Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Μαριαλένα Σεμιτέκολου: «Η λογοτεχνία είναι ένας ζωντανός οργανισμός».
Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου, με αφορμή τη νουβέλα της Οι Κυριακές, το καλοκαίρι, παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα Τα Νέα. Διαβάστε την παρακάτω:Η τελευταία φορά που συγκινήθηκα με μια ολοκληρωμένη αφήγηση ήταν… προχθές, σε ένα μάθημα μπαλέτου, ακούγοντας ένα κομμάτι στο πιάνο, τεσσάρων μόλις λεπτών, με το όνομα «Porz Goret», που νόμιζα ότι αναφέρεται σε κάποιον αινιγματικό τύπο, αλλά ανακάλυψα τελικά ότι πρόκειται για το όνομα μιας τοποθεσίας.Αν μπορούσα να γράφω μετά μουσικής, θα επέλεγα… κάποιο soundtrack. Αγαπώ το ότι στα soundtracks μπορείς να ακούσεις τα πιο φαινομενικά «αταίριαστα» είδη μουσικής συνταιριασμένα σε ένα αρμονικό, αφηγηματικό σύνολο.Το πιο οδυνηρό στη διαδικασία της συγγραφής… είναι το πριν και το μετά από αυτή. Στο πριν σού έρχονται εικόνες, λέξεις, σκέψεις και πρόσωπα, ασυναρμολόγητα και χωρίς υπόσταση. Και δεν ξέρεις τι να τα κάνεις, πώς θα τα ταιριάξεις ή τι σώμα θα τους φτιάξεις. Στο μετά, όταν έχεις γράψει και την τελευταία λέξη, καταλαβαίνεις ότι την τελευταία λέξη την έχει τελικά το κείμενο. Οχι εσύ. Την ώρα που γράφεις δεν έχει οδύνη. Εχει μια μαγική συγκέντρωση που προεκτείνει το παρόν στο πάντα.Τρία βιβλία που θα πρότεινα οπωσδήποτε για μια βιβλιοθήκη λυκείου θα ήταν… «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα: ένα έργο μοντέρνο, οδυνηρά επίκαιρο, πολλαπλών αναγνώσεων και συζητήσεων. «Ο φύλακας στη σίκαλη» του Ντέιβιντ Σάλιντζερ: επειδή σε κάνει να πιστέψεις ότι ο ήρωας ενός βιβλίου μπορεί, αν το θελήσεις, να γίνει σύντροφος ζωής. «Το διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή: η τρυφερότητα και ο σεβασμός με τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει τη μεγαλοσύνη των «ταπεινών» του ηρώων αποτελούν ένα σπουδαίο μάθημα.Η κριτική που αποδέχομαι αφορά… περιγραφές και όχι αξιολογήσεις, παρατηρήσεις και όχι κατηγοριοποιήσεις, προτάσεις που δεν σχετίζονται με τις λέξεις «καλό» ή «κακό» και που λιμάρουν τις γωνίες τους για να περικλείσουν και όχι για να αποκλείσουν.Η αυτοκριτική ξεκινάει από… τη στιγμή που διακόπτει την ύπουλη συναναστροφή της με την αυτομομφή και την αυτολύπηση και δίνει το χέρι της στην προσωπική ευθύνη και στην ανάληψη δράσης. Σε άλλη περίπτωση, η ενέργειά της δεσμεύεται στη δημιουργία ατέρμονων βρόγχων αυτοακύρωσης.Η αρχή ενός κλασικού βιβλίου που ζηλεύω είναι… «Κάποτε την άνοιξη, την ώρα ενός απίθανα ζεστού δειλινού, στη Μόσχα, στις λίμνες του Πατριάρχη, εμφανίστηκαν δύο πολίτες» από τον «Μετρ και τη Μαργαρίτα» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Δεν ζηλεύω φυσικά. Νιώθω δέος απέναντι στην τρομακτική ικανότητα της λογοτεχνίας να δημιουργεί παράλληλα σύμπαντα στα οποία κάθε φορά που μπαίνεις γνωρίζεις ότι θα βγεις διαφορετικός.