Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Αλεξία Βερνίκου: «Το πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσουμε παιδιά ανθεκτικά».
Σε ποια ηλικία αρχίζει να απασχολεί το θέμα του θανάτου τα παιδιά; Πότε εμφανίζουν τις πρώτες απορίες τους;Ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει τη στάση και την αντιμετώπιση των παιδιών απέναντι σε τόσο σημαντικά ζητήματα; Και αν ναι, με ποιο τρόπο;Δύο ερωτήσεις από την εξαιρετική συνέντευξη που παραχώρησε η Αλεξία Βερνίκου στο elniplex.com και στην Ανέζα Κολόμβου με αφορμή την έκδοση του παραμυθιού Μέχρι τον ουρανό και πίσω (εικονογράφηση: Σοφία Τουλιάτου).Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Τι είναι αυτό που σε έστρεψε στη συγγραφή; Πώς ήταν σαν εμπειρία; Από μικρή μου άρεσε να γράφω τις σκέψεις μου, τόσο τις πραγματικές όσο και τις φανταστικές, οπότε το βιβλίο αυτό ήρθε σα μια φυσική συνέχεια. Σαν εμπειρία ήταν ευχάριστη, ανώδυνη, θεραπευτική και πολύ δημιουργική.Αγαπημένο σου βιβλίο, συγγραφέας;Εάν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα βιβλίο θα ήταν το Tuesdays with Morrie του Mitch Albom το οποίο έχω διαβάσει ξανά και ξανά σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Μόλις τελείωσα όμως το A Little Life της Hanya Yanagihara το οποίο με ενθουσίασε. Δε μπορούσα να το αφήσω και παρά το μέγεθός του δεν ήθελα να τελειώσει. Στο πρώτο σου βιβλίο καταπιάνεσαι με ένα ευαίσθητο και ιδιαίτερο θέμα, το θάνατο. Πώς και επιλέξες ένα τέτοιο θέμα; Ο θάνατος και η απώλεια είναι ένα θέμα που με ακουμπάει τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά. Προσωπικά γιατί είναι τόσο δύσκολο και επίπονο, επαγγελματικά διότι οι ερωτήσεις που μου κάνουν οι γονείς πάνω στο θέμα αυτό είναι σχεδόν καθημερινές. Ερωτήσεις που τους κάνουν τα παιδιά τους και στις οποίες δυσκολεύονται να απαντήσουν. Σε αυτή την τρυφερή ηλικία των 4-5 ετών, είναι θεμιτό να φέρνουμε τα παιδιά αντιμέτωπα με τις πιο δυσάρεστες πτυχές της ζωής; Τα παιδιά έχουν ήδη γνωρίσει το θάνατο μέσα από τα παραμύθια και τα παιχνίδια τους και οι ερωτήσεις γύρω από αυτόν έχουν συνήθως ήδη ξεκινήσει . Η Χιονάτη και η Σταχτοπούτα, τα παιχνίδια με όπλα, μάχες και σκοτωμούς ξεκινάνε πολύ νωρίς και είναι μέρος της ζωής τους. Η διαφορά με τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες είναι ότι δε γνωρίζουν την οριστικότητα του θανάτου ούτε τον πόνο που ακολουθεί. Άρα αντέχουν το θέμα και δεν είναι τόσο επίπονο γι αυτούς όσο είναι για εμάς τους μεγάλους.Σε ποια ηλικία αρχίζει να απασχολεί το θέμα του θανάτου τα παιδιά; Πότε εμφανίζουν τις πρώτες απορίες τους; Από τα τρία τους κιόλας χρόνια πολλά παιδιά ξεκινούν τις ερωτήσεις γύρω από το θάνατο. Πότε πεθαίνουμε; Γιατί πεθαίνουμε; Θα πεθάνεις και εσύ μαμά; Θα πεθάνω και εγώ; Που πήγε ο παππούς που πέθανε; Εάν τρώω όλο μου το ψάρι θα ζήσω για πάντα; Αυτές είναι λίγες από τις απορίες που έχουν και τις ερωτήσεις που κάνουν. Ερωτήσεις άμεσες και αληθινές που θέλουν εξίσου άμεσες και αληθινές απαντήσεις. Ένα βιβλίο μπορεί να επηρεάσει τη στάση και την αντιμετώπιση των παιδιών απέναντι σε τόσο σημαντικά ζητήματα; Και αν ναι, με ποιο τρόπο; Σαφέστατα και μπορεί διότι τα παιδιά σε αυτές τις ηλικίες μαθαίνουν μέσα από τα βιβλία. Ταυτίζονται με τους ήρωες και τους χρησιμοποιούν ως παραδείγματα και σημεία αναφοράς στη ζωή τους. Στο βιβλίο αυτό στόχος είναι τα παιδιά να νιώσουν ότι ο θάνατος συμβαίνει στους μεγάλους μετά από πολλά χρόνια, και αφού γεράσουν και σταματήσει να λειτουργεί η καρδιά τους. Και όταν κάποιος πεθαίνει δε μπορούμε να τον αγκαλιάσουμε πια, μπορούμε όμως να τον κρατήσουμε για πάντα μέσα στις σκέψεις μας και τη καρδιά μας σα τον πιο πολύτιμο θησαυρό.