Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Ζαν Εσνόζ: «Ο αναγνώστης είναι εφευρέτης των βιβλίων που διαβάζει»
Ο δημοφιλής Γάλλος συγγραφέας, Jean Echenoz, έδωσε μια αποκλειστική συνέντευξη στο Bookpress και στον Διονύση Μαρίνο, με αφορμή την έκδοση του πιο πρόσφατου βιβλίου του Ειδική απεσταλμένη (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης). Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Κύριε Εσνόζ, έχουν περάσει ήδη 38 χρόνια από τότε που εμφανιστήκατε στο προσκήνιο. Έχετε αλλάξει από τότε; Είστε, πλέον, ένας διαφορετικός συγγραφέας;Αν και τίποτα δεν είναι σταθερό, δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα ως προς τη γραφή. Έχουν αλλάξει, όμως, πολλά πράγματα στη ζωή μου. Πλέον η συγγραφή δεν είναι μόνο μέρος της, αλλά και ουσιαστικό κομμάτι της, καθώς έχει γίνει το επάγγελμά μου.Πώς γράφετε; Με ποιο τρόπο ή, αν θέλετε, ποιο σκεπτικό;Επιδιώκω να εξερευνώ άγνωστους τομείς γραφής. Παρατήρησα ότι όταν αρχίζω να γράφω ένα βιβλίο, θέλω πάντα να δουλεύω εναντίον αυτών που έγραψα στο παρελθόν.Θα μπορούσατε να κάνετε κάτι άλλο; Να μην ξαναγράψετε, ας πούμε;Φοβάμαι πως όχι. Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.Τι σας προσελκύει περισσότερο, το θέμα ή το στιλ; Είστε ένας από τους εκλεκτούς στυλίστες, αλλά η πλοκή δεν απουσιάζει από τα βιβλία σας.Με ενδιαφέρουν ομοίως και τα δύο και αυτό διότι τόσο το θέμα για το οποίο θέλω να γράψω όσο και ο τρόπος με τον οποίο θα το γράψω είναι αλληλοεξαρτώμενα. Ξέρετε, ο κινηματογράφος με δίδαξε πολλά για το πώς να λέω τις ιστορίες μου. Τη δεκαετία του '70-'80 είδα πάρα πολλές ταινίες.Η ιδέα του τελευταίου βιβλίου σας πώς σας ήρθε; Β. Κορέα, Κιμ Γιονγκ Ουν: τέτοια θέματα δεν τα βλέπει εύκολα κανείς να γίνονται μυθοπλαστικά υλικά.Να σας πω την αλήθεια δεν θυμάμαι πολύ καλά πώς μου ήρθε η ιδέα. Νομίζω ότι αρχικά ήθελα να γράψω μια μικρή αστυνομική ιστορία στην οποία θα υπάρχει μια απαγωγή και οι δράστες θα ζητούν λύτρα για να αφήσουν ελεύθερο το θύμα. Θα ήταν μια ιστορία που θα εξελισσόταν εντός του Παρισιού, αλλά και στη γαλλική περιφέρεια. Από την άλλη, όμως, ήθελα να γράψω και μια ιστορία που θα έπαιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο διάφοροι κατάσκοποι. Επομένως, τελικά, διάλεξα να αναπτύξω την ιστορία σε μια «δραματική» περιοχή όπως είναι η Βόρεια Κορέα. Το μυθιστόρημα παίζει συνεχώς με τον αναγνώστη. Του δίνετε το λόγο. Έχω λάθος;Δεν θα έλεγα ότι του δίνω το λόγο. Όχι, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Και το λέω αυτό διότι θεωρώ τον αναγνώστη ως δέκτη. Είναι ένας φανταστικός μάρτυρας αυτού που διαβάζει. Από την άλλη, είναι και ένας εφευρέτης του κάθε βιβλίου.Το σίγουρο είναι ότι δεν θέλετε έναν παθητικό αναγνώστη. Τα βιβλία σας, από τη φύση τους, ζητούν ενεργές αναγνώσεις. Το πιστεύω ακράδαντα πως ο αναγνώστης δεν είναι ποτέ παθητικός. Αντίθετα, είναι ένας ηθοποιός, ένας ήρωας του μυθιστορήματος. Όπως είναι και οι ήρωες που βρίσκονται εντός του κειμένου. Και αν κουραστεί από το βιβλίο που διαβάζει, είναι σε θέση να το πετάξει και τότε γίνεται ένας καταλυτικός ηθοποιός.Στην Ειδική απεσταλμένη χρησιμοποιείτε όλα τα είδη σε μια μίξη άκρως επιτυχημένη. Το πολιτικό μπλέκεται με τη σάτιρα και την κατασκοπεία. Χρησιμοποιώ οτιδήποτε μου χρειάζεται για να αναπτύξω την ιστορία μου. Συνήθως λέω πως ένα μυθιστόρημα δεν ξεκινάει από μια ιδέα, αλλά από δύο. Δηλαδή από δύο δεδομένα που μπορεί μεταξύ τους να είναι άσχετα, αλλά με κάποιο τρόπο μπορούν να συμπλεύσουν. Αυτό είναι ένα πράγμα που με σαγηνεύει και με οδηγεί πιεστικά να το ανακαλύψω.Ενδιαφέρεστε για το τι συμβαίνει στον κόσμο; Διαβάζετε εφημερίδες;Διαβάζω καθημερινά εφημερίδες και θα έλεγα πως υπάρχουν φορές που βρίσκω και καλές ιδέες από αυτές. Υπάρχουν, βέβαια, και άλλες φορές που δεν μπορώ να δω κάτι που να με τραβήξει και να γεννήσει μια ιδέα.Θα γράφατε ένα βιβλίο που θα είχε πρωταγωνιστή τον Εμανουέλ Μακρόν ή τον Ντόναλντ Τραμπ;Δεν νομίζω πως επί του παρόντος θα το έκανα. Όχι, δεν θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που να έχει αυτούς τους δύο ως πρωταγωνιστές.Θεωρείτε τον εαυτό σας «πολιτικό» συγγραφέα;Ειλικρινά, δεν είμαι σίγουρος. Υπάρχουν φορές που λέω πως, ναι, είμαι ένας πολιτικός συγγραφέας και άλλες που ολοφάνερα δεν κινούμαι σε πολιτικό επίπεδο. Επομένως, δεν μπορώ να απαντήσω με σιγουριά σε αυτή την ερώτηση.Γράφετε κάτι τώρα;Φοβάμαι πως ούτε και σε αυτό μπορώ να σας απαντήσω με σιγουριά.Τα βραβεία σας λένε κάτι; Δεν έχετε πάρει και λίγα.Μου προκαλεί πάντα έντονα συναισθήματα το να λαμβάνω ένα βραβείο. Σημαίνει ότι το έργο σου έχει επηρεάσει τους αναγνώστες. Κάθε φορά που παίρνω ένα βραβείο ξαφνιάζομαι σαν την πρώτη φορά, κι αυτό διότι κάθε βιβλίο είναι μια νέα προσπάθεια. Τίποτα δεν είναι δεδομένο.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Τζορτζ Σόντερς στο LIFO.gr: «Είμαστε προσωρινοί, γιορτάστε τη ζωή».