Όταν ακούω για την «κρίση της λογοτεχνίας» ή τη «λογοτεχνία της κρίσης» σκέφτομαι… αρχικά τη λέξη «κρίση» και τη σημασία της. Στην ανάπτυξη, οι κρίσεις, παρά την ταραχή και την αποσταθεροποίηση που επιφέρουν, είναι αναπόφευκτες και αναγκαίες προκειμένου ένας ζωντανός οργανισμός να εξελιχθεί και, κυρίως, να ανελιχθεί. Και η λογοτεχνία είναι (ή οφείλει να είναι) ένας ζωντανός οργανισμός, είτε είναι η ίδια σε κρίση είτε περιγράφει μια κρίση.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
George Saunders: Βιώνω την έμπνευση σαν ευτυχία.
Ο George Saunders με αφορμή την επίσκεψή του στην Ελλάδα παραχώρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Γιώργο Νάστο για το περιοδικό ΒΗΜΑgazino κατά την οποία μίλησε για τις άπειρες εκδοχές της Ιστορίας και για τη θέση του χιούμορ και της καλοσύνης στα βιβλία και στη ζωή. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Κύριε Σόντερς, έχετε κάνει προφανώς ενδελεχή έρευνα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Μάθατε στο πλαίσιό της κάτι που σας ξάφνιασε;«Υπάρχει πράγματι κάτι. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, ο Λίνκολν άρεσε πολύ στις γυναίκες – παρ’ όλο που ήταν άσχημος, ήταν ψηλός και χαρισματικός και οι γυναίκες τού ρίχνονταν. Ηθελε ωστόσο να είναι καλός σύζυγος, οπότε είχε βρει έναν τρόπο να τις κρατάει σε απόσταση, γιατί αφενός η γυναίκα του ήταν πολύ ζηλιάρα, αφετέρου τη σεβόταν και την αγαπούσε. Απέπνεε έντονη σεξουαλική ενέργεια, αλλά δεν την άφηνε να εκδηλωθεί. Αυτό ήταν κάτι που δεν γνώριζα για εκείνον και επιβεβαίωσε και μια αίσθηση που είχα ότι ήταν απόμακρος άνθρωπος, πειθαρχημένος. Δεν ήταν ιδιαιτέρως θερμός, αλλά είχε έναν τρόπο να ελέγχει το περιβάλλον του».Παραθέτετε στο πόνημά σας πολλές αντικρουόμενες μεταξύ τους ιστορικές μαρτυρίες. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε τη μνήμη και, κατ’ επέκταση, την Ιστορία;«Αν σε δέκα χρόνια ρωτήσουν και τους δυο μας για αυτήν την ημέρα θα την περιγράψουμε αμφότεροι λάθος, θα μας φαίνεται πιθανώς ζωντανή στη μνήμη αλλά θα έχει μετατραπεί σε κάτι άλλο. Εχω υπάρξει επιστήμονας και μέρος τού να είναι κανείς καλός επιστήμονας είναι να γνωρίζει τα όρια του αντικειμένου του. Σαφώς και μπορούμε να εμπιστευόμαστε την Ιστορία, ωστόσο όταν ασχολείσαι με τις λεπτομέρειες πρέπει να λαμβάνεις υπόψη τους περιορισμούς που θέτει η μνήμη. Τώρα πλέον ακόμη και οι ειδικοί πιστεύουν πως αλλοιώνουμε τις αναμνήσεις μας για να επιβεβαιώνουν την κοσμοθεωρία μας, είτε λοιπόν μιλάμε για την Ιστορία είτε για τη ζωή, καλό θα είναι να βλέπουμε λίγο ταπεινά τη σιγουριά μας ότι θυμόμαστε. Υπάρχει κάτι που το βρίσκω πολύ όμορφο: το ότι γίνεται, ας πούμε, ένα πάρτι και μόλις τελειώσει είναι σαν να έχουν γίνει τόσα πάρτι όσοι και οι καλεσμένοι – ο καθένας θυμάται τη δική του εκδοχή και η αλήθεια τελικά είναι όλες αυτές οι εκδοχές μαζί, δεν υπάρχει κάτι πιο αντικειμενικό».