Στα παραμύθια συχνά ο θάνατος βρίσκει τους κακούς… ενώ οι καλοί τον γλιτώνουν ή ανασταίνονται… Μακάρι να ήταν έτσι και στη ζωή…Η έκφραση «… έγινε αστέρι στον ουρανό και μας προσέχει από εκεί ψηλά» είναι πλέον διαδεδομένη, προκειμένου να αποφύγουμε ένα τραύμα στην ψυχή του παιδιού. Έχει επιπτώσεις μετέπειτα; Μιλώντας στα παιδιά για το θάνατο είναι σημαντικό να εστιάσουμε στη διακοπή της σωματικής λειτουργίας, άρα πεθαίνουμε διότι σταματάει να λειτουργεί η καρδιά. Αυτό όσον αφορά τα σώμα. Όσον αφορά τη ψυχή και τις μεταφυσικές εξηγήσεις που θέλουμε να δώσουμε «το αστεράκι στον ουρανό» μπορεί να χρησιμοποιηθεί ανακουφιστικά εφόσον ο γονιός το πιστεύει και εφόσον εξηγήσει στο παιδί τη διαφορά σώματος και ψυχής. Δε μπορούμε να μείνουμε όμως μόνο σε αυτό διότι τα ερωτηματικά θα είναι πολλά και δε θα τα γλιτώσουμε… Από την εμπειρία σου, οι Έλληνες γονείς επισκέπτονται κάποιον ειδικό ψυχολόγο σε περίπτωση απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου ή για άλλα τυχόν προβλήματα που παρατηρούν στα παιδιά τους ή το αποφεύγουν; Όπως σε όλα τα θέματα που αντιμετωπίζουν με τα παιδιά τους, κάποιοι γονείς επιλέγουν να ζητήσουν την άποψη ενός ψυχολόγου ενώ άλλοι πάλι αρνούνται. Στο συγκεκριμένο θέμα θα ήταν καλό να το κάνουν, διότι τα παιδιά αντιλαμβάνονται το θάνατο διαφορετικά από εμάς, θρηνούν με το δικό τους τρόπο και επαναδιαπραγματεύονται την απώλεια τους σε διάφορα στάδια της ζωής τους δίνοντας νέα νοηματοδότηση.Τον τελευταίο καιρό οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν έναν ολοένα και αυξανόμενο αριθμό παιδιών με προβλήματα λόγου και συμπεριφοράς. Ή «έχουν βάλει τα παιδιά στο μικροσκόπιο», όπως συχνά ακούγεται; Εσύ τι παρατηρείς; Συμφωνείς με αυτή τη θέση; Και αν ναι, πού κατά τη γνώμη σου οφείλεται αυτή η αύξηση; Δυστυχώς είναι κάτι που παρατηρώ και εγώ όταν συγκρίνω τα παιδιά που συναντούσα στη δουλειά μου πριν 10 χρόνια, και τα παιδιά που συναντώ σήμερα. Θεωρώ ότι οφείλετε τόσο σε βιολογικούς παραμέτρους όσο και σε περιβαλλοντολογικούς. Το περιβάλλον και η οικογένεια δουλεύεται, βελτιώνεται και εξελίσσεται εάν υπάρχει διάθεση. Τότε βλέπουμε εντυπωσιακές αλλαγές και στη συμπεριφορά του παιδιού. Σαφέστατα το άγχος, η ανασφάλεια που έρχεται με την οικονομική κρίση, ο θυμός, ο ανταγωνισμός που επικρατεί, τα όρια που δε μπαίνουν και οι επιρροές από το διαδίκτυο έχουν παίξει σίγουρα το ρόλο τους. Παράλληλα υπάρχει και το «μικροσκόπιο», και εδώ θέλει προσοχή όσον αφορά σε ποιους απευθυνόμαστε και γιατί. Τι κάνουμε με το παιδικό άγχος; Πότε σταματάει να είναι δημιουργικό; Δε θα ήθελα να χαρακτηρίσω το παιδικό άγχος ως δημιουργικό. Σαφέστατα, όπως όλα τα συναισθήματα είναι επιτρεπτό, δεν είναι όμως ευχάριστό και συχνά γίνεται εμπόδιο στην καθημερινότητα και τη λειτουργικότητα