Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Συνέντευξη του Δημήτρη Νόλλα με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Ο κήπος στις φλόγες».
Ο Δημήτρης Νόλλας, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Ο κήπος στις φλόγες (τρίτο μέρος της Τριλογίας του Δύσκολοι Καιροί), συνομίλησε με τον Διονύση Μαρίνο, στην εφημερίδα Ελευθερία του Τύπου.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 19 Ιουνίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Αν n Ελλάδα ήταν ένας ερασιτεχνικός θίασος. Κι αν το τέλος του έργου το οποίο ανέβαζε κατέληγε με ένα «δάσος» από φλόγες που δεν θα άφηνε τίποτα ανέπαφο πίσω του. Μήπως μια καταστροφή εμπεριέχει και τον σπόρο της δημιουργίας; Ο Δημήτρης Νόλλας, με την ολοκλήρωση της τριλογίας «Δύσκολοι καιροί», μιλάει στην «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του Τύπου» για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο κήπος στις φλόγες» και όχι μόνο. Κύριε Νόλλα, ολοκληρώνοντας την τριλογία «Δύσκολοι καιροί» μπορούμε να καταλήξουμε στο «τι είναι η πατρίδα μας;»; Το ερώτημά σας, νομίζω, αφορά περισσότερο τον αναγνώστη του βιβλίου. Για μένα, πάντως, πατρίδα μου είναι όλα όσα εξακολουθώ ακόμη να βιώνω σε αυτόν εδώ τον ευλογημένο τόπο και να ευφραίνομαι με εκείνα τα πνευματικά έργα που δημιούργησαν σε γλώσσα ελληνική οι παλαιότεροι μάστορες, οι σύγχρονοι, αλλά και οι μέλλοντες. Μέσα σας έχετε αποφασίσει αν μας έτυχαν φουρτούνες που δεν μπορούσαμε να αντέξουμε ή εμείς τις προκαλέσαμε; Μόνον οι νεκροί δεν μπορούν να αντέξουν τις φουρτούνες που τυχαίνουν. Όλες τις φουρτούνες ο άνθρωπος μπορεί να τις ξεπεράσει. Βεβαίως, όποιος τις προκαλεί πάει γυρεύοντας. Δεν νομίζετε πως εκείνος που προκαλεί φουρτούνες θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένος να πληρώσει τον λογαριασμό; Γράψετε πως ακόμη και αριστεροί, μπρος στην εξουσία, δεν δίστασαν να κάνουν το κομμάτι τους.Νομίζετε πως οι αριστεροί έχουν ανοσία στη λατρεία της εξουσίας; Πως είναι άγγελοι που βρίσκονται εκτός του κόσμου τούτου; Οι ήρωες σας μετέχουν σε έναν ερασιτεχνικό θίασο. Θα έλεγε κανείς πως δεν είναι τυχαία η επιλογή. Σαν αυτός ο θίασος να συμβολίζει την Ελλάδα. Όχι, δεν είναι τυχαία επιλογή. Σε μια μυθιστορηματική κατασκευή το τυχαίο ελέγχεται. Ακόμη και το τελετουργικό κάψιμο στο τέλος του βιβλίου δείχνει πως μόνο μια καταστροφή μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα αρχή. Το πιστεύετε αυτό; Πιστεύω αυτά που γράφω και αναλαμβάνω πάντα την ευθύνη τους. Πιστεύω, λοιπόν, πως όταν ξεφεύγουμε από το μέτρο, είναι πάντα η καταστροφή που έρχεται. Έτσι συμβαίνει στην κοινωνία, όπως και στη φύση. Ένα νέο ξεκίνημα έρχεται πάντα να θεραπεύσει το κακό μιας καταστροφής. Δεν είναι και το τέλος του κόσμου μια καταστροφή, πιστεύω. Αρκεί να θυμάται κανείς, για να μείνουμε στη σύγχρονη Ιστορία μας, το 1897, το 1922, αλλά και ολόκληρη τη δεκαετία του '40. Προσωπική ευθύνη για το πώς φτάσαμε εδώ υπάρχει; Για πολλά χρόνια το «μαζί τα φάγαμε» αποτέλεσε αιχμή έντονης διαμάχης. Χωρίς προσωπική ευθύνη δεν έχουμε άνθρωπο, έχουμε μάζα απρόσωπη. Αυτό που έκανε εξωφρενικό τον εν λόγω αφορισμό ήταν πως εκστομίστηκε από πολιτικό άρχοντα, ο οποίος δεν είχε το σθένος, την ίδια στιγμή που το 'λεγε, να βάλει μετάνοια και να ζητήσει συγγνώμη από όλα εκείνα τα πρόβατα που τον ακολουθούσαν και τον ψήφιζαν, επωφελούμενοι των παροχών που τους επιδαψίλευε (με δανεικά χρήματα, να μην το ξεχνάμε). Γι' αυτό και «αποτέλεσε αιχμή έντονης διαμάχης», όπως λέτε, επειδή ο αφορισμός εκείνος πόνεσε, καθώς έβαζε τον καθέναν μας μπροστά στην προσωπική του ευθύνη. Μία επιπλέον απόδειξη πως ο λόγος αυτός ανταποκρινόταν σε μια πραγματικότητα. Τέτοια λόγια όμως απαιτούν αντρειοσύνη, που δεν την είχε ο συγκεκριμένος. Και έκανε καλά όταν λίγο μετά αποσύρθηκε από την πολιτική. Ας του το αναγνωρίσουμε. Η κυβερνώσα Αριστερά αποδείχθηκε λίγη ή καθόλου Αριστερά; Ή, τελικά, τα καταφέρνει; Τι πιστεύετε; Αριστερά ξε-αριστερά, πολλή ή λίγη, είναι υποχρεωμένη να διαχειριστεί τα κοινόχρηστα της πολυκατοικίας. Το σημαντικότερο πάντως είναι πως, για την ώρα τουλάχιστον, δεν ψαχουλεύει τις ψυχές μας, αλλά το πορτοφόλι μας. Οι δύσκολοι καιροί δίνουν καλά έργα Τέχνης; Η λογοτεχνία χρειάζεται «κρίσεις» για να ανθήσει; Νομίζω πως, ούτως ή άλλως, τα έργα Τέχνης είναι καρποί πνευματικής κρίσης. Το κίνημα του παρτακισμού (έξοχος νεολογισμός) εξακολουθεί να υφίσταται και στις μέρες της κρίσης; Σε συνθήκες ακραίες, όπως είναι μια κρίση σαν αυτή που βιώνουμε, ο εγωισμός («φιλοτομαρισμός» είναι ένας δόκιμος όρος) μετεξελίσσεται στο κίνημα του «παρτακισμού». Γενικεύεται δηλαδή το πρωτόγονο αίσθημα πως είμαι το κέντρο του κόσμου και άρα μόνον η προσωπική μου επιβίωση θα κάνει τον κόσμο να συνεχίσει να υπάρχει. Από τη δική μου σωτηρία και μόνον θα εξαρτηθεί και αυτή του Σύμπαντος. Οι άλλοι δεν υπάρχουν. Δεν τους βλέπω, δεν τους καταλαβαίνω, ούτε τους συναισθάνομαι σαν συγγενικά μου πλάσματα του θεού. Καταλαβαίνετε πως τότε έχουμε ήδη εισέλθει στον προθάλαμο της προϊστορικής ζούγκλας. Κι αν αυτό σας ακούγεται υπερβολικό, άντε, στον προθάλαμο του τρελοκομείου. Είμαστε ένας οργισμένος λαός, κύριε Νόλλα; Δεν ξέρω. Το ανησυχητικό, πάντως, είναι πως ελάχιστοι από μας οργίζονται με τα έργα τα δικά τους, με τις ίδιες τις επιλογές του. Αυτό που ξέρω είναι πως, έτσι κι αλλιώς, ο οργισμένος δύσκολα βρίσκει «λύση στο δράμα του».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ιουλίτα Ηλιοπούλου: «Ο Ελύτης δεν έχανε ποτέ το ανθρώπινο μέτρο».
Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, με αφορμή την έκδοση της πεντάγλωσσης ανθολογίας “Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!” του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού, αλλά και τη συμπλήρωση 21 ετών από τον θάνατο του κορυφαίου Έλληνα νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Γιάννη Χατζηγεωργίου στο πολιτιστικό ένθετο Φιλgood της εφημερίδας Φιλελεύθερος στην Κύπρο.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 12 Μαρτίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:21 χρόνια μετά το θάνατο του κορυφαίου Έλληνα νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, που απεβίωσε στις 18 Μαρτίου 1996, η σύντροφος και συνοδοιπόρος του στη ζωή, ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου, φωτίζει όσα αθέατα ταυτίστηκαν όλα αυτά τα χρόνια με την ύπαρξη και την τέχνη του.Πού βρίσκεται σήμερα η ποίηση, κυρία Ηλιοπούλου; Εκεί που βρισκόμαστε εμείς, θα σας πω, μ’ ό,τι αυτό σημαίνει. Είναι, άλλωστε, μία πολύ εσωτερική λειτουργία μέσα μας, που ενώ μοιάζει να ακολουθεί τις ανησυχίες μας, συχνά τις υπαγορεύει, ενώ μοιάζει να αποτυπώνει στη γλώσσα τις σκέψεις μας, συχνά τις προκαλεί. Είναι ενέργεια, δύναμη, για τον γράφοντα ίσως, για τον αποδέκτη σίγουρα –και είναι εκεί, αθέατη ή ορατή, μαζί του.