Κυοφορούσατε για πολλά χρόνια την ιδέα για το «Λήθη και Λίνκολν». Γιατί αργήσατε τόσο να γράψετε τελικά ετούτο το μυθιστόρημα;«Ενας σπουδαιότερος από εμένα συγγραφέας έχει πει πως αν κάποιος γραφιάς μάθει τη διαφορά ανάμεσα στις ιδέες που θα γίνουν βιβλία και σε εκείνες που πρέπει όντως να γίνουν βιβλία θα γλιτώσει καμιά δεκαπενταριά χρόνια σκληρής δουλειάς. Ηταν ένα δύσκολο στοίχημα από τεχνικής άποψης και δεν ήξερα αν θα μπορούσα να είχα αντεπεξέλθει νωρίτερα. Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι όλοι οι λόγοι που με απέτρεπαν θα έπρεπε κανονικά να με είχαν πείσει. Αποτελεί ενδιαφέρον γεγονός πως αν μια ιδέα είναι δύσκολη τότε κατά πάσα πιθανότητα θα είναι και πολύ καλή. Διότι έχει κάτι να σου μάθει. Μερικά βιβλία μάς διαστέλλουν, αυτό ήταν ένα τέτοιο βιβλίο. Οσο μεγαλώνουμε βολευόμαστε στις ευκολίες μας. Υπάρχει φυσικά πάντα ο κίνδυνος όταν ρισκάρεις να τα κάνεις τελείως θάλασσα. Είσαι όμως κάπως σαν νεκρός αν δεν προσπαθείς».Αντλήσατε έμπνευση από έναν άδικο, τραγικό θάνατο. Τι μας μαθαίνουν τέτοια γεγονότα;«Πριν από πολλά χρόνια ένας φίλος μας πέθανε νέος και σκεφτόμουν κάτι να γράψω στη γυναίκα του. Επρόκειτο για μια τραγωδία, είχαν ένα μικρό παιδάκι, δεν υπήρχε τίποτα καθησυχαστικό στην όλη ιστορία. Οι άνθρωποι ωστόσο που αγαπάμε συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας και να αλληλεπιδρούν μαζί μας, αλλάζουν κάτι στην παρουσία μας στον κόσμο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αλλάξεις τη ζωή ενός ανθρώπου, αν μπει ένας τύπος εδώ μέσα και αρχίσει να πυροβολεί και εσύ με σώσεις αυτό θα είναι σημαντικό και σε ευχαριστώ, αλλά αν κάνουμε μια ωραία συζήτηση και κάτι αρχίσει να δουλεύει μέσα μου τότε με έχεις επηρεάσει για όλη μου τη ζωή και ίσως να επηρεάσω κι εγώ άλλους. Ακούγεται λίγο new age, αλλά έχει μια δόση αλήθειας. Πιστεύω ότι οι θετικές και οι αρνητικές πράξεις μας έχουν έναν αντίστοιχο αντίκτυπο στον κόσμο».Οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου βρίσκονται σε μια παράξενη κατάσταση μεταξύ του θανάτου και της οριστικής ανυπαρξίας. Προσωπικά τι πιστεύετε ότι ακολουθεί την αποχώρησή μας από τα εγκόσμια;«Νομίζω πως υπάρχει κάτι και θεωρώ πως υπάρχουν αρκετές ενδείξεις – με τις μαρτυρίες για τις near death εμπειρίες, ας πούμε. Δεν πιστεύω δηλαδή ότι κατεβαίνει απλώς ένας διακόπτης και αυτό ήταν. Η Πατρίσια Πίρσον έχει γράψει ένα βιβλίο με θέμα την επικοινωνία με τα πνεύματα, σχεδόν σε πείθει με τα παραδείγματα που παραθέτει».Διαβάζοντας τις συνεντεύξεις σας μού έκανε εντύπωση πόση σημασία δίνετε στην ταπεινοφροσύνη…«Οι φορές που έχω νιώσει πραγματικά έξυπνος στη ζωή μου ήταν αυτές που ήμουν πεσμένος πραγματικά, δεν το παρίστανα όταν θεωρούσα ότι δεν ξέρω τίποτε. Είμαι πολύ καχύποπτος με την αυτοπεποίθηση, ειδικά όταν τη βλέπω στον εαυτό μου. Το βιβλίο μου πήγε καλά στην Αμερική και γύρισα όλη τη χώρα ακούγοντας επαίνους, οπότε έπρεπε να πω στον εαυτό μου ότι ειναι “full of shit”. Πρέπει να με τσεκάρω διαρκώς, γιατί η σιγουριά είναι κακός σύμβουλος».