Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Κική Δημουλά: «Το πρώτο Νόμπελ το δικαιούται ο xρόvos»
Η κορυφαία ελληνίδα ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά, λίγο πριν την κυκλοφορία της νέας της ποιητικής συλλογής με τον τίτλο Άνω τελεία, συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Μανώλη Πιμπλή. Διαβάστε παρακάτω την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που δημοσιεύτηκε το Σάββατο 22 Οκτωβρίου στην εφημερίδα Τα Νέα, στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο: Ας αρχίσουμε από τον τίτλο: «Άνω τελεία». Για ποιον λόγο τον επιλέξατε;Δεν τον επέλεξα, μου επεβλήθη. Ίσως τον ενθάρρυνε ότι στο ποίημα με τίτλο «Το Πολυτονικό» επαινώ τη σημασία των τόνων και της στίξης. Αν τώρα με ρωτήσετε γιατί άνω τελεία και όχι τελεία θα πω ότι την απέφυγα γιατί θα ήταν σαν να κατέθετα μια ληξιαρχική πράξη. Μελόδραμα δηλαδή. Το πιθανότερο όμως είναι ότι με μαγνήτιζε η λέξη: Άνω. Με τραβούσε κατά πάνω σαν για να με απομακρύνει από το αρπακτικό: Κάτω.Στο ποίημα «Στο τρένο» μιλάτε με τρυφερότητα για καταργημένους σταθμούς και για «ασεβή ταχύτητα» με την οποία διασχίζονται οι εκτάσεις. Ταυτόχρονα δηλώνετε ότι επιστρέφετε, χωρίς να λέτε καθαρά πού. Έχει άραγε την επιλογή ο σύγχρονος άνθρωπος να μην επιβιβασθεί στο τρένο μεγάλης ταχύτητας; Και πού πάει, επιτέλους, αυτό το τρένο;Έχει σημασία από πού έρχεται και πού πάει αυτό το τρένο. Πρόθεσή μου πάντως ήταν να τονίσω ότι το παρελθόν ταξιδεύει συνεχώς, με το μέσον της κατάργησης του και με μόνους τολμηρούς επιβάτες το παρόν και το μέλλον.Απομονώνω φράσεις και λέξεις σας: «νόσος της θλίψης», «μελαγχολία», «κλαμένοι καιροί». Ταυτόχρονα λέτε ότι γαντζωνόμαστε από φόβο επάνω στη ζωή. Είναι ο φόβος του θανάτου πιο δυνατός από κάθε θλίψη; Και μήπως όμως δεν είναι πιο δυνατός από κάθε χαρά; Οπότε είναι αυτή η εξήγηση της θυσίας;Κατά τη γνώμη μου ή μάλλον κατά τη δική μου φοβιτσιάρα ψυχολογία, ο κύριος υπεύθυνος για κάθε θλίψη αλλά και για την αναίτια ―συχνότατα― μελαγχολία είναι ο έμφυτος φόβος του θανάτου. Είναι δε τόσο επιθετικός, ώστε να υποπτεύομαι ότι η δημιουργία και η δημιουργικότητα έχουν ως κίνητρό τους την αποφυγή ή την απομάκρυνση του θανάτου. Θα προσθέσω ότι τουλάχιστον εγώ δεν γνώρισα καμιά μεγάλη χαρά που να μην τρέμει ευθύς εξαρχής τον θάνατο της. Υποπτεύομαι μάλιστα ότι τα ίδια τα ωραία και τόσο ενθουσιώδη αισθήματα γνωρίζουν το όριο της ζωής τους, ίσως και γι' αυτό είναι τόσο σπασμωδικά και ασταθή. Και αν αυτό ισχύει, τότε είναι μεγάλη γενναιότητα από μέρους τους ότι δέχονται να γεννηθούν και πρόθυμα θυσιάζονται προκειμένου να σκληραγωγηθεί ο χαϊδεμένος ψυχισμός μας.Λέτε κάπου: «Πάλι μνήμη, πάλι λήθη. Διαρκώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιώ». Και στο πολύ ωραίο ποίημά σας «Το γνήσιο», για τις ανεπούλωτες πληγές, λέτε «επιφανειακά ξεχνάς». Υπάρχει τρόπος να νικηθεί η τραυματική μνήμη;Νομίζω ότι μόνον ένας τρόπος και άκρως εξευτελιστικός υπάρχει. Η άνοια. Αλλά και πού ξέρω αν η άνοια δεν είναι απλώς μια μυστικοπαθής μνήμη κι ότι στη μόνη που εμπιστεύεται τη φύλαξη των βιωμάτων της δεν είναι η λήθη;Στην επιστήμη της Ιστορίας τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για