Ποια είναι η διαφορά τού να γράφει κανείς ποιήματα απ’ το να ζει ποιητικά –ή ακόμη και να εντάσσει τον εαυτό του στην ποιητική λειτουργία; Για μένα ποίηση, ποιητική λειτουργία και τέχνη είναι σχεδόν ταυτόσημα. Αλλάζει κάθε φορά ο κώδικας έκφρασης: γλώσσα όταν γίνεται ποίηση, ήχος όταν γίνεται μουσική κ.λπ. Το να ζεις ωστόσο ποιητικά, όπως λέτε, εάν δεν ταυτιστεί με την έννοια που έδωσε ο Χαίλντερλιν όταν έγραφε «όλο μόχθους και όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω στη γη ετούτη» και ερμηνευτεί με την τρέχουσα παραφθαρμένη σημασία, δεν ξέρω εάν έχει κάποια σχέση με το βαθύτερο νόημα της ποιητικής λειτουργίας. Αυτής που απαιτεί εγρήγορση, μετασχηματισμό, τόλμη, αυθαιρεσία ενίοτε, αφοσίωση, αγώνα, επιμονή. Το να ζει κανείς μέσα σ’ αυτή τη συνεχή αναμόχλευση του νου και της ψυχής του, στη συνεχή εγρήγορση, ναι, θα μπορούσε αυτό να είναι αληθινά ποιητικό!Ποιο είναι το λίγο και ουσιώδες της ζωής, σύμφωνα με τον Οδυσσέα Ελύτη, «του ολίγου και ακριβούς»; Μα, η ίδια η ζωή στη στοιχειακή της αλήθεια, στην καθαρότητα των πηγών της, στη διαύγεια των αισθημάτων, στο μεγαλείο της σκέψης, στη δύναμη της ψυχής, στην ανάγνωση των μυστικών της σημάτων.Ο ίδιος πώς ζούσε στην καθημερινότητά του; Και με ποιο τρόπο μετουσίωνε απλά, καθημερινά πράγματα, σε ποίηση; Όπως η ποίηση είναι υπέρβαση, άρση των αντιθέσεων, ελεύθερη, συνδυαστική φαντασία, αλλά και τάξη και οριοθέτηση, έτσι και ο ποιητής μπορεί να γίνεται παραγωγός θαυμάτων, αλλά συνάμα είναι και ένας επίμονος καλλιεργητής, με «λογισμό και μ’ όνειρο» οπλισμένος. Ο Ελύτης ζούσε με τάξη και πρόγραμμα, με αφοσίωση στη δουλειά του, πάντα πολύ απλά. Δεχόταν τα ερεθίσματα αναμφίβολα, αλλά ο θεματικός πυρήνας των ποιημάτων του δεν ήταν ανιχνεύσιμος –τις περισσότερες φορές και σε πρώτο επίπεδο– μέσα στην τρέχουσα πραγματικότητα. Μία ιδιαίτερα εσωτερική διαδικασία νοηματοδοτούσε τα θέματά του και τα μετουσίωνε γλωσσικά. Φωτογραφία: Αλεξάνδρα Αργύρη«Μόνος κυβέρνησα τη θλίψη μου… Μόνος απέλπισα το θάνατο…». Συνηθίζεται εμείς, οι αναγνώστες των ποιητών, να τους φανταζόμαστε –έξω από κάθε κοινωνικότητα– μέσα στη μοναξιά τους, να δημιουργούν, να μελαγχολούν, να πέφτουν μόνοι και να ορθώνουν έπειτα ξανά το ανάστημά τους, αντλώντας θάρρος από μία μυστική δύναμη που πηγάζει απ’ το μέσα τους. Έτσι λειτουργούσε και ο Ελύτης; Είναι άλλο η πνευματικότητα και άλλο η αντικοινωνικότητα, άλλο η εσωτερικότητα και άλλο η μελαγχολία. Ο Ελύτης δεν είχε καλή σχέση με τη μελαγχολία, ούτε με την απομόνωση. Είχε αγάπες, φίλους και συνεργάτες σε όλο τον βίο του και πάντοτε έπαιρνε μία στάση θετική απέναντι στη ζωή, με όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες της. Η στόχευσή του στο ουσιώδες, η βαθιά του πίστη στη δύναμη της ποιητικής τέχνης, η διαρκής αναζήτηση του καίριου, αποτελούσαν τρόπο ζωής, δράσης και αντίδρασης στις δυσχέρειες.Πώς εργαζόταν ο ποιητής; Πόσες ώρες αφιέρωνε καθημερινά στην ποίησή του; Ο ρυθμός της καθημερινότητας και της εργασίας, έτσι κι αλλιώς, αλλάζει ανάλογα με τις διαφορετικές φάσεις ζωής μας. Ο Ελύτης δούλευε πάντα στα γραφτά του, είτε ήταν ποίηση είτε πεζά. Όταν αφοσιωνόταν σε ένα έργο δούλευε συστηματικά από το πρωί, με μικρές διακοπές για τη διευθέτηση πρακτικών θεμάτων. Οι ώρες της νύχτας ήταν πάντα οι πιο αποδοτικές.Προτιμούσε ο ίδιος τη μέρα και το φως απ’ το σκοτάδι, αν και συνηθίζεται οι ποιητές να εμπνέονται απ’ αυτό; Ο Ελύτης δόμησε ολόκληρο το έργο του με άξονα το φως, διαμόρφωσε μία «ηλιακή μεταφυσική» –δεν μιλούμε απλώς για μία φυσική προτίμηση, αλλά για μία πολυσήμαντη έννοια. Απαιτούσε απόλυτη σιωπή όταν έγραφε; Απομονωνόταν; Αγαπούσε την ησυχία τις ώρες δουλειάς, αλλά τίποτε απόλυτο ή εξεζητημένο. Η απομόνωση άλλωστε δεν ήταν στον χώρο, αλλά στην εσωτερική διαδικασία του στοχασμού.Ακόμη και όταν δεν έγραφε, αισθανόσασταν ότι ήδη έγραφε στο μυαλό του τα επόμενά του έργα; Πάντα οι σκέψεις, οι λέξεις, οι ιδέες κυκλοφορούν. Βέβαια, δεν γράφει κανείς μόνο την ώρα που πιάνει την πένα. Πολλές φορές τον απασχολούσε ένας στίχος, μια λέξη που έλειπε, και που μπορούσε να τη βρει σε ανύποπτο χρόνο εκτός της διαδικασίας γραφής.Υπήρχαν έργα που αγαπούσε ιδιαίτερα, δικά του ή άλλων; Ο ίδιος αγαπούσε να προχωρά στο επόμενο. Να αλλάζει φόρμα παραμένοντας ο ίδιος. Δεν αναφερόταν επιλεκτικά σε έργα του. Αντιθέτως, αναφερόταν συχνά στον Διονύσιο Σολωμό ή τον Χαίλντερλιν.Ποιος μπορούσε να ονομαστεί ποιητής κατά τη γνώμη του; Νομίζω ότι το έργο, και ο χρόνος εντέλει, η ιστορία, απονέμουν τίτλους και ονόματα. Οι επιλογές του Ελύτη στα πεζά κείμενά του δίνουν το μέτρο, δίνουν με απόλυτη σαφήνεια το εύρος αλλά και την ειδοποιό διαφορά της σημασίας «ποίηση» και κατ’ επέκταση «ποιητής».Η ανθρώπινη ευαισθησία και η πνευματικότητα του Οδυσσέα Ελύτη πώς συνδυαζόταν με τη διανοητική δύναμη της σκέψης του, με τη ρωμαλέα αλλά ταυτόχρονα λυρική γραφή του; Δεν βλέπω τίποτε το αντιφατικό σε όσα αναφέρετε. Πνευματικότητα και διανοητική δύναμη, λυρισμός και ευαισθησία, είναι ζεύγη συμπληρωματικά και αμφίδρομα, καλοί αγωγοί της ενέργειάς τους.Ο κόσμος, γιατί ενώ είναι μικρός είναι ταυτόχρονα και μέγας, όπως είναι και ο τίτλος της εξαιρετικής έκδοσης του Ίκαρου που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε επιμέλεια δική σας; Αυτός ήταν και ο κόσμος του Οδυσσέα Ελύτη; Τα μικρά, ταπεινά στοιχεία του κόσμου τούτου είναι αυτά που έχουν τη μέγιστη σημασία, αξία και διάρκεια. Είτε πρόκειται για ένα φύλλο μέντας, για μια ακρογιαλιά, μία λέξη ή μία αγκαλιά. Ο κόσμος των μικρών μονάδων που παρουσιάζεται στο «Δοξαστικόν», για παράδειγμα, αποτυπώνει ταυτόχρονα το μεγαλείο του μυστηρίου της ύπαρξης και το ουσιώδες της δικής του ελληνικής ταυτότητας.Μιλήστε μας γι’ αυτή την καινούρια έκδοση: «“Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!” του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος… Πρόκειται για πορτρέτο του ποιητή, για μια σύντομη και ουσιαστική περιπλάνηση στον αυτοβιογραφικό και δοκιμιακό λόγο του Ελύτη, μαζί με μία ανθολόγηση χαρακτηριστικών ποιητικών μονάδων που ιχνογραφούν στα μάτια του μυημένου ή και κυρίως του αμύητου αναγνώστη, τις ποιητικές του αρχές, το αξιακό του σύστημα. Εικαστικά έργα του ποιητή, τέμπερες και συνεικόνες, φωτογραφικό υλικό, κοσμούν την έκδοση, που περιλαμβάνει όχι μόνο την εικόνα, αλλά και τον ήχο της ποίησης. Απαγγελίες, μουσικές συνοδείες παράλληλα με τον λόγο, αλλά κυρίως μελοποιημένη ποίηση του Ελύτη από τον Γιώργο Κουρουπό, αποτυπώνονται στα δύο cds που περιλαμβάνει. Πρόκειται για μια σπουδαία μελοποίηση, που επιτυγχάνει να προσφέρει όλη την απόλαυση του ευφρόσυνου λυρικού ακούσματος μέσα από γοητευτικά τραγούδια, αλλά και να δείξει τη βαθιά σχέση λέξης και μουσικής φράσης, κι έτσι να οδηγήσει τον ακροατή βαθύτερα στη μαγεία του ποιητικού κόσμου. Παράλληλα, όλο αυτό το υλικό ποιητικού και πεζού λόγου μεταφέρεται σε τέσσερις άλλες γλώσσες. Μεταφράσεις σε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά περιλαμβάνονται σ’ αυτή την πεντάγλωσση ανθολογία.Τη μαγεία αυτή του Οδυσσέα Ελύτη πώς την ανακαλύψατε εσείς; Ποιο ήταν δηλαδή το σημείο εκείνο που ο Οδυσσέας Ελύτης έγινε ο σημαντικότερος όλων για σας προσωπικά, για την καθημερινότητά σας, για την παρουσία του –ακόμη και εν τη απουσία του σήμερα; Η πρώτη ουσιαστική συνάντησή μου μαζί του, με το έργο του εννοώ, έγινε όταν ήμουν μαθήτρια και διάβασα τα «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας». Από μία συλλογή ιδιότυπη, μπορεί να πει κανείς, ποιημάτων θεωρίας, προσέγγισα μετά και τον λυρισμό και τον φιλοσοφικό στοχασμό και τη μαγεία της γλώσσας του. Η συνάντηση αυτή συνεχίζεται –η επαφή και μελέτη του έργου του εννοώ.Ποιες ήταν ωστόσο οι δυσκολίες τού να συμβιώνετε με μία από τις σημαντικότερες μορφές πνευματικότητας της Ελλάδας; Ο Ελύτης δεν έχανε ποτέ το ανθρώπινο μέτρο. Ζούσε απλά, εφαρμόζοντας στη ζωή του αρχές του έργου του, ζούσε τιμώντας το λίγο και ακριβές, το ουσιαστικό, το ταπεινό που μπορεί να είναι ανεκτίμητο. Είχε μεγάλη ενέργεια, θετική στάση απέναντι στη ζωή, σεβασμό για τον άλλο. Έδινε χώρο σε όσους αγαπούσε, ενδιαφερόταν να βρει ο άλλος τον δικό του δρόμο. Αυτά όλα είναι πολύτιμα σε μία συνύπαρξη.Σε ποιες στιγμές βρίσκεται παρών στη ζωή σας σήμερα;Μα, οι άνθρωποι που αγαπούμε ζουν μέσα μας έτσι κι αλλιώς. Ο Ελύτης μάλιστα είναι διαρκώς παρών. Μην ξεχνάτε ότι ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς μου –εκτός της προσωπικής μου γραφής– έχει σχέση με το έργο του. Μελετώ το έργο του, συνεργάζομαι με μεταφραστές και μελετητές γι’ αυτό, απαγγέλλω ποίησή του.Ο Ελύτης ήταν επίσης ο ποιητής που ύμνησε όσο λίγοι με την τέχνη του την Ελλάδα, τις ομορφιές της, τα νησιά… Ποια ήταν η δική του σχέση με τη θάλασσα, τα ταξίδια, ποια νησιά αγαπούσε;Ο νησιωτισμός στην ποίησή του είναι ένα ιδιαίτερο θέμα, που υπάρχει και εξελίσσεται σε όλο το έργο του. Πρόκειται απλά, θα έλεγα, για την ταυτότητα του Έλληνα, πρόκειται για το δακτυλικό αποτύπωμά του, αποτύπωμα που δημιούργησε η τέχνη, η ιστορία, η φυσική διαμόρφωση. Ο Ελύτης ταξίδευε αρκετά στα ελληνικά νησιά. Οι Σπέτσες, ως τόπος καλοκαιρινής διαμονής των παιδικών του χρόνων, διαμόρφωσαν, θα έλεγα, τη νησιωτική του συνείδηση. Αργότερα οι Κυκλάδες βέβαια ήταν προορισμός εξερεύνησης, μια και πρόλαβε αυτά τα νησιά σε παρθένα κατάσταση.Ξεχώριζε την Κύπρο απ’ την Ελλάδα;Αγαπούσε την Κύπρο –πέρα από το γεγονός ότι υπήρξε το καταφύγιό του για κάποιους μήνες στην περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα– τιμούσε την ιστορία της, θαύμαζε την εργατικότητα πολλών Κυπρίων, αγωνιούσε για την τύχη της. Πώς να ξεχωρίσει την Κύπρο απ’ την Ελλάδα, που με ρωτάτε, αφού, όπως έγραψε, «όπου γλώσσα πατρίς»;Εκείνος αντιλαμβανόταν το μέγεθος της σπουδαιότητάς του;Δεν είχε οίηση, εάν αναφέρεστε σε κάτι τέτοιο.Ούτε όταν του απονεμήθηκε το Νόμπελ πίστεψε πως ήταν πράγματι σημαντικός και αξιομνημόνευτος; Το Νόμπελ δεν άλλαξε κάτι στη ζωή του. Του απέσπασε ίσως δύο χρόνια δουλειάς, γιατί ήταν αναγκασμένος να ανταποκριθεί σε κάποιες προτάσεις, να διαχειριστεί μια τεράστια αλληλογραφία, να πραγματοποιήσει ταξίδια. Με την ίδια όμως αφοσίωση με πριν, μόλις κόπασε ο μεγάλος θόρυβος του Νόμπελ, επέστρεψε στο ίδιο, μικρό του γραφείο, στα γραφτά του, πολεμώντας αυτό «το Δεν και το Αδύνατον του κόσμου ετούτου».«Μ’ ένα τίποτα έζησα / μονάχα οι λέξεις δε μου αρκούσαν…». Σε ποιες περιπτώσεις του αρκούσαν μοναχά οι λέξεις –και μόνο αυτές; Οι λέξεις δεν αρκούν ποτέ, γιατί συνεχίζουμε και γράφουμε και αναζητούμε μία νέα διατύπωση, μία διαφορετική αποτύπωση μιας καινούριας σκέψης.Είχε φίλους; Του άρεσαν οι συναναστροφές;Ή και σ’ αυτό ήταν ιδιαίτερα –και πολύ– επιλεκτικός; Και βέβαια είχε φίλους. Στενοί του φίλοι υπήρξαν αίφνης ο Εμπειρίκος, ο Μόραλης, ο Γκάτσος και πολλοί άλλοι. Ο Ευάγγελος Λουίζος, για παράδειγμα, ο εκδότης ο Νίκος Καρύδης, ο Τάκης Χορν. Διατηρούσε φιλίες μάλιστα και από την εποχή του Πανεπιστημίου, φιλίες που κράτησε ως το τέλος της ζωής του.Σημαντικό κομμάτι της ποίησής του είναι και ο έρωτας. Πώς τον αντιλαμβανόταν; Ως έναν ακόμη θεό; Ως κάτι αθώο; Ως κάτι που όταν συμβαίνει σιωπούν όλα τα άλλα της ύπαρξης;Ο έρωτας είναι ένα πρωταρχικό στοιχείο στο έργο του, που διαχέεται στη γραφή του, που υπάρχει είτε ως ερωτική σύλληψη του κόσμου, είτε ως αισθήσεις επεξεργασμένες πνευματικά, είτε ως φυσική προσέγγιση. Είναι ό έρωτας μες «στην αγκαλιά ο ένας του άλλου», αλλά και η πίστη «ότι ο έρωτας δεν είναι αυτό που ξέρουμε μήτε αυτό που οι μάγοι διατείνονται. Αλλά ζωή δεύτερη ατραυμάτιστη στον αιώνα».Υπήρξατε, κυρία Ηλιοπούλου, το λεπτοκαμωμένο εκείνο κορίτσι με τα μακριά μαύρα μαλλιά, πάντα δίπλα στον ποιητή και στις λογοτεχνικές παρέες. Τι κρατάτε σήμερα στη μνήμη σας από όλες αυτές τις εικόνες; Αυτό που κρατώ δεν είναι μνήμη, αλλά είναι η επιθυμία να υπάρχω με την ίδια καθαρότητα, σεβασμό και αγάπη απέναντι στα δημιουργήματα του νου και της τέχνης –απέναντι στη ζωή.Εσείς πότε συναντηθήκατε με την ποίηση; Εάν εννοείτε πότε άρχισα να γράφω, αρκετά μικρή, στο δημοτικό σχολείο.Πόσο άλλαξε η οπτική σας απέναντί της αφότου «γνωρίσατε» τον Ελύτη; Τον Ελύτη τον γνώρισα νωρίς στη ζωή μου. Για μένα τότε και τώρα αποτελούσε και αποτελεί την πραγμάτωση της θαυμαστής πληρότητας περιεχομένου και έκφρασης –σας το λέω όπως το εξέφραζα τότε, μαθήτρια.Από όσα σας έλεγε κατά καιρούς, ποιο είναι εκείνο που θα κρατούσατε για τη σημερινή εποχή; Απ’ όσα μας έλεγε, σε όλους, και μας λέει καθημερινά μέσα απ’ το έργο του, ας κλείσουμε με την προτροπή να αναζητήσουμε μες στην πραγματικότητά μας «το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος».Μάθετε περισσότερα για την πεντάγλωσση ανθολογίας “Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!” του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Χρήστος Γιανναράς: «Είμαστε σκλάβοι των “εφφέ”, των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών “ειδήσεων”».
Ο Χρήστος Γιανναράς, με αφορμή την έκδοση των δυο πιο πρόσφατων βιβλίων του Οντολογία του προσώπου (Προσωποκεντρική οντολογία), και Ενθάδε-Επέκεινα (Απόπειρες οντολογικής ερμηνευτικής), συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Γιάννη Χατζηγεωργίου στο περιοδικό Φιλgood της εφημερίδας Φιλελεύθερος στην Κύπρο.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Ο φιλόσοφος, πανεπιστημιακός, στοχαστής και ―κυρίως― ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες πνευματικούς ανθρώπους της Ελλάδας συνεχίζει, σε μία από τις σπάνιες του συνεντεύξεις, να παραμένει αιχμηρός, τολμηρός, ενίοτε και «αιρετικός», θέτοντας με παρρησία νέα ερωτήματα για σκέψη σε κάθε του απάντηση.Το σαλόνι του συγγραφέα και ενός από τους σημαντικότερους για το δημόσιό του λόγο και τα συγγράμματά του σύγχρονου Έλληνα στοχαστή, φιλόσοφου και καθηγητή φιλοσοφίας (στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά έχοντας διδάξει φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο, πολιτική φιλοσοφία και πολιτιστική διπλωματία σε πανεπιστήμια του Παρισιού -είναι, άλλωστε, διδάκτωρ φιλοσοφίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης-, της Γενεύης, της Λωζάνης, της Νέας Υόρκης, της Βοστώνης, του Βελιγραδίου κλπ) δεν είναι γεμάτο από βιβλία, μελέτες -πόσω μάλλον από την πλούσια, δική του, βιβλιογραφία- αλλά, αντίθετα, από κορνιζαρισμένες φωτογραφίες αγαπημένων του προσώπων, αναμνήσεις από κάποια ταξίδια του, από μικρά, αλλά, σίγουρα, πολύτιμα, για εκείνον, αντικείμενα. Είχε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ Παρασκευής που συναντηθήκαμε, στο μικρό δρομάκι που ζει και εργάζεται, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, στη Νέα Σμύρνη. «Είχαν δίκιο οι παλιοί που έφτιαχναν τα σπίτια με μικρά παράθυρα και όχι τζαμαρίες», μου ανέφερε κάποια στιγμή χαμογελώντας. Με κέρασε ούζο μαστίχα, έβαλε κι εκείνος ένα ποτήρι – «είναι ό,τι πρέπει γι’ αυτές τις θερμοκρασίες», είπε και κάθισε στην πολυθρόνα, πλάι στο τζάκι. Με ρώτησε κάποια πράγματα για την Κύπρο, μου ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα πολιτικών επιχειρηματολογώντας για την καλή ή κακή γνώμη που είχε για ορισμένους, καταλήγοντας πως «το άδειο μας το πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει» και μένοντας για λίγο σιωπηλός. «Ο Σαββόπουλος ήταν καίριος με αυτό του το στίχο», κατέληξε.Γράψατε πριν από λίγες μέρες σε ένα κείμενό σας: «Στην ελλαδική κοινωνία τίποτε δεν καινουργείται με το πέρασμα του χρόνου. H απροκατάληπτη, στοιχειωδώς ρεαλιστική σκέψη αποκλείει και την ελπίδα. Ξέρουμε την ανθρώπινη ποιότητα των διαχειριστών της ζωής μας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και λειτουργιών του δημόσιου βίου, τους νόμους της ζούγκλας που κυριαρχούν στο πολυ-υμνημένο πολιτισμικό μας “παράδειγμα”. Όλα αποκλείουν την ελπίδα». Επομένως να περιμένουμε την απόλυτη καταστροφή στο μέλλον; Και μέχρι ποιου σημείου;Αυτό που προσωπικά συμπεραίνω, κύριε Χατζηγεωργίου, από την Ιστορία και την ανθρώπινη εμπειρία, είναι ότι μόνο η ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας μπορεί να γεννήσει την έκπληξη μιας ανάκαμψης. Οι ελπίδες των Ελλήνων το 1821 ήταν μηδενικές: η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε συντριπτική υπεροπλία και η εξουσιαστική ισχύς της «Ιεράς Συμμαχίας» στον ευρωπαϊκό χώρο απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης ενάντια στις κατεστημένες ισορροπίες. Ανάλογη συντριπτική ανισότητα υπήρχε και στην αναμέτρηση των Ελλήνων με τις «Δυνάμεις του Άξονα» το 1940. Και στις δύο περιπτώσεις η έκπληξη γεννήθηκε από τον συνεπή και ολοκληρωτικό απελπισμό των Ελλήνων: ήξεραν τι κινδύνευαν να χάσουν και τους ήταν αδιανόητο να το χάσουν. Σήμερα γαντζωνόμαστε στην «αισιοδοξία» –δεν τολμάμε να απελπιστούμε, γιατί δεν έχουμε τίποτα πολύτιμο να υπερασπίσουμε. Το πιο πολύτιμο σήμερα για μας είναι τα «ατομικά δικαιώματά» μας και η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας. Όμως αυτά μπορούμε λίγο-πολύ, να τα διατηρήσουμε και υπόδουλοι –στους Τούρκους ή στις «Αγορές».«Mοιάζει η “κρίση” αυτή τη φορά να μην είναι περιπτωτική και περιστασιακή, πολλά, πάμπολλα σημάδια μαρτυρούν μάλλον μιαν ακατάσχετη δυναμική ιστορικού τέλους του Eλληνισμού». Ακούγεται τρομακτικό αυτό που γράφετε –η αναφορά σας σε «τέλος». Σα να έχει χαθεί κάθε ίχνος ελπίδας, αισιοδοξίας για το μέλλον…Σας φαίνεται ίσως υπερβολή η αναφορά σε ιστορικό τέλος. Σκεφθείτε όμως: υπάρχει σήμερα κάποιο στοιχείο, κάποιο προσόν, που χαρίζει η ελληνικότητα στον Έλληνα (τον Ελλαδίτη ή τον Κύπριο ή τον απόδημο) και που είναι τόσο πολύτιμο, ώστε χωρίς αυτό η ζωή του να μην έχει πια νόημα; Άρα, ένα στοιχείο για το οποίο είναι έτοιμος να πεθάνει, για να μην το χάσει; Όταν οι Κύπριοι πολιτικοί σήμερα παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων, ή όταν οι ελλαδίτες πολιτικοί παραδίδουν τη χώρα τους σε ταπεινωτική επιτροπεία, δηλαδή σε ολοσχερή απεμπόληση της εθνικής ανεξαρτησίας, κυριαρχίας, αυτοδιάθεσης, σας σκανδαλίζει να μιλάμε για «ιστορικό τέλος» του Ελληνισμού;Μιλώντας για «τους Κύπριους πολιτικούς που παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων», αναφέρεστε και στο «τέλος του κυπριακού ελληνισμού» στο οποίο ορισμένοι υπερθεματίζουν από την αρχή σχεδόν των τελευταίων -κρίσιμων- συνομιλιών για το κυπριακό;Δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα, αναφέρομαι στο γεγονός των «διαπραγματεύσεων». Στον αδιανόητο παραλογισμό ένα ανεξάρτητο, υποτίθεται, κράτος, μέλος της Ε.Ε, με δημοκρατική εκλεγμένη ηγεσία, να παζαρεύει τον αυτοχειριασμό του, την υποταγή του στις εξωφρενικές απαιτήσεις μιας εγχώριας μειοψηφίας και στους εκβιασμούς από τους καταδικασμένους από όλους τους Διεθνείς Οργανισμούς βάναυσους κατακτητές. Ο Ελληνισμός έχει όλα τα δίκια με το μέρος του και, δυστυχώς, εκλέγει ηγέτες με σπιθαμιαίο ανάστημα για να υπερασπίσουν αυτά τα δίκια.Τι πρέπει να γίνει, επομένως, γενικότερα, για να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση –αν αλλάζει; Πρέπει να συμβούν σαρωτικές αλλαγές, δομικές; Εκτός του κράτους και των πολιτών;Με δεδομένη σήμερα τη θανατερή παρακμή του Ελληνισμού, είναι ουτοπικό να συζητάμε το τι «πρέπει» να γίνει. Έστω και αν συμφωνήσουμε σε κάποια «πρέπει» (που μοιάζει αδύνατο), ποιος θα τα επιβάλει στη συνέχεια; Τα κωμικά ανθρωπάρια που μας κυβερνούν; Τα δικαστήρια; Η αστυνομία;Οι πολίτες, ωστόσο, δεν φέρουν την κύρια ευθύνη για ό,τι συμβαίνει σήμερα, κύριε Γιανναρά; «Το εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας», γράφετε…Για ποιους πολίτες μιλάμε που φέρουν την ευθύνη της ατίμωσης και καταστροφής; Τα τελευταία 43 χρόνια -από το 1974- η εκπαιδευτική πολιτική, σε Ελλάδα και Κύπρο, μεθοδεύει συστηματικά την αγλωσσία και ακρισία των μαζών (πασίγνωστο ότι άνθρωποι χωρίς γλώσσα είναι άνθρωποι χωρίς σκέψη), την τέλεια διαστροφή της ιστορικής τους συνείδησης. Και η ραδιοτηλεοπτική λοιμική συμπληρώνει και ολοκληρώνει την εξαθλίωσή τους. Διότι μόνο ψηφοφόροι με χαμένη τη λογική τους, την κρίση τους και την αξιοπρέπειά τους, είναι δυνατό να συντηρούν ένα τόσο ευτελισμένο πολιτικό προσωπικό όσο αυτό που εκπροσωπεί τον Ελληνισμό, ελλαδικό και κυπριακό, τις τελευταίες δεκαετίες –με αλησμόνητη εξαίρεση πανελληνίως τον Τάσο Παπαδόπουλο. Αν έχει ευθύνη ο ελληνικός λαός για την καταστροφή και τη ντροπή όπου είναι σήμερα βυθισμένος, η ευθύνη του εντοπίζεται μόνο στο ότι δεν επαναστάτησε. Αλλά ακόμα και το ενδεχόμενο της εξέγερσης το ατίμασε και το γελοιοποίησε ο μηδενισμός και αμοραλισμός των τάχα «αριστερών προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών δυνάμεων».Τι εννοείτε όταν αναφέρεστε σε «επανάσταση» και «εξέγερση»;Ένοπλες επαναστάσεις, όπως καταλαβαίνετε, είναι πια αδύνατον να συμβούν. Εννοώ, να αντιδράσουν οι βασικοί θεσμοί λειτουργίας της συλλογικότητας: οι δικαστικές αρχές, οι πανεπιστημιακές Πρυτανείες, οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι εκπαιδευτικοί κάθε σχολείου, τα ιδρύματα και σωματεία πολιτισμού, να βγουν οι πολίτες στους δρόμους και να διαδηλώσουν την πίστη τους στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια. Δεν είναι δυνατόν να διακυβεύεται η ανθρωπιά των ανθρώπων και να τη διαπραγματεύονται πολιτικοί στους οποίους ποτέ κανείς δεν θα ανέθετε ούτε τη διαχείριση ενός περιπτέρου.Μήπως οι Έλληνες «πάσχουν» από ανωριμότητα, παρελθοντολογία, επιπολαιότητα στο χειρισμό δύσκολων καταστάσεων και «κακομαθησιά», σε σχέση με άλλους λαούς, όπως τους «κατηγορούν»; Μήπως το «ένδοξο παρελθόν» έκανε εν τέλει κακό στους σημερινούς κατοίκους της Ελλάδας;Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά, ακριβώς όπως όλοι οι τριτοκοσμικοί απελεύθεροι, που τους γυαλίζουν οι χάντρες και τα καθρεφτάκια. Την πρόταση πολιτισμού που κόμισε και κομίζει ο Ελληνισμός στην ανθρωπότητα ούτε την καταλαβαίνουμε ούτε μας ενδιαφέρει –μας ενδιαφέρει μόνο το πρόστυχο κιτς που παράγει το Ελλαδέξ (ελλαδικό και κυπριακό) για τους τουρίστες. Ρωτήστε έναν βουλευτή του ΑΚΕΛ ή της «Νέας Δημοκρατίας» να σας απαντήσει: γιατί ο Παρθενώνας είναι μνημείο σημαντικότερο από τον Πύργο του Άιφελ ή από το Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντινγκ; Όταν από τη γενιά του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, των Καραολή και Δημητρίου, του Γρηγόρη Αυξεντίου ή από τη γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Τσαρούχη, του Μάνου Χατζηδάκι, μας χωρίζουν ελάχιστες δεκαετίες, σε ποιους παράγοντες μπορούμε να αποδώσουμε τη ραγδαία κατρακύλα του Ελληνισμού στον σημερινό εφιάλτη; Είναι περισσότερο από φανερό ότι σε μία χρονική περίοδο όπου η εξέλιξη της τεχνολογίας δημιούργησε πρωτοφανείς δυνατότητες εξουσιασμού των μαζών, τις δυνατότητες αυτές τις εκμεταλλεύτηκαν, σε κυρίως Ελλάδα και Κύπρο, άνθρωποι με ποιότητα τραγικά χαμηλή.Τι σχέση έχουν, πιστεύετε, οι Έλληνες της Ελλάδας με τους Έλληνες της Κύπρου; Πολλοί είναι εκείνοι που διαπιστώνουν διαφορετική νοοτροπία, λογικές και άλλου είδους αντιμετώπιση ιστορικών αντιξοοτήτων, άλλες αναφορές και τρόπο σκέψης…Θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα η ερώτησή σας: από την προσωπική μου πείρα, τις εντυπώσεις μου και τα διαβάσματά μου, έχω σχηματίσει τη γνώμη (χωρίς να μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι η σωστή) για μια καίρια διαφορά που υπήρχε, ως τα μέσα του 20ου αιώνα, του ελλαδικού Ελληνισμού από τον Ελληνισμό «της περιφέρειας», όπως έλεγαν τότε –τον αιγυπτιώτη, μικρασιατικό, ποντιακό, της Κριμαίας, των παραδουνάβιων περιοχών Ελληνισμό. Ο εκτός του ελλαδικού χώρου Ελληνισμός διέσωζε μάλλον μιαν αίσθηση υπεροχής της ελληνικότητας και καθόλου μειονεξίας έναντι των Ευρωπαίων της Δύσης. Αυτή η αίσθηση επέτρεπε στους Έλληνες να προσλάβουν τα επιτεύγματα της δυτικής Νεωτερικότητας για να υπηρετήσουν δικές τους ανάγκες, όχι για να μην υστερήσουν σε εκσυγχρονισμό από τους Ευρωπαίους. Έτσι η πρόσληψη δυτικών στοιχείων λειτουργούσε αφομοιωτικά και όχι μιμητικά, δεν μείωνε στο παραμικρό την ελληνικότητα των Ελλήνων η κριτική πρόσληψη δυτικών εθισμών και θεσμών –επέλεγαν, δεν πιθήκιζαν. Στην κυρίως Ελλάδα, δυστυχώς, εξαιτίας της Βαυαροκρατίας, μετά τον Καποδίστρια, και της μειονεξίας (μαζί και ξιπασιάς) που καλλιέργησαν οι κουΐσλινγκς της εποχής, οπαδοί του Κοραή, επικράτησε μια δουλική μειονεξία και νεκροφόρα μίμηση της Δύσης συνοδευόμενη με βαθιά περιφρόνηση για οτιδήποτε ελληνικό… Επειδή το θέμα είναι καίριο, θα μου επιτρέψετε να παραπέμψω σε ένα βιβλίο σχετικό που έχω γράψει, και έχει τον τίτλο: «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα», εκδόσεις «Ίκαρος».Ο κυπριακός Ελληνισμός, νομίζω, ότι ενσάρκωσε την ίδια συνείδηση υπεροχής έναντι της Δύσης, μέχρι την ανακήρυξη του νησιού σε ανεξάρτητο (;) κράτος. Η ενεργός ελληνική αυτοσυνειδησία των Κυπρίων γέννησε την τελευταία μεγάλη ανάσα του Ελληνισμού: τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν ξεχνώ, παιδί τότε, την εμβληματική μορφή του Πολύκαρπου Ιωαννίδη, που φορούσε, μια ζωή, φορεσιές από κυπριακό «αλαντζά» σαμποτάροντας το αγγλικό «κασμίρι».Αυτή η συνειδητή ελληνικότητα μοιάζει να χάθηκε οριστικά με την «ανεξαρτησία» της Κύπρου. Η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής.Γιατί βάζετε σε ερωτηματικό την ανεξαρτησία της Κύπρου; Και, επίσης, πού αναφέρεστε όταν λέτε πως «η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής»;Σε μία συνέντευξη δεν είναι δυνατόν να παραθέσω τεκμηριωμένη και γι’ αυτό πειστική καταγραφή μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Νύξεις τολμώ, που παραπέμπουν σε πιστοποιήσεις της κοινής εμπειρίας. Είναι φανερό, σε κάθε νοήμονα, ότι ο Ελληνισμός της Κύπρου έφτιαξε κράτος αλλά ανεξάρτητο το κράτος του δεν είναι, είναι δέσμιο της ισχύος ενός διεθνούς τρομοκράτη, της Τουρκίας, που αρνείται προκλητικά τα στοιχειώδη της λογικής και του Διεθνούς δικαίου, επιβραβευόμενος από τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας Έθνη», τα δικά μας, των ξιπασμένων ινδάλματα. Όσο για τη θλιβερή κυπριακή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής, είναι στο χέρι καθενός να πιστοποιήσει την παραλληλία. Τουλάχιστον στο επίπεδο νοημοσύνης και αξιοπρέπειας.Σε πολλά από τα κείμενά σας μιλάτε για «ελλαδίτες» και όχι για «έλληνες». Γιατί;Ναι, διότι η πλειονότητα του πληθυσμού, απλώς και συμπτωματικά, κατοικεί την ελληνίδα γη, με νοοτροπία και συμπεριφορές διεθνοποιημένου καταναλωτή. Ένας Ελλαδίτης σήμερα κάτω των 50 ετών, δεν καταλαβαίνει τον Παπαδιαμάντη ή τον Ροΐδη, δεν ξέρει τι σημαίνει «τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Όταν ακούει κανείς τα «ελληνικά» του Γιώργου Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη ή του Δημήτρη Χριστόφια και του Νίκου Αναστασιάδη πείθεται ότι μια ιστορία τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων Ελληνισμού τελειώνει μέσα στην ντροπή.Δεν είναι πολύ σκληρό -ενδεχομένως και άδικο- αυτό που λέτε για τους συγκεκριμένους πολιτικούς;Αυτό, αγαπητέ κύριε Χατζηγεωργίου, ας αφήσουμε να το αποτιμήσει ο αναγνώστης μας. Το «ελληνικά» των πολιτικών μας τα κρίνω ως δάσκαλος, όχι ως οπαδός ή αντίπαλος.Ο ρεαλισμός ήταν πάντοτε η πυξίδα της σκέψης, της γραφής, της διδαχής σας; Ποτέ δεν ανατρέξατε στη… «μαγεία»;Νομίζω ότι εθιστήκαμε πια να λειτουργούμε καταναλωτικά και η καταναλωτική μας ευήθεια τρέφεται κυρίως με «εντυπώσεις». Και το πιο ασήμαντο ή άθλιο προϊόν μπορεί να διεκδικήσει τίτλους ποιότητας χάρις σε «περιτύλιγμα» που κερδίζει τις εντυπώσεις. Ακόμα και ένας εξόφθαλμα παρανοϊκός ή φαυλεπίφαυλος μπορεί να εκλεγεί πρωθυπουργός ή πρόεδρος Δημοκρατίας, αν ξοδέψει πακτωλούς για τη διαφήμισή του και πετύχει την «πλύση εγκεφάλου» των μαζών. Με αυτή τη «λογική» βαφτίζουμε «αισιοδοξία» ή «απαισιοδοξία», «ρεαλισμό» ή «ουτοπία», ό,τι θα ήθελαν να μας υποβάλλουν οι καλοστημένοι μηχανισμοί δημιουργίας των εντυπώσεων. Είμαστε σκλάβοι των «εφφέ», των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών «ειδήσεων».Αναρωτιέμαι: όλα αυτά τα χρόνια υπήρξατε ποτέ «ασυνεπής» σε απόψεις σας, με το δικαίωμα του ανθρώπου που μπορεί να αναθεωρεί όσα παλαιότερα πίστευε εφόσον το γύρω περιβάλλον και οι συνθήκες αλλάζουν;Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι οι «απόψεις» ενός ανθρώπου, κάθε ανθρώπου, οι «γνώμες» του, οι «πεποιθήσεις» του είναι, κατά κανόνα, ατομικές επιλογές, προτιμήσεις, αρέσκειες με, κατά βάση, αυθαίρετο χαρακτήρα. Στο σημερινό πολιτισμικό «παράδειγμα» αυτή η αυθαιρεσία κατασφαλίζεται ως ατομικό «δικαίωμα» –οι συμβάσεις που κατοχυρώνουν τα ατομικά δικαιώματα έχουν την εξουσιαστική ισχύ νόμων «εξαναγκαστών κατά πάντων». Βάση, δηλαδή, του «πολιτισμού» μας είναι η κατασφάλιση της «ελευθερίας» ως ατομικού δικαιώματος επιλογών, νομική θωράκιση της ασυδοσίας των ενορμήσεων, ορέξεων, συμφερόντων. Γι’ αυτό και η προστασία των δικαιωμάτων, όταν θεμελιώνει τους όρους της συλλογικότητας, ταυτίζει τον πολιτισμό με τη βαρβαρότητα του ατομοκεντρισμού, όχι με το άθλημα ελευθερίας που είναι η κοινωνία των σχέσεων. Επομένως, ό,τι είναι ατομική επιλογή (απόψεις, γνώμες, πεποιθήσεις) το αλλάζουμε εύκολα. Ό,τι όμως είναι καρπός του αθλήματος αυθυπέρβασης, δηλαδή ελευθερίας από το «εγώ» προκειμένου να κατακτηθεί η κοινωνούμενη αλήθεια της σχέσης (της πίστης-εμπιστοσύνης, της αγάπης-αυτοπροσφοράς) δεν αλλάζει. Μπορεί να ωριμάζει η εκφραστική του σήμανση, αλλά ο σημαινόμενος στόχος δεν μεταβάλλεται.Σας χαρακτηρίζουν «φιλόσοφο» –πολλοί και «αιρετικό». Σίγουρα έναν από τους ελάχιστους της Ελλάδας που συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο. Τι σημαίνουν για σας τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί;Στην ελληνική παράδοση αποδίδουμε χαρακτηρισμούς που έχουν μετριοπάθεια, σεμνότητα. «Φιλόσοφος» δεν είναι ο σοφός, αυτός που κατέχει τη σοφία, είναι ο «φίλος» της σοφίας, ο εραστής της γνώσης, αυτός που αγαπάει την αλήθεια και την αναζητάει. Ο χαρακτηρισμός, επομένως, του «φιλοσόφου» είναι τιμή και έπαινος. Το νόημα της λέξης «αιρετικός» έχει σήμερα πολύ απομακρυνθεί από το αρχικό περιεχόμενο που οι Έλληνες απέδιδαν σε αυτή τη λέξη. Σήμερα η «αίρεση» παραπέμπει στην εκδοχή της αλήθειας ως ιδεολογίας, δηλαδή ως ατομικής επιλογής οριστικά (ή και αλάθητα) διατυπωμένων «πεποιθήσεων». Ο «αιρετικός» αμφισβητεί ή και αρνείται τους κώδικες βεβαιότητας της ιδεολογίας, έχει επιλέξει ατομικές «πεποιθήσεις» που δεν συντονίζονται με τις υποχρεωτικές για τους «πιστούς» οπαδούς της ιδεολογίας «αρχές» και βεβαιότητες. Έτσι η λέξη «αιρετικός» προσλαμβάνει σήμερα μάλλον θετικό περιεχόμενο: σημαίνει τον άνθρωπο που αμφισβητεί τα «αλάθητα» δόγματα των ιδεολογιών, τις κονσερβαρισμένες υποχρεωτικές «πεποιθήσεις». Σημαίνει τον άνθρωπο που ψάχνει για εμπειρική πρόσβαση στην αλήθεια. Αυτά, λοιπόν, περίπου, σημαίνουν για μένα οι χαρακτηρισμοί «φιλόσοφος» και «αιρετικός».Σε σχέση με τη θρησκεία έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τις απόψεις σας. Με απλά λόγια: τι σημαίνει για σας σήμερα ορθοδοξία; Ορθοδοξία καθιερώθηκε να ονομάζουμε την ελληνική εκδοχή της χριστιανικής Εκκλησίας, την ελληνική εμπειρία και μαρτυρία του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η Εκκλησία δεν είναι μια επιπλέον, έστω «καλύτερη» από τις άλλες, θρησκεία. Είναι ένα γεγονός, ένας τρόπος, ένα πώς φανερώνει την αλήθεια –και «αλήθεια» είναι η ύπαρξη ελεύθερη από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο. Οι Έλληνες είχαν ονομάσει «εκκλησία του δήμου», όχι απλώς μια γενική συνέλευση των πολιτών, αλλά την πράξη, το έργο του ποιείν τα πολιτικά: να πραγματώνουν οι πολίτες και να φανερώνουν την «πόλιν», δηλαδή έναν άλλο τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης που αποβλέπει όχι πια απλώς στην ανάγκη (στην κοινωνίαν της χρείας) αλλά στην αλήθεια (στην κοινωνίαν του αληθούς, στην κατά λόγον-αρμονίαν, κοσμιότητα). Με την ίδια αυτή ελληνική σημασία προσέλαβαν τη λέξη εκκλησία και οι Χριστιανοί: μια σύναξη που πραγματώνει και φανερώνει τον κατ’ αλήθειαν «τρόπο» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, την ελευθερία από τις αναγκαιότητες των ατομοκεντρικών ενορμήσεων –ελευθερία της ερωτικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.Για το τέλος, μια ερώτηση -προσωπική μου απορία- σε έναν άνθρωπο σαν κι εσάς: ποιο είναι το νόημα της ζωής, κύριε Γιανναρά;Το νόημα της ζωής δεν μπορεί, ευτυχώς, να εντοπιστεί σε μια συνταγή, σε ένα δέον. Μπορούμε ποτέ να ζήσουμε τον έρωτα ακολουθώντας συνταγές, συμβουλές ή παραινέσεις; Το νόημα της ζωής, όπως ακριβώς και ο έρωτας, χαρίζεται σαν αντίδοτο στην άσκηση για την πραγμάτωση της ελευθερίας από το «εγώ». Γι’ αυτό και μέσα σε ένα πολιτισμικό «παράδειγμα» θεμελιωμένο στην απόλυτη προτεραιότητα θωράκισης του «εγώ», τόσο το «νόημα» της ζωής όσο και ο έρωτας είναι κατακτήσεις μόνο για λίγους πεισματάρηδες.Φωτογραφία: Πηνελόπη ΜασούρηΠερισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Anthony Marra: «Είμαι ένας αποκαρδιωμένος Αμερικανός».
O Anthony Marra παραχώρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στη Λένα Παπαδημητρίου για το περιοδικό BHMAgazino, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Ο Τσάρος της αγάπης και της τέκνο (μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης).Ένας τσάρος κάνει το σουλάτσο του στις ΗΠΑ του Τραμπ. Ο εμμονικός με τη ρωσική και τσετσενική Ιστορία πεζογράφος της νεότατης αμερικανικής γενιάς επιστρέφει με το καινούργιο βιβλίο του και εξηγεί στο BHMAgazino γιατί η Ιστορία είναι ο πιο επινοητικός αφηγητής ιστοριών.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 29 Ιανουαρίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Μετά τον πολυβραβευμένο Αστερισμό ζωτικών φαινομένων, ο σημαντικότερος ίσως πεζογράφος της νεότατης αμερικανικής γενιάς με ήδη πολλούς φαν ανά τον κόσμο (ανάμεσά τους η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ) επιστρέφει με το βιβλίο Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο (εκδ. Ίκαρος), στην αριστοτεχνική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη. Χωρίς να κρύβει την εμμονή του με την Ιστορία, ο 32xpovos Άντονι Μάρα δημιουργεί ένα σαρωτικό σπονδυλωτό μυθιστόρημα ή μια συλλογή εννέα διηγημάτων που διαβάζονται σαν ενιαίο μυθιστόρημα (όπως θέλεις το εκλαμβάνεις) με φόντο τη Σοβιετική Ένωση, πριν και μετά τη διάλυσή της. Ο Μάρα περισυλλέγει snapshots ζωής, με ήρωες εκείνους που η ιστοριογραφία συχνά αποπειράται να σβήσει: τους απλούς ανθρώπους. Το πρώτο διήγημα π.