των παιδιών μας. Στην εποχή της γρήγορης και πολλαπλής πληροφόρησης και εξέλιξης όλοι τρέχουν να καλύψουν διαδρομές και κενά. Σήμερα, ποια είναι τα βασικά στην ανατροφή των παιδιών που πρέπει να καλύπτουμε, ώστε να δημιουργήσουμε υγιείς, ολοκληρωμένες και υπεύθυνες προσωπικότητες; Θα έλεγα ότι το πιο σημαντικό είναι να δημιουργήσουμε παιδιά ανθεκτικά. Παιδιά που αντέχουν και ανταποκρίνονται σε αυτούς τους γρήγορους και απαιτητικούς ρυθμούς και στην πολλαπλή πληροφόρηση. Για να το πετύχουμε αυτό και να δημιουργήσουμε υγιείς προσωπικότητες, πρέπει να περάσουμε χρόνο με τα παιδιά μας, να ακούμε αυτό που μας λένε, να βάζουμε όρια, να τα τηρούμε και να τους λέμε την αλήθεια.Τι θα πρότεινες στους γονείς ως δημιουργική διέξοδο στην ενασχόληση των παιδιών. Θα πρότεινα ο κάθε γονιός να βρει κάτι που τον διασκεδάζει να κάνει με τα παιδιά του και να το κάνει. Ότι και αν είναι αυτό… ζωγραφική, μαγειρική, περίπατος, βιβλία, ποδήλατο. Μόνο εφόσον περνάει καλά θα το απολαύσει και το παιδί του και θα καταφέρουν να το κάνουν μέρος της σχέσης και της ρουτίνας τους.Η συγγραφή βιβλίων είναι στους επόμενους στόχους σου; Φυσικά! Οι ιδέες είναι πολλές τόσο για παιδικά βιβλία, όσο και για ένα βιβλίο για γονείς με θέμα πάντα το παιδί!Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Θάνος Σταθόπουλος: «Η λογοτεχνία είναι ένας χώρος όπου τα πάντα αποκτούν νόημα στη μεταφορά τους».
O Θάνος Σταθόπουλος συνομιλεί με τη Λίνα Ρόκου στην Popaganda με αφορμή την Ώρα, το πιο πρόσφατο βιβλίο του. Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη παρακάτω: «Η Ώρα» ως τίτλος. Γιατί; Και τι ρόλο παίζει ο χρόνος στη γραφή σου; Οι τίτλοι των βιβλίων διαφεύγουν πάντα. Θα έλεγα, όμως: Η ώρα στο κέντρο των πραγμάτων. Η ώρα κατά την οποία συμβαίνουν τα πράγματα. Είναι η στιγμή ή η διάρκεια. Η κάθε ώρα. Η ροή του χρόνου. Το παρόν και το παρελθόν. Τώρα ή τότε. (Πότε;) Είναι ό,τι ξηλώνουμε και μας ξηλώνει. Είναι η συγχώνευση. Η ώρα και το ψυχικό κέντρο – ένα βαθύ, συμπυκνωμένο αίσθημα. Κάθε γραφή έχει σχέση με το χρόνο. Στη δική μου γραφή, μάλλον περισσεύει η τυραννία του χρόνου.Ποια είναι η πρώτη ανάμνηση της ζωής σου; Να κάθομαι σ’ ένα καρεκλάκι μ’ ένα παιγνίδι. Ίσως το 1965, δεν ξέρω. Ανάμνηση εαυτού, δηλαδή. Σαν φωτογραφία. Αυτό με συνδέει με κάτι που υπάρχει στο βιβλίο: «Και τότε επανέρχεται το ερώτημα: τι είναι τέχνη; Και τέχνη είναι αυτό που κάνει ένας καλλιτέχνης: να κάθεται σε μια καρέκλα στο εργαστήριο του». Ποιο είναι το εργαστήριο του καλλιτέχνη; Η ζωή; Η μνήμη; Η φαντασία; Τίποτε από αυτά; Μ’ αιφνιδιάζει η σύνδεση. Αναφέρεσαι σ’ ένα απόσπασμα από ένα κείμενο του Μπρους Νάουμαν, το οποίο παραθέτω στο βιβλίο. Το εργαστήριο του καλλιτέχνη είναι ένα ανοιχτό πεδίο δράσης: τα περιέχει όλα. Θα ‘λεγα ότι η ύπαρξή του είναι πρωταρχικής σημασίας. Εκεί συμβαίνουν τα πάντα. Ως εργαστήριο φυσικά θα πρέπει να εννοήσουμε μια διευρυμένη κατάσταση. Ένα χώρο που εκτείνεται. Μια πνευματική κατάσταση, οπωσδήποτε. Αυτός, άλλωστε, είναι και ο βασικός άξονας του βιβλίου: ο χώρος ως εργαστήριο. Όχι μόνο του καλλιτέχνη, όλων. Η ποιητική του χώρου και η ανθρώπινη έκφραση. Τα πάντα μπορούν ν’ αποτελέσουν υλικό προς επεξεργασία. Όλα όσα αναφέρεις είναι η πρώτη ύλη, δεν αποτελούν