Εχετε ασπαστεί τον βουδισμό. Σας έχει βοηθήσει στη σχέση σας με τη θνητότητα;«Είμαι στην αρχή ακόμη. Ξέρετε, σκέφτομαι μερικές φορές ότι είμαι ισορροπημένος τύπος. Μέχρι να χάσουν την αποσκευή μου στο αεροδρόμιο – τότε συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι καθόλου έτοιμος για τον θάνατο. Από τον λίγο διαλογισμό που έχω κάνει, καταλαβαίνω ότι υπάρχει τρόπος να αλλάξεις αυτή τη μηχανή που λέγεται εγκέφαλος και να αντιδράς καλύτερα στις αντιξοότητες. Γνωρίζω τα μικρά βήματα που μπορώ να κάνω και το προσπαθώ. Για εμένα είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός πως η ανθρώπινη εμπειρία βασίζεται σε μικρούς απολογισμούς. Αν αναρωτηθώ πώς είμαι, αν σκεφτώ ότι έχω γίνει συγγραφέας και ότι τα πάω καλά, αμέσως ηρεμώ. Κανείς ωστόσο δεν κρατάει βαθμολογία. Υπάρχεις μόνο εσύ και η στιγμή. Και μετά η επόμενη στιγμή. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο».Το λοξό χιούμορ είναι παρόν σε όλα τα κείμενά σας. Αποτελεί συγγραφική στρατηγική επιλογή ή μια βασική έκφανση του χαρακτήρα σας;«Προφανώς και τα δύο. Η διαδικασία της συγγραφής είναι μια επικύρωση και μια έκφραση της προσωπικότητας. Το πώς επεξεργάζεσαι τον κόσμο θα αντικατοπτριστεί και στο πώς επεξεργάζεσαι ένα βιβλίο. Βλέπω ότι διαθέτω ένα μυαλό που λειτουργεί ταυτοχρόνως συναισθηματικά και σαρκαστικά. Μπορώ να είμαι σε μια κηδεία, να είμαι πραγματικά θλιμμένος και να παρατηρήσω ότι το παντελόνι του νεκρού είναι ελαφρώς λερωμένο και αυτό να μου φανεί κωμικοτραγικό. Μαθαίνεις με τον καιρό να καταλαβαίνεις ποια πλευρά επικρατεί σε κάθε περίσταση. Οταν είμαι νευρικός, όταν αισθάνομαι ανεπαρκής γίνομαι σαρκαστικός, ξέρω όμως ότι δεν είμαι μόνο αυτό. Τίποτε από όλα αυτά δεν είσαι εσύ, είναι πλευρές του εαυτού σου στις οποίες έχεις πρόσβαση. Ενα αρχικό draft του βιβλίου μού είχε βγει πάρα πολύ σοβαρό και χρειαζόταν λίγο χιούμορ. Ηταν μια επιλογή στρατηγικής, αλλά ήταν και πιο κοντά στον εαυτό μου. Αυτό που προσπαθώ να κάνω όσο μεγαλώνω είναι να είμαι ανοιχτός σε ό,τι μου συμβαίνει. Οταν ήμουν νεότερος μού ήταν πολύ εύκολο να αστειεύομαι συνεχώς και στην ουσία να υποβαθμίζω κάθε κατάσταση. Θεωρούσα ότι ήμουν μέσα σε όλα και ειλικρινής, όμως απλώς τιμούσα μία μόνο διάσταση του χαρακτήρα μου».Βλέπω ότι λέτε πως έχετε συναισθηματικό εγκέφαλο και όχι πως είστε συναισθηματικός. Ολα είναι θέμα χημείας του οργάνου που βρίσκεται στο κεφάλι μας;«Πιστεύω στις νευρολογικές διαδικασίες. Υπάρχει ένα σύστημα χημικών αντιδράσεων μέσα μας που όταν είσαι νέος νομίζεις ότι ταυτίζεται με τον εαυτό σου, μετά θεωρείς ότι είναι ο κόσμος και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς γιατί οι αντιδράσεις σου είναι προβλέψιμες, τις έχεις αποκωδικοποιήσει. Εχω καταλήξει σε ένα πολύ απελευθερωτικό συμπέρασμα: Δεν είμαστε απλώς οι σκέψεις μας. Είμαστε πολύ περισσότερα».