τη μνήμη. Συχνά, δηλαδή, περισσότερο από το τι έγινε μας ενδιαφέρει το τι θυμόμαστε ότι έγινε. Κατασκευάζουμε τραύματα και εμείς οι ίδιοι;Θυμάμαι σημαίνει ως επί το πλείστον αναγκάζω κάτι που δεν συμβαίνει πια να παραστήσει ότι συμβαίνει, με τη συμπαράσταση βέβαια της νοσταλγίας που είναι η πλέον επώδυνη απόλαυση. Αλλά τη θέλουμε. Είναι η πρώτη ύλη για να δημιουργούμε άθελά μας νέα τραύματα, σαν από αυτά να αντλεί ο βασανισμός μας αντισώματα προστατευτικά της αντοχής του.Μιλάτε υπονομευτικά για την πείρα, δηλώνοντας ότι δεν πρέπει κανείς να την εμπιστεύεται, αλλά και για την παντογνωσία που πάντα θα εξευτελίζεται από το Άγνωστο και θα πρέπει να «σκίζει τη φήμη της». Ποια είναι η θέση που έχει για σας στη ζωή η γνώση, αλλά και η νεανική ορμή;Προσπαθώ να είμαι ο ειρηνοποιός στον ασίγαστο πόλεμο μεταξύ γνώσης και νεανικής ορμής. Δεν τα καταφέρνω όμως. Και με βρίσκω πάντα στο στρατόπεδο της νεανικής ορμής, ως εθελόντρια ανακούφισης των τραυμάτων της.Την όμορφη πλευρά της ζωής την περιγράφετε με δύο λέξεις: όνειρα και έρωτας (με αυτή τη σειρά). Εννοείτε ίσως ότι και ο έρωτας είναι υποκατηγορία του ονείρου; Και η μόνη άρα πραγματικότητα είναι αυτή που δεν ζούμε;Όχι ακριβώς έτσι. Μάλλον το όνειρο είναι υποκατηγορία του έρωτα. Και ναι, η μόνη μαγευτική, γενναιόδωρη, ποθητή πραγματικότητα είναι αυτή που δεν ζούμε. Και από τούτη τη δική σας διατύπωση μαντεύω ότι είστε συν τοις άλλοις και ποιητής.Η Ελλάδα, σταυροδρόμι, όπως λέγεται, Ανατολής και Δύσης, επέλεξε πολιτικά, με ισχυρά λογικά επιχειρήματα, το περίφημο «ανήκομεν εις την Δύσιν». Είναι, πιστεύετε, και η ψυχή της εκεί;Απλώς υποπτεύομαι ότι πηγαινοέρχεται.Η σημερινή Ευρώπη τι συναισθήματα σάς προκαλεί; Ασφάλειας, εμπιστοσύνης ή, αντίθετα, ανησυχίας και φόβου;Απειλής και συγχρόνως ονείρου καθησυχαστικού.Ένα από τα ζητήματα που κάνουν τα θεμέλιά της να τρίζουν είναι το Προσφυγικό. Πώς επεξεργάζεστε μέσα σας αυτή την πραγματικότητα των γεμάτων με πρόσφυγες καρυδότσουφλων που έζησε πρόσφατα και ζει ακόμη η Ελλάδα στο Αιγαίο;Είναι τόσο τραγικό το θέμα, που αλίμονο αν το πιάσουν στο στόμα τους τα μεγάλα λόγια και τα αισθήματα συμπόνιας. Δεν έχω την ικανότητα να αιτιολογήσω τέτοιο κατατρεγμό που υπερβαίνει τα ανθρώπινα, όσο κι αν και η Ελλάδα βρέθηκε στο παρελθόν σε παρόμοια οδυνηρή μετακίνηση.Σε άλλους αιώνες, την πρωτοκαθεδρία του λόγου την είχε η ποίηση – και το θέατρο, βέβαια. Σήμερα φαίνεται να την έχει η πεζογραφία. Πώς το ερμηνεύετε αυτό και πώς αισθάνεστε τη θέση σας στον κόσμο των Γραμμάτων;Ίσως η πεζογραφία δίνει περισσότερο χώρο στη γλώσσα να επεκταθεί απ' όσο η ποίηση, όπου εκεί η γραφή είναι φυλακισμένη σε κάποιους κανόνες, όσο κι αν έγιναν ελαστικότεροι για χάρη των νέων καιρών, διευκολύνοντας ή παραπλανώντας το αποτέλεσμα. Όσο για μένα ― ειλικρινά απαντώ ― είμαι τόσο ανασφαλής που δεν οραματίζομαι καμιά «θέση» στα Γράμματα, όσο κι αν την επιθυμώ ως φθαρτός άνθρωπος που είμαι.Η γενιά του '30 που έβγαλε και δύο Νομπέλ έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις στο συλλογικό υποσυνείδητο, θα βαστήξει, πιστεύετε, η μυθολογία της στον χρόνο;Δεν ξέρω αν ο χρόνος θα έχει την ανωτερότητα να συντηρεί το δίκαιο γόητρο του Νομπέλ, το οποίον θα έπρεπε να έχει πάρει πρώτος ο ίδιος ο χρόνος για την ασίγαστη δημιουργικότητά του σε θαύματα.