Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη των δημιουργών του graphic novel «Γρα-Γρου» στη ραδιοφωνική εκπομπή της ΕΡΤ3 «Καλημέρα».
Ακούστε την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησαν οι συντελεστές του graphic novel Γρα-Γρου Τάσος Ζαφειριάδης, Γιάννης Παλαβός, Θανάσης Πέτρου και Μιχάλης Σιγανίδης στη ραδιοφωνική εκπομπή της ΕΡΤ3 «Καλημέρα» στις 31/1/2018.Η δημοσιογράφος Αναστασία Γρηγοριάδου, συνομιλεί με τους συντελεστές της έκδοσης για την ατμοσφαιρική ιστορία τους με φόντο το ομώνυμο εστιατόριο στο Βέρμιο, έξω από το χωριό Καστανιά, σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής για τη Βόρεια Ελλάδα. Στην εκπομπή ακούστηκε επίσης και η μουσική που έγραψε για το βιβλίο ο Μιχάλης Σιγανίδης.Το υλικό προέρχεται από το Αρχείο Ε.Ρ.Τ Α.Ε.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Κυριάκος Μαργαρίτης: «Αντιλαμβάνομαι τα πάντα ως ένα απέραντο μυθιστόρημα».
Ο Κυριάκος Μαργαρίτης έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο Tetragwno.gr και στην Εύα Φίλιου με αφορμή την έκδοση του πιο πρόσφατου βιβλίου του Κρόνακα. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: κ. Μαργαρίτη, ποιο γεγονός αποτέλεσε το έναυσμα για να ξεκινήσετε να γράφετε; Θα έλεγα ότι ήταν όλη η παιδική μου ηλικία. Είχα την ευλογία να μεγαλώσω σε μιαν αυλή από ιστορίες: οι διηγήσεις του παππού, η μυθολογία, ο Όμηρος, η Βίβλος, εκείνες οι ωραίες διασκευές του Δουμά, του Σκοτ, του Στήβενσον, τα κόμικς, οι ταινίες, ακόμα και η μουσική, αυτά με έμαθαν να προσλαμβάνω τον κόσμο με όρους αφηγηματικής οικονομίας, ως μυθιστόρημα στο οποίο το κάθε τι βρίσκεται σε διαρκή σχέση με όλα τα υπόλοιπα. Μέχρι τα δώδεκα προσπαθούσα να το “γράψω” με ζωγραφιές και με κόμικς, αλλά εκείνη την εποχή διάβασα το έργο του Ξενόπουλου, Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα, από μια έκδοση του Μπίρη, και ένιωσα τη γραφή ως ένα είδος μοίρας. Έκτοτε, εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια, δεν έχω σταματήσει να γράφω. Θα μπορούσα να πω: ζω ένα μυθιστόρημα. Η τελευταία σας συγγραφική δημιουργία με τίτλο Κρόνακα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος έχει κεντρικό άξονα την ιστορία της Κύπρου. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Ποιο ήταν το κίνητρο για να γράψετε το βιβλίο; Κοιτάξτε, η Κρόνακα είναι η εισαγωγή σε ένα μάλλον ισόβιο εγχείρημα, το οποίο στεγάζω υπό τον ίδιο τίτλο. Το σχέδιό μου, προφανώς θρασύ, περιλαμβάνει καμιά τριανταριά τόμους – ό,τι προλάβω. Ασφαλώς, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να προκύψει αιφνιδίως. Όπως είπα, αντιλαμβάνομαι τα πάντα ως ένα απέραντο μυθιστόρημα. Το κίνητρό μου βρίσκεται στην προηγούμενη απάντηση, είναι η ζωή μου, η σχέση με τον κόσμο. Το διεκδικώ συνειδητά από το 2003. Ό,τι έχω γράψει ήταν εισαγωγή σε έναν ευρύτερο μυθιστορηματικό κύκλο. Κάποια κατέρρευσαν, ενώ ορισμένα προχώρησαν αλλά δεν εκδόθηκαν ποτέ. Όλα, όμως, διοχετεύτηκαν στην Κρόνακα (τη σειρά) περί το 2013. Η κυπριακή ιστορία δεν είναι ακριβώς ο άξονας αλλά η αφετηρία, το σημείο αναφοράς και η θρυαλλίδα για τις κατοπινές εξελίξεις, οι οποίες πιστεύω να είναι συναρπαστικές, ειδικά αν αναλογιστείτε ότι ο περίπατος σημαδεύει την Αποκάλυψη – το μόνο happy end που αναγνωρίζω: την απαρχή.