χ. εκτυλίσσεται το 1937, στο απόγειο δηλαδή των σταλινικών διώξεων, με ήρωα τον ζωγράφο-διορθωτή Ρομάν Μάρκιν που «εξαφανίζει» με αερογράφο πρόσωπα για λογαριασμό του τμήματος προπαγάνδας. Στη συζήτηση με το BHMAgazino, ο αμερικανός συγγραφέας που επιμένει να καταδύεται στο ρωσικό και τσετσενικό σύμπαν, μιλάει για τη Ρωσία του Πούτιν, την Αμερική του Τραμπ και για το γιατί η Ιστορία είναι ο πιο εφευρετικός αφηγητής ιστοριών.Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι έχετε μια εμμονική σχέση με την Ιστορία. Τι είστε, λοιπόν, τελικά, ένας αφηγητής ιστοριών ή ένα σπασικλάκι της Ιστορίας; «Υπέροχη ερώτηση, αλλά δεν νομίζω ότι επιδέχεται μια απάντηση του τύπου ή το ένα ή το άλλο. Πάνω απ' όλα είμαι ένα σπασικλάκι της Ιστορίας και δεν υπάρχει πιο επινοητικός αφηγητής ιστοριών από την ίδια την Ιστορία». Οι ΗΠΑ αγνοούσαν την ύπαρξη της Τσετσενίας, τουλάχιστον έως τις βομβιστικές επιθέσεις στον Μαραθώνιο της Βοστώvns, το 2013. Το δικό σας ενδιαφέρον για αυτήν γεννήθηκε μόλις φτάσατε για σπουδές στην Αγία Πετρούπολη, λίγες μάλιστα ημέρες μετά τη δολοφονία της δημοσιογράφου Άννα Πολιτκόφσκαγια που αποκάλυψε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα ρωσικά στρατεύματα στην Τσετσενία. Αλήθεια, δεν φοβηθήκατε να προσεγγίσετε μυθοπλαστικά ένα τόσο εύθραυστο διεθνές ζήτημα; «Η λογοτεχνία οφείλει να καταπιάνεται με σύνθετα και αμφιλεγόμενα ζητήματα. Για τους αναγνώστες που έχουν την τύχη να ζουν σε χώρες οι οποίες απολαμβάνουν ειρήνη, ένα μυθιστόρημα είναι ενδεχομένως το πιο κοντινό σημείο που θα καταφέρουν ποτέ να φτάσουν σε χώρες όπως η Τσετσενία, η Συρία ή το Ιράκ. Οι αναγνώστες είναι διατεθειμένοι να ταξιδέψουν οπουδήποτε στη λογοτεχνία, φτάνει η ιστορία να είναι αρκετά καλή. Ζητώντας από τους αναγνώστες να βιώσουν συμπόνια για τα θύματα αυτών των συγκρούσεων και να ταυτιστούν με αυτά μοιάζει ακόμη πιο ουσιαστικής σημασίας σήμερα που η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την προσφυγική κρίση. Υπό μια πιο ευρεία έννοια, εστίασα περισσότερο το ενδιαφέρον μου σε εκείνους για τους οποίους μαθαίνουμε τα λιγότερα: τους απλούς πολίτες. Παρότι ο Αστερισμός ζωτικών φαινομένων καταδύεται στην Ιστορία της συγκεκριμένης περιοχής, η ιστορία των επιπτώσεων του πολέμου στους κανονικούς ανθρώπους θα μπορούσε γεωγραφικά να έχει τοποθετηθεί οπουδήποτε».Ανακαλύψατε τίποτα παράδοξο κατά τη διάρκεια της έρευνας σας στη ρωσική και την τσετσενική Ιστορία; «Πολλά παράδοξα! Τις προάλλες διάβαζα το βιβλίο «The Invention of Russia: The Journey from Gorbachev's Freedom to Putin's War» του Αρκάντι Οστρόβκσι. Γράφει ότι τη δεκαετία του 1930 οι εργάτες στα βρετανικά ναυπηγεία έβρισκαν πάνω στην εισαγόμενη ξυλεία μηνύματα γραμμένα με κάρβουνο. Προέρχονταν από τους φυλακισμένους στα γκούλαγκ της Σιβηρίας· τα μηνύματα αυτά πάνω στους κορμούς που έκοβαν ήταν ο μοναδικός τρόπος επικοινωνίας τους με τον έξω κόσμο. Ο Οστρόβκσι δεν αφιερώνει σε αυτό παρά μία ή δύο αράδες μέσα στο βιβλίο του, όμως από μια τέτοια μικρή στιγμή μπορεί να ξεπηδήσει ολόκληρο μυθιστόρημα».Δεδομένου ότι έχετε ερευνήσει εις βάθος τη Ρωσία και τη ρωσική νοοτροπία... πώς θα περιγράφατε, αλήθεια, τη Ρωσία του Πούτιν; Έχει ελπίδες να γίνει ξανά μεγάλη;«Όταν ξεκίνησα να γράφω για τη Ρωσία πριν από εννέα χρόνια, διατηρούσα ακόμη κάποιες ελπίδες. Η τελευταία δεκαετία κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να της σβήσει. Οι δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του '90 ξεχαρβαλώθηκαν κάτω από το καθεστώς Πούτιν. Το κράτος δικαίου δεν λειτουργεί πλέον. Ο Πούτιν κατέστησε την προεδρία το δικό του προσωπικό κελί· δεν μπορεί να δραπετεύσει, από το φόβο των αντιποίνων. Υποψιάζομαι ότι θα κυβερνά τη Ρωσία για το υπόλοιπο της ζωής του. Ωστόσο, τα κράτη είναι μεγαλύτερα από τους πολιτικούς τους. Η ίδια χώρα που πάραξε τον Πούτιν έχει παράξει και ης "Pussy Riot". Η Ρωσία του Πούτιν δεν θα γίνει ποτέ μεγάλη, η Ρωσία, όμως, των "Pussy Riot" ήδη είναι».Πόσο δημοφιλής είστε στη σημερινή Ρωσία; «Τα βιβλία μου δεν έχουν κυκλοφορήσει στη Ρωσία, κάτι βέβαια που δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη, δεδομένου ότι δεν απεικονίζουν ιδιαιτέρως κολακευτικά τη ζωή υπό το καθεστώς του Πούτιν. Έχω, βεβαίως, δώσει ομιλίες σε μερικά πανεπιστήμια και συνεντεύξεις σε αντιπολιτευόμενες εφημερίδες, αλλά υποψιάζομαι ότι έξω από τους λόγιους κύκλους είμαι άγνωστος».Οι τόσο ξεχωριστές αλλά και τόσο άρρηκτα συνδεδεμένες ιστορίες στο τελευταίο σας βιβλίο είναι γραμμένες με φόντο την πολυτάραχη Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης πριν και μετά τη διάλυσή της. Και όμως, ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι κεντρικός καμβάς σας είναι οι ανθρώπινες ιστορίες. Θα λέγατε ότι ως επί το πλείστον γράφετε για εκείνους που η ιστοριογραφία αγωνίζεται να σβήσει; «Αναμφίβολα, αυτός είναι ένας ωραίος τρόπος να το θέσει κανείς. Και, ναι, αυτός είναι μέχρι τώρα ο στόχος της δουλειάς μου: να επαναδημιουργήσω αυτές τις σκόρπιες ιστορίες που η Ιστορία έχει λησμονήσει, αγνοήσει ή σβήσει».Θα λέγατε ότι «Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο» είναι ένα πολιτικό βιβλίο; «Όταν γράφεις για εξαιρετικά φορτισμένες στιγμές της Ιστορίας, δεν είσαι στην πραγματικότητα σε θέση να αποφύγεις την πολιτική, οπότε, υπό αυτή την έννοια, ναι, είναι. Και ο Αστερισμός ζωτικών φαινομένων και Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο έχουν ως επίκεντρο χαρακτήρες που βρίσκονται μακριά από τις πηγές της πολιτικής εξουσίας αλλά κοντά στις επιπτώσεις τους. Και τα δύο βιβλία εξερευνούν τους τρόπους με τους οποίους η πολιτική μπορεί να διαποτίσει και να διαφθείρει την προσωπική σφαίρα. Αμφότερα εκτυλίσσονται σε περιοχές του πλανήτη όπου το κόστος το οποίο καλούνται να πληρώσουν εκείνοι που αντιτίθενται στην κεντρική εξουσία είναι πολύ υψηλότερο από αυτό που βαραίνει όσους πράττουν το ίδιο στις περισσότερες δυτικές χώρες. Κανένα όμως από τα δύο δεν έχει δική του πολιτική ατζέντα».Από την πρώτη σελίδα του «Τσάρου» εισπράττει κανείς μια εσάνς επιστημονικής φαντασίας. Νομίζω ότι οι τελευταίες σελίδες το επιβεβαιώνουν... «Τείνουμε να σκεφτόμαστε τις δυστοπίες και τα αποκαλυπτικά μελλοντικά σύμπαντα αποκλειστικά ως προϊόντα της επιστημονικής φαντασίας. "Star Wars", "The Hunger Games", "Mad Max" κ.τ.λ. Και όμως για κάποιον που ζει εν έτει 1999 στο Γκρόζνι, η αποκάλυψη έχει ήδη έρθει. Για κάποιον στη Μόσχα του 1937, η δυστοπία βρίσκεται παντού. Δεν χρειάζεται να κοιτάζουμε στα αστέρια ή στο μέλλον. Για πολύ κόσμο, βρίσκεται ήδη εδώ».Διορθώστε με αν κάνω λάθος, αλλά λέγεται ότι έχει πλέον λήξει η ενασχόληση σας με τον ρωσικό κόσμο και ότι αυτή την περίοδο γράφετε ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στο Λος Άντζελες και στην Ιταλία. Θα εξετάζατε, αλήθεια, να γράψετε κάτι για την Ελλάδα; Με την πρωτοφανή οικονομική κρίση που παρ' ολίγον να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την Ευρώπη και με τα κύματα των προσφύγων, γράφεται εδώ μπόλικη Ιστορία. Σας διαβεβαιώ υπάρχουν άπειροι, ημιφωτισμένοι κανονικοί άνθρωποι... «Ένας από τους λόγους για τους οποίους ασχολήθηκα με την Τσετσενία ήταν η απουσία μυθιστορημάτων που να εξετάζουν τη νεότερη Ιστορία της στην αγγλική γλώσσα. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για την Ελλάδα. Έχετε δίκιο, δεν υπάρχει κεφάλαιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής Ιστορίας πιο δραματικό και πιο επείγον από αυτό της Ελλάδας. Όμως, η Ελλάδα μπορεί να περηφανεύεται για μια σφύζουσα λογοτεχνική παράδοση, η οποία ήδη παράγει τα κείμενα εκείνα που θα δώσουν ζωή και νόημα σε όλο αυτό το κομμάτι της Ιστορίας. Ωστόσο, αν κάποιος προθυμοποιηθεί να με φιλοξενήσει στη χώρα σας, θα ήμουν αληθινά πανευτυχής να ξεκινήσω μια έρευνα».Το βιβλίο είναι, μεταξύ άλλων, προφητικό. Σας θυμίζω ότι ένας από τους ήρωές σας, ο Σεργκέι, διαβάζει την αυτοβιογραφία του Ντόναλντ Τραμπ όταν ξεκινά εντατικά μαθήματα αγγλικών.«Ήταν καθαρά συμπτωματικό. Έγραψα το συγκεκριμένο σημείο πολύ πριν ο Τραμπ ανακοινώσει την υποψηφιότητα του για την προεδρία και πραγματικά δεν είχα ιδέα τι μας επιφύλασσε η μοίρα. Στην εν λόγω ιστορία προσπάθησα να φανταστώ ποιο θα ήταν το ιδεώδες πρότυπο για έναν επίδοξο κομπιναδόρο. Στην κατηγορία "κραυγαλέοι, άθλιας αισθητικής, επίχρυσοι καλλιτέχνες του κώλου", ο Ντόναλντ Τραμπ είναι βασιλιάς».Θεωρείτε όχι υπάρχει μια κατηγορία Αμερικανών έτοιμων να πιστέψουν στο οτιδήποτε, ακόμη και αν πρόκειται για κάτι που αψηφά τη λογική τους; Εκτός, βέβαια, από τους θαυμαστές του Τομ Χανκς που αναφέρετε στο βιβλίο... «Αναμφίβολα, θα τοποθετούσα στην κορυφή της λίστας τους ένθερμους φαν του Ντόναλντ Τραμπ. Οποιονδήποτε αγόρασε ένα από τα γελοία κόκκινα καπέλα του. Είναι αποθαρρυντικό το πόσο επιρρεπείς στη φαντασιοπληξία ―όσο εξωπραγματική, παράλογη και σκληρή και αν είναι αυτή― αποδεικνύονται πολλοί από τους συμπατριώτες μου. Μεγάλωσα στην Ουάσιγκτον Ντι Σι και η πιτσαρία της γειτονιάς μου είναι ένα μέρος με το όνομα "Comet Ping Pong". Ο πιο στενός παιδικός φίλος μου εργαζόταν εκεί όταν πριν από μερικές εβδομάδες εμφανίστηκε ένας παλαβός με ένα αυτόματο και άνοιξε πυρ (ευτυχώς, χωρίς να υπάρξει κανένας τραυματίας). Ποιο ήταν το κίνητρο του πιστολέρο; Είχε διαβάσει μια "ψευδή είδηση" ότι μέσα από αυτήν την πιτσαρία η Χίλαρι Κλίντον συντόνιζε μια σατανιστική, κανιβαλιστική επιχείρηση παιδικής πορνείας (σ.σ.: με «πελάτες» ανώτατα στελέχη της εκστρατείας της). Και σαν να μην ήταν αυτό αρκετά τρομακτικό, ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του νεοεκλεγέντος αμερικανού Προέδρου (σ.σ.: Μάικλ Φλιν) είχε τουιτάρει τους προηγούμενους μήνες αυτή τη θεωρία συνωμοσίας (σ.σ.: σύμφωνα με την οποία μικρά παιδιά εκπορνεύονται σε Δημοκρατικούς). Τώρα, οι τρόφιμοι διευθύνουν το άσυλο».Εσείς τι είδους Αμερικανός είστε; «Αυτή την εποχή, ένας αποκαρδιωμένος Αμερικανός. Ποτέ δεν υπήρξα πιο περήφανος που είμαι Αμερικανός όσο όταν εξελέγη ο Ομπάμα, ποτέ πιο ντροπιασμένος από όσο όταν εξελέγη ο Τραμπ. Το βιογραφικό του Ομπάμα, η πίστη του στη δυνατότητα της ελπίδας και της αλλαγής, ήταν η επιβεβαίωση ότι η ελπίδα που είχα για την Αμερική είχε βάση. Η προκατάληψη και η ηλιθιότητα του Ντόναλντ Τραμπ και όλων αυτών που εκείνος αντιπροσωπεύει δεν ήταν παρά η θλιβερή επιβεβαίωση ότι και ο φόβος μου για την Αμερική είχε βάση».Στην εισαγωγή του τελευταίου βιβλίου της, «Iron Curtain» («Σιδηρούν παραπέτασμα»), η πολιτογραφημένη Πολωνή Αμερικανίδα Αν Άπλμπαουμ γράφει: «Έχουν υπάρξει καθεστώτα που προσέβλεπαν στον απόλυτο έλεγχο όχι μόνο των οργάνων του κράτους αλλά της ίδιας της ανθρώπινης φύσης». Αποφαίνεται δε ότι θα έπρεπε να μελετούμε σήμερα ενδελεχώς τους τρόπους με τους οποίους λειτουργούσε ο ολοκληρωτισμός στο παρελθόν, καθότι «δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι τα κινητά τηλέφωνα, το Διαδίκτυο και οι φωτογραφίες από δορυφόρο δεν θα καταλήξουν εργαλεία ελέγχου». Συμφωνείτε; «Οι βασικοί κίνδυνοι του "κράτους επιτήρησης" ("surveillance state"), τους οποίους φέρνουν στο φως άνθρωποι όπως ο Έντουαρντ Σνόουντεν, πάντα προβάλλονταν στο μέλλον. Όσα και να τους προσάψει κανείς, και ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος και ο Μπαράκ Ομπάμα λειτουργούσαν στο πλαίσιο δημοκρατικών, φιλελεύθερων κανόνων. Δεν υπήρξε ποτέ μεγάλος κίνδυνος κάποιος από τους δύο να επιδοθεί σε εκτεταμένη κατασκοπεία ή στο μεθοδευμένο φίμωμα των αντίπαλων φωνών. Ο αληθινός κίνδυνος ήταν πάντα η πιθανότητα αυτές οι ισχυρές και μη σεβόμενες την ιδιωτικότητα τεχνολογίες να πέσουν στα χέρια ενός παντελώς αστοιχείωτου προέδρου, χωρίς κανέναν σεβασμό ή πίστη στο κράτος δικαίου και θεσμών. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αυτή η πιθανότητα τοποθετούνταν πέρα από τον ορατό ορίζοντα, στο απώτερο μέλλον. Το πρόβλημα με το μέλλον έγκειται στο ότι πάντα γίνεται παρόν».Η άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο μοιάζει με εφιαλτική ηχώ της δεκαετίας του 1930. Πώς, αλήθεια, εξηγείτε την εγγενή σχεδόν αδυναμία της ανθρωπότητας να διδαχθεί από την Ιστορία; «Είναι μια εύλογη ερώτηση που όλοι αγωνίζονται να απαντήσουν. Ένα αρκετά ισχυρό επιχείρημα που έχω διαβάσει είναι ότι η τελευταία γενιά που μπορούσε να ανακαλέσει μνήμες από τη δεκαετία του 1930 έχει φύγει από τη ζωή. Δεν υπάρχει δηλαδή πλέον μια ζωντανή μνήμη τού πού μπορεί να οδηγήσει η ακροδεξιά, εθνικιστική, λαϊκιστική δημαγωγία. Πιθανώς, οι έχοντες την τύχη να ζουν τα τελευταία εβδομήντα χρόνια ειρήνης να θεωρούν ότι αυτό είναι το status quo και όχι η παρέκκλιση στην ευρωπαϊκή Ιστορία, γεγονός που δικαιολογεί την τάση τους να δρουν με λιγότερη σύνεση. Όσον αφορά την αδυναμία μας να διδαχθούμε από την Ιστορία, θα έλεγα ότι είμαστε ικανοί να μάθουμε μόνο αυτό το οποίο είμαστε διατεθειμένοι να ακούσουμε».Τελικά «Ο τσάρος της αγάπης και της τέκνο» είναι αποκλειστικά προϊόν ιστορικής έρευνας και επινόησης; Δεν μπήκατε στον πειρασμό να ενσταλάξετε αυτοβιογραφικά στοιχεία; «Και βέβαια. Υπάρχουν κάμποσες μικρές, αυτοβιογραφικές αναφορές. Για παράδειγμα, τα σχόλια για τον Τζιμ Κάρεϊ από το "Γραφείο Ταξιδίων του Γκρόζνι", τα αλίευσα από μια συζήτηση που είχα με ένα φαν του Κάρεϊ στην Τσετσενία. Αλλά και αρκετές από τις περιγραφές και τις εμπειρίες του Αλεξέι είναι ατόφιες δικές μου εμπειρίες, από το διάστημα που έζησα ο ίδιος στη Ρωσία. Όσο για το δικό μου καταδικασμένο παιδικό όνειρο, ότι θα γίνω αστροναύτης, είναι η κόντα (σ.σ.: κατακλείδα στη μουσική) που κλείνει τον "Τσάρο". Τέλος, οι καλύτερες ατάκες του βιβλίου για πρώτη φορά δοκιμάστηκαν σε συζητήσεις ανάμεσα σε εμένα και τους γονείς μου ή το κορίτσι μου».Θα μπορούσατε να μου περιγράψετε μια συνηθισμένη ημέρα σας; «Κάποτε άκουσα έναν συγγραφέα να λέει ότι δουλεύει μόνο όταν έχει έμπνευση και φροντίζει ώστε να εμπνέεται 9.00 με 5.00. Κάπως έτσι μοιάζει λίγο πολύ μια συνηθισμένη ημέρα στη ζωή μου».Περισσότερα