όμως το εργαστήριο του καλλιτέχνη. Το εργαστήριο είναι ο προσωπικός χώρος τον οποίο κατασκευάζει ο καλλιτέχνης και η πνευματική ατμόσφαιρα την οποία έχει ανάγκη για να υπάρξει. Και πέρα από τον πνευματικό χώρο; Τι συμβαίνει με τον χώρο στη ρεαλιστική του διάσταση; Πού προτιμάς να γράφεις; Πού φαντασιώνεσαι να γράψεις; Ποιο είναι το πιο παράδοξο μέρος που έχεις γράψει ή χώθηκε στο γραπτό σου; Γράφω πάντοτε στο στούντιό μου – στο χώρο όπου ζω και εργάζομαι. Ελάχιστα έχω γράψει κάπου αλλού. Πολλές φορές κρατάω σημειώσεις στα καφέ, τις οποίες κατόπιν μεταφέρω αμέσως στον υπολογιστή προς επεξεργασία. Δεν έχω φαντασιωθεί ποτέ να γράψω κάπου. Υπό συνθήκες, βεβαίως, θα μπορούσα να γράψω οπουδήποτε. Η διαδικασία της συγγραφής περιέχει πολλή δουλειά, αγωνία και ένταση. Θέλεις να γράψεις. Ξυπνάς το πρωί και γράφεις ή προσπαθείς να γράψεις. Άλλες φορές τα καταφέρνεις, άλλες φορές όχι. Μάλλον, τις περισσότερες όχι. Αλλά πρέπει να επιμείνεις. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο παράδοξο μέρος που να έχω γράψει· προφανώς δεν υπάρχει. Το μόνο παράδοξο έγκειται στον χαρακτήρα όσων γράφω.Τι είναι παράδοξο για σένα; Οτιδήποτε συγκρούεται με την κοινή λογική.«Η Ώρα» είναι ένα παζλ χρόνου, συμβάντων, ονείρων, επιθυμιών, σκέψεων, απωθημένων, επιρροών; Τι είναι «Η Ώρα»; Εάν εξαιρέσουμε τα απωθημένα, είναι όλα όσα αναφέρεις. Και άλλα. Είναι ένα παζλ. Ίχνη, θραύσματα, αναγνώσεις, επισημάνσεις, παραθέματα. Μπορεί να διαβαστεί ως ένα αποσπασματικό κείμενο, να εκληφθεί σαν όνειρο ή σαν ένα αίσθημα. Αιωρήσεις στο χώρο και το χρόνο. Υπάρχουν τα άλλα κείμενα, δηλαδή τα δάνεια κείμενα, τα οποία παραθέτω είτε αυτόνομα είτε σχολιάζοντάς τα, στα οποία μετέχω. Είναι τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες από τις ζωές των άλλων. Είναι η μνήμη, φυσικά. Ένα προσωπικό αρχείο συμβάντων για την ποιητική του χώρου και το ψυχικό κέντρο, με μια νύξη γι’ αυτό που ονομάζουμε «αρχιτεκτονικό ή αρχιτεκτονημένο χώρο», όπου τον κύριο λόγο έχουν το σώμα, τα ενεργήματα και η ανθρώπινη έκφραση. Είναι ο προσωπικός χώρος που κατασκευάζουμε και ο τρόπος να υπάρχουμε σ’ αυτόν. ‘Ο,τι ανέφερα δηλαδή προηγουμένως για την έννοια του εργαστηρίου.Ο τρόπος της γραφής σου πώς και πόσο μοιάζει ή διαφέρει από τον τρόπο της ζωής σου; Ο τρόπος που γράφω περιέχει τον τρόπο με τον οποίο ζω στον ίδιο βαθμό που διαφεύγει. Δεν ξέρω εάν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Δεν αναφέρομαι μόνο στον αποσπασματικό και θραυσματικό χαρακτήρα όσων γράφω. Τα αυτοβιογραφικά στοιχεία στα κείμενά μου συχνά υποβάλλουν το ύφος: εμφατικό, δηλωτικό, αποκαλυπτικό. Κάποιος που με γνωρίζει μπορεί να με αναγνωρίσει διαβάζοντάς με. Η λογοτεχνία όμως είναι ένας χώρος όπου τα πάντα αποκτούν νόημα στη μεταφορά τους. Η δήλωση λειτουργεί συγχρόνως ως μεταφορά. Οι αναγνώσεις, οι αναφορές και τα παραθέματα είναι έμμεσα βιώματα. Ο τρόπος της ζωής μου κάποιες φορές μπορεί να διοχετεύεται στις αναφορές μου σε καλλιτέχνες και συγγραφείς των οποίων παραθέτω αποσπάσματα είτε από το έργο τους είτε από τον βίο τους: μια διαμεσολαβημένη βιογραφία, θα λέγαμε. Είμαστε πάντα και οι άλλοι.