Ο δημοφιλής αμερικανός συγγραφέας, George Saunders, αμέσως μετά τη βράβευση του βιβλίου του Λήθη και Λίνκολν με το Booker Prize 2017 έδωσε μια αποκλειστική συνέντευξη στη LIFO και στον Διονύση Μαρίνο. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Κύριε Σόντερς, είστε ο ίδιος άνθρωπος που ήσασταν και πριν από το Booker; Σας άλλαξε κάπως το βραβείο;Ελπίζω να είμαι ο ίδιος. Ήδη αρχίζει να μειώνεται με ήρεμο τρόπο ο αυτοθαυμασμός. Ποιο είναι το πραγματικό βραβείο για έναν συγγραφέα; Το να αναπτύσσει την εμπιστοσύνη του στο όραμά του. Κάπως έτσι, προχωρώντας, μπορεί να προσπαθήσει με μεγαλύτερη ένταση να φτιάξει ωραία πράγματα. Είναι η αποδοχή, ο θαυμασμός ή η μάχη με τις λέξεις που σας κάνει να μπείτε στη διαδικασία να γράψετε ένα βιβλίο; Ειλικρινά, όλα αυτά. Όμως τη στιγμή που γράφω, τη στιγμή που βρίσκομαι μέσα στην εξέλιξη ενός βιβλίου, αυτά έρχονται τελευταία. Το πιο σημαντικό είναι το αίσθημα ότι δημιουργείς έναν συνεκτικό κόσμο που αναδύεται μέσα από το χάος. Και είναι αυτό το συναίσθημα ότι κάτι τέτοιο βγήκε «μέσα» από εσένα και «εξαιτίας» σου. Στην πραγματικότητα ο εαυτός μου εξαφανίζεται στιγμιαία ή εξουδετερώνεται από το καλλιτεχνικό έργο: αυτό είναι Παράδεισος. Σας γνωρίζουμε ως συγγραφέα διηγημάτων. Έχετε γίνει αποδεκτός ως ένας από τους «καλλιτέχνες» του είδους στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία. Τι σας έκανε να γράψετε μυθιστόρημα; Κάθε ιστορία απαιτεί από μόνη της πώς πρέπει να γραφτεί. Για καιρό είχα αποφασίσει να εγκαταλείψω κάθε προσπάθεια να γράψω μυθιστόρημα – μπορώ να πω ότι αισθανόμουν και περήφανος γι’ αυτό. Είχα αποδεχθεί το ότι ήμουν ένας οπαδός της μικρής φόρμας. Όμως, ανακάλυψα πως η συγκεκριμένη ιστορία ήταν τόσο συγκινητική που μόλις ξεκίνησα να γράφω, σαν να ξεπρόβαλε από μέσα της ένα μυαλό (και ένα DNA) ξεχωριστά από εμένα. Και τώρα που ολοκληρώσατε το πρώτο σας μυθιστόρημα και μάλιστα με επιτυχία, θα επιστρέψετε στα διηγήματα; Ναι, θα επιστρέψω. Εκεί είναι το σπίτι μου. Λατρεύω τη μικρή φόρμα. Εάν στο μέλλον προκύψει και κάποιο άλλο μυθιστόρημα, νομίζω πως θα έρθει με τον ίδιο τρόπο που ήρθε κι αυτό – επιμένοντας, παρά τις δικές μου αντιρρήσεις, ότι πρέπει να απλωθεί και να γίνει μεγαλύτερο. Σας φαίνεται ευκολότερο να γράφετε διηγήματα ή αντιθέτως είναι πιο δύσκολο από τη στιγμή που πρέπει να είστε ακριβής σε ελάχιστο χώρο. Συγγνώμη, αλλά αισθάνεστε ότι πρέπει να είστε ακριβής; Όχι, δεν χρειάζεται να είμαι ακριβής, δεν νομίζω. Από την άλλη, ίσως, ναι, πρέπει να είσαι συνοπτικός. Η δυσκολία με τα διηγήματα είναι ότι συμπεριφέρονται σαν ένα αστείο: στο τέλος, έχουν ευοδωθεί ή όχι και αυτό το γνωρίζει μόνο ο αναγνώστης. Και μέρος της ευχαρίστησης είναι η αποτελεσματικότητα της παράδοσης στον αναγνώστη. Επομένως, θεωρώ ότι το διήγημα είναι μια πολύ απαιτητική φόρμα. Πρέπει να «καίω» τις λιγότερο ενδιαφέρουσες σκηνές και στη συνέχεια να τις απορρίπτω υπέρ των πιο έντονων – και αυτό απαιτεί χρόνο και πολλές σελίδες που έχουν απορριφθεί. Μιλώντας για το βιβλίο σας Λήθη και Λίνκολν, στον αμερικανικό τίτλο υπάρχει η λέξη «Bardo». Μια κατάσταση μεταξύ θανάτου και επαναφοράς σε άλλη μορφή ζωής. Αυτό είμαστε, κύριε Σόντερς; Βρισκόμαστε μονίμως σε μια τέτοια κατάσταση; Ναι, το πιστεύω. Η λέξη «bardo» μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις καταστάσεις μετάβασης – σαν κι αυτή που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή, μεταξύ γέννησης και θανάτου. Υποθέτω πως μπορούμε να δούμε κάθε ξεχωριστή στιγμή της ζωής μας σαν «bardo», με τους εαυτούς μας να πεθαίνουν και να αναγεννιούνται κάθε στιγμή. Το ότι συνεχίζουμε έχει να κάνει βασικά με μια νοητική κατασκευή που φτιάχνουμε – ίσως για δαρβινικούς λόγους, ή γιατί μπορεί να τρελαθούμε αν καταλάβουμε πραγματικά μόνο προσωρινοί είμαστε. Ναι, τρελοί, ή, μπορεί και με κάποια επιφοίτηση. Ποια ήταν η πρώτη σκέψη που σας ήρθε στο μυαλό για να γράψετε το μυθιστόρημα; Πώς ξεκίνησαν όλα; Πριν από πολλά χρόνια – τη δεκαετία του ’90- είχα ακούσει πως ο αγαπημένος γιος του Λίνκολν είχε πεθάνει την περίοδο που εκείνος ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ. Είχε τόσο επηρεαστεί από τη θλίψη του που είχε επισκεφθεί τον τάφο αρκετές φορές για να κρατήσει στα χέρια του το νεκρό σώμα του γιου του. Αυτή η ιδέα μου έμεινε στο μυαλό όλα αυτά τα χρόνια – ήταν τόσο παράξενο, θλιβερό, αλλά και όμορφο όλο αυτό. Κύριε Σόντερς, είστε ένας θρησκευόμενος συγγραφέας; Τι πιστεύετε για τον εαυτό σας; Θέλω να πιστεύω πως είμαι ένα θρησκευόμενο άτομο ή ένας άνθρωπος που ενδιαφέρεται σίγουρα για πνευματικά ζητήματα. Θέλω να πω, εάν ένας άνθρωπος ζει, ενδιαφέρει και έχει περιέργεια, τότε μια συγκεκριμένη δέσμη ερωτημάτων αναφύεται στο μυαλό του. Γιατί ήρθαμε εδώ; Πώς θα ζήσουμε, με δεδομένη την τρελή αντίθεση: 1) φτιαχτήκαμε για να αγαπάμε ο ένας τον άλλον ΚΑΙ 2) οτιδήποτε αγαπάμε (ειδικά τους πολύτιμους εαυτούς μας) είναι εντελώς προσωρινό. Επομένως, εάν ένας συγγραφέας λαμβάνει αυτά τα ερωτήματα και τα ενσωματώνει στο έργο του (ή σκέφτεται κάθε μέρα γι’ αυτά) είναι ένας θρησκευόμενος συγγραφέας; Θα έλεγα ναι, ακόμη κι αν το αποτέλεσμα, το έργο του, δεν είναι «θρησκευτικό» με την παραδοσιακή και κυριολεκτική έννοια. Είναι εύκολο το βιβλίο σας; Θέλω να πω, τι πιστεύετε, μπορεί να διαβαστεί από όλους; Σίγουρα δεν μπορεί να αρέσει σε όλους. Αυτό μπορείτε να το δείτε αν κοιτάξατε τα σχόλια στο Amazon (γελάει). Η ελπίδα μου είναι ότι δεν πρόκειται για ένα δύσκολο βιβλίο χωρίς λόγο, αν αντιλαμβάνεστε αυτό που εννοώ. Η δυσκολία όσο αναπτύσσεται θα πρέπει να οδηγεί σε αυξανόμενη ομορφιά. Άρα, προσπαθώ να πω ότι η οποία δυσκολία αποζημιώνει τον αναγνώστη στο τέλος. Ελπίζω το βιβλίο να διδάσκει τον αναγνώστη πώς να το διαβάσει, έτσι στο τέλος, να διαβάζει με έναν νέο και ολότελα τρελό τρόπο. Αυτό προσφέρει ακόμη μεγαλύτερη ομορφιά. Πόσο παράξενο είναι να δίνει κάποιος φωνή στα πνεύματα; Στο βιβλίο σας μιλούν οι νεκροί. Είναι ακριβώς το ίδιο παράξενο με το να δίνει φωνή στους ζώντες. Είναι δύσκολο. Αλλά προσφέρει μεγάλη χαρά. Διέγνωσα στο βιβλίο μια έντονη διάθεση κατανόησης από εσάς και νομίζω πως αυτή είναι μια από τις σημαντικές «δυνάμεις» του μυθιστορήματος. Το ελπίζω. Νομίζω πως η λογοτεχνία αυτό ακριβώς κάνει καλά με μοναδικό τρόπο: μας επιτρέπει να μπούμε στο μυαλό κάποιου άλλου ανθρώπου και κάπως έτσι μας βεβαιώνει πως δεν είμαστε τόσο διαφορετικοί μεταξύ μας – υπάρχουμε σε μια συνεχόμενη και ως εκ τούτου μεγαλύτερη κατανόηση και ενσυναίθηση και παρηγορητική δράση. Θεωρητικά το κάνουμε με προσπάθεια στο πλαίσιο της αντίληψής μας. Σας πάω κάπου αλλού. Τι γνώμη έχετε για τον Τραμπ και το φόβο που προκύπτει από την άνοδο του λαϊκισμού στις ΗΠΑ και την Ευρώπη; Νομίζω πως είναι μια ακόμη εκδήλωση της ανθρώπινης τάσης που πάντα υπήρχε: σε δύσκολες εποχές, είναι εύκολο και κάπως απολαυστικό να δαιμονοποιείς το Άλλο. Είναι δυσκολότερο να κάνεις αυτό που ανέπτυξα προηγουμένως (σ.σ.: να ζεις με ενσυναίσθηση και κατανόηση) ή αυτό που ανέφερα στην ομιλία μου κατά τη βράβευσή μου για το Booker. Η μεγάλη ιστορία της ανθρώπινης δραστηριότητας (θέλω να σκέφτομαι και να πιστεύω) είναι η σταδιακή εξάπλωση της αγάπης. Ακόμη και με κάποια βήματα προς τα πίσω, σταδιακά γινόμαστε καλύτεροι στο να κατανοούμε ότι η κατανόηση και η ενσυναίσθηση είναι εξαιρετικά δαρβινικά εργαλεία που χρειάζεται το ανθρώπινο είδος για να επιβιώσει. Στο μεταξύ ζούσε μέσα στο φόβο; Πιστεύετε πως ο κόσμος οδεύει προς την παράνοια; Όχι, όχι καθόλου. Πάντα έτσι ήταν. Ο κόσμος μας δεν είναι πιο τρελός από ό,τι ήταν πάντα. Νομίζω πως είναι πιο τρελός για κάποιος ανθρώπους σε συγκεκριμένες στιγμές. Πιστεύω στη θεωρία της Διατήρησης της Τρέλας. Η ρίζα της τρέλας είναι πνευματική – είναι η δόλια πίστη μας στην ξεχωριστή διαμονή μας σε αυτό τον κόσμο ή στη μονιμότητά μας, που μας οδηγεί να συμπεριφερόμαστε άσχημα, και, ξαφνικά, όταν πεθάνουμε ή κάνουμε κάποιο μεγάλο λάθος ή υποφέρουμε, τότε κατανοούμε πως τα πράγματα είναι ασταθή. Νομίζω πως αυτή η τρέλα μας ακολουθεί από τότε που κατοικούσαμε σε σπηλιές. Και νομίζω πως είναι σημαντικό, ακόμη και αν βρίσκεται κανείς εν μέσω παρανοϊκών εποχών, να θυμόμαστε και να γιορτάζουμε εκείνες τις πτυχές της ζωής που ούτε τρελές είναι, ούτε τρομακτικές ούτε και κακές. Οι απλές απολαύσεις, οι μικρές ενέργειες που πραγματικά συνθέτουν τον ιστό της ζωής. Είναι ο ήλιος που λάμπει. Είναι αυτό το πρόσωπο που περνάει χαμογελώντας και είναι όμορφο και ερωτευμένο. Το να αγνοήσουμε αυτά τα γεγονότα σημαίνει ότι προσφέρουμε στην απελπισία και το κακό ένα αθέμιτο πλεονέκτημα. Ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας, της τέχνης εν γένει, σε όλο αυτό; Βλέπω ότι κρατήσατε τη πιο σημαντική ερώτηση για το τέλος. Νομίζω πως ο καλύτερος τρόπος για να απαντήσει κανείς σε αυτό είναι να αφεθεί σε ένα όμορφο έργο τέχνης και να δει τι επίδραση έχει μέσα του – να παρατηρήσει τις θετικές μεταβολές στο μυαλό και το πνεύμα του, και τον τρόπο που αυτές οι μεταβολές κάνουν τις ώρες που ακολουθούν καλύτερες και πλουσιότερες. Αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης: αυτή η ευχαρίστηση και η μεταβολή.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
George Saunders: Είμαστε αξιαγάπητα όντα αλλά πεπερασμένα.
Ο δημοφιλής αμερικανός συγγραφέας, George Saunders, μίλησε στην εφημερίδα Το Βήμα για το νέο του μυθιστόρημα Λήθη και Λίνκολν (μετάφραση: Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης) που διεκδικεί το Βραβείο The Man Booker Prize 2017. Συνέντευξη στον Γρηγόρη Μπέκο. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 1 Οκτωβρίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Στις 22 Φεβρουαρίου του 1862, δύο ημέρες μετά τον θάνατό του από τυφοειδή πυρετό, ο 11χρονος Γουίλι - γιος του εμβληματικού προέδρου των ΗΠΑ Αβραάμ Λίνκολν - κηδεύτηκε σε μαρμάρινη κρύπτη. Την ίδια εκείνη νύχτα, ο συγκλονισμένος πατέρας - θέλοντας να πενθήσει λίγο ακόμη δίπλα στο άψυχο παιδί του - θα επισκεφθεί μόνος το νεκροταφείο της Τζορτζτάουν. Γύρω από αυτό το ιστορικό γεγονός οργανώνει ο Τζορτζ Σόντερς το νέο του βιβλίο που στα ελληνικά τιτλοφορήθηκε ως Λήθη και Λίνκολν (ο πρωτότυπος αγγλικός είναι Lincoln in the Bardo). To «μπάρντο» παραπέμπει στη βουδιστική παράδοση, συνιστά ένα μεταβατικό στάδιο, μια ενδιάμεση κατάσταση ανάμεσα στον θάνατο και την επαναγέννηση. Ε, λοιπόν, ο αμερικανός συγγραφέας το μετουσιώνει σε μια απρόβλεπτη μυθιστορηματική συνθήκη, δημιουργώντας μια πολυφωνική ιστορία που σπινθηροβολεί, με τα πιο ανθρώπινα φαντάσματα που έχουμε συναντήσει ποτέ σε λογοτεχνικές σελίδες. Και γι' αυτό είναι υποψήφιος για το Βραβείο Booker 2017...Είστε μια ωραία συντροφιά στην εφετινή βραχεία λίστα, κ. Σόντερς, μαζί με τον Πολ Όστερ, την Άλι Σμιθ...«Πρόκειται, ασφαλώς, για ξεχωριστή τιμή και οφείλω να παραδεχθώ ότι είχε το παράξενο - αν και κάπως αξιοκατάκριτο - αποτέλεσμα, να μου αρέσει ο εαυτός μου λίγο παραπάνω, να μου εξάψει τη φιλοδοξία για πολύ μεγαλύτερα σχέδια».Ήσασταν αφοσιωμένος στο διήγημα. Πώς προέκυψε το πρώτο σας μυθιστόρημα; Ήταν ένα πείραμα που απλώς πήγε καλά αυτή τη φορά; Έπαιξε ρόλο το υλικό που είχατε στα χέρια σας;«Έχω την αίσθηση ότι, εν προκειμένω, το ίδιο το υλικό απαίτησε από εμένα τη συγκεκριμένη διαχείριση. Πρέπει να σας πω ότι, εν πολλοίς, είχα εξαγνιστεί από την επιθυμία μου να γράψω ένα μυθιστόρημα· πλην όμως αγάπησα τόσο πολύ τον πυρήνα αυτής της ιστορίας που, όταν πλέον μπήκα για τα καλά στη διαδικασία πράγματι να τη γράψω, η ίδια ζήτησε να γίνει κάτι εκτενέστερο από ένα διήγημα. Ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα για εμένα ήταν, όπως λέτε, η πειραματική φύση του εγχειρήματος - προσπάθησα να εισχωρήσω στο μυαλό ενός "πρωτάρη", ας πούμε, να υιοθετήσω την οπτική του, ώστε να ανακαλύψω από την αρχή πώς γράφεται ένα μυθιστόρημα. Πιστεύω ευρύτερα πως όταν ένας καλλιτέχνης αρχίζει να μεγαλώνει, οφείλει να κοιτάζει αταλάντευτα μπροστά, να προκαλεί μάλιστα στον ίδιο του τον εαυτό μια απορία ή αμηχανία σε σχέση με αυτό που κάνει, να αρνείται την ευκολία, τον "αυτόματο πιλότο"».Πώς μάθατε για εκείνη την ιδιαίτερη επίσκεψη του Αβραάμ Λίνκολν;«Κάποια στιγμή, πίσω στη δεκαετία του 1990, ο ξάδερφος της συζύγου μου άρχισε να μου μιλάει γι' αυτό το περιστατικό - ένα τοσοδούλικο σποράκι Ιστορίας - την ώρα που περνούσαμε με το αυτοκίνητο έξω από το Κοιμητήριο Οουκ Χιλ στην Ουάσιγκτον· ότι δηλαδή ο πρόεδρος Λίνκολν, ράκος από την οδύνη, κράτησε το σώμα του νεκρού γιου του μέσα στην κρύπτη. Η εικόνα τρύπωσε στο μυαλό μου και αρνιόταν πεισματικά να το εγκαταλείψει επί σχεδόν μια εικοσαετία. Έγραψα ένα θεατρικό έργο που δεν βγήκε καλό, προσπάθησα να το ξεχάσω αλλά, απλώς, δεν γινόταν. Σιγά-σιγά άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο λόγος για τον οποίο προσπαθούσα να ξεφύγω από όλο αυτό ήταν ο φόβος μου ότι δεν είχα τις δεξιότητες, τα προσόντα, να ολοκληρώσω ένα τέτοιο βιβλίο, κάτι φοβερά ενοχλητικό για εμένα. Το να εγκαταλείψω το εγχείρημα φάνταζε στα μάτια μου σαν ένα είδος καλλιτεχνικού θανάτου. Και κάπως έτσι, το 2012, ξεκίνησα να το γράφω, απολύτως πεπεισμένος για την κατάληξη: θα τα παρατούσα. Τότε ήταν όμως που - κατά έναν περίεργο τρόπο - το βιβλίο πήρε φωτιά!».Η βουδιστική συνθήκη του «μπάρντο» είναι ουσιαστικά αυτή που καθιστά εφικτή τη «δράση» στο μυθιστόρημά σας. Με ποιόν τρόπο σάς εξυπηρέτησε ακριβώς;«Χρησιμοποίησα αυτή τη μεταβατική συνθήκη επειδή με βοηθούσε - μου υπενθύμιζε, για την ακρίβεια - ότι πρέπει να φορτίζω συνεχώς με μια μυστηριώδη αύρα τη μεταθανάτια ζωή. Σε εκείνη την κατάσταση - ή τουλάχιστον βάσει της περιορισμένης αντίληψης που εκ των πραγμάτων έχω για κείνη - αυτό που κρατά την ψυχή εγκλωβισμένη είναι ακριβώς η αδυναμία της να κατανοήσει σε τι κατάσταση βρίσκεται. Αυτό σημαίνει ότι η ψυχή εξακολουθεί να παρερμηνεύει αυτό που είναι (όπως άλλωστε συμβαίνει πάντοτε) με κάτι άλλο: μια μόνιμη, σταθερή, αμετάβλητη οντότητα. Αυτό διαφέρει λίγο από το Καθαρτήριο των Ρωμαιοκαθολικών, υπό την εξής έννοια: το μπάρντο (και πάλι, μιλώ για τη δική μου εκδοχή στο μυθιστόρημα) είναι μια πιο ευέλικτη και μεταβλητή συνθήκη - εν αντιθέσει με το Καθαρτήριο όπου, άπαξ και βρεθείς εκεί, παραμένεις ως τη συντέλεια του κόσμου, καθισμένος σε κάποιο άβολο παγκάκι ή κάτι παρόμοιο, ξέρω κι εγώ...».Αυτό που, αν μη τι άλλο, εντυπωσιάζει είναι η «φόρμα» που επιλέξατε. Πέραν της τεχνικής, μήπως θέλατε να συνδέσετε οπωσδήποτε το ατομικό δράμα του προέδρου με τις ιστορίες των απλών Αμερικανών;«Κοιτάξτε, όλα τα ερωτήματα που θέτετε είναι στ' αλήθεια πολύ σημαντικά. Για εμένα όμως όλο το παιχνίδι της γραφής και της μυθοπλασίας έγκειται στο να βρεις ως συγγραφέας μια φωνή που θα είναι διασκεδαστική. Που σημαίνει μια φωνή άρτια λογοτεχνικά, υπερπλήρη, και συγχρόνως προσιτή και προσβάσιμη - είναι αυτό στο οποίο επιδίδομαι με πίστη κάθε μέρα και με ευχαριστεί πολύ. Σε διαφορετική περίπτωση, όλα γίνονται τόσο άκαμπτα, τόσο σκληρά και επιπλέον περιοριστικά».Γιατί όχι λ.χ. ένας μονόλογος του Λίνκολν;«Όταν σκέφτηκα να γράψω το μυθιστόρημα από την οπτική γωνία του ίδιου του Λίνκολν, απλούστατα με έπιασε κατάθλιψη, και αυτό είναι ένα ολότελα κακό σημείο από όπου μπορεί να εκκινήσει κανείς. Μου φάνηκε ότι θα ήταν απίστευτα επίπονο να αποσπάσω κάτι αυθεντικό ή να υπάρχει κάτι διασκεδαστικό στη δική του φωνή - θα ήταν υπερβολικά προσχεδιασμένο, κάπως ντετερμινιστικό, αν θέλετε. Ένας παλιός μου μαθητής προέβλεψε σε μια ανύποπτη στιγμή ότι αν ποτέ έγραφα ένα μυθιστόρημα, αυτό θα ήταν μια σειρά από μονολόγους και - εκείνη τη στιγμή κάτι άναψε σαν λαμπάκι μέσα στο κεφάλι μου! - ανοίχτηκε εντός μου η προοπτική μιας απτής δυνατότητας, μιας παιχνιδιάρικης διάθεσης».Γράφετε για τον θάνατο με έναν τρόπο που δεν ψυχοπλακώνει τον αναγνώστη. Τον θάνατο τον αντιμετωπίζετε διαφορετικά ως συγγραφέας και αλλιώς ως άνθρωπος;«Αυτό που νιώθω για τον θάνατο το έχει περιγράψει υπέροχα ο Γούντι Άλεν: "Δεν φοβάμαι τον θάνατο - απλούστατα δεν θέλω να είμαι εκεί την ώρα που θα συμβαίνει". Κατά τα λοιπά, το πιστεύω αυτό: η τέχνη είναι κάτι που μας βοηθά να κινηθούμε προς αυτή τη μοιραία για όλους μας κατεύθυνση, μας βοηθά - αν προτιμάτε - να εξοικειωθούμε με την προοπτική του θανάτου, να τον επαναπροσδιορίσουμε με έναν τέτοιον τρόπο ώστε, πιθανώς, να μη μας φαίνεται τόσο ανοίκειος και τρομακτικός - οφείλω βέβαια να πω ότι σε εμένα αυτό δεν έχει λειτουργήσει καθόλου προσώρας, ίσως μάλιστα και να επιδεινώνει τα πράγματα, ωστόσο παραμένω αισιόδοξος...».Επομένως;«Νομίζω ότι οι άνθρωποι φοβόμαστε τον θάνατο επειδή έχουμε την έμφυτη τάση να επενδύουμε στους εαυτούς μας σε υπερβολικό βαθμό, σαν να επρόκειτο να παραμείνουμε παντοτινά σε αυτόν τον κόσμο, σαν να είμαστε το κέντρο του σύμπαντος. Όταν γράφουμε, και φανταζόμαστε τις ζωές των άλλων, αυτό ίσως να έχει ως αποτέλεσμα - λέω ίσως - να ελαττώνεται κάπως ο ατομισμός μας. Το ίδιο μπορεί να συμβαίνει και με την προσευχή ή τον διαλογισμό. Ολα αυτά μπορούν να μας εκπαιδεύσουν (και να μας υπενθυμίζουν συνεχώς) πώς έχουν όντως τα πράγματα: οι άνθρωποι είμαστε αξιαγάπητα όντα αλλά πεπερασμένα. Και όλη αυτή η ενέργεια που καταναλώνουμε για να ανακαλύψουμε ποιοι στ' αλήθεια είμαστε, δεν είναι παρά ένα κόλπο δαρβινικής έμπνευσης - μας κάνει να θέλουμε να παραμείνουμε εδώ όλο και περισσότερο, με κάθε μέσο και κόστος, κάτι που γενικότερα είναι καλό για όλα τα είδη της πανίδας και της χλωρίδας, αλλά και πάλι, στο τέλος κάποιος πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό».Είπατε λογαριασμός... Χρησιμεύει κάπου, πιο συγκεκριμένα, η λογοτεχνία, κ. Σόντερς;«Νομίζω ότι η λογοτεχνία επιτελεί ένα πολύ σημαντικό αλλά μάλλον ταπεινό έργο: εξευμενίζει τον αναγνώστη ως άτομο. Πιθανότατα να επενεργεί πιο αποτελεσματικά στον τύπο του ανθρώπου ο οποίος δεν το χρειάζεται και πολύ αυτό το "μαλάκωμα", ακόμη κι έτσι ωστόσο, ποιος από εμάς δεν έχει ανάγκη να φρεσκάρει κάθε τόσο την ανθρωπιά και τη συμπόνια του απέναντι στους άλλους; Μιλώντας ως συγγραφέας τώρα, για εμένα είναι προτιμότερο - και καλύτερο - να επικεντρώνομαι και να απευθύνομαι σε έναν φανταστικό αναγνώστη, έναν άνθρωπο έξυπνο, φιλέρευνο, με καλές προθέσεις: αν κατορθώσεις να κινητοποιήσεις έναν τέτοιο άνθρωπο, τότε κάτι έχεις πετύχει ως συγγραφέας».Πόσο ουσιαστική μπορεί να είναι αυτή η κινητοποίηση; Μπορεί να τον αλλάξει;«Ακόμη και αν η επίδρασή σου, ως συγγραφέα, πρόκειται να διαρκέσει πάνω στον αναγνώστη για λίγες μονάχα ώρες, το να αισθανθεί κάποιος περισσότερο παρών και πιο ανθρώπινος στην καθημερινότητά του, αυτό είναι για εμένα ένα ανεκτίμητο δώρο. Κάτι που συνέβη και σε εμένα, ασφαλώς, με πολλά αγαπημένα βιβλία. Πέρα από όλα αυτά όμως: ποιος ξέρει; Αν ανατρέξουμε στην ιστορία, θα διαπιστώσουμε πως ανέκαθεν υπήρχε μεγάλη λογοτεχνία, πάντα όμως βρισκόταν δίπλα στη βία και την καταστροφή. Τι να πω; Η καλή λογοτεχνία ίσως να μοιάζει απλώς με το καλό σεξ ή με ένα πεντανόστιμο γεύμα ή την αποτελεσματική γυμναστική. Η λογοτεχνία είναι η βαλβίδα αποσυμπίεσης στο καπάκι της χύτρας όπου βράζει η κακή φύση των ανθρώπων...».Σας άκουσα κάπου να μιλάτε για τη «ριζοσπαστική τρυφερότητα». Ακούγεται υπέροχη. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται;«Α! Δεν την έχω σκεφτεί σε όλη της την έκταση αυτή την έννοια (γέλια). Βασικά, όμως, εννοώ αυτό: σε λίγες μόνο στιγμές στη διάρκεια της ζωής μου - και για σύντομο χρονικό διάστημα - μου έχει τύχει να νιώσω πλημμυρισμένος από αγάπη για ορισμένα πράγματα ή ανθρώπους (μετά τον θάνατο κάποιου προσφιλούς προσώπου, για παράδειγμα) και μου έχει συμβεί να βιώσω πόσο απεριόριστα παντοδύναμη είναι αυτή η συνθήκη: το να συναισθάνεσαι δηλαδή την αληθινή θέση ενός πράγματος ή ενός ανθρώπου στον κόσμο (θέση πρόσκαιρη, όχι αναγκαστικά κεντρική, μια θέση βοηθητική για τους άλλους). Έπειτα από αυτό, κάθε απόφαση φάνταζε καθαρή και υπήρχε ελάχιστος φόβος ή αβεβαιότητα. Συνήθως ταυτίζουμε την "αγάπη" ή τη "συμπόνια" ως τρόπο ζωής με την αδυναμία, αλλά χρειάζεται να σκεφτούμε τα πρότυπα του Ιησού ή του Βούδα, ή λ.χ. το παράδειγμα του Γκάντι, για να δούμε πόσο ακατανίκητο είναι αυτό, να ζούμε σε μια κατάσταση ανόθευτης αγάπης και μειωμένου ατομισμού». Η λογοτεχνία, πέραν της ομορφιάς, οφείλει να καλλιεργεί και κάποια ηθική;«Ίσως. Δεν θα πόνταρα εξ ολοκλήρου στη λογοτεχνία, ως προς αυτό. Η λογοτεχνία είναι αναμφισβήτητα ένας χώρος όπου σίγουρα μπορείς να είσαι ελεύθερος. Μερικές φορές όμως έχω διαπιστώσει ότι την ώρα ακριβώς που δουλεύω μέσα από μια συγκεκριμένη λογική που επιβάλλει κάποιο κείμενο, τότε αποσαφηνίζω κι εγώ καλύτερα τις δικές μου πεποιθήσεις. Και καθώς εστιάζω, με κάθε νέο προσχέδιο, σε έναν συγκεκριμένο χαρακτήρα (μέσα από τον πολυπρισματικό φακό της γλώσσας) έχω την αίσθηση πως αυτό που συμβαίνει, η πραγματικότητα ας πούμε, κάπως επιβραδύνεται και την ίδια στιγμή είναι σαν να παρακολουθώ εμένα τον ίδιο να δημιουργώ ένα είδος ενσυναίσθησης δευτέρου βαθμού. Εξασκούμαστε και το κάνουμε πάνω στο χαρτί, χρόνια ολόκληρα, και ίσως να πάνε καλύτερα τα πράγματα αν το εφαρμόσουμε και στον κόσμο που μας περιβάλλει, αν πιεστούμε. Ίσως...».Παρακολουθήσατε από κοντά την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, γράψατε σχετικά στο περιοδικό «The New Yorker». Πώς σας συνέβη αυτό; Εννοώ τον ίδιο τον πρόεδρο...«Για το ίδιο ακριβώς αναρωτιόμαστε μια μεγάλη μερίδα των Αμερικανών σε καθημερινή πλέον βάση. Δεν νομίζω όμως ότι κάποιος από εμάς έχει την απάντηση. Ενας παράγοντας είναι σίγουρα η απίθανη συγκέντρωση του πλούτου προς τα πάνω στις ΗΠΑ τα τελευταία τριάντα χρόνια: οι πλούσιοι έγιναν κατά πολύ πλουσιότεροι σε σχέση με τους φτωχούς που έγιναν ακόμη φτωχότεροι. Την κομβική αυτή εξέλιξη εγώ την παρομοιάζω με μια κοινότητα που ζει σε ένα βουνό όπου το οξυγόνο έχει σταδιακά μετακινηθεί προς τα πάνω και υπάρχει πια μόνο στην κορυφή: οι άνθρωποι που ζουν χαμηλότερα, στους πρόποδες του βουνού, είναι φυσικό να βιώνουν την ανησυχία και την αναστάτωση».Πώς συσχετίζετε αυτή την εικόνα με τον Ντόναλντ Τραμπ;«Αναφέρομαι, βέβαια, στο ένα κομμάτι της όλης υπόθεσης και αυτό είναι η έλξη που ασκεί ο Ντόναλντ Τραμπ στα εργαζόμενα κοινωνικά στρώματα. Αλλά και αυτό δεν καλύπτει ολόκληρη την υπόθεση, από τη στιγμή που ο νέος πρόεδρος αποδείχθηκε ελκυστικός μόνο στους λευκούς εργαζομένους. Οι έγχρωμοι δεν τον υποστήριξαν. Ο Ντόναλντ Τραμπ έπαιξε με ορισμένες αρχέγονες ανασφάλειες και τις εκμεταλλεύτηκε, ιδίως την εσφαλμένη τάση που έχουμε ως έθνος να σκεφτόμαστε τη χώρα μας ως έναν τόπο λευκών. Πρέπει επίσης να συνεκτιμήσουμε έναν άλλον ουσιαστικό παράγοντα: την κακή ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, την εθνική μας ανικανότητα να καταλάβουμε, από την αμφίβολη ρητορική του, ότι ο άνθρωπος αυτός στην πραγματικότητα δεν κατανοεί ούτε και ενδιαφέρεται - ούτε και ήταν πρόθυμος ποτέ - να μάθει κάτι για το πολιτικό μας σύστημα, την παγκόσμια Ιστορία κ.τ.λ. Επομένως, με άλλα λόγια: δεν έχω ιδέα! Όπως και πολλοί άλλοι εδώ νιώθω αποκαρδιωμένος και απογοητευμένος και περιμένω να δω πού θα καταλήξει όλο αυτό».Περισσότερα για τον George Saunders και τα βιβλία του στον Ίκαρο μπορείτε να μάθετε εδώ.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
O Τομπάιας Γουλφ, μάστορας της μικρής φόρμας, μιλάει στο Βήμα.
Ο Tobias Wolff, μεγάλος μάστορας της μικρής φόρμας, έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στην εφημερίδα Το Βήμα και στον Γρηγόρη Μπέκο με αφορμή την έκδοση του βιβλίου Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα (μετάφραση: Τάσος Αναστασίου & Γιάννης Παλαβός).Ο αμερικανός συγγραφέας μιλάει για την τέχνη της διηγηματογραφίας, εξηγεί γιατί η λογοτεχνία είναι συνυφασμένη με τις προβληματικές καταστάσεις, αναφέρεται στα ομηρικά έπη και αισθάνεται ντροπή για τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 6 Αυγούστου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Στο πρώτο του ηλεκτρονικό μήνυμα - το απαντητικό - μας έγραψε: «Ασφαλώς και θα κάνουμε τη συνέντευξη! Εχουμε, βέβαια, λίγη δουλίτσα τούτες τις ημέρες: ο δεύτερος γιος μου παντρεύεται εδώ στο σπίτι μας, αυτό το Σάββατο. Αλλά νομίζω ότι οι ερωτήσεις σας θα είναι ένα ευχάριστο διάλειμμα για μένα». Στο δεύτερο ηλεκτρονικό του μήνυμα - ας το πούμε απολογητικό - μερικά εικοσιτετράωρα αργότερα, μας έγραψε: «Να με συγχωρείτε! Επρεπε, αμέσως μετά τον γάμο, να ταξιδέψω με την οικογένειά μου στο Μεξικό, με αποτέλεσμα να εξαφανιστεί και ο χρόνος και η συγκέντρωσή μου». Ηταν όμως για καλό και άξιζε τον κόπο. Γιατί ο συγκεκριμένος συγγραφέας, εκτός από αυθεντικός γραφιάς, είναι και ένας ευγενικός άνθρωπος. Και υπήρξε όχι μόνο συνεπής αλλά και φιλικός στη συνομιλία του με «Το Βήμα». Ο 72χρονος Τομπάιας Γουλφ δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Το 2008 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις το ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του Το παλιό σχολείο - αλησμόνητο εκείνο το πορτρέτο του ποιητή Ρόμπερτ Φροστ μεταξύ των άλλων! - και έναν χρόνο αργότερα η υπέροχη νουβέλα Ο κλέφτης του στρατοπέδου με την οποία ο ίδιος είχε αποσπάσει, το 1985, το σημαντικό βραβείο Pen/Faulkner. Ωστόσο η κυκλοφορία από τις εκδόσεις Ικαρος της εξαίρετης συλλογής του H χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα ήλθε ως ένα απαραίτητο συμπλήρωμα. Επειδή ακριβώς ο Τομπάιας Γουλφ, καθηγητής σήμερα στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους διηγηματογράφους των ΗΠΑ, είναι ένας δωρικός μάστορας της μικρής φόρμας, η οποία αποδεικνύεται larger than life όταν την υπηρετούν τα κατάλληλα χέρια. Η πρόσφατη ελληνική έκδοση είναι μια ισορροπημένη ανθολογία δέκα διηγημάτων του η οποία περιλαμβάνει ιστορίες από την πρώτη του συλλογή Στον κήπο των Βορειοαμερικανών μαρτύρων (1981) μέχρι ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε πριν από μερικά χρόνια στο περιοδικό The New Yorker. Διηγήματα όπως οι «Κυνηγοί στο χιόνι», το «Ενα επεισόδιο από τη ζωή του καθηγητή Μπρουκ», «Ο ψεύτης» αλλά και η μεταγενέστερη «Σφαίρα στο κεφάλι» - τι κείμενο αλήθεια, σε μία και μόνη πυκνή παράγραφο βλέπουμε τι συμβαίνει στον νου ενός ανθρώπου όταν μια σφαίρα διαπερνά πρακτικά τον εγκέφαλό του! - δεν είναι μονάχα τεχνικά άψογα αλλά δημιουργούν και ένα αφηγηματικό βάθος που θα ζήλευαν ακόμα και ογκώδη μυθιστορήματα. Αν όμως σκεφτούμε την περίπτωση του Τομπάιας Γουλφ με όρους πεζογραφικής αντιπροσωπευτικότητας στην εγχώρια βιβλιογραφία, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν εκκρεμότητες που αξίζει να διευθετηθούν, τα δύο αυτοβιογραφικά του έργα: το This Boy's Life (1989) όπου ο ίδιος περιγράφει την περιπετειώδη ενηλικίωση του «Τόμπι» - το βιβλίο αυτό μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Μάικλ Κέιτον-Τζόουνς με πρωταγωνιστές τον Ρόμπερτ ντε Νίρο, τον Λεονάρντο ντι Κάπριο και την Ελεν Μπίρκιν - και το In Pharaoh's Army: Memories of the Lost War (1994) όπου ο συγγραφέας καταγράφει συγκλονιστικά τη συμμετοχή του στον τραυματικό για τις ΗΠΑ πόλεμο του Βιετνάμ. Κύριε Γουλφ, επειδή είστε μάλλον ολιγογράφος, αξίζει να σας ρωτήσω: γράφετε κάτι αυτή την περίοδο;«Πράγματι, τούτη την περίοδο γράφω ένα καινούργιο βιβλίο, ένα μυθιστόρημα. Το δουλεύω εδώ και μερικά χρόνια και ευελπιστώ να το ολοκληρώσω μέσα στη χρονιά, ως τα Χριστούγεννα - αλλά για τους συγγραφείς, οι προθεσμίες (όπως είχε πει και ο Λένιν για τις υποσχέσεις εν γένει) είναι σαν τις πίτες, οι κρούστες τους είναι φτιαγμένες για να σπάνε». Γνωρίζω ότι δεν σας αρέσει που σας έχουν κατατάξει στο λογοτεχνικό ρεύμα του «βρώμικου ρεαλισμού». Ομως τι νομίζετε ότι εννοούν, ειδικά με τη λέξη «βρώμικος»;«Ειλικρινά, δεν ξέρω. Ανέκαθεν ο ρεαλισμός ως λογοτεχνικός τρόπος - για να μην πούμε εξ ορισμού σχεδόν - ασχολιόταν με τις πλέον δύσκολες, άγριες και σκοτεινές όψεις της ανθρώπινης φύσης και εμπειρίας. Οι σύγχρονοι συγγραφείς που κατηγοριοποιήθηκαν έτσι, που τους έβαλαν - μας έβαλαν - αυτήν τη μυστηριώδη ταμπέλα, ότι ανήκουμε σε ένα τέτοιο ρεύμα, δεν έκαναν - και δεν κάνουμε - κάτι πιο εντυπωσιακά "βρώμικο" σε σχέση με τους προκατόχους μας. Τι να πω, φαίνεται ότι χρησιμοποιείται ακόμα επειδή είναι απλώς πιασάρικο». Μπορούμε να διακρίνουμε τις προσωπικές εμπειρίες στη μυθοπλασία σας, αλλά και τα σταθερά μοτίβα στο έργο σας. Αναρωτιέμαι όμως για τα δύο memoirs, τα αυτοβιογραφικά κείμενα: τα γράψατε επειδή πιστεύετε ότι είναι ξεχωριστές εμπειρίες ή επειδή θεωρείτε ότι καλύπτουν ευρύτερα ένα σημαντικό κομμάτι της αμερικανικής εμπειρίας στον 20ό αιώνα;«Το σχήμα, η ίδια η μορφή της εμπειρίας μου - ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε η ζωή μου και έτσι όπως περιγράφεται σε αυτά τα δύο αυτοβιογραφικά αφηγήματα - πάντοτε μού φαινόταν από μόνη της μυθιστορηματική, ότι δεν χρειαζόταν καθόλου τις επινοήσεις της μυθοπλασίας, ότι δεν είχε ανάγκη ούτε την ανακατασκευή της πραγματικότητας, ούτε τον οποιονδήποτε καλλωπισμό. Και σκέφτηκα, όντως, πως θα είχε αξία να τα εκφράσω και να τα αποτυπώσω όλα αυτά, να περιγράψω τα γεγονότα που συνθέτουν την ενηλικίωση ενός νεαρού Αμερικανού και, εν συνεχεία, να παρακολουθήσω τον ίδιο άνθρωπο στο μέτωπο ενός πολέμου. Αλλα έργα μου - και αυτά που υπονοείτε -, μολονότι επίσης βασίζονται σε ορισμένες προσωπικές μου εμπειρίες, απαίτησαν από εμένα, τον συγγραφέα, να τα αντιμετωπίσω περισσότερο με τη φαντασία μου. Και αυτό, οφείλω να σας πω, είναι ένα ένστικτο που αναπτύσσει κάποιος όταν γράφει». Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μεγάλη παράδοση στο διήγημα, από τον 19ο αιώνα ακόμα. Πού να οφείλεται άραγε αυτό περισσότερο; Στους ίδιους τους συγγραφείς ή στους αναγνώστες;«Στην πραγματικότητα, είναι πολύ λίγοι οι Αμερικανοί που διαβάζουν διηγήματα. Ακόμα και σήμερα, τα πιο δημοφιλή αναγνώσματα εδώ είναι αυτά τα πολυσέλιδα "τούβλα", τα πολύ συναισθηματικά και εξόχως κακογραμμένα βιβλία που επιπλέον έχουν και επιτηδευμένους, στομφώδεις τίτλους, τα λεγόμενα και βιβλία "blockbuster". Πού και πού ξεμυτίζει κάτι καλό, ξεχωρίζει κάποιο λογοτεχνικό έργο της προκοπής αλλά συνήθως είναι ένα μυθιστόρημα. Τα διηγήματα - όπως και η ποίηση - είναι ελκυστικά μόνο στα μειοψηφικά γούστα». Κάτι που ισχύει παντού, νομίζω…«Ναι, και είναι κρίμα γιατί το διήγημα είναι πολύ συναρπαστικό ως είδος και ανταμείβει πολλαπλώς τον αναγνώστη. Το διήγημα είναι μια υψηλή, ευγενής φόρμα. Εκτός αυτού είναι και μια φόρμα πολυποίκιλη, υπάρχουν τόσα διαφορετικά είδη διηγήματος - από τον Ιταλο Καλβίνο ως τον Ρέιμοντ Κάρβερ, από τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ ως τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και την Αλις Μονρό - που μόνο ένας αδαής θα έθετε προαπαιτούμενα και κανόνες ως προς τη συγγραφή τους. Πάντως το καλύτερο που μπορεί να πει κανείς για τα διηγήματα είναι ότι πρέπει να είναι ενδιαφέροντα, και να κλωθογυρίζουν στο μυαλό του αναγνώστη για αρκετό καιρό αφότου έχει κλείσει ένα βιβλίο». Στο διήγημά σας «Ο ψεύτης» διαβάζουμε ότι «σολιψιστής είναι κάποιος που πιστεύει ότι αυτός δημιουργεί τα πάντα γύρω του». Ενας καλός συγγραφέας είναι σολιψιστής;«Κάθε άλλο, ένας καλός συγγραφέας είναι το αντίθετο του σολιψιστή, το βλέμμα του είναι αταλάντευτα στραμμένο προς έναν κόσμο ο οποίος είναι αδιάκοπα γοητευτικός και σαγηνευτικός από την ίδια του τη σύσταση, και ο καλός συγγραφέας τιμά με το έργο του την πολυπλοκότητα αλλά και το σκληρό υπόστρωμα που υπάρχει στην πραγματικότητα αυτού του κόσμου. Επιπροσθέτως, ο καλός συγγραφέας είναι το αντίθετο του ψεύτη. Είναι αυτός που αναζητεί την αλήθεια, αυτός που καταλαβαίνει ότι πρέπει να διευρύνουμε και να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας ώστε να διακρίνουμε και να αντικρίζουμε την αλήθεια, όσο μας επιτρέπεται». Στο ίδιο διήγημα, ο δόκτωρ Μέρφι λέει κάτι παράξενο, πως «ίσως τα δυσάρεστα πράγματα να είναι πιο ενδιαφέροντα». Και το ερώτημα είναι: μπορεί να υπάρξει λογοτεχνία χωρίς προβληματικές καταστάσεις;«Είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε τη λογοτεχνία χωρίς προβληματικές καταστάσεις. Τα προβλήματα είναι που κάνουν τη λογοτεχνία να συμβαίνει, επειδή ακριβώς αναγκάζουν τους ανθρώπους να κάνουν τις επιλογές τους, είτε για το καλό είτε για το κακό. Με αυτόν τον τρόπο, σε κάθε περίπτωση, οι άνθρωποι αποκαλύπτουν τον εαυτό τους ή γίνονται ο εαυτός τους. Τα προβλήματα είναι οι ιστορίες. Φανταστείτε λίγο μια "Ιλιάδα" όπου ο Αγαμέμνονας πλέει με μεγάλη άνεση και φθάνει γρήγορα στην Τροία - στο Ιλιον εν πάση περιπτώσει -, τα τείχη της πόλης πέφτουν σαν τραπουλόχαρτα, γίνεται αμέσως μια υπέροχη ειρήνη με τον Πρίαμο, ο Εκτορας και ο Αχιλλέας γίνονται τα καλύτερα φιλαράκια, και ο Μενέλαος απλώς μπατσίζει χαϊδευτικά τον Πάρι και επιστρέφει με την ωραία Ελένη στο σπίτι τους, όπου, κατόπιν, έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Τι βαρετό! Πού είναι η στιγμή που, λίγο πριν από τη μονομαχία με τον Αχιλλέα, το ανήλικο παιδί του Εκτορα τρομάζει με την περικεφαλαία του πατέρα του, πού είναι ο Πάτροκλος που σκοτώνεται από τον Εκτορα έχοντας φορέσει τα άρματα του Αχιλλέα, πού είναι ο Πρίαμος που ικετεύει για το ατιμασμένο σώμα του νεκρού του γιου, πού είναι ο Δούρειος Ιππος, πού είναι η πόλη ζωσμένη στις φλόγες; Μα πόσο αγαπάμε αυτές τις τραγωδίες εν τέλει - αυτά τα προβλήματα!». Στο διήγημα «Αγρυπνος» ο Ρίτσαρντ διαβάζει την «Οδύσσεια» και βαριέται. Συνέβη και σε σας;«Οχι! Μου αρέσει πολύ η "Οδύσσεια" αλλά η "Ιλιάδα" είναι ίσως το λογοτεχνικό κείμενο που αγαπώ περισσότερο απ' όλα τα είδη του λόγου, απ' όλες τις εποχές, διαχρονικά. Μια φορά έκανα τη διαδρομή με το αυτοκίνητο από την Αθήνα στις Μυκήνες, μέσα σ' έναν απίστευτο καύσωνα, μόνο και μόνο για να δείξω στην κόρη μου, η οποία είχε παθιαστεί επίσης με την "Ιλιάδα", την περίφημη Πύλη των Λεόντων. Η ίδια θεωρεί πως η φωτογραφία που την τράβηξα τη στιγμή που στεκόταν κοντά στην Πύλη είναι από τα πολυτιμότερα δώρα που της έχω κάνει ποτέ, και είναι περήφανη γι' αυτή. Αγαπώ πάρα πολύ το αρχαίο ελληνικό δράμα, το δίδασκα μάλιστα στο πανεπιστήμιο, κυρίως την τριλογία της "Ορέστειας" του Αισχύλου. Και για να έρθουμε λίγο στους σύγχρονους: ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης και ο Γιάννης Ρίτσος είναι μερικοί από τους έλληνες λογοτέχνες που βρήκαν πιο πρόσφατα από μια θέση στη βιβλιοθήκη μου». Σε αυτήν τη φάση της ζωής σας επιστρέφετε σε κάποιους συγγραφείς, τους ξαναδιαβάζετε;«Παλαιότερα επέστρεφα όλο και πιο πολύ σε συγκεκριμένους συγγραφείς - στον Ντίκενς, στον Μέλβιλ, στον Χέμινγουεϊ, στην Κάθριν Αν Πόρτερ, την οποία προσωπικά θεωρώ μια εξέχουσα περίπτωση στην αμερικανική λογοτεχνία. Ομως τα τελευταία χρόνια διαβάζω πιο πολύ βιβλία Ιστορίας, δεν επανέρχομαι στα λογοτεχνικά κείμενα, αντιθέτως, ψάχνω να βρω μια άλλη εκδοχή των πραγμάτων για την ίδια ιστορική περίοδο που με ενδιαφέρει, προσπαθώ να δω πώς ένας άλλος ιστορικός ερμηνεύει το ίδιο πλέγμα γεγονότων». Η τεχνολογία, η λεγόμενη ψηφιακή εποχή, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τη λογοτεχνία, τον τρόπο που γράφουμε και διαβάζουμε;«Λέω να μην απαντήσω σε αυτό, δεν έχω ιδέα από αυτό που λέμε ψηφιακή εποχή, δηλώνω άσχετος». Το 2015 λάβατε το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών από τον τότε πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Πώς ήταν;«Ηταν μια υπέροχη ημέρα για εμένα και τη σύζυγό μου αλλά και για τους φίλους που μας συνόδευσαν στην τελετή, επειδή τρέφαμε ήδη μεγάλο θαυμασμό τόσο για τον πρόεδρο Ομπάμα όσο και για τη σύζυγό του Μισέλ. Στο τέλος εκείνης της ημέρας, θυμάμαι, ότι είχαμε κατακλυστεί από μια γλυκύτητα, μια τρυφερότητα». Οι συμπατριώτες σας ενδιαφέρονται για τις απόψεις των συγγραφέων; Εχει κάποια επίδραση ο δημόσιος λόγος που αρθρώνουν οι λογοτέχνες στις ΗΠΑ;«Το ελπίζω! Γιατί η λογοτεχνία μάς επιτρέπει να μπούμε σε άλλες ζωές από τις δικές μας, να εισχωρήσουμε σε άλλες ψυχές. Οταν καταφέρνουμε να φανταστούμε τον εαυτό μας ως έναν άλλον, γινόμαστε πιο επιφυλακτικοί στο να κατακρίνουμε και να καταδικάζουμε τους άλλους. Γιατί βλέπουμε σε αυτούς την αντανάκλαση της δική μας ανθρώπινης υπόστασης, και αυτό βαθαίνει την αντίληψη που έχουμε για την ίδια την ανθρωπότητα εν γένει, τη βλέπουμε σαν μια κοινότητα περισσότερο παρά σαν έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων». Σκέφτομαι τώρα ότι πολλοί από τους ήρωές σας - καθημερινοί άνθρωποι που δοκιμάζουν τα όριά τους - θα μπορούσαν να έχουν ψηφίσει τον Ντόναλντ Τραμπ, εάν ήταν αληθινοί. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα ήταν αναγκαστικά όλοι τους κακοί άνθρωποι. Θα το έκαναν όμως... Γιατί;«Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ συνιστά μια καταστροφή για τη χώρα μας. Ακόμα προσπαθώ να το χωνέψω και να το αποδεχθώ. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι αυτό που θα μπορούσε να ωθήσει κάποιον να ψηφίσει έναν αποδεδειγμένα μισαλλόδοξο τύπο, έναν άνδρα που - κατά δική του ομολογία - κακομεταχειρίζεται τις γυναίκες, κάποιον που κοροϊδεύει τον κόσμο με το "πανεπιστήμιό" του, έναν κοινό κλέφτη όχι μόνο του εργατικού μόχθου των υπαλλήλων του αλλά και αντικειμένων που τους ανήκαν, έναν παθολογικό ψεύτη, έναν λάτρη των πλέον αιμοσταγών τυράννων, έναν αδαή που πιστεύει ότι η κλιματική αλλαγή είναι μια υποκινούμενη εξαπάτηση από την Κίνα, και τόσα άλλα... Ολα αυτά όμως ήταν γνωστά την ημέρα των εκλογών. Θέλω να πω, αυτός είναι ο Ντόναλντ Τραμπ. Και είναι συνεπής με αυτό που είναι - αυτό το αναγνωρίζω, είναι ανέντιμος και αηδιαστικός με συνέπεια. Εχει καταφέρει να εκτραχύνει απολύτως την καθημερινότητά μας στις Ηνωμένες Πολιτείες και μας έχει μετατρέψει στον περίγελο του υπόλοιπου πλανήτη. Νιώθω βαθύτατα αμήχανος και ντροπιασμένος για αυτό».Περισσότερα