαια, τα λίγα που μπορώ να πω, επειδή είναι άλλοι αρμοδιότεροι εμού, είναι ότι διακρίνεται για την οικονομία του λόγου, για το ταίριασμα των λέξεων, που ανήκει βέβαια σε αυτό που είναι σήμερα η ποίηση, ο ελεύθερος στίχος, αλλά παρά ταύτα υπάρχει μέσα μια αναπνοή, αυτό που παλιά το εξασφάλιζε το έμμετρον, δηλαδή ο έμμετρος λόγος, οι ομοιοκαταληξίες και όλα αυτά. Σήμερα δεν είναι απαραίτητα, ωστόσο αυτή η ιδιότητα του ταιριάσματος, του εναρμονισμού των λέξεων, παραμένει ένα ζητούμενο στην ποίηση και ευτυχώς υπάρχουν πολλοί Έλληνες ποιητές που το καταφέρνουν. Σ’ αυτούς καταλέγεται βεβαίως και η κυρία Μπέη. Σταματοπούλου – όπως είναι στη δική μου μνήμη μια και γνωριζόμαστε από σχεδόν παιδικής ηλικίας.Δεν θα ήθελα να πω περισσότερα... Θα έλεγα ότι κυρίως στα ποιήματα αποτυπώνονται όχι μόνο ιδέες και αφηρημένες, προφανώς, έννοιες αλλά εικόνες. Και αν δεν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσε να γίνει και μια, ας το πούμε, απεικόνιση ορισμένων απ’ αυτές με τα μέσα του σχεδίου, χαρτί δηλαδή και μολύβι ή μελάνι. Και βέβαια πρέπει να πούμε –επειδή λέγεται συχνά– ότι μία εικόνα χίλιες λέξεις –αυτό βέβαια δεν είναι κινέζικο, όπως όλα εδώ στη Δύση τα αποδίδουν στους Κινέζους έτσι αορίστως– ανήκε και αυτό στον Ντιντερό, όταν ετοίμαζε τη μεγάλη εκδοτική εποποιία της Encyclopedie μαζί τον Ντ' Αλαμπέρ, αλλά εγώ το παραφράσσω λέγοντας: αν μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, κάθε λέξη μπορεί να είναι χίλιες εικόνες. Και έτσι μέσα στην ποίηση υπάρχουν –τι άλλο– και εικόνες, πολλές εικόνες. Έτσι δεν είναι και κανένα κατόρθωμα να πάρει κανείς το μολύβι και να σχεδιάσει. Στην πραγματικότητα δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει διότι κάθε λέξη, όπως είπα, οδηγεί σε πολλές διαφορετικές εικόνες.Εκείνη τη στιγμή λοιπόν και στα περιθώρια του λιγοστού μου χρόνου –φυσικά όπως κάθε φορά που είσαι μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα, παρελαύνουν αυτά που συνήθως σου έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα, μια εντύπωση– θυμήθηκα το πιο μινιμαλιστικό απ’ όλα: του Σημηριώτη τη μετάφραση των έργων, ποιημάτων του Έντγκαρ Άλαν Πόε, τα οποία είναι –ποιος δεν τα ξέρει– έμμετρα και η μετάφραση είναι επίσης έμμετρη. Με δυσκολία διότι οι αγγλικές λέξεις είναι συντομότερες, μονοσύλλαβες, δισύλλαβες το πολύ, και οι ελληνικές είναι πολυσύλλαβες. Είναι εξαιρετική αυτή η μετάφραση από τον ίδιο τον Σημηριώτη, και τα σχέδια που έκανε ο ίδιος. Είναι πολύ σπάνιο να έχουμε τον ποιητή, ο οποίος ταυτοχρόνως έχει και το χάρισμα του σχεδίου.Έτσι λοιπόν, από τότε που ήμουν πολύ νέος, αυτό με είχε εντυπωσιάσει. Φυσικά δεν κατάφερα κάτι παρόμοιο αλλά ούτε, ευτυχώς, παρασύρθηκα και στην πλευρά του Γκιστάβ Ντορέ που εικονογράφησε τη Θεία Κωμωδία με πολύ αναλυτικούς πίνακες. Έπρεπε κάπου ανάμεσα να μείνω, που είναι και πιο εύκολο. Οπότε, έτσι έχει το πράγμα και μπορώ να σας πω δυο λόγια για τα σχέδια.