Ένα απόσπασμα αγαπημένου συγγραφέα, καλλιτέχνη που εκφράζει όσο κανένα άλλο το πώς αισθάνεσαι για τη γραφή; «Τη ρώτησα εάν θα υπήρχε τρόπος, να τρώω από καιρό σε καιρό ένα άγριο καρότο. Ένα άγριο καρότο! κραύγασε, σα να είχα εκφράσει την επιθυμία να γευτώ εβραίικο μωρό. Της είπα ότι η εποχή των άγριων καρότων είναι στο τέλος της και ότι, εάν μέχρι τότε μπορούσε να μου δίνει να τρώω μόνον άγρια καρότα, θα της ήμουν ευγνώμων. Μόνον άγρια καρότα!, κραύγασε. Τα άγρια καρότα έχουν μια γεύση βιολέτας, για μένα. Μ’ αρέσουν τ’ άγρια καρότα γιατί έχουν μια γεύση βιολέτας και οι βιολέτες γιατί έχουν το άρωμα των άγριων καρότων. Εάν δεν υπήρχαν άγρια καρότα στη γη, δε θα αγαπούσα τις βιολέτες και εάν δεν υπήρχαν βιολέτες, τα άγρια καρότα θα μου ήταν το ίδιο αδιάφορα, όπως τα γογγύλια ή τα ρεπάνια. Αλλά ακόμη και στην τωρινή κατάσταση της χλωρίδας τους, θέλω να πω μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο όπου άγρια καρότα και βιολέτες βρίσκουν τρόπο να συνυπάρχουν, πολύ εύκολα θα έκανα και χωρίς αυτά». Σάμιουελ Μπέκετ, Πρώτος Έρωτας, μτφρ. Αχιλλέας Αλεξάνδρου. Σε έχει ερωτευθεί ποτέ γυναίκα για κάτι που έγραψες; Τι ήταν αυτό; Απ’ όσο γνωρίζω, όχι. Ένα απόσπασμα αγαπημένου συγγραφέα, καλλιτέχνη που εκφράζει όσο κανένα άλλο το πώς αισθάνεσαι για τον έρωτα; Ω, τι να σου πω…Είναι πολλά. Καθένα εκφράζει μια αλήθεια. Θα μπορούσα όμως ν’ αναφέρω το κείμενο του Μποντλέρ Αποφθέγματα παρηγοριάς για τον έρωτα. Μεταξύ πολλών άλλων αποφθεγμάτων: «Πρέπει λοιπόν να διαλέξει κανείς τους έρωτές του. – Φυλαχθείτε από τη σελήνη και τ’ αστέρια, φυλαχθείτε από την Αφροδίτη της Μήλου, από τις λίμνες, τις κιθάρες, τις σκοινένιες σκάλες και από όλα τα μυθιστορήματα. – Αλλά να αγαπάτε πολύ, σθεναρά, τολμηρά, άγρια αυτήν που αγαπάτε· ο έρωτάς σας, έχοντας κατανοήσει την έννοια της αρμονίας, να μην βασανίζει τον έρωτα ενός άλλου. – Επειδή κάθε γυναίκα είναι ένα κομμάτι από την ουσιαστική γυναίκα, επειδή ο έρωτας είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να συνθέσεις ένα σονέτο και να βάλεις εκλεκτά εσώρουχα». Δεν ξέρω εάν εκφράζει όσο κανένα άλλο το πώς αισθάνομαι για τον έρωτα, αλλά είναι ένα κείμενο που έχω αγαπήσει πολύ. Τι αγαπάς στην καθημερινότητα και τι δεν αντέχεις σε αυτήν; Μου αρέσει να κάνω μεγάλες βόλτες στην πόλη: να περπατάω, να παρατηρώ τους ανθρώπους και τα σημεία της πόλης. Μου αρέσουν πολύ τα καφέ – συχνάζω στα καφέ πάνω από τριάντα χρόνια. Είναι σαν τελετουργία. Μου αρέσει να συναντώ εκεί κάποιους φίλους ή να κάθομαι μόνος μου. Μου αρέσουν οι ήσυχες ώρες του απογεύματος στο στούντιό μου. Είναι οι ώρες που συγκεντρώνομαι απολύτως. Διαβάζω πάντα κάθε απόγευμα. Μου αρέσει να πίνω μερικά ποτά το βράδυ. Πολλές φορές δεν αντέχω την καθημερινότητά μου – συμβαίνει πάντα όταν δεν ειμαι καλά. Δεν αντέχω οτιδήποτε είναι καταναγκαστικό. Δεν αντέχω, τρόπος του λέγειν δηλαδή, εφόσον είμαι υποχρεωμένος να υποστώ τους καταναγκασμούς της μέρας.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Γιάννης Ψυχοπαίδης: «Ζούμε σε μια εγκαταλελειμμένη και διαλυμένη Αθήνα».