Και μια και ο λόγος στα Νομπέλ: πώς σας φάνηκε η απονομή του φέτος στον Μπομπ Ντίλαν;Μου προκάλεσε ένα ξάφνιασμα. Αλλά δεν θέλω να το σχολιάσω περισσότερο.Αισθάνεστε να έχετε αντλήσει από κάποιες ποιητικές πηγές περισσότερο από άλλες; Υπάρχει μια γραμμή ποιητικού ύψους και περιεχομένου του παρελθόντος που πιστεύετε ότι ανιχνεύεται στην ποίηση σας; Ποιους παλαιότερους ποιητές νιώθετε αδελφούς;Για να έχω το θράσος να αισθανθώ αδελφούς κάποιους ποιητές θα έπρεπε να ξέρω αν και εκείνοι με αναγνωρίζουν ως αδελφή τους. Αλλά έχουν άραγε τόσο στενές συγγένειες οι αξίες; Συμφέρουν την τέχνη οι ομοιότητες; Όσο για τις επιρροές, ναι, υφίστανται αναπόφευκτα, αλλά δρουν και επηρεάζουν όταν νυχτώνουν οι ιδιοσυγκρασίες και αισθάνονται μόνες και αβοήθητες.Περισσότερα
-
Παιδικό βιβλίο · Συνεντεύξεις
Ο Θοδωρής Παπαϊωάννου σε α΄ πρόσωπο
Ο Θοδωρής Παπαϊωάννου, συγγραφέας των παραμυθιών Ανάποδα και Απέναντι, μίλησε σε α΄ πρόσωπο στο diastixo.gr για τα πρώτα βήματά του στη συγγραφή.Αναδημοσιεύεται εδώ το κείμενό του:Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βρίσκομαι σ’ ένα σχολείο. Μαθητής, φοιτητής, δάσκαλος. Περικυκλωμένος από μολύβια, γόμες, στυλό, τετράδια, βιβλία και σημειωματάρια. Ε, δεν θέλει και τίποτε άλλο για να αρχίσει να γράφει κανείς. Γράφω από παιδί. Από ραβασάκια μέχρι ιστορίες, διηγήματα, θεατρικά και ποιήματα. Παραμύθια άρχισα να γράφω μεγάλος. Όταν ήμουν μικρός, μου τα διάβαζαν ή μου τα αφηγούνταν. Αργότερα, τα διάβαζα μόνος μου. Ποτέ δεν ήθελα να τελειώσει το σχολείο. Δεν ξέρω γιατί. Μου άρεσε που σταματούσε για τις διακοπές, αλλά πάντα ήθελα να ξαναρχίσει. Ο μόνος τρόπος λοιπόν για να συνεχιστεί το σχολείο ήταν να περάσω «Απέναντι», κι από μαθητής να γίνω δάσκαλος. «Ανάποδα» πράγματα δηλαδή. Νομίζω πως τελικά δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα, γιατί τις περισσότερες φορές που μπαίνω στην τάξη κάθομαι σε θρανίο. Νιώθω καλύτερα στο θρανίο με τα παιδιά τριγύρω. Αχ, τα παιδιά. Χωρίς αυτά, μάλλον δεν θα έγραφα. Μάζευω τις προτάσεις και τις λέξεις τους σε χαρτάκια, σε ημερολόγια, στην παλάμη μου... Οι κουβέντες τους είναι τις περισσότερες φορές αφορμή για να αρχίσει μια ιστορία ή ένα παραμύθι. Πολύ θέλει;Όταν πίστεψα πια πως οι ιστορίες μου θα μπορούσαν να διαβαστούν από περισσότερα παιδιά, άρχισα να χτυπώ τις πόρτες των εκδοτικών οίκων. Τις χτυπούσα με μεγάλους ταχυδρομικούς φακέλους χρώματος μουσταρδί, μα αυτές δεν άνοιγαν. Θυμήθηκα έτσι πως πρέπει να έχω υπομονή. (Το ‘χα πάθει και με τη μουσική, μαθαίνοντας κιθάρα.) Γιατί εγώ υπομονή δεν είχα, ήθελα όλα να γίνονται αμέσως. Στο πι και φι, που λέμε. Κάποια στιγμή βρέθηκε ένας άνθρωπος –αυτό που λέμε «χορηγός»– κι έτσι εκδόθηκε σε περιορισμένα αντίτυπα το πρώτο μου βιβλίο με δυο θεατρικά έργα για παιδιά. Ασπρόμαυρο ήτανε, αλλά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Συνέχισα να στέλνω τους μουσταρδί φακέλους μπας κι ανοίξει καμιά πόρτα. Η άσκηση υπομονής συνεχιζότανε. «Ωραίο μάθημα, δεν λέω, αλλά πόσο θα κρατήσει;», αναρωτιόμουν. Τελικά αποφάσισα να φτιάξω κι εγώ έναν φάκελο με όλες τις απαντήσεις από τις κλειστές πόρτες. Όλες έλεγαν περίπου το ίδιο. «Φχαριστούμε, πολύ ωραίο, αλλά δεν θα πάρουμε διότι...». Ο φάκελος όσο πήγαινε γινότανε και πιο χοντρός. Έπειτα από μερικά χρόνια, ένας φάκελος τα κατάφερε, η πόρτα άνοιξε κι έγινε το βιβλίο! Με τα χρώματά του, με τα τραγούδια του, με τα όλα του. Μεγάλη χαρά! Αυτή η αναμονή, με τις αναποδιές της, γέννησε το Ανάποδα, που είναι και το πρώτο μου βιβλίο που βραβεύτηκε από τον Κύκλο του Παιδικού Βιβλίου το 2015.