Η ομιλία σας στην τελετή αποφοίτησης του Πανεπιστημίου Σίρακιουζ, όπου διδάσκετε δημιουργική γραφή, η οποία έχει εκδοθεί με τον τίτλο «Mε τα συγχαρητήριά μου – Σκέψεις για την καλοσύνη», μιλάει για την καλοσύνη προς τους άλλους. Αποτελεί ένα πρώτο βήμα η καλοσύνη προς τον εαυτό μας;«Αυτόν τον λόγο τον έγραψα βιαστικά, μέσα σε τρεις ημέρες, οπότε μένει λίγο στην επιφάνεια. Στην Αμερική η καλοσύνη ταυτίζεται με το να είσαι καλός και δεν συμφωνώ με αυτή την ερμηνεία. Ο ορισμός που δίνω πλέον είναι η πνευματική κατάσταση που σου επιτρέπει να έχεις τις λιγότερες αυταπάτες. Γιατί γινόμαστε εγωιστές; Επειδή θεωρούμε ότι είμαστε φοβεροί, ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αν αυτή η αντίληψη χαλαρώσει λίγο, θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αν αναγνωρίσουμε την παροδικότητά μας θα γίνουμε πιο φυσικά καλοσυνάτοι, πιο ευσπλαχνικοί. Με το να είσαι ταπεινός, όχι με το να αυτομαστιγώνεσαι, διότι και αυτό επιτρέπει στο “εγώ” σου να κάνει κουμάντο, ορίζεις σωστά τη σημασία σου στον κόσμο και φέρεσαι τελικά καλά στον εαυτό σου».Κάποιοι ορίζουν την έμπνευση ως την απόλυτη σύνδεση με τον κόσμο. Εσείς τι λέτε;«Εγώ τη βιώνω σαν ευτυχία. Πώς μερικές φορές ξυπνάς το πρωί και έχεις καλή διάθεση χωρίς λόγο; Μου συμβαίνει όταν γράφω – ακόμη κι αν ασχολούμαι με μια θλιβερή σκηνή, αν νιώθω κάπως χαρούμενος ξέρω ότι κάνω καλύτερη δουλειά. Πάντως δεν έχει νόημα να κυνηγάς διαρκώς τη μούσα, αν δεν τη νιώθω κάνω τα πιο μπανάλ πράγματα, πάω για ψώνια, κάνω βόλτες, βλέπω φίλους, όταν νιώσω καλύτερα στρώνομαι στη δουλειά. Βεβαίως δεν την περιμένεις εντελώς άπραγος, η λογοτεχνία ειδικά χρειάζεται και πολλή εξάσκηση».Ποιες είναι οι πιο καθοριστικές λογοτεχνικές επιρροές σας;«Ενας συγγραφέας στον οποίο επιστρέφω είναι ο Νικολάι Γκόγκολ. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να περιγράψω τι μου αρέσει σε αυτόν, πάντα προσπαθώ να γράψω σαν αμερικανός Γκόγκολ. Ο Τσέχοφ αποτελεί μια επιρροή, οι Μόντι Πάιθον επίσης. Αναρωτιέμαι τελευταία αν υπάρχει κάτι που έχω μάθει για τον κόσμο και δεν έχει εκφραστεί με σωστό τρόπο – νιώθω ότι δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου, ίσως έφτασε η στιγμή να γράψω τη δική μου αλήθεια. Από την άλλη, αισθάνομαι “poorly educated” όσον αφορά τη λογοτεχνία. Εύχομαι να είχα τη δυνατότητα να σταματούσα τον χρόνο και μόνο να διάβαζα για είκοσι χρόνια, δεν γίνεται δυστυχώς και οι περιορισμοί στη δουλειά μου προέρχονται από εκεί. Ποτέ δεν είναι αργά. Ισως αναπτυχθεί γρήγορα η ρομποτική και αρχίσουμε να ζούμε έως τα 180».Φαντάζομαι πως ίσως έχετε κουραστεί να απαντάτε σε αυτή την ερώτηση, αλλά πώς βλέπετε την κατάσταση με τον Ντόναλντ Τραμπ ως πρόεδρο των ΗΠΑ;«Αρρωστημένη. Σοκαριστική. Δεν υπάρχει τίποτε καλό. Και το να βλέπεις να καταρρέει αυτό το μεγάλο αμερικανικό οικοδόμημα εξαιτίας αυτού του τύπου είναι τραγικό. Ως συγγραφέας, προσπαθώ να καταλάβω γιατί δεν το είδα να έρχεται. Εχω αρκετούς φίλους και συγγενείς που τον ψήφισαν και προσπαθώ να τους ακούσω, να κατανοήσω. Ο Τραμπ είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου παρακμής, καταναλωτισμού και φτωχής εκπαίδευσης. Και ίσως η επιλογή μιας γενιάς κακομαθημένης. Που δεν αντιμετώπισε ποτέ μια πραγματική δυσκολία γι’ αυτό και βάζει φωτιά στο σπίτι μόλις ζοριστεί έστω και λίγο. Γιατί δεν έχει βρεθεί ποτέ μέσα σε σπίτι που καίγεται».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ευτυχία Γιαννάκη: «Είμαστε εξαρτημένοι από το ψεύδος των λέξεων».
Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην Εφημερίδα Τα Νέα και στη νέα στήλη Συστάσεις, με αφορμή την κυκλοφορία της Πόλης στο φως, του τρίτου μέρους της Τριλογίας της Αθήνας με ήρωα τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο. Η τελευταία φορά που συγκινήθηκα με μια ολοκληρωμένη αφήγηση ήταν… πριν από λίγες µέρες όταν συνάντησα τη Μαρία που τάιζε τις αδέσποτες γάτες έξω από το Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ έχει χάσει τη δουλειά της και όλα όσα είχε και ψάχνει να πουλήσει το κράνος της για δέκα ευρώ, γιατί δεν έχει πια µηχανάκι, οπότε τι να το κάνει το κράνος, αλλά δεν έχει και κινητό γιατί της το έκλεψαν και που πολλές φορές δεν έχει ούτε να φάει, αλλά υπάρχει ένας τυροπιτάς που την βοηθάει στο τέλος της µέρας. Αν και ελλειπτική η αφήγηση, ολοκληρωνόταν από τις σιωπές, τις µατιές και τη συνένοχη συνύπαρξη σε αυτή την πόλη που όλα τα αλέθει και όλα τα χωνεύει εδώ και αιώνες, εντός κι εκτός του Αρχαιολογικού της Μουσείου µε τρόπο που ακόµη και για τις αφηγήσεις δεν έχει καµία σηµασία αν είναι αληθινές ή όχι. Απλά είναι ο οµφαλός του δικού µου ή µάλλον του δικού µας κόσµου.Αν μπορούσα να γράφω μετά μουσικής θα επέλεγα… να ακούω κλασική µουσική. Αυτόν τον καιρό θα µπορούσα να ακούω για ώρες το «Αποµεσήµερο ενός φαύνου» του Ντεµπισί ή την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» του Στραβίνσκι ή τα «Νυχτερινά» του Σοπέν που κάποτε έπαιζα. Οχι όπως τα έπαιζα εγώ, όπως τα εκτελεί η Brigitte Engerer κατά προτίµηση.Το πιο οδυνηρό στη διαδικασία της συγγραφής… είναι ότι κάποια στιγµή βγαίνεις από τον φανταστικό κόσµο που δηµιουργείς, δηλαδή από τον δικό σου Κήπο της Εδέµ και βρίσκεσαι ξανά στον πραγµατικό κόσµο τον οποίο συνειδητοποιείς ότι δεν έπρεπε ποτέ να αποχωριστείς. Την εποµένη επαναλαµβάνεις το ίδιο όχι από βλακεία, αλλά από ανάγκη. Είσαι εξαρτηµένος από το ψεύδος των λέξεων. Είσαι εξαρτηµένος από τον εαυτό σου. Καµιά ανώτερη δύναµη δεν νοιάζεται να σε σώσει από το γραπτό σου και αυτή η συνειδητοποίηση είναι οδυνηρή και αναπόφευκτη µ' έναν τρόπο.Τρία βιβλία που θα πρότεινα οπωσδήποτε για μια βιβλιοθήκη Λυκείου θα ήταν… ο «Ξένος» του Καµί, η «Δίκη» του Κάφκα και το «1984» του Οργουελ. Τα διάβασα πρώτη φορά στην εφηβεία και ήταν αρκετά για να αντιληφθώ ότι η λογοτεχνία δεν θα είναι ποτέ απλή υπόθεση στη ζωή µου.Η κριτική που αποδέχομαι αφορά… κάθε είδους άποψη και µατιά. Οταν είναι τεκµηριωµένη µπορεί να ανοίξει επιπλέον ένας γόνιµος διάλογος, όταν δεν είναι τεκµηριωµένη, µπορεί να κλείσει µε έναν ενδιαφέροντα µονόλογο. Σε κάθε περίπτωση την επιδιώκω.Η αυτοκριτική ξεκινάει από… τη λέξη, πάει στην πρόταση, στην παράγραφο, στο κεφάλαιο, στο βιβλίο, στα βιβλία. Κοιτάζω πάντοτε το µέρος, αλλά και το όλον να έχει κάποιο νόηµα για να υπάρξει και να διαβαστεί σε βάθος χρόνου.Η αρχή ενός κλασικού βιβλίου που ζηλεύω είναι… η εναρκτήρια πρόταση της «Κυρίας Νταλαγουέι» της Βιρτζίνια Γουλφ. Δεν τη γράφω όµως για να την αναζητήσετε.Οταν ακούω για την «κρίση της λογοτεχνίας» ή τη «λογοτεχνία της κρίσης» σκέφτομαι… όσους κρίνουν χωρίς να διαβάζουν και όσους διαβάζουν χωρίς να κρίνουν.Μάθετε περισσότερα για την Ευτυχία Γιαννάκη εδώ: www.giannaki.comΠερισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Γιάννης Ευθυμιάδης: Πατρίδα, εικόνα του εαυτού μας μέσα από τον «άλλο».
Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Γιάννης Ευθυμιάδης στην Πόλη Κρημνιώτη για την εφημερίδα Αυγή, με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή Πατρείδα. «H επανάσταση θα 'ρθει από βαθύ σκοτάδι» αποφαίνεται ο Γιάννης Ευθυμιάδης στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο του «Πατρείδα». Ποίηση εσωτερική, αρκούντως πολιτική, ανανοηματοδοτεί τη σχέση του ποιητή με την έννοια πατρίδα, που αντιμετωπίζεται πλέον στη βάση της επαναπροσέγγισης του ανθρώπου ως εαυτού και ως συλλογικού υποκειμένου. «Θα πω για μένα είναι Πατρείδα όσα αγαπάω κι όσα είδα» γράφει ο ποιητής στην πρώτη από τις τέσσερεις ενότητες στα οποία δομείται η ποιητική σύνθεση."Σ' αυτή τη σύνθεση επιχειρώ να αποτυπώσω την εικόνα μιας πατρίδας έτσι όπως όλοι την έχουμε βιώσει τις τελευταίες δεκαετίες και μέσα από τη συλλογική μας μνήμη αλλά και μέσα από την αγαπητική σχέση των ανθρώπων.Μέσα απ' αυτή την απόπειρα συνειδητά άρχισα να επαναπροσδιορίζω την έννοιά της, να την αποσυνδέω από τη στενή έννοια του τόπου και να τη συνδέω με τους ανθρώπους, τη βιωμένη εμπειρία είτε όσων γεννήθηκαν εδώ είτε όσων βρέθηκαν στον τόπο αυτό, και τον έκαναν πατρίδα τους. Έτσι η έννοια πατρίδα βγαίνει από τα στενά γεωγραφικά της όρια και επανακαθορίζεται σε ένα πολύ πιο ευρύ πλαίσιο, ως εικόνα πλέον του εαυτού μας μέσα από τον άλλο" επισημαίνει ο Γιάννης Ευθυμιάδης.Στην ομότιτλη πρώτη ενότητα η ματιά του ποιητή στρέφεται πάνω στους ανθρώπους και τα πράγματα που συγκροτούν την πατρίδα, στη δεύτερη -«Η εβδομάδα των βυθών»- αναδεικνύεται η διαπίστωση του ζοφερού μας κόσμου έτσι όπως αποτυπώνεται στα χρόνια της βαθιάς κρίσης στη χώρα μας και παγκόσμια.Η τρίτη ενότητα είναι μια ελεγεία «όχι όμως με την έννοια του θρήνου της παραίτησης, αλλά της διαπίστωσης, το κομβικό σημείο δηλαδή που σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι πρέπει να αντιδράσεις» λέει ο Γιάννης Ευθυμιάδης. Στην τελευταία ενόητητα -«η επανάσταση θα 'ρθει από βαθύ σκοτάδι»- ο ποιητής παρακινεί σε δράση όχι από υπεραισιοδοξία, αλλά από συνειδητότητα. Όπως λέει άλλωστε «η ποίηση δεν οφείλει τίποτε, οι ποιητές όμως οφείλουν πολλά».Σε μια εποχή μεταιχμιακή, στο ρευστο διεθνές περιβάλλον και στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο όπου τα όρια χάνονται και οι ταυτότητες αλλοιώνονται, ο Γιάννης Ευθυμιάδης αντλεί από την ποιητική παράδοση του τόπου, παίζει με τη ρίμα και το μέτρο αναδεικνύοντας την εσωτερική δομή και τον ρυθμό που διατρέχουν τη σύνθεση.«Ο ρυθμός είναι στοιχείο στενά συνυφασμένο με τη σύγχρονη ποιητική μας παράδοση. Επέστρεψα στην πηγή γιατί όσο πιο βαθιά σκάβει κανείς τόσο πιο οικουμενικά μιλάει. Με τρομάζει η εποχή μας, γιατί έχει χαθεί η ταυτότητα η προσωπική και η συλλογική, είτε ως πράξη είτε ως προσδοκία ή όραμα, έχουν αλλοιωθεί και έχουν παραχαραχτεί θεμελιώδεις αξιακοί κώδικες, πράγμα που μας αποπροσανατολίζει, μας φέρνει να κυνηγάμε κίβδηλα όνειρα. Η παντοκρατορία του χρήματος έχει βάλει στο περιθώριο την ανθρωπιά μας, την αισθητική μας, την ηθική μας, έχει διαταράξει την ιεράρχηση των αξιών της ζωής μας».“Είναι ζήτημα που απασχολεί την ποίηση διεθνώς;”, τον ρωτάμε. «Τα ζητήματα που αναδεικνύει η εποχή μας απασχολούν τους ποιητές, τους δημιουργούς, τους καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο. Νομίζω όλοι βρισκόμαστε σε περίοδο αναζήτησης και επαναπροσδιορισμού, ψάχνουμε να βρούμε ξανά το νήμα από εκεί που το αφήσαμε όταν κατέρρευσε το μεταπολεμικό κοινωνικό όραμα. Η επανασύνδεση με τη φόρμα και μια πιο δομημένη μορφή είναι ένα φαινόμενο που αναζητούν οι ποιητές σε όλο τον κόσμο σήμερα, για να μπορέσουν να δομήσουν πιο στέρεα μια νέα ποιητική πραγματικότητα. Είναι και μια υγιής αντίδραση στη χαοτική ελευθεριότητα στην οποία οδήγησε η παρανάγνωση του μεταμοντέρνου».Υπ' αυτή την έννοια αναδεικνύεται η πολιτική διάσταση της ποίησης. "Η ποίηση από τη γένεσή της είναι ένα βαθιά πολιτικό φαινόμενο, έχει μέσα της τη σύγκρουση και την επανάσταση, πρώτα προς τον εαυτό μας, προς κάθε βεβαιότητα, είτε αυτή την έχουμε προσδιορίσει εμείς είτε συμβαίνει ερήμην μας.Πάντα μιλάμε στην ποίηση πολιτικά, ακόμα και στα πιο λυρικά της ξεσπάσματα, αν σκεφτεί κανείς ότι ο ποιητικός λόγος έρχεται να αντιπαρατεθεί με το στενό οικονομοτεχνικό πλαίσιο της εποχής. Ίσως, και μάλλον, η ποίηση δεν μπορεί να δώσει τις λύσεις, μπορεί όμως να μας δώσει τη δύναμη να τις βρούμε".Ίσως γι' αυτό ο Γιάννης Ευθυμιάδης κλείνει την ελεγεία του με τη στέρεη τοποθέτηση «στους άνυδρους καιρούς βαθαίνει η ρίζα...».Περισσότερα