Ο Αθηναίος εικαστικός αφηγείται τη ζωή του στη LIFO και στον Γιάννη Πανταζόπουλο με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Στον βυθό των ονείρων-Εικόνες από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου, αλλά και την έκθεση των έργων του στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη (διαθέσιμη μέχρι το Σάββατο 31/3). Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα παρακάτω: Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFOΓεννήθηκα στην Αθήνα το 1945. Το πατρικό μας σπίτι βρισκόταν στον αριθμό 23 της οδού Υψηλάντου στο Κολωνάκι. Αυτή η μεγάλη κατοικία, που σήμερα πια έχει κατεδαφιστεί, ήταν ο παράδεισος της παιδικής περιπέτειας και των εξερευνήσεων, όλο σκοτεινές γωνιές, κρυφούς χώρους και μια μεγάλη, γυριστή, ξύλινη σκάλα που συνέδεε τους ορόφους. Ήταν μια σκάλα σε κάθε στροφή της οποίας παραμόνευαν περίεργοι ήχοι, ψίθυροι, αγωνίες και φόβοι των παιδικών μας φαντασιώσεων.Μεγάλωσα με γονείς μου αγαπούσαν πολύ την ποίηση και τη λογοτεχνία. Είχαν μια φυσική σχέση με τη λογιοσύνη και όλος αυτός ο πλούτος μεταδόθηκε και σ' εμάς, χωρίς ποτέ να μας επιβάλλεται ως υποχρέωση. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα και ο πατέρας μου δικηγόρος. Έτσι, το σπίτι μας ήταν ένας χώρος ιδεών και το διάβασμα η αυτονόητη πραγματικότητα.Από τα πρώτα μου γυμνασιακά χρόνια είχα ξεκαθαρίσει τι θα κάνω στη ζωή μου και με τι θα ασχοληθώ. Ίσως ένα ανερμήνευτο ένστικτο είναι αυτό που σε οδηγεί στο «κάτι». Σπούδασα χαρακτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και στη συνέχεια ζωγραφική με υποτροφία του γερμανικού κράτους στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Όμως θεωρώ ότι το ταλέντο υπάρχει μόνο με τη σκληρή εργασία. Μπορεί κάποιος να κατέχει την πρωτογενή δύναμη που τον κατευθύνει στη μεγάλη εικόνα, αλλά προκειμένου να μετατραπεί αυτή σε συνείδηση, χρειάζεται ένα πλαίσιο, ένα περιβάλλον και μια καλλιέργεια. Στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια ταξίδεψα πολύ στη Γερμανία. Αναμνήσεις από πολλά παιδικά καλοκαίρια αφορούν αυτήν τη χώρα. Έζησα εμπειρίες που με συνέδεσαν με έναν πολιτισμό και μια κουλτούρα που συνέβαλαν στη δημιουργία της ταυτότητάς μου. Μετέπειτα, από το 1977 έως το 1986, έζησα στο Βερολίνο, ενώ έως το 1992 ζούσα και εργαζόμουν στις Βρυξέλλες.Η οδός Υψηλάντου, στην προέκτασή της, συνέδεε το «πολιτισμένο» Κολωνάκι με τον μαγικό και παραμυθένιο κόσμο του πάρκου του Ευαγγελισμού, όπου ανάμεσα στα πράσινα παρτέρια και στα αγάλματα δέσποζε με την υπαίθρια μηχανή του ο Βασίλης, ο φωτογράφος. Ένας αγαπημένος φύλακας της μαυρόασπρης μνήμης, τριγυρισμένος από φωτογραφίες, αρνητικά και στημένες πόζες σε ζωγραφισμένα πανό ή σε λουλουδιασμένο φόντο για τα κρυφά ειδύλλια των αδειούχων φαντάρων με τις υπηρέτριες των γύρω σπιτιών.Τα μπαλκόνια του σπιτιού μας βλέπανε αντίκρυ στην Αγγλική Πρεσβεία και στους κήπους της. Τα καλοκαίρια παρακολουθούσαμε από ψηλά τις υπαίθριες δεξιώσεις, τις αφίξεις των επισήμων με τις τουαλέτες και τα φράκα ανάμεσα στους φοίνικες, σαν εικόνες από τις μυθικές σκηνές των πρώτων έγχρωμων ταινιών. Για χρόνια πιστεύαμε πως ο Άγγλος πρέσβης δεν ήταν άλλος από το πλουμιστό άνθρωπο με τη χρυσή στολή. Πολύ αργότερα μας αποκαλύφθηκε πως, παρ' όλο τον στόμφο του, ήταν ένας απλός οδηγός και ο πραγματικός πρέσβης το φαινομενικά ασήμαντο, γκρίζο ανθρωπάκι που τον συνόδευε. Ήταν μια αναντιστοιχία που είχε τη σημασία της για την κατοπινή συνειδητοποίηση του κόσμου. Και αυτό φάνηκε πιο πολύ στα σχολικά χρόνια, όταν είχα εμπλακεί από τρυφερή ηλικία σε σχέσεις ερωτικού ενδιαφέροντος με τη μικρή κόρη του οδηγού της πρεσβείας, που κατοικούσε κι εκείνη στην πτέρυγα του υπηρετικού προσωπικού.