Με τα χρώματα της Ίριδας να στολίζουν τη φύση και τον Μέλιο το σκαθάρι, ήταν πια φανερό πως μετά την υπομονή και την επιμονή το ταξίδι άλλαζε ρότα. Ήρθε την επόμενη χρονιά και το Απέναντι με τα τραγούδια του, πήρε το βραβείο βιβλιοπωλών από το Public και μπήκε κι αυτό στο καράβι. Ε, μετά ήρθαν κι άλλα παραμύθια, ένα εφηβικό μυθιστόρημα, άλλα είναι στο δρόμο, άλλα είναι στα χαρτιά κι άλλα στο μυαλό. Νιώθω τυχερός γιατί έχω πολύτιμους συνταξιδιώτες: Ο Βίκτωρας, η Σοφία, ο Κώστας, η Λήδα, η Ίριδα, η Μαριλένα, η Ρούλα, η Βίκυ, η Χριστίνα, η Μυρτώ και φυσικά ο γιος μου ο Ορέστης που γράφει τη μουσική για τα τραγούδια των παραμυθιών.Όταν παρουσιάζω ή αφηγούμαι κάποιο παραμύθι κι είμαι ανάμεσα σε παιδιά, νιώθω πως μόνο αυτό ήθελα να κάνω από πάντα. Να είμαι ανάμεσα σε παιδιά. Μου αρέσει που λένε την αλήθεια χωρίς δεύτερη σκέψη, που είναι αυθόρμητα. Που γελάνε με την ψυχή τους όταν κάτι τους φαίνεται πραγματικά αστείο. Το να σε αφήνουν τα παιδιά να μοιραστείς μαζί τους μια ιστορία σου, είναι πραγματικά μεγάλη τιμή. Όταν τους αρέσει κιόλας και περνάνε καλά, είναι μαγεία.Όταν ξεκίνησα να γράφω, έλεγα πως έστω κι ένα παιδί να αποκοιμηθεί διαβάζοντας μια ιστορία μου, εγώ θα νιώθω ευτυχισμένος. Τώρα που είμαι σίγουρος πως αυτό έχει γίνει, μπορώ να πω πως είμαι. Όταν με ρωτάνε κάποιοι φίλοι «Μα πώς τα σκέφτεσαι; Πού τα βρίσκεις;» και κάτι τέτοια, τους απαντώ: Παντού. Στα δέντρα, στα φυτά, σε μια βόλτα στο βουνό, στα γέλια των παιδιών, σε μια φωτογραφία, σ’ ένα ταξίδι... Προσπαθώ να κοιτάζω γύρω μου τον κόσμο, σαν να τον βλέπω κάθε φορά για πρώτη φορά.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ευτυχία Γιαννάκη: Συνέντευξη στο In.gr
H Ευτυχία Γιαννάκη απαντά στα ερωτήματα της Τζωρτζίνας Ντούτση από το in.gr, με αφορμή την κυκλοφορία του αστυνομικού μυθιστορήματός της Στο πίσω κάθισμα. Η συνέντευξη κλείνει με τον δεκάλογο του καλού αστυνομικού μυθιστορήματος σύμφωνα με τη συγγραφέα.Αναδημοσιεύεται εδώ η συνέντευξη:Στο πίσω κάθισμα είναι ο τίτλος του νέου σας βιβλίου και αποτελεί το πρώτο μέρος της Τριλογίας της Αθήνας, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο. Ποια υπόθεση ξετυλίγεται στο νέο σας βιβλίο και ποια θέματα σας απασχολούν σε αυτό;Ένας σκηνοθέτης βρίσκεται άγρια δολοφονημένος στο υπόγειο του Θεάτρου Πλάκας και ο Αστυνόμος Χάρης Κόκκινος με την ομάδα του συστήνονται στο αναγνωστικό κοινό μέσω μιας υπόθεσης στην οποία θα χρειαστεί να ξετυλίξουν ένα κουβάρι κοινών μυστικών, συγκάλυψης και βίας στην καρδιά της σημερινής Αθήνας.