Στο μυθιστόρημα γίνεται διάλογος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Πόσο δύσκολο είναι να συνδυάσει κανείς την ιστορία με προσωπικά βιώματα ή και με μυθοπλαστικά στοιχεία; Πιστεύω ότι ο συνδυασμός που αναφέρετε (ο σύνδεσμος, η συνάφεια, η σχέση) είναι δεδομένος, εφόσον ζούμε μέσα στον κόσμο, συνομιλώντας, εκουσίως ή όχι, με όλα τα περιεχόμενά του, με την Ιστορία και τις ιστορίες του. Η δυσκολία δεν έγκειται στην πράξη του συνδυασμού (τότε κινδυνεύουμε από αχταρμάδες) όσο στον εντοπισμό του, την ανάδειξη της ερωτικής επαφής στην οποία διατελούν τα πάντα, όσα έγιναν, γίνονται και θα γίνουν. Ίσως μιλάμε για την εγρήγορση που απαιτείται ώστε να αφήσεις ελεύθερο το Χάος, να μην το στριμώξεις σε πρόχειρες ιδέες, και να παρακολουθήσεις τον χορό του ως εκείνη την εσχατολογική στιγμή Αρμονίας, που δεν είναι κάποιο μελλοντικό φινάλε αλλά η υψηλή πύκνωση, σε νόημα, της κάθε μας μέρας: μια αποκαλυπτική καθημερινότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η μυθοπλασία περιττεύει. Το μόνο που με απασχολεί είναι η όραση και οι συνεπικουρούσες αισθήσεις, κυρίως η αφή – με τη διευκρίνιση ότι αναφέρομαι προ πάντων στην αφή του Φωτός, του αχειροποίητου.Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Αρσένιος Θησέας που αναλαμβάνει να διερευνήσει την ιστορία και τη μυθολογία του νησιού. Μπορείτε να μας τον παρουσιάσετε; Ποιον αντιπροσωπεύει; Τι να αντιπροσωπεύει κι αυτός; Θυμάστε εκείνο τον στίχο στην «Αφήγηση» του Σεφέρη; Δεν αντιπροσωπεύει τίποτα, απλώς, κάπως θέλω να μιλήσω κι εγώ, τώρα που όλα τα έχουμε συνηθίσει. Ας σημειώσω μόνο ότι ο Αρσένιος, που η πρώτη του εμφάνιση έγινε προ δεκαετίας, στο κείμενο Ρέκβιεμ για τους απόντες, δεν είναι κάποιο alter ego, αλλά ο αφηγητής μου ως ίσκιος του συγγραφέα, ίσως η ψυχή ή ο πιο αληθινός εαυτός του, που η γραπτή ομιλία μού επιτρέπει να τον πλησιάζω. Κάποτε θα συναντηθούμε, πού θα πάει; Όσο για την παρουσίασή του, θα τη βρείτε στην Κρόνακα, σε ένα παράθεμα από τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, με το πορτρέτο του ντετέκτιβ. Και θα ξέρετε, βέβαια, ότι ο Τσάντλερ περιγράφει, επί της ουσίας, τον σερ Γκάλαχαντ, τον πιο αγνό ιππότη του Αρθούρου. Αυτός (θέλει να) είναι ο Αρσένιος, με την προσθήκη της ιερατικής αφοσίωσης, στοιχείο που τον καθιστά (μια αγαπημένη μου λέξη) καλογηροϊππότη. Κι εγώ αυτό θέλω. Ποια διαδικασία ακολουθείτε για να γράψετε ένα βιβλίο και πόσο χρόνο σας παίρνει συνήθως; Η αλήθεια είναι ότι, όσο περνά ο καιρός, τα κείμενα (οι τριάντα τόσοι τόμοι που λέγαμε) αναπτύσσονται στα τετράδιά μου σχεδόν ταυτόχρονα: το ένα φέρνει τ’ άλλο, κυριολεκτικά. Κάποια στιγμή, ένα απ’ όλα αυτά έρχεται στο επίκεντρο, με κριτήρια την οικονομία της σειράς και τη δική μου ψυχική κατάσταση. Τότε, η συρροή των σκέψεων στρέφεται πιο έντονα στο κυρίαρχο θέμα, οι σημειώσεις πληθαίνουν, καταρτίζονται οι λίστες με τις αναφορές που θα χρησιμοποιήσω, και σχεδιάζεται ένας πίνακας με τη θέση κάθε “μικρό-αφηγήματος” στο συνολικό πλαίσιο. Το καθαυτό γράψιμο, στο κομπιούτερ, μπορεί να διαρκέσει ένα μήνα ή ένα εξάμηνο, εξαρτάται από τα περιεχόμενα κτλ. Ας πω, επίσης, ότι το σχέδιο είναι αυστηρά χαλαρό, ώστε να παρεισφρέει στο κείμενο και οποιοδήποτε κρίσιμο στιγμιότυπο συμβεί κατά τη διάρκεια της συγγραφής: σαν να κρατώ ημερολόγιο, όπως το δηλώνει ο τίτλος της εργασίας μου: η Κρόνακα, τουτέστιν το Χρονικό.Όταν δεν ασχολείστε με τη συγγραφή, ποια είναι η καθημερινότητά σας; Θα έχετε μαντέψει, πια, ότι η καθημερινότητά μου είναι κυρίως το μυθιστόρημα, η αδιάλειπτη εργασία. Ένας καλός φίλος με αποκαλεί, ως προς αυτό, καλογέρι. Μακάρι να έχει δίκιο! Το βέβαιο είναι ότι τίποτα δεν έκανα επίτηδες. Η ζωή μου περιήλθε σε αυτή την κατάσταση λιγότερο από ατομική πρωτοβουλία και πιο πολύ ως λυτρωτική αναγκαιότητα: ήταν ο μόνος τρόπος που είχα να επιζήσω πνευματικά στην Αθήνα. Και, ξέρετε, την αγαπώ πολύ την Αθήνα. Όταν δεν γράφω και δεν μελετώ, κυρίως περπατώ για ώρες στην πόλη. Φέτος κατήργησα και τα μέσα μεταφοράς, όλα έχουν γίνει περίπατος, καίτοι οι προορισμοί είναι ελάχιστοι: δυο καφενεία, τρία μπαρ, το βιβλιοπωλείο Πολιτεία, και οι ναοί μου, κυρίως η Ζωοδόχος Πηγή στην Ακαδημίας, το Σιμωνοπετρίτικο Μετόχι στον Βύρωνα, οι Άγιοι Ανάργυροι στη Σόλωνος κ.ά. Επίσης, βλέπω συνέχεια ταινίες, και μερικά απ’ αυτά τα απίθανα σήριαλ, και ακούω πολλή μουσική. Με έκπληξη, δε, αρχίζω να υποψιάζομαι τι έκανε ο Μπαχ, κι αυτό είναι καλό σημάδι, θα πει ότι η καθημερινή περιπέτεια βρίσκει τον ρυθμό της Φούγκας: τον αναχωρητισμό.Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία σήμερα έχει περάσει στο περιθώριο επειδή η πραγματικότητα που μας κατακλύζει έχει ξεπεράσει κάθε φαντασία; Μη με παρεξηγήσετε, αλλά δεν με ενδιαφέρει η λογοτεχνία έτσι όπως συνήθως την εννοούμε. Εγώ πιστεύω στην Τέχνη του Λόγου, μιαν εργασία προσευχής (δέηση, ευχαριστία, δοξολογία), τη λειτουργία των λέξεων να μάς ρίχνουν σε περιχώρηση με τον αΐδιο Λόγο της ύπαρξης, κι εκεί να σωπαίνουν, να μπαίνουν στη μουσική. Η δική μου λογοτεχνία, οι συγγραφείς που αγαπώ, δεν είχαν ποτέ σχέση με τη φαντασία – εκτός κι αν νομίζει κανείς ότι ο Ντοστογιέφσκι ή ο Παπαδιαμάντης, ή τόσοι άλλοι, κάθονταν να επινοήσουν ιστορίες. Φοβάμαι, επιπλέον, ότι αυτή η πραγματικότητα που λέτε ότι μας κατακλύζει (και έχετε δίκιο), είναι ήδη η φαντασία, που έγινε εμπράγματη. Βλέπετε, η φαντασία είχε ανέκαθεν την εξουσία, και εξακολουθεί. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν το Άουσβιτς, τα Γκουλάγκ, η Χιροσίμα. Η πραγματικότητα δεν έχει σχέση με τον τρέχοντα και πρόχειρο κόσμο μας. Ανήκει αλλού, στον Κόσμο ως Κόσμημα.Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της λογοτεχνίας στην Ελλάδα; Ναι, έχω απεριόριστες ελπίδες, γιατί είμαι πεπεισμένος ότι αυτό το μέλλον θα κατοικείται από έργα και ανθρώπους που δεν τους έχουμε υποψιαστεί ακόμα, όπως ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο Φώτης Κόντογλου, ο Τάκης Παπατσώνης, και άλλοι, που είναι πάντα καθοδόν.Έχετε κατά νου το επόμενο σας μυθιστόρημα; Όλα τα έχω κατά νου, και τα τριάντα! Από το 2014, όταν γράφτηκε η Κρόνακα, έχουν προκύψει άλλα τέσσερα, και σκέφτομαι ότι αυτό που δουλεύω φέτος, αν υπολογίσω διάφορες άλλες εργασίες, όχι αμιγώς μυθιστορηματικές, ίσως εκδοθεί στα τέλη της μεθεπόμενης δεκαετίας, οπότε τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος ζει;, ποιος πεθαίνει; Επειδή πιστεύω μόνο στην Ανάσταση, θα απαντήσω και στα δύο αρνητικά (κανένας), και θα επιμείνω στην ιδιορρυθμία μιας μεταθανάτιας καθημερινής περιπέτειας: γουδί, γουδοχέρι, γράψιμο, διάβασμα, περίπατοι κ.λπ. Προ παντός, μουσική, ρυθμός, αρμονία. Εσείς τι λέτε: θα προλάβω;Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Αλεξία Βερνίκου: «Οι καλοί πάντα κερδίζουν».
Η Αλεξία Βερνίκου με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της παραμυθιού Μέχρι τον ουρανό και πίσω, έδωσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Παπαδάκη και στο All You για την απώλεια, την ενηλικίωση και τις μικρές στιγμές της ζωής που την κάνουν τόσο ωραία.Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Εάν έχεις μικρό παιδί, σίγουρα γνωρίζεις τους χώρους προσχολικής απασχόλησης My Playce που έχει συνδημιουργήσει η Αλεξία Βερνίκου και έχεις διαβάσει αρθρογραφία της σχετικά με την ψυχολογία και τη συμβουλευτική γονέων. Η καινούρια ενασχόληση αυτής της πολυπράγμωνος μαμάς δύο κοριτσιών λέγεται συγγραφή, και το πρώτο της βιβλίο Μέχρι τον ουρανό και πίσω πραγματεύεται ένα δύσκολο θέμα, αυτό της απώλειας που μας αφορά όλους, γονείς και μη. Διάβασα το (υπέροχο) βιβλίο σας στην 9χρονη κόρη μου Ιωάννα και αμέσως... μπήκε στο ράφι και δεν ξαναβγήκε. Δεν θέλησε να το διαβάσει ξανά. Κούνησε μόνο το κεφάλι σαν να έλεγε «ξέρω, αλλά μην μου πεις κάτι παραπάνω». Έχοντας μόνο δύο γιαγιάδες, που τις αγαπά «μέχρι τον ουρανό και πίσω και τρεις κωλοτούμπες», αρνείται να μιλήσει για τον θάνατο. Δύσκολο το θέμα σας. Μιλήστε μας για αυτό.Σαφέστατα το θέμα είναι δύσκολο (ίσως το πιο δύσκολο) τόσο για τα παιδιά όσο και για εμάς τους μεγάλους. Παρόλα αυτά είναι μέρος της ζωής μας, και όσο και να θέλουμε να το αποφύγουμε, δε μπορούμε. Άρα ως γονείς είναι σημαντικό να δώσουμε στα παιδιά τη δυνατότητα να μας κάνουν ερωτήσεις πάνω στο θέμα χωρίς όμως να τους πιέσουμε. Θέλουν τον χρόνο τους και τον χώρο τους για να το διαχειριστούν. Άρα, καλά έκανε η Ιωάννα και το έβαλε πίσω στο ράφι, αφού δεν ήθελε να μιλήσει τώρα γι’ αυτό. Όταν θα έχει διάθεση ή όταν θα της χρειαστεί να το διαχειριστεί, ξέρει πού θα βρει το βιβλίο και τις απαντήσεις που χρειάζεται. Έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο σας είναι μεν παιδικό, απευθύνεται όμως σε μας τους μεγάλους. Σε μας που ενηλικιωνόμαστε όταν κανείς πια δεν μας αποκαλεί «παιδί μου». Κάνω λάθος;Ξεκίνησε ως παιδικό βιβλίο, στη πορεία όμως είδα ότι είναι ένα βιβλίο που συγκινεί πολύ τους μεγάλους, ακριβώς γιατί ξέρουμε πόσο πονάει η απώλεια αυτή. Η γιαγιά του παιδιού μας είναι η δική μας μαμά, και στα δικά της μάτια είμαστε πάντα παιδιά. Με τον θάνατό της, έρχεται συνήθως η δική μας ενηλικίωση και εκεί είναι που πια δε μας αποκαλεί κανείς «παιδί μου». Εκπαιδευτήκατε στο πρόγραμμα της Μέριμνας για τη διαχείριση της απώλειας και του πένθους σε παιδιά και εφήβους. Στην πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου σας τα έσοδα των πωλήσεων ενίσχυσαν το έργο της Μέριμνας. Μιλήστε μας λίγο για τη σχέση σας με τον σύλλογο και τι πρέπει να γνωρίζουμε για αυτόν.Η Μέριμνα είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που παρέχει στήριξη σε παιδιά και εφήβους που αντιμετωπίζουν μια σοβαρή αρρώστια ή το θάνατο κάποιου αγαπημένου τους προσώπου. Ασχολείται με τη διαχείριση της απώλειας και του πένθους, τόσο στηρίζοντας οικογένειες όσο και εκπαιδεύοντας επαγγελματίες υγείας. Λειτουργεί από το 1995 με συμβουλευτικά κέντρα στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη και είναι ο μοναδικός οργανισμός στη χώρα μας που είναι αφιερωμένος τόσο ολοκληρωμένα στο σκοπό αυτό. Η διαχείριση του πένθους είναι ένα θέμα που με αγγίζει τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά, για αυτό τον λόγο αποφάσισα να γίνω και εγώ «φίλος» της Μέριμνας και να στηρίξω το έργο τους. Ασχολείστε με την αρθρογραφία και πλέον μπορούμε να σας αποκαλούμε και συγγραφέα. Πώς ξεκίνησε αυτό το νέο κομμάτι στη ζωή σας και πώς σκέφτεστε να το εξελίξετε;Από μικρή μου άρεσε να γράφω, άρα τα άρθρα και το βιβλίο ήρθαν σα μια φυσική συνέχεια. Θα ήθελα να γράψω και άλλα παιδικά βιβλία γιατί οι ιδέες είναι πολλές, αλλά και ένα βιβλίο για γονείς σε θέματα που αφορούν στο παιδί.Ένα ιδιαίτερο σχόλιο που ακούσατε/διαβάσατε για το βιβλίο σας...Νιώθω τυχερή γιατί το βιβλίο αγαπήθηκε γρήγορα και φάνηκε μέσα από τις κριτικές που γράφτηκαν και τη συγκίνηση που το ακολουθεί. Τα πιο ωραία σχόλια όμως έχουν έρθει από τα παιδιά υπό μορφή ερωτήσεων γύρω από τη Έλλη και τη γιαγιά της, τη ζωή και την αγάπη. Τι σας είπαν τα κορίτσια σας για το βιβλίο;Τόσο η Νεφέλη όσο και η Αμαλία, πήραν μεγάλη χαρά από το γεγονός ότι η μαμά τους έγραψε ένα βιβλίο. Μου είπαν ότι είναι «και λίγο λυπητερό αλλά και λίγο χαρούμενο» και ενθουσιάστηκαν με την εικονογράφηση. Όσον αφορά στο θέμα, είναι κάτι που και οι δύο έχουν φέρει προς συζήτηση και μοιάζει πως οι απαντήσεις που έχουν πάρει από το βιβλίο είναι (προς το παρόν) ανακουφιστικές.Θυμάμαι όταν ήμουν μικρή και καταλάβαινα ότι η αγαπημένη μου γιαγιά θα πέθαινε, απέφευγα να τη συναντώ, λες και ήθελα να βγάλω από πάνω μου τη γλύκα της και έτσι η απώλεια να γίνει λιγότερο επώδυνη. Πώς διαχειριστήκατε εσείς τον θάνατο της γιαγιάς σας;Την αντίδρασή σας τη βλέπουμε συχνά στα παιδιά, να αποφεύγουν δηλαδή κάτι που ξέρουν ότι θα τους στενοχωρήσει. Είναι άλλωστε και ένας τρόπος να προστατεύουν τον εαυτό τους και (ευτυχώς) ξέρουν να το κάνουν πολύ καλά. Όταν έχασα τη δική μου γιαγιά ένιωσα (και ακόμα νιώθω) όπως και η Έλλη. Στενοχωρήθηκα, θύμωσα και η απώλεια ήταν μεγάλη. Μου έλειπε πολύ και μου λείπει ακόμα, της έχω κρατήσει όμως την πιο γλυκιά θέση μέσα στην καρδιά μου και την κουβαλάω μαζί μου σε όλα τα ωραία...Ποια ανάγκη σάς ώθησε να σπουδάσετε Ψυχολογία και ArtTherapy;Όταν έπρεπε να διαλέξω τι να σπουδάσω ήξερα πως δύο πράγματα μου άρεσαν: τα παιδιά και η τέχνη. Οι σπουδές μου τότε και η δουλειά μου σήμερα μου επιτρέπουν να τα συνδυάζω και τα δύο και να απολαμβάνω αυτό που κάνω.Για να γίνει κάποιος ψυχολόγος και να ασχολείται ενδελεχώς με τα προβλήματα των άλλων, πρέπει να έχει λύσει πρώτα τα δικά του; Θα έλεγα πως θα πρέπει να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Οι άνθρωποι είμαστε ένα ‘work in progress’, που συνεχώς εξελισσόμαστε και μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε και να λύνουμε τα προβλήματα και τις δυσκολίες μας.Ποιες είναι οι ομορφότερες αναμνήσεις σας από την παιδική σας ηλικία;Τα καλοκαίρια στη Κέρκυρα. Με τις μεγάλες ξυπόλητες μέρες, την ανεμελιά, την οικογένεια, τα άπειρα παιδιά και τη θάλασσα.Έχετε συνδημιουργήσει τους χώρους προσχολικής απασχόλησης MyPlayce. Τι πιστεύετε ότι κερδίζουν εκεί τα παιδιά και τι οι γονείς;Έναν χώρο που εμπιστεύονται, στον οποίο μπορούν να λερωθούν, να δοκιμάσουν, να χορέψουν, να σκαρφαλώσουν, να μαγειρέψουν, να μοιραστούν, να μάθουν και να παίξουν. Όλα αυτά με ένα τρόπο δημιουργικό γι’ αυτούς, ξεκούραστο για τους γονείς τους και απολαυστικό για όλους. Στα χρόνια ενασχόλησής σας με τη συμβουλευτική γονέων, εάν έπρεπε να απομονώσετε μία και μόνο συμβουλή προς τους γονείς, ποια θα ήταν αυτή;Πιστεύω ακράδαντα ότι στα παιδιά πρέπει να λέμε την αλήθεια. Όποια και εάν είναι η ερώτηση, όποιο και εάν είναι το θέμα. Πάντα λαμβάνοντας υπόψη μας τη συναισθηματική και ηλικιακή ανάπτυξή τους.Ποιο είναι το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε με τα παιδιά μας;Όλοι οι γονείς κάναμε, κάνουμε και θα κάνουμε «λάθη» διότι και εμείς μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε μαζί με τα παιδιά μας. Εάν έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι θα έλεγα πως οι σημερινοί γονείς δυσκολεύονται να βάλουν όρια. Δυσκολεύονται να πουν «όχι» και δυσκολεύονται να μείνουν σταθεροί σε αυτό που ζητούν από τα παιδιά τους. Αυτό μπερδεύει και προκαλεί τελικά ανασφάλεια στα παιδιά.Υποθέτω πως θα είστε περιζήτητη στις παρέες των γονιών λόγω της ιδιότητάς σας (ζητάνε συμβουλές, σας λένε τα προβλήματά τους κλπ). Ή μήπως αποφεύγουν να σας τα εκμυστηρευτούν προτιμώντας να στρουθοκαμηλίσουν; Φαντάζομαι θα συμβαίνουν και τα δύο. Ως γονείς έχουμε την τάση να ωραιοποιούμε καταστάσεις και αυτό ίσως μας κάνει να στρουθοκαμηλίζουμε. Είναι πολλές οι φορές όμως που συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο και έτσι ακούω συχνά τη φράση «έχω να σου κάνω μια ερώτηση...». Πότε πρέπει να ζητάμε βοήθεια από έναν ψυχολόγο για μας ή (και) τα παιδιά μας; Όταν και εάν νιώσουμε την ανάγκη να το κάνουμε. Δεν είναι κάτι υποχρεωτικό, είναι σημαντικό όμως να ξέρουμε ότι μπορούμε εφόσον το επιθυμούμε. Το ένστικτο του γονέα είναι πολύ δυνατό και είναι σημαντικό να το ακούμε. Τόσο σε θέματα δικά μας όσο και σε θέματα που αφορούν τα παιδιά μας.Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που έχετε ακούσει από τα παιδιά σας, Νεφέλη και Αμαλία;Ότι... «οι καλοί πάντα κερδίζουν και οι καλές πράξεις μας κάνουν να νιώθουμε ωραία». Έχει γίνει μάλλον το μότο της οικογένειάς μας.Οι ωραιότερες στιγμές της μέρας μαζί με τις κόρες σας...Όταν ξυπνάνε και ακριβώς πριν κοιμηθούν. Όταν διαβάζουμε παραμύθια, όταν μου λένε τα νέα τους από το σχολείο, όταν ζωγραφίζουμε στο καβαλέτο, όταν ξεκαρδίζονται στα γέλια, όταν κάνουμε «αταξίες» μαζί και όταν αγκαλιάζουν η μία την άλλη...Ζώντας σε μια συνεχή βουή, με πολύ κόσμο και πολλές παιδικές φωνούλες, αποζητάτε πού και πού την πλήρη απομόνωση; Του να μην σηκώνετε ούτε καν το κινητό που χτυπά;Πολύ συχνά. Και όταν νιώθω την ανάγκη το κάνω. Κλείνω το κινητό, κατεβάζω ρολά και βρίσκω την ησυχία που έχω μέσα μου.«Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμεη απώλεια θα μπορούσε να `ναι κούνια μαςδεν μπορείς να τα ’χεις όλαπρώτη φράση που μαθαίνουμε».Στίχου του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, ερμηνευμένοι από την Νατάσα Μποφίλιου. Βρίσκετε αλήθεια μέσα τους;Φυσικά. Την απώλεια τη συναντάμε νωρίς και όχι μόνο υπό τη μορφή του θανάτου. Για αυτό και είναι σημαντικό να μάθουμε να τη διαχειριζόμαστεΤι σπουδαίο έχετε ανακαλύψει μέχρι σήμερα για τη ζωή;Ότι είναι ωραία. Και ότι είναι όλες οι μικρές στιγμές, που δε μπορεί κανείς να τις μοιραστεί με λόγια, που την κάνουν τελικά τόσο ωραία.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ισμήνη Καπάνταη: "Εθελοτυφλούσαμε; Ήμαστε αυτοκαταστροφικοί; […] Σήμερα απλώς πληρώνουμε το τίμημα, φουσκωμένο κατά πολύ, βέβαια. Στη ζωή όλα, μα όλα, κοστίζουν κι εμείς προφανώς το είχαμε ξεχάσει."
Η Ισμήνη Καπάνταη με αφορμή την κυκλοφορία του πρώτου της αστυνομικού μυθιστορήματος Αστική Οικία στο Χαλάνδρι, έδωσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη για το diastixo.gr.Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Ποια ήταν η αφορμή για να γραφεί το βιβλίο Αστική Οικία στο Χαλάνδρι;Τον τελευταίο καιρό έκανα προσπάθειες για να αντιληφθώ πότε και σε ποια σημεία σφάλλαμε ως κοινωνία και φθάσαμε σ’ αυτό που βιώνουμε σήμερα, την κρίση δηλαδή, κρίση όχι μονάχα οικονομική, αλλά κυρίως κοινωνική. Φυσικό ήταν, λοιπόν, ν’ ανατρέξω στα χρόνια που προηγήθηκαν, στα χρόνια της επίπλαστης ευδαιμονίας, τα χρόνια όχι τόσο της δεκαετίας του ’80 αλλά της δεκαετίας του ’90, χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων είχε παγιωθεί μέσα μας η βεβαιότητα ότι η όποια ευδαιμονία μας δεν έχει ούτε θα έχει κανένα κόστος ποτέ. Παράλληλα θα έπρεπε ίσως να προσθέσω ότι τελευταία ξαναδιαβάζω, για άλλους λόγους βέβαια, τα της δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους (Διαμαντούρο, Δερτιλή, Κλογκ καθώς και απομνημονεύματα αγωνιστών). Αν ψάξει κανείς μέσα σ’ αυτό το υλικό διαπιστώνει, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, ότι σε πάρα πολλά σημεία, κι αυτά είναι πάντοτε τα «κακά», τα αρνητικά, παραμένουμε στην κοινωνική μας συμπεριφορά αναλλοίωτοι. Η εμπειρία προφανώς δεν μας διδάσκει κι επαναλαμβάνουμε, με πάθος μάλιστα, τα ίδια λάθη. Έτσι νομίζω ότι προέκυψε η Αστική Οικία στο Χαλάνδρι.Ο τίτλος που διαλέξατε είναι συμβολικός ή προσδιορίζει κάποια πρόσωπα, κάποιες καταστάσεις;Ο τίτλος είναι καθαρά συμβολικός. Κατά καιρούς τίθεται το θέμα των τάξεων στην Ελλάδα και ειδικά το θέμα της αστικής τάξης, ἀλλοτε ως ερώτημα, «έχει η Ελλάδα αστική τάξη;» και άλλοτε ως καταληκτικό συμπέρασμα, «η Ελλάδα ούτε είχε ποτέ ούτε έχει τώρα αστική τάξη». Την απάντηση, βέβαια, κάποια στιγμή, στο μέλλον, θα τη δώσουν οι επιστήμονες, οι ιστορικοί. Στην Αστική Οικία στο Χαλάνδρι, όμως, ορισμένοι από τους μυθιστορηματικούς μου ήρωες είναι, κατά την άποψή μου, ως συγγραφέως, μια εκδοχή των Ελλήνων αστών.Στο μυθιστόρημα, κύριο πρόσωπο είναι η Ασπασία Αρναούτη. Από πού βρίσκει τη δύναμη και επιβάλεται σε όλη την οικογένεια;Στην Ελλάδα των νεανικών χρόνων της Ασπασίας Αρναούτη, κι ενώ τα περί ισότητας των δύο φύλων μόνο στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας θα ήταν δυνατόν να υπάρξουν, οι γυναίκες ήταν που κυβερνούσαν, στην ουσία, το σπιτικό τους κι αυτό με τη συναίνεση των αντρών. Οι ρόλοι τους ήταν βεβαια χωρισμένοι και διακριτοί, αλλά ως αρχηγός νοείται πάντα ο άντρας. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας σε πολλά νησιά, όπου οι ναυτικοί άντρες της οικογένειας έλειπαν όλο τον χρόνο, τον ρόλο τους τον αναλάμβαναν σε όλους τους χώρους οι γυναίκες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ανάμεσα στα άλλα, το οικογενειακό σπίτι να κληροδοτείται νόμιμα όχι στον πρωτότοκο γιο, όπως γινόταν αλλού, αλλά στην πρωτοκόρη, την αποκαλούμενη και «κανακαρή». Η Ασπασία είναι μια γυναίκα που έχει αγωνιστεί και που ξέρει από πριν τις καταστάσεις που έρχονται. Φτάνει μόνο αυτό για να κατορθώσει να επιβιώσει στον επιχειρηματικό κόσμο;Η Ασπασία Αρναούτη ανήκει σ’ ένα ιδιαίτερα προικισμένο, αλλά από την άλλη μεριά τρομαχτικό είδος ανθρώπων, αντρών ή γυναικών, που έχουν προαποφασίσει να μη νικηθούν, να μη χάσουν, και είναι, κατά συνέπεια, διατεθειμένοι να καταβάλουν χωρίς δεύτερη σκέψη το οποιοδήποτε τίμημα στο παιχνίδι που παίζουν προκειμένου να κερδίσουν. Των ανθρώπων που δεν διστάζουν να θυσιάσουν τους πάντες και τα πάντα – η Ασπασία στο βιβλίο μου όχι μόνον θυσιάζει παιδιά και εγγόνια αλλά, υπό μίαν έννοια, πραγματοποιώντας το, το απολαμβάνει κιόλας. Είναι το ανθρώπινο είδος που δεν έχει αναστολές, οι άνθρωποι που, ιδιαίτερα στις παρακμιακές κοινωνίες, οχι μόνον επιβάλλονται, αλλά αποτελούν και πρότυπα.Αναφέρεστε στη δεκαετία του 1990. Τότε γιατί όλοι πίστευαν ότι μπορούν με τα χρήματα να τα πετύχουν όλα;Απάντηση στο ερώτημά σας δεν έχω, δυστυχώς. Μελετώντας τα πράγματα τώρα, απορούμε όλοι μας με την αφέλεια που μας διέκρινε τότε, ως κοινωνία. Εθελοτυφλούσαμε; Ήμαστε αυτοκαταστροφικοί; Δεν ξέρω, όταν όμως επανεξετάζουμε τα πράγματα απορούμε διαπιστώνοντας την ευκολία με την οποία αποδεχόμασταν όλα τα θετικά (τα «τζάμπα» θετικά) χωρίς ποτέ ν’ αναρωτηθούμε το πώς προέκυψαν και το γιατί. Σήμερα απλώς πληρώνουμε το τίμημα, φουσκωμένο κατά πολύ, βέβαια. Στη ζωή όλα, μα όλα, κοστίζουν κι εμείς προφανώς το είχαμε ξεχάσει.Περιγράφετε καταστάσεις σκληρές και κυριότερα την εκμετάλλευση των ανθρώπων. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη για να τιμωρήσει αυτούς που χρησιμοποιούν τους αδύνατους ως υποχείριο για να πετύχουν τον στόχο τους, που είναι το κέρδος;Δικαιοσύνη πάντοτε υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει, υπάρχει όμως παράλληλα και η θεσμική διαφθορά, η οποία ανθεί σε περιόδους κοινωνικής παρακμής. Η κοινωνία μέσα στην οποία κοινούνται οι ήρωές μου είναι σαφώς παρακμιακή.Η Μητροδώρα ή Ντόρη παίζει με τη φωτιά. Μήπως ξεφεύγει από τα όρια που της έχουν καθορίσει;Δεν θα το έλεγα. Ποιος καθορίζει, άλλωστε, τα συγκεκριμένα «όρια», όπως τα αποκαλείτε, και πότε; Είναι τα ίδια πάντοτε, σε όλες τις εποχές; Η Ντόρη μεγάλωσε και ζει μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου το μόνο που μετράει είναι το «πόσα έχεις», και σε καμία περίπτωση το πώς τα απέκτησες. Είναι η κοινωνία όπου κύριο και πρώτιστο μέλημα όσων την απαρτίζουν είναι η επίδειξη. Η Ντόρη είναι κι εκείνη μέλος της κοινωνίας του «φαίνεσθαι», και πράττει αναλόγως. Τα πρότυπα τα έθεσαν άλλοι και η Ντὀρη λειτουργεί βάσει αυτών˙ περισσότερο θύμα θα τη θεωρούσα, και σε καμία περίπτωση θύτη.Εκβιασμοί, υπόγεια παιχνίδια, απάτες. Όλα αυτά συνυπάρχουν καθημερινά στη ζωή των επιχειρηματιών ή ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας;Το «καθημερινά» το θεωρώ υπερβολή. Αλίμονο, σίγουρα σε κάθε χώρο υπάρχουν και οι έντιμοι, οι άξιοι, αυτοί που δεν εξαπατούν και δεν εκβιάζουν για να πετύχουν. Οι επιτυχημένοι, ωστόσο, ανέντιμοι, που γίνονται κιόλας αποδεκτοί χωρίς ενδοιασμούς από την κοινωνία, και σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις αποτελούν και πρότυπα, υπήρχαν και τότε και εξακολουθούν να υπάρχουν, δυστυχώς, και στις μέρες μας. Μια ματιά να ρίξεις στις εφημερίδες, ἠ αν ακούς ραδιόφωνο και βλέπεις τηλεόραση, αρκεί για να το διαπιστώσεις.Και έπειτα συμβαίνει μια δολοφονία. Μήπως είναι συνέπεια της κατάχρησης των άγραφων νόμων της κοινωνίας;Μα ασφαλώς, και όχι μόνον των άγραφων νόμων αλλά και των καταγεγραμμένων. Δεν είναι το «ου φονεύσεις» που μας εμπόδιζε και μας εμποδίζει να απαλλαγούμε από τον όποιον, κάθε στιγμή, μας ενοχλεί. Υπάρχει και η ποινική δικονομία η οποία όμως παραβιάζεται με τρομαχτική ευκολία από τους έχοντες – τους έχοντες το χρήμα και την πρόσβαση στο καλούμενο «βαθύ κράτος», αυτούς εννοώ.Από την άλλη, έχουμε τον αστυνομικό Χρήστου. Τι τον κάνει να είναι χαρισματικός;Ο Χρήστου είναι ένα λαϊκό παιδί που από νωρίς στη ζωή του έβαλε στόχους. Είναι έξυπνος, φιλόδοξος, εργατικός και λειτουργεί συστηματικά, φυσικό είναι λοιπόν τις περισσότερες φορές να επιτυγχάνει. Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, και τον παράγοντα τύχη, καθώς και την αρμονική συνεργασία του, που είναι επιλογή του, τόσο με τον προϊστάμενό του όσο και με την υφισταμένη του με την οποία αναπτύσσει και μιαν άλλη σχέση, σχέση ερωτική. Σε κάποιο σημείο γράφετε ότι διαβάζει, ο Χρήστου, αστυνομικά μυθιστορήματα. Μπορεί να συμβεί κάτι ανάλογο στην πραγματικότητα;Προσωπικά δεν έτυχε στη ζωή μου ως τώρα να έρθω σ’ επαφή με ανθρώπους που εργάζονται στον συγκεκριμένο εργασιακό χώρο ώστε ν’ ανταλλάξω μαζί τους απόψεις με θέμα τη λογοτεχνία, δεν μπορώ, συνεπώς, να ξέρω αν κάτι τέτοιο συμβαίνει, αν δηλαδή αρέσει στους αστυνομικούς να διαβάζουν αστυνομικά μυθιστορήματα, γιατί όμως όχι; Εγώ θα το θεωρούσα, μάλιστα, πάρα πολύ πιθανό. Ξέρουμε άλλωστε ότι τα αστυνομικά μυθιστορήματα αρέσουν στο αναγνωστικό κοινό, πολύ περισσότερο από πολλά άλλα είδη.Και όπως πάντα η παρουσία του έρωτα. Είναι και αυτό μία από τις συνισταμένες για να γίνει πιο ενδιαφέρον το μυθιστόρημα;Στο μυθιστόρημά μου, όπως θα είδατε, οι ήρωες είναι πολλοί. Είναι άντρες, είναι γυναίκες, νέοι ή και λιγότερο νέοι, φυσικό και αναμενόμενο θα ήταν, νομίζω, να υπάρξει κάποια στιγμή ανάμεσά τους και ο έρωτας, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή.Πώς χρησιμοποιείτε το σασπένς για να καθηλώσετε τον αναγνώστη και να αφοσιωθεί στην ανάγνωση;Σ’ ένα καλό αστυνομικό υπάρχει πάντα «σασπένς» και, αν θέλετε την άποψή μου, θεωρώ ότι υπάρχει έντονο στην Αστική Οικία. Την απάντηση που μετράει πάντως στο ερώτημά σας, αφού εγώ είμαι η συγγραφέας του και είμαι ενδεχομένως προκατειλημμένη, θα περιμένουμε να μας τη δώσουν όσοι θα το διαβάσουν. Θέλω ωστόσο να θέσω εγώ, εδώ, ένα άλλο ερώτημα. Είναι μόνον το σασπένς που καθηλώνει τον αναγνώστη σ’ ένα αστυνομικό; Προσωπική μου άποψη, ως μέλος του αναγνωστικού κοινού τώρα, είναι ότι μονάχα το σασπένς δεν αρκεί. Χρειάζονται οι καλοχτισμένοι χαρακτήρες, κυρίως αυτό, και η αληθοφάνεια στην πλοκή.Ποιοι αστυνομικοί συγγραφείς σας αρέσουν;Πολλοί, από τους παλιούς ο Σιμενόν, ο Κόναν Ντόιλ, η Χάϊσμιθ, η Τζέιμς, πρόσφατα διάβασα και Τζο Νέσμπο, αγαπημένη μου ωστόσο παραμένει η Άγκαθα Κρίστι με το αξεπέραστο Ποιος σκότωσε τον Ρότζερ Άκροϊντ.Γιατί τελευταία εκδίδονται πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα;Σ’ αυτή την ερώτηση εγκυρότερη απάντηση θα σας έδινε, πιστεύω, ένας εκδότης. Με την οικονομία όμως στο σημείο που βρίσκεται, με την κρίση, δηλαδή, που έχει κυριολεκτικά τσακίσει την αγορά σε όλους τους χώρους, φαντάζομαι ότι οι εκδότες τα προτιμούν, επειδή τα αστυνομικά κινούνταν πάντα και σταθερά πάρα πολύ.Περισσότερα