Η αποκάλυψη των πραγματικών ρόλων και της ταυτότητας των προσώπων μάς προσγείωσε δραματικά σε μια πραγματικότητα, όπου, μέσα από τη σκληρότητα της ερωτικής απαξίωσης, διδαχτήκαμε σχετικά νωρίς την περίπλοκη σχέση μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι, της φανερής και της συσκοτισμένης αλήθειας του κόσμου, της προφανούς και της συγκαλυμμένης κοινωνικής εξουσίας.Στην γωνιά του σπιτιού μας, Υψηλάντου και Λουκιανού, στο τετράγωνο της Αγγλικής Πρεσβείας ξύπνησε πρώτη φορά η πολιτική μας συνείδησης, όταν μέσα σε μια νύχτα το κάτω κομμάτι της οδού Λουκιανού άλλαξε ξαφνικά όνομα και μετονομάστηκε σε Καραολή - Δημητρίου. Πιο πάνω, δίπλα στο μικρό γαλατάδικο της Λυκόβρυσης, στην πάνω πλευρά της πλατείας Κολωνακίου, βρισκόταν η μυστηριώδης μορφή ενός ηλικιωμένου που καθόταν χειμώνα-καλοκαίρι πάνω σ' ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο. Πουλούσε πολύτιμους θησαυρούς του παιδικού αναγνωστικού μας κόσμου, όπως μεταχειρισμένα τεύχη των «Μικρών Ηρώων». Ο μυθικός αυτός άνθρωπος μού έφερνε στον νου ένα έργο του Μαγκρίτ: Μια καθιστή αντρική φιγούρα με καπέλο, μέσα από την ανοιχτή μπέρτα της οποίας βλέπεις στη θέση του σώματος ένα κλουβί μ' ένα πουλί.Διαβάστε τη συνέχεια εδώ.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
«Ο πόθος καταλύει την ανθρώπινή μου υπόσταση»: Η αγαπημένη φράση της Λίνας Ρόκου από το βιβλίο της.
Η Λίνα Ρόκου, με αφορμή την έκδοση του πρώτου της μυθιστορήματος, Το τέλος της πείνας, έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο Womantoc.gr και στην Έφη Αλεβίζου. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Λίνα έχει ζωηρά, κόκκινα μαλλιά και σπαρταριστή γραφή. Καταπιάνεται με πολλά. Από ποίηση μέχρι ρεπορτάζ πόλης και από συνεντεύξεις μέχρι τις εκάστοτε τρέχουσες τάσεις. Είναι αυτό που -χάριν συντομίας- θα περιγράφαμε με τη φράση «παιδί της εποχής της».Μια εποχή αλλόκοτη και νευρώδη, αλέγρα και ζοφερή. Μια εποχή που αλλάζει ταχύτατα και καινούργια ερωτήματα της ύπαρξης ξεπηδούν για να μπερδευτούν στη λίστα με τα ήδη αναπάντητα και θεμελιώδη: Πώς αποδομείς τον άλλον για να φτάσεις στον πυρήνα του; Μπορείς να αγοράσεις τους φρονιμίτες του και σε ποια τιμή; Ένα γλειφιτζούρι μπορεί να αποτελεί οικονομικό αντίτιμο; Το πρώτο της βιβλίο, το Τέλος της πείνας, ενδεχομένως να έχει όλες τις απαντήσεις. Εάν, φυσικά, αυτές υπάρχουν, τελικά.-Ποιο είναι το στόρι του Τέλους της Πείνας;Μια περίεργη σειρά συναλλαγών ξεκινά ανάμεσα στην άνεργη Έμμα και στον παλιατζή Σαν όταν η πρώτη πουλάει στον δεύτερο όργανα και κομμάτια του κορμιού της ενώ η σκιά ενός παλιού έρωτα πέφτει πάνω στη σχέση που δημιουργείται. Πώς αποδομείται το σώμα, η λογική και το συναίσθημα όταν δινόμαστε σε κάποιον; Υπάρχει αντίτιμο για τη χαρά του έρωτα; Πώς το ξεπληρώνουμε; Θα τη χαρακτήριζα ως μια ιστορία της διπλανής πόρτας με ισχυρές δόσεις παρανοϊκού ρομαντισμού.-Δώσε μου μία περίληψη της ιστορίας σου. Από που έρχεσαι και που πηγαίνεις;Έχω μεγαλώσει στην Κέρκυρα, μέχρι τα 19 μου χρόνια. Οι γονείς μου ζουν εκεί κι έτσι επιστρέφω συχνά. Η σχέση μου με την Κέρκυρα με έχει καθορίσει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στη ζωή μου. Για μένα η Κέρκυρα είναι ζωντανός οργανισμός∙ με τρέφει, με ταλαιπωρεί, με θεραπεύει. Καλύτερα όμως από μακριά. Οι τόσο έντονες σχέσεις δεν αντέχουν πολύ στην καθημερινότητα. Αγαπώ το Παγκράτι και το Μετς. Νομίζω πώς δε θα μπορούσα να ζήσω πουθενά αλλού στην Αθήνα. Εργάζομαι στην Popaganda, κυκλοφορώ πολύ στην πόλη, προσπαθώ να εκμεταλλεύομαι όσα μου προσφέρει. Δεν έχω ιδέα που πηγαίνω. Με ενδιαφέρει το παρόν, αναλογίζομαι το παρελθόν αλλά δεν το νοσταλγώ, σκέφτομαι το μέλλον αλλά αναγνωρίζω ότι δεν μπορώ να το προκαθορίσω, ίσως μόνο να το χτίσω κι αυτό πάλι σε κάποιο βαθμό.-Είσαι μια πολυγραφότατη δημοσιογράφος. Τι σημαίνει το γράψιμο για σένα;Ως δημοσιογράφος το να γράφω είναι η δουλειά μου. Μια δουλειά που επέλεξα και αγαπώ. Είναι μαρτύριο, νομίζω, να κάνεις επαγγελματικά κάτι που δεν σου αρέσει γιατί σκέψου πόσες ώρες της ημέρας εργαζόμαστε. Σχεδόν παρομοιάζω το να κάνω μια δουλειά που δεν γουστάρω με το να κοιμάμαι με έναν άνδρα που δεν επιθυμώ.-Πόσο δύσκολο είναι να γράψει κάποιος ένα βιβλίο; Τι άλλο εκτός ικανότητα στη συγγραφή απαιτείται;Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο, γενικώς. Για εμένα το πιο στρωτό κομμάτι ήταν αυτό της γραφής και το πιο απαιτητικό αυτό της σύνθεσης και της διόρθωσης. Διάβασα άπειρες φορές το βιβλίο, διόρθωνα, άλλαζα, πείραζα. Κυρίως με απασχόλησε το «μοντάζ», εννοώ δηλαδή ότι δε γράφτηκε όλη η ιστορία γραμμικά. Προχώρησα τόσο με τη λογική μου όσο και με το ένστικτο. Υπήρξαν ωστόσο κεφάλαια που γράφτηκαν με μια ανάσα και δεν τα πείραξα σχεδόν καθόλου. Νομίζω ότι απαιτείται αφοσίωση. Να σε απασχολεί η συγγραφή του βιβλίου σου όχι μόνο όταν επιδίδεσαι σε αυτήν αλλά και τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας. Κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι σου, δεν μπορείς να το βγάλεις από το μυαλό σου. Credit: Δημήτρης Κουλελής-Πες μου τρία βιβλία σύγχρονης λογοτεχνίας που σε έχουν αφήσει με το στόμα ανοιχτό.«Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα», η συλλογή διηγημάτων του Πάνου Τσίρου που μου προκαλεί ταχυκαρδία κάθε φορά που τη διαβάζω. Το «Αμπερλουδαχαμίν», εκτενές ποίημα του Σαμσών Ρακά, του σημαντικότερου ποιητή της γενιάς μας. Τρίτο, «Τα μαλλιά του Φιν», της Εύας Στεφανή για το πηγαίο παράδοξο που αναβλύζουν.-Πόσες ώρες την ημέρα δούλευες το βιβλίο σου και σε τι χρονικό διάστημα το ολοκλήρωσες;Δεν υπήρχε συγκεκριμένο ωράριο. Υπήρχαν ημέρες που δεν έγραφα τίποτα (αλλά το σκεφτόμουν διαρκώς) και άλλες που έκλεινα ώρες, με τα απαραίτητα διαλείμματα, μπροστά στην οθόνη. Ξεκίνησα να γράφω τον Μάρτιο του 2014 και ολοκλήρωσα το πρώτο draft τον Αύγουστο του 2014. Το έπιασα όμως και το δούλεψα ξανά εντατικά από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου. Κι ακόμη μία φορά, στις αρχές του 2017 όπου μάλιστα άλλαξα και το τέλος. Ευτυχώς!-Μία φράση του βιβλίου σου που σημαίνει πολλά για σένα.«Ο πόθος καταλύει την ανθρώπινή μου υπόσταση. Αγαπώ τις μαργαρίτες και τους σκαντζόχοιρους. Όταν με πλησιάσεις, θα σου γρυλίσω. Μη φοβηθείς. Είναι η φύση μου.» Διαβάστε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ.Περισσότερα