Ταυτόχρονα, ο γιος του σαρανταπεντάρη Αστυνόμου συλλαμβάνεται με κατηγορίες που τον αναγκάζουν να βουτήξει στο δικό του οικογενειακό παρελθόν. Η πίεση του χρόνου και τα κλειστά στόματα θα αποδείξουν ότι τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλά για όσους βρέθηκαν στο πίσω κάθισμα. Σε μια κοινωνία όπου όλοι είναι ένοχοι, κάποιοι θα κληθούν να πληρώσουν το τίμημα, μεταξύ αυτών και ο Χάρης Κόκκινος, ενώ οι ανακρίσεις συνθέτουν μια τοιχογραφία των κατοίκων της Αθήνας που πρωταγωνιστεί στην ιστορία.Τα θέματα που με απασχολούν κυρίως είναι η συγκαλυμμένη βία που φέρνει κύκλους, η συλλογική ενοχή, το παρελθόν και όσα νομίζουμε ότι αφήσαμε πίσω μας, τα κοινά μυστικά, η επιπολαιότητα, η απλότητα των καθημερινών πραγμάτων, το χιούμορ μπροστά στο αποτρόπαιο και οι φόβοι μας όπως ξεδιπλώνονται μέσα στο γνώριμο περιβάλλον μιας πόλης που δεν αποτελεί απλά το σκηνικό της αστυνομικής ιστορίας, αλλά την ουσία της. Πώς προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου και τι προσφέρει σε εσάς η συγγραφή ή ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος;Ο τίτλος του βιβλίου είναι άρρηκτα δεμένος με την ουσία της υπόθεσης. Στο Πίσω Κάθισμα έχουμε βρεθεί όλοι ως παιδιά και κάποιοι θα βρεθούν σε αυτό ως ένοχοι. Η σύνδεση μιας εγκληματικής πράξης με το παρελθόν και αναζήτηση των αιτίων σε αυτό αποτελεί τον πυρήνα της συγκεκριμένης ιστορίας.Γράφοντας αστυνομικά μυθιστορήματα μου αρέσει να δημιουργώ συνθήκες φόβου για να φέρνω στα μέτρα μου τους φόβους της καθημερινότητας και ιδεωδώς να τους αντιμετωπίζω. Αυτή θεωρώ ότι είναι η ηδονή του αστυνομικού μυθιστορήματος. Και είναι ίδια τόσο όταν γράφεις αστυνομικά μυθιστορήματα, όσο και όταν τα διαβάζεις.Η υπόθεση εκτυλίσσεται με φόντο τη σημερινή Αθήνα, σε μια γνώριμη κοινωνία γεμάτη στερεότυπα και ταμπού. Ποια εικόνα έχει η Ευτυχία Γιαννάκη για την Αθήνα όπου ζει και εργάζεται;Η Αθήνα είναι η πόλη μου και ιδιαιτέρως το κέντρο της όπου ζω και εργάζομαι και θα έλεγα ότι δεν αποτελεί απλώς το φόντο της ιστορίας. Κάποιος που θα διαβάσει το βιβλίο θα την δει πολλές φορές να έρχεται σε πρώτο πλάνο.Το ενδιαφέρον μου για την πόλη και τους κατοίκους της, καθώς και η εξέλιξή της σε βάθος χρόνου δεν φανερώνει παρά την επιμονή μου να κατανοήσω τις αλλαγές που υφίσταται ένα οικοδόμημα που τα τελευταία χρόνια μοιάζει να τρίζει συθέμελα. Είναι η εποχή που οι βεβαιότητες του παρελθόντος κλονίζονται, η ανομία και το χάος είναι διαρκώς παρόντα και ο κυρίαρχος κανόνας μοιάζει να είναι ότι δεν τηρείται κανένας κανόνας. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι αποτελεί ένα ιδανικό σκηνικό για την ανάπτυξη μιας αστυνομικής ιστορίας.Η Αστυνομική Λογοτεχνία είναι ένα δημοφιλές και αγαπημένο είδος στο αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως. Γιατί οι αναγνώστες αρέσκονται στο να διαβάζουν μανιωδώς αυτού του είδους τα μυθιστορήματα, κατά τη γνώμη σας; Αρκετές δολοφονίες και περιστατικά βία δεν διαβάζουμε στην καθημερινή ειδησεογραφία;Θεωρώ ότι η αστυνομική λογοτεχνία είναι η αφήγηση που φωτίζει όσα αποφεύγουμε να δούμε σε βάθος στην καθημερινότητά μας. Η ειδησεογραφική κάλυψη των θεμάτων και η ταχύτητα με την οποία εναλλάσσονται συχνά μας αφήνουν αμήχανους και γεμάτους απορίες και αυτά τα ερωτήματα είναι που συνήθως αναζητούν απαντήσεις σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.