Το πιο απαιτητικό είναι στο τέλος, βλέπετε, όλο αυτό που λέγεται «Η ανώνυμη λίμνη». Και είναι πολύ απαιτητικό, περίπου το ήμισυ του περιεχομένου σε λέξεις και δυνατές, ας πούμε, εικόνες. Συντίθεται σ’ αυτή τη σελίδα, δεξιά από τους στίχους της Λέλης.Και μετά, στο εξώφυλλο, είναι κάτι λιγοστό, το οποίο έρχεται βέβαια πάλι από ένα ποίημα, την «Αθήνα». Αθήνα-Αθηνά, ελαία, κλάδος ελαίας. Είναι πολύ απλό αλλά έχει τόσο πολλές συμπαραδηλώσεις. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στις ελληνικές, γιατί όλοι τις ξέρουμε εδώ στην Ελλάδα. Η ελαία και ο κλάδος, όλα αυτά, αλλά και στη Βίβλο. Αλλά σκέφτομαι τοιχογραφίες στην Αίγυπτο την εποχή του Αχενατών, όπου δείχνει ακριβώς αυτό το είδος κλάδου ελαίας κι από πάνω τις ακτίνες του ήλιου, οι οποίες συμβολίζονται πάντα με γραμμές οι οποίες έρχονται από πάνω αριστερά, κατεβαίνουν προς τα κάτω δεξιά και οι οποίες αυτές γραμμές στο άκρον μεταμορφώνονται, σωματοποιούνται, και δεν είναι άλλο από μικρά χεράκια που χαϊδεύουν, και χαϊδεύουν τον κλάδο της ελαίας. Ο Αχενατών ήταν ποιητής επίσης, ήταν για πολύ λίγο καιρό στην εξουσία και τόλμησε να αμφισβητήσει το πολυχρηστικό σύστημα της φαραωνικής Αιγύπτου. Και βέβαια, βλέπετε και το πλοίο με τη σκιά του. Βέβαια εκεί οι εικόνες ήταν πολύ ζωντανές, πολύ δυνατές από τους στίχους της Λέλης που διάβασα, ώστε αυτό βγήκε αβίαστα.Φυσικά πίσω υπάρχουν αναμνήσεις από τον Άνσεντ, τον Αμούντσεν, τον Αντρέ και άλλους εξερευνητές. Πολλοί από αυτούς χάθηκαν και δεν επέστρεψαν ποτέ. Και χειρότερα θα ήταν, νομίζω, αν θέλαμε να μιλήσουμε για το υπερθετικόν της αυτοθυσίας, ο Μπέρινγκ –Βερίγγειος, ποιος δεν ξέρει τον Βερίγγειο–, τα στενά που συνδέουν τα νερά του Ειρηνικού με τον Βόρειο Ωκεανό. Ίσως δεν ξέρετε ότι ο Μπέρινγκ έζησε τον 18ο αιώνα, ήταν Δανός αλλά δούλεψε για τη Ρωσία, την τσαρική Ρωσία. Αφού δεν του έδινε η Δανία τα ποσά που ζητούσε από τον θρόνο για τρία πλοία με τα οποία θα εξερευνούσε τον Βόρειο Ωκεανό, αλλαξοπίστησε –να το πούμε έτσι–, έστρεψε την πλάτη στην πατρίδα του, άλλαξε πατρίδα και προσέφερε υπηρεσίες στον Τσάρο. Το όνομά του δόθηκε αργότερα. Και πολύ αργότερα βρέθηκαν από Ρώσους εξερευνητές τα κατάλοιπα αυτά που σήμερα λέγονται το «μαύρο κουτί», διακόσια χρόνια μετά, και δημοσιεύτηκαν από μια ομάδα επιστημόνων, Δανών και Ρώσων, της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, κι έτσι έχουμε μάθει τι συνέβη τότε. Άρα σ’ αυτή τη Θάλασσα Λάπτεφ, στην οποία ίσως έφτασε ο Μπέρινγκ –μάλλον δεν έφτασε, αλλά προς τα κει θα πήγαινε–, είναι ανατριχιαστική η ηρεμία, που πάλι παραπέμπει σε έναν άλλον ποιητή, θα έλεγα τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, αλλά στο πεζό του, «Άρθουρ Γκόρντον Πιμ». Η αλλόκοτη αυτή αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ, που περιγράφει τον Νότο, την άλλη άκρη του πλανήτη, περιγράφει την απόλυτη ακινησία της ατμόσφαιρας, μια παγωμένη ατμόσφαιρα, κρύα, όλα λευκά και νεκρικά. Έτσι είναι στην άκρη της Γης στις βόρειες εσχατιές και τις νότιες. Οπότε, έτσι είναι αυτή η εικόνα...Δεν θα σας πω για όλες τις εικόνες. Να, εδώ για την Ινδία, αυτό είναι ένα πολύ απλό και εύκολο, μ’ ένα χαρτονάκι κόψιμο, μετά με το μολυβάκι, δεν είναι άλλο από την πύλη προς τη Στούπα Σανσί, που είναι το αρχαιότερο λίθινο μνημείο της Ινδίας. Ινδία... Όλοι λέμε πανάρχαια, πανάρχαια, πανάρχαια, αλλά αν αναζητήσετε μνημεία, το αρχαιότερο μνημείο της έγινε 200 χρόνια μετά τον Παρθενώνα! Αυτά που λέμε τώρα για χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια είναι περισσότερο αυτή η φαντασία που έχουμε στη Δύση για καθετί στη Ανατολή. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι το παλιότερο πέτρινο μνημείο τους. Είχαν μεγάλο πολιτισμό και πιο πριν, αλλά ήταν ξύλινα, κι έτσι το πέτρινο μνημείο στην πραγματικότητα διασώζει, στις μορφές του, τις λεπτομέρειες της ανεπιστρεπτί χαμένης αρχιτεκτονικής της Ινδίας. Πάντως, η πύλη πάντοτε είναι συμβολική, είναι το σημείο εκείνο της μετάβασης, πριν είμαστε πριν και μετά είμαστε μετά, σε όλα τα επίπεδα, θα έλεγα, μετάβασης. Κι έτσι η Λέλη με αυτό το ποίημα με παρέσυρε προς την Ινδία και φαντάστηκα αυτό το πέρασμα και, τι καλύτερα, μια πόρτα, μια πύλη, με αυτό τον απλό τρόπο.Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Φαντάζομαι κι άλλες εικόνες μπορούν να παραχθούν από μια ανάγνωση των ποιημάτων της Λέλης και την ευχαριστώ που μου έδωσε μέσω αυτού του έργου της την ευκαιρία να ξαναβρεθούμε και να τα λέμε και να ανταλλάσσουμε σκέψεις. Αυτό ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο μέρος της συνεργασίας μας.Ευχαριστώ πολύ και εσάς.Learn more
-
Interviews
Ο Αλέκος Παπαδάτος μιλάει στην Κόκκινη Αλεπού για το graphic novel «Αριστοτέλης».
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Αλέκος Παπαδάτος στη Βασιλεία Βαξεβάνη για την Κόκκινη Αλεπού, με αφορμή την έκδοση του Αριστοτέλη.Μεταξύ της κυκλοφορίας του Αριστοτέλη από τις εκδόσεις Ικαρος και της παρουσίασης του, ο Αλέκος Παπαδάτος ξέκλεψε λίγο χρόνο και απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις μας. Τι ωραίος, ζωντανός, γεμάτος και ανοιχτός άνθρωπος που είναι ο Αλέκος. Έχει ανακατευτεί σε μερικά από τα πιο δημιουργικά comics, όπως το Logicomix, το Δημοκρατία και τώρα το Αριστοτέλης και τα τρία από τις εκδόσεις Ίκαρος. Και όμως, όταν του μιλάς είναι σα να μιλάς σε κάποιον που έχει τη χαρά και τη λαχτάρα κάποιου που μόλις ξεκινά. Ίσως έπρεπε να τον είχα ρωτήσει πώς το καταφέρνει αυτό…Πώς έγινε η πρώτη επαφή για να ξεκινήσει αυτό το έργο; Και πόσο αδιανόητο σου φάνηκε τότε;Ήταν στο 2016, που ο Τάσος Αποστολίδης ήρθε με αυτή την τρελή ιδέα, που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα και εξόχως… προκλητική.Είχες επαφή με το έργο του Αριστοτέλη πριν από αυτό το εγχείρημα;Διαβάζω ιστορία και φιλοσοφία, από χόμπι. Όμως, χαοτικά. Ό,τι μου γυαλίσει. Είχα μείνει στους προσωκρατικούς. Για τους «μετά» μόνο από σχόλια άλλων ήξερα. Σχόλια για το Σωκράτη, για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Βιογραφίες, δοκίμια και τέτοια. Κλασσικός ημιμαθής.Γιατί φιλοσοφία; Και γιατί σε comic;Μετά το Logicomix όλοι νομίζουν ότι αυτά τα θέματα έχουν γίνει η ειδικότητά μου ή ότι έχω κάποιο κόλλημα με τους αρχαίους και με τη φιλοσοφία. Ο Russell βέβαια ήταν ο αγαπημένος του πατέρα μου, και όταν ο Απόστολος Δοξιάδης ήρθε με την ιδέα, που τον έθετε σε πρώτο πλάνο, συγκινήθηκα – με πήγε σαράντα χρόνια πίσω, που ως παιδί κοίταζα με δέος αυτό το χοντρό βιβλίο με τη φάτσα του Russell απέξω. Όπως και να’ ναι, πιστεύω ότι αυτά τα θέματα βγαίνουν ωραία σε κόμικ, αν υπάρχει πάθος και αφηγηματική εμπειρία, συγχρόνως. Ο Τάσος Αποστολίδης στην περίπτωση του Αριστοτέλη ήταν παθιασμένος, σούπερ οργανωμένος και ήξερε αρκετά καλά τι ήθελε. Από τη σκοπιά του σκιτσογράφου, είναι μάλλον θέμα το πόσο αγαπάς το υλικό σου, πόσο ταυτίζεσαι συναισθηματικά με τους ήρωές σου και κατ’ επέκταση πως αυτό βγαίνει στη μαστορική διαδικασία.Σε «έπεισε» για την αριστοτέλεια θεωρία του όσο δούλευες μαζί του, όσο γνώριζες τη ζωή και το έργο του;Φαίνεται πως ήταν ένας άνθρωπος με καρδιά και «ενσυναίσθηση» όπως λέμε σήμερα. Στο βιβλίο διαγράφονται και τα καλά του και τα στραβά του και είναι προς τιμή του Τάσου Αποστολίδη που έθεσε μερικά θέματα με ειλικρίνεια και αμεροληψία. Με βοήθησε να τον χειριστώ σκιτσογραφικά με τρυφερότητα. Δε βγαίνει το πορτραίτο του αλάνθαστου σοφού. Μα ο Αριστοτέλης, στα περισσότερα που λέει, έχει μια βάση τόσο γήινη και πραγματιστική, έχει τέτοια εμπιστοσύνη στις αισθήσεις και στη λογική, που είναι ακαταμάχητος.Αυτό το έργο είναι και για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Ήταν κάτι που έγινε με σχεδιασμό; Ποιο ήταν το κοινό που πιστεύατε ότι θα πάρει από το ράφι τον Αριστοτέλη;Δεν σκέφτηκα ποτέ την ηλικία του αναγνώστη ή το μορφωτικό του επίπεδο. Η δουλειά προχωρούσε με την πεποίθηση ότι αν την κάνεις με ειλικρίνεια και εστιάσεις στο να είναι καλοφτιαγμένη, αυτό θα αρκέσει, είτε το δει ένα παιδί, είτε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος. Στο κάτω-κάτω ο καθένας βρίσκει αυτά που τον μαγνητίζουν, τα άλλα τα πηδάει. Ο έφηβος θα το δει αλλιώς από τον σχολαστικό «κύριο-καθηγητή-φιλοσοφίας» ή τον εικοσιπεντάρη μανιακό με τα κόμιξ. Θα θέλαμε, κι εγώ και ο Τάσος, να διαβαστεί από όσο περισσότερους ανθρώπους και ειδικά από αυτούς που δεν θα διάβαζαν κόμικς.Ένα αναπάντεχο στοιχείο ήταν το χιούμορ μέσα στην ιστορία. Πόσο ρόλο έπαιξε αυτή τη οπτική στον τρόπο που στήσατε το comic;Δεν τρελαίνομαι με την κωμωδία, αλλά αν το σενάριο δεν έχει χιούμορ και αυτοσαρκασμό, με πιάνει ασφυξία. Ο Αριστοτέλης ευτυχώς είχε τις δόσεις του, με τρόπο ισορροπημένο. Εκεί που ο Αποστολίδης έριχνε τα αστειάκια του, όχι μόνο καλουπωνόμουνα γύρω από το σενάριο, αλλά προσπαθούσα και να το προεκτείνω. Αυτό ήταν πολύ ξεκουραστικό. Όσο θα είναι και για τον αναγνώστη, πιστεύω. Φυσικά, το character design είχε κι αυτό κάτι το χαμογελαστό! Όλοι αυτοί οι αδιανόητοι τύποι εκεί μέσα, μου θύμιζαν παλιό ελληνικό κινηματογράφο, τι να έκανα;Ποια η συμβολή της Annie Di Donna στο έργο σας;Τα κείμενα σε αυτό το βιβλίο είναι μεν πυκνά, αλλά και ιδιαίτερα σημαντικά· υπάρχουν έννοιες και διατυπώσεις που περάσανε από κόσκινο εκατό φορές. Τα κείμενα και η εικόνα σε αυτό το κόμικ είναι ένα μπερδεμένο πράγμα, από την άποψη της σύνθεσης ολόκληρης της σελίδας, δεν ήταν απλά «ρίξε το κείμενο στο μπαλόνι και τελειώσαμε». Το βιβλίο γινόταν σε δύο γλώσσες συγχρόνως, στα γαλλικά και στα ελληνικά, οι τυπικές διορθώσεις των κειμένων πέφτανε βροχή και σε μεγάλα πακέτα, γίνονταν όλα επί δύο. Δηλαδή, αντί για διακόσιες, ήταν τετρακόσιες-τόσες οι σελίδες. Κάποια στιγμή βρέθηκα ν’ ασχολούμαι περισσότερο με τα κείμενα, παρά με το σχέδιο. Η Annie Di Donna μπήκε στην παραγωγή και μας έσωσε, κυριολεκτικά. Πέρασε διορθώσεις, δεν ξέρω πόσες φορές. Όταν μας πήρε ο χρόνος, αποφάσισε να πιάσει και τα μελάνια, κι έτσι δούλεψα πιο συγκεντρωμένος τα μολύβια. Η Annie έχει πολύ καλό χέρι, από το animation το έχει πάρει αυτό. Οι γραμμές της είναι απλά σοφές. Άσε που μου διόρθωσε ένα κάρο ανατομίες και τέτοια, που στο μολύβι ήταν… κάπως. Μπορούσα να πάρω τη μελανωμένη σελίδα και να ρίξω φώτα και σκιές, να κάνω αυτό που λέμε στη μαστορική αργκό μας «το ρεντάρισμα» με την ησυχία μου. Η μαύρη γραμμή στα περιγράμματα που βλέπουμε στο βιβλίο είναι λοιπόν δικιά της.Θα υπάρξει και συνέχεια;Φυσικά και θα υπάρξει συνέχεια, αν κι ακόμη είμαστε ζαλισμένοι από όλο αυτό. Κράτησε τρία χρόνια και μας εξάντλησε. Ο Τάσος θέλει να κάνει κάτι με τον Πλάτωνα και το Σωκράτη. Εγώ δεν ξέρω ακόμη, έχω χίλια πράγματα στο νου, έχω και κάτι project για animation, ένας Θεός ξέρει τι θα γίνει, αν θα γίνει, πότε θα γίνει. Σε κανα χρόνο θα ξέρουμε.Learn more
-
Interviews
Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος για το λυτρωτικό του «Σάλτο Μορτάλε».
This post is only available in Greek.Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Ανδρέας Νικολακόπουλος στον Μιχάλη Παπαγεωργίου για την εφημερίδα Νεολόγος, με αφορμή την έκδοση της νέας του συλλογής διηγημάτων Σάλτος.Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος ανήκει στη νέα γενιά συγγραφέων που γυμνά, απροκάλυπτα και με θράσος ανακαλύπτουν και πάλι κάτι αρχέγονο και συνδετικό με το χώμα που πατάμε, κάτι που δίνει μια μορφή ώθησης στην ελληνική λογοτεχνία που τώρα τελευταία πρέπει να δούμε γιατί δε «πουλάει στο εξωτερικό» λες και έχουμε κλείσει τους εδώ λογαριασμούς μας. Στη προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του «Αποδοχή κληρονομιάς» αλλά και εδώ, στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Σάλτος» ο συγγραφέας χωρίς δίχτυ ασφαλείας περπατά σε ένα τεντωμένο , παρελθοντικό σχοινί χωρίς να παλεύει για το εφέ αλλά για την άλλη άκρη. Διηγήματα- λεπίδες που δεν ξεχνιούνται εύκολα και προοικονομούν προσμονή και περιέργεια για τη συνέχεια. Μιλήσαμε μαζί για τις ουσιώδεις διαφορές λογοτεχνικών γενιών, την διαρκή υποτίμηση του διηγήματος και γιατί οι ένοχες απολαύσεις είναι α πριόρι αθώες.Στο προηγούμενο βιβλίο σου την «Αποδοχή κληρονομιάς» αναδυόταν μια μυρωδιά χώματος. Εδώ η όσφρηση με οδήγησε σε κάτι δυσώδες αλλά συνάμα ευεργετικό, σα να είσαι κοντά σε ιαματικά λουτρά. Ποια είναι το κύρια συστατικά του Σάλτου;Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του Σάλτου είναι το πανάρχαιο σκοτάδι, οι εσωτερικές διαμάχες, η δυσβάσταχτη επιστροφή, οι νοητικές παρεκτροπές, τα ψυχεδελικά όνειρα, οι χαμένες ευκαιρίες και η φύση του ανθρώπου που έχει την τάση να διαφθείρεται.Αποφεύγεις το αστικό τοπίο για φόντο των ιστοριών σου με τρόπο σχεδόν επιδεικτικό. Βουνοπλαγιές, χωριά, κωμοπόλεις από άκρη σε άκρη της Ελλάδας αλλά και του κόσμου γενικότερα είναι το ταμπλό σου. Στο τέλος όμως… Κρανίου τόπος. Γιατί αγαπάς να ρίχνεις μαύρες πιτσιλιές;Δεν γίνεται κάτι επί τούτου. Νομίζω πως τα ερημωμένα χωριά, τα απάτητα φαράγγια, οι αχανείς πεδιάδες, τα καμμένα ή ομιχλώδη δάση είναι πιο ατμοσφαιρικά και σκοτεινά από μια ολοφώτιστη πόλη. Τουλάχιστον στην πρώτη θέα τους. Όσον αφορά τις «μαύρες πιτσιλιές» είναι θέμα οπτικής. Προσωπικά μου φαίνεται πως μέσα σε εκείνη τη σκληράδα, τη δυστοπία και το σκοτάδι των διηγημάτων ξεπετάγεται ένα φως και μια ελπίδα μα και πάλι είναι θέμα από που το βλέπεις.Πόσο πολύ αγαπάς την Ελληνική γλώσσα; Τις ντοπιολαλιές; Τις παράξενες λέξεις; Τις διαλέκτους; Τι μαρτυρά αυτό για σένα και τι είναι αυτό που σε ενοχλεί(;) στη λογοτεχνική λίνγκουα της γενιάς σου;Είναι ξεκάθαρο πως αγαπάω τα παιχνίδια με τις λέξεις, τους αυτοσχεδιασμούς και τις εύηχες δημιουργίες στο όνομα της χρηστικότητας, τις χαμένες ντοπιολαλιές, τις περιγραφικές υπερβολές. Αν κάτι μαρτυρά αυτό για μένα είναι η θέλησή μου να σωθεί κάτι και να μην ισοπεδωθούν τα πάντα στο όνομα της ευκολίας και της ταχύτητας. Όσον αφορά το τι με ενοχλεί στη λογοτεχνική λίνγκουα της γενιάς μου θα πω τίποτα. Ίσως με ενοχλούν περισσότερα στις παλιότερες γενιές. Για την ακρίβεια νομίζω πως η γενιά μου τα πάει καλύτερα από τις προηγούμενες και ας μην είναι τόσο δημοφιλής η λογοτεχνία στις μέρες μας. Η δική μου γενιά δεν ωραιοποιεί και δεν στρογγυλεύει. Γνωρίζει τους εχθρούς της και δεν εξάγει κάτι που δεν είναι. Και αυτό είναι κύριο χαρακτηριστικό της που σέβομαι.Οι επιρροές σου και αγάπες είναι σκόρπιες στα βιβλία σου για κάποιον έμπειρο αναγνώστη –ιχνηλάτη, Ρεμπώ και Σαχτούρης μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Κρύβεις κάποια ένοχη απόλαυση στα διαβάσματά σου ή στα ακούσματά σου; Ακούς μουσική όταν γράφεις;Ένοχη απόλαυση δεν έχω γιατί δεν νιώθω ενοχικά με ότι με κάνει να νιώθω καλά διαβάζοντας το ή ακούγοντας το. Άλλωστε θα ήταν πιο βασανιστικό να διαβάζω κάτι και να προσποιούμαι πως μου αρέσει ή το σέβομαι γιατί είναι κοινωνικά αποδεκτό ή τιμήθηκε με Νόμπελ και βραβεία Γκράμυ. Μουσική δεν ακούω όταν γράφω γιατί είναι πολύ σημαντική για εμένα και με αποσπά από οτιδήποτε άλλο. Αφήνω χώρο και χρόνο στη κάθε διαδικασία που της αρμόζει.Το διήγημα είναι ρούχο που φαίνεται πως τ΄ αγαπάς, το φοράς και δε «σκίζεις φόδρα». Είσαι έτοιμος για μεγαλύτερη φόρμα;Για να είμαι ειλικρινής με ενοχλεί μέσα μου το γεγονός πως η μεγαλύτερη φόρμα είναι το παραπάνω σκαλί της καταξίωσης και πως το διήγημα είναι απλά μια αρχή. Θεωρώ τη μικρή φόρμα εξίσου σημαντική και σαφώς δυσκολότερη τεχνικά. Όταν καλείσαι σε δύο χιλιάδες λέξεις να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα, ένα γεγονός, κάποιο συγκινησιακό ύφος, να πλάσεις χαρακτήρες και να γεννήσεις συναισθήματα τότε τα όρια στενεύουν και η γνώση της τέχνης της πύκνωσης και της υπόγεια γραφής οφείλει να είναι κατεκτημένη. Δεν νομίζω ότι ρώτησαν ποτέ μεγάλους ποιητές γιατί δεν αφήνουν την ποίηση να γράψουν μυθιστόρημα ή τον Μπόρχες και άλλους μεγάλους διηγηματογράφους γιατί δεν δοκιμάζονται σε κάτι μεγαλύτερο. Αν όμως μέσα μου νιώσω την ανάγκη να απλώσω τη γραφή θα το κάνω. Μα σε καμία περίπτωση γιατί το θεωρώ σαν εξέλιξη των δυνατοτήτων μου. Θεωρώ το διήγημα ύψιστη μορφή έκφρασης και ισάξιο αν όχι λίγο παρακάτω της ποίησης.Ανδρέα, τι σε κάνει να γελάς;Με κάνει να γελάω ο σκύλος μου που με μαθαίνει να αγαπάω και το γεγονός πως μετά από μια τέτοια παρανοϊκή εποχή παραμένουμε υγιείς σωματικά και ψυχικά.Learn more
-
28 Οκτωβρίου 1940 | Η καταγραφή του Γιώργου Σεφέρη στο ημερολόγιό του
This post is only available in Greek.Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Γιώργος Σεφέρης, προϊστάμενος τότε της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου στο υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού, πληροφορείται από πρώτο χέρι την εμπόλεμη κατάσταση της χώρας.Μοιραζόμαστε μαζί σας την καταγραφή της 28ης Οκτωβρίου στο ημερολόγιό του όπως αποτυπώνεται στον τρίτο τόμο (16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρη 1940) από τις «Μέρες» του μεγάλου μας ποιητή.Δευτέρα 28 Οκτώβρη 1940Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «Έχουμε πόλεμο». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι.Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως. Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος τού αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας.Αμέσως έπειτα με τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας. Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή. Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο Υπουργείο Τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ' ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της. Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη· πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μού είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες... Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο.Τώρα όλοι ήταν μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας». Ο βασιλιάς, με ύφος νέου αξιωματικού· υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε.Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:―Είστε βέβαιος; και των Γερμανών;―Και των Γερμανών, είπα.―Τι δικαιολογία να δώσουμε;Δεν έχω καιρό για συζητήσεις:―Πέστε τους πώς είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ’ εμένα....Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Άλα Λιτόρια».Learn more