Συχνά αμφισβητείται η βαρύτητα μιας αστυνομικής αφήγησης και για πολλά χρόνια τη θεωρούσαν ένα ελαφρό ανάγνωσμα. Ανήκω σε όσους πιστεύουν ότι η εξέλιξη αυτού του είδους τα τελευταία χρόνια καταφέρνει να καθρεφτίσει τις κοινωνικές, ψυχολογικές ή ακόμη και φιλοσοφικές προεκτάσεις μιας ιστορίας με τρόπο άμεσο, γεγονός που την καθιστά δημοφιλή κατά την άποψή μου στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό.«Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις; αναρωτήθηκε ο Αστυνόμος Χάρης Κόκκινος», επιτρέψτε μου να σας θέσω, με τη σειρά μου, το ερώτημα που περιέχεται μέσα στο βιβλίο...Αν δεν πίστευα ότι είναι εξαιρετικά πιθανό δεν θα έγραφα αστυνομική λογοτεχνία. Θεωρώ ότι εν δυνάμει είμαστε όλοι θύτες και θύματα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Και είναι ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο, να βρεθούμε στη μία ή στην άλλη θέση που δοκιμάζονται διαβάζοντας ή γράφοντας ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.Ποια είναι η «συνταγή» που ακολουθείτε για τη συγγραφή ενός αστυνομικού βιβλίου;Η συνταγή μου, αν μπορώ να την αποκαλέσω έτσι, είναι ότι επιχειρώ να δημιουργήσω αυτό που θα έβρισκα ενδιαφέρον ως ανάγνωσμα. Επειδή δεν έχω από την αρχή στο μυαλό την πλήρη εξέλιξη της υπόθεσης είναι σαν να παίζω μια παρτίδα σκάκι ενάντια στον εαυτό μου από σελίδα σε σελίδα, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.Διαβάζετε ελληνική αστυνομική λογοτεχνία;Διαβάζω τόσο ελληνική, όσο και ξένη αστυνομική λογοτεχνία και νιώθω ότι στο μέλλον η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία μπορεί να δώσει σημαντικά έργα, δεδομένου ότι οι συνθήκες στις οποίες ζούμε ως χώρα τα τελευταία χρόνια, συνθήκες αστάθειας, ανασφάλειας, ανομίας θα αποτελέσουν ενδεχομένως ένα πρόσφορο έδαφος για προβληματισμό και για ανάπτυξη αστυνομικών ιστοριών.Τι άλλο θα περιλαμβάνει λοιπόν Η Τριλογία της Αθήνας και πότε περιμένουμε τα επόμενα δυο βιβλία;Αυτό είναι επτασφράγιστο μυστικό, ένας γρίφος τον οποίο καλούμαι να λύσω αυτόν τον καιρό ετοιμάζοντας την δεύτερη ιστορία με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Όσον αφορά τον χρόνο, θεωρώ ότι τα αντανακλαστικά των Εκδόσεων Ίκαρος δεν θα δυσαρεστήσουν ακόμη και τους πιο ανυπόμονους αναγνώστες». Ο δεκάλογος ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, από τη συγγραφέα Ευτυχία Γιαννάκη: Είναι σημαντικό να υπάρχει μια καθαρή κεντρική ιδέα που περιλαμβάνει την ουσία της υπόθεσης και τον λόγο για τον οποίο αξίζει να ειπωθεί ή να διαβαστεί η ιστορία. Οι χαρακτήρες, τόσο οι κύριοι όσο και οι δευτερεύοντες, πρέπει να είναι ολοκληρωμένοι, ώστε ο αναγνώστης να έχει την αίσθηση ότι πρόκειται για ανθρώπους που θα μπορούσε να συναντήσει γύρω του και όχι για κατασκευές ή για καρικατούρες. Η πλοκή πρέπει να είναι ενδιαφέρουσα και πειστική ως προς την εξέλιξή της. Ιδεωδώς θα πρέπει να είναι τόσο ενδιαφέρουσα ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Η ατμόσφαιρα, το περιβάλλον, το σκηνικό πρέπει να δίνονται με τρόπο που καθιστά κατανοητές τις συνθήκες για την τέλεση του εγκλήματος και τη διαλεύκανση της υπόθεσης, ενισχύοντας την ανάπτυξη της ιστορίας. Οι μέθοδοι διαλεύκανσης της υπόθεσης πρέπει να είναι πειστικές και να αντέχουν στην κριτική ενός έξυπνου και εξοικειωμένου με τους αστυνομικούς γρίφους αναγνώστη. Οι κοινωνικές, ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις της ιστορίας πρέπει να δίνονται με εύληπτο τρόπο, χωρίς ο αναγνώστης να έχει την αίσθηση ότι καθυστερεί η δράση. Η ισορροπία ελαφρότητας και βάρους στην αφήγηση, ακόμη και το χιούμορ μπροστά στο αποτρόπαιο, μπορούν να φωτίσουν μια αστυνομική ιστορία με ιδιαίτερο τρόπο και κατά την άποψή μου πρέπει να επιδιώκεται. Η λύση καλό είναι να μην έρχεται από σύμπτωση ή από έναν από μηχανής θεό, ενώ τα κίνητρα πρέπει να αιτιολογούνται σε βάθος Πρέπει να δοκιμάζεται ο τρόπος σκέψης και η ηθική του αναγνώστη, καλούμενος ο ίδιος να δώσει απαντήσεις σε σύνθετα ζητήματα ή προβληματισμούς. Κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης πρέπει να έχει την αίσθηση ότι θα ήθελε να διαβάσει ένα ακόμη βιβλίο από τον ίδιο συγγραφέα.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ο νόστος της χαμένης παιδικής ηλικίας· συνέντευξη του Αλεχάντρο Σάμπρα στην Καθημερινή.
Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου Τρόποι να γυρίζεις σπίτι του Αλεχάντρο Σάμπρα, η Μαριαλένα Σπυροπούλου συνομίλησε με τον Χιλιανό συγγραφέα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη για την εφημερίδα Καθημερινή, η οποία δημοσιεύθηκε στις 18 Ιουνίου στο ένθετο Τέχνες και Γράμματα. «Μια φορά χάθηκα, θα ήμουν πέντε ή έξι χρόνων», γράφει ο Χιλιανός λογοτέχνης, ποιητής και θεωρητικός της λογοτεχνίας Alejandro Zambra στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του Τρόποι να γυρίζεις σπίτι, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. Ο Σάμπρα, ο οποίος είναι γνωστός στα ελληνικά γράμματα από το πρώτο του βιβλίο Μπονσάι, με αυτό το συγκινητικό άμεσο, πρωτοπρόσωπο μυθιστόρημα κατορθώνει να παρασύρει τον αναγνώστη σε δύο επίπεδα αφήγησης: το πρώτο περιγράφει τη δυσκολία του ήρωα να γίνει πρωταγωνιστής στη ζωή του· το δεύτερο υπογραμμίζει υπόγεια τη θλίψη που νιώθει ο άνθρωπος όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι τελικά χάθηκε για πάντα. – Στο τελευταίο σας βιβλίο ένας σεισμός, πραγματικός και συμβολικός, ταρακουνά τη μνήμη του ήρωα. Ποιοι είναι οι εσωτερικοί και συναισθηματικοί «σεισμοί» που χρειάζεται ένας ενήλικος προκειμένου «να επιστρέψει σπίτι»;– Μεγαλώσαμε με την ιδέα του σεισμού. Η γιαγιά μου μας αφηγούνταν για να αποκοιμηθούμε ιστορίες από τους ανθρώπους που πέθαναν στον μεγάλο σεισμό του 1939. Όταν το 1985 ξανασυνέβη, σκέφτηκα «αυτό λοιπόν είναι ο σεισμός». Έχω την αίσθηση πως οι σεισμοί στιγματίζουν την ευαισθησία σου με πολλούς τρόπους. Έρχεσαι σε επαφή με το αίσθημα ότι όλα μπορούν αίφνης να καταστραφούν· αυτό κάνει τη διαφορά στη ζωή σου. Και σου δημιουργεί το αίσθημα της ευθραυστότητας. Έκτοτε δεν μπορώ να φανταστώ τον κόσμο σαν άφθαρτο.– Πώς ήταν η παιδική σας ηλικία; Είναι αυτοβιογραφικό το βιβλίο; – Νομίζω ότι όλα τα βιβλία είναι αυτοβιογραφικά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν έχει όμως και τόση σημασία εάν αυτά συνέβησαν σε μένα, παρ’ όλα αυτά. Το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψα στο πρώτο πρόσωπο. Είχα την ανάγκη να ανακαλύψω τι ακριβώς είναι αυτό το «εγώ», περί τίνος πρόκειται, τελικά όμως είναι ένα «εμείς» πιο πολύ από ό,τι ένα «εγώ». Ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε με την προσπάθεια να κατανοήσει τη διαφορά ανάμεσα στο να ζει στη σιωπή ή να της επιβάλλουν τη σιωπή. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό το μυθιστόρημα αντιπροσωπεύει ολόκληρη τη γενιά, δεν θα το έλεγα ποτέ, παρ’ όλα αυτά ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο είναι η νομιμότητα της μνήμης. Ποιον εκπροσωπείς όταν προσπαθείς να δημιουργήσεις τη δική σου εκδοχή του παρελθόντος. Στο όνομα ποιων μιλάς, ακόμα και όταν μιλάς μόνο για σένα. Δεν είμαι σίγουρος εάν έζησα μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, αλλά στα σίγουρα δεν ήμουν δυστυχής. Και μεγάλωνα κατά τη διάρκεια των πιο απαίσιων χρόνων της εθνικής ιστορίας μας. Ενώ εγώ ήμουν περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερος, εκατοντάδες συμπατριώτες μου δολοφονούνταν, βασανίζονταν και η Χιλή παραδόθηκε στην πιο άγρια μορφή καπιταλισμού. Αυτή η συνειδητοποίηση, η οποία ήρθε στην εφηβεία μου, άλλαξε το σχήμα των αναμνήσεών μου. Mε άλλα λόγια, ξαφνικά όλες μου οι αναμνήσεις έγιναν πικρές. Και μόνο το γεγονός της μνήμης έγινε πικρό. Η ένταση της ποίησης – Είστε επίσης ποιητής και καθηγητής. Η γιαγιά σας «σκάρωνε» στιχάκια. Έχετε όμως γράψει ότι νιώθετε άβολα για την ποιητική φύση σας.– Αγαπώ τις λέξεις από μικρό παιδί. Αγαπούσα την αφήγηση επίσης, αλλά νομίζω ότι ανακάλυπτα σιγά σιγά ιστορίες που ήθελα να αφηγηθώ. Δεν είμαι ο τύπος τού «θα σας πω μια ιστορία». Δεν πιστεύω άλλωστε στις θεματικές. Με αυτή την έννοια προχωρούσα σαν ποιητής. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος για το εάν υπάρχουν όρια ανάμεσα στην πεζογραφία και στην ποίηση και ποια είναι αυτά. – Γιατί θεωρείτε την ποίηση πιο σημαντική από τη μυθοπλασία;– Αυτό είναι καθαρά θέμα έντασης. Η ποίηση με αφορούσε περισσότερο ως αναγνώστη, βεβαίως. Και όταν ήμουν είκοσι χρόνων, το να γράφω μυθιστορήματα φάνταζε βαρετό... πολλές ώρες μπροστά στον υπολογιστή...– Είπατε κάποτε ότι ψάχνετε πάντοτε για εκείνη τη στιγμή που δεν θα είστε σίγουρος γι’ αυτό που κάνετε... – Πιστεύω ακράδαντα σε αυτό. Δεν αντιμετωπίζω τη γραφή σαν μια υπόθεση που εγώ θα πω κάτι που ήδη ξέρει ο άλλος. Όταν γράφεις μπορεί να διαθέτεις μερικές ιδέες, αλλά όσο προχωράει το γράψιμο, χάνεις τον έλεγχο. Μου αρέσει η στιγμή που πιάνω τον εαυτό μου να μην ξέρει τι κάνει, αλλά από την άλλη ξέρω ότι κάτι κάνω. Ξεκινώ με μια εικόνα και προσπαθώ να την προχωρήσω σαν ένα μικρό γλυπτό. Υπάρχει ήδη κάτι εκεί, και το δουλεύεις μέχρι να το ανακαλύψεις.– Βρίσκετε δυσκολία στο να γράψετε ή να τελειώσετε ένα βιβλίο; Έχετε πει ότι τα βιβλία γεννιούνται μόλις σε ξεπεράσουν. – Δεν θα το ονόμαζα μόνο δυσκολία. Υπάρχουν βέβαια και πολλές ευχάριστες, καλές στιγμές επίσης. Ακόμη και όταν γράφεις για επώδυνα πράγματα, βιώνεις την αίσθηση της πληρότητας ή την ψευδαίσθησή της. Δεν είναι πάντα ευχάριστο με συνειδητό τρόπο. Είναι δύσκολο για μένα να αποδεχτώ ότι τέλειωσε ένα βιβλίο. Ο Ισπανός εκδότης μου, Jorge Herralde, με κοροϊδεύει, γιατί είμαι πολύ καλός στις αλλαγές της τελευταίας στιγμής. Αλλά μόλις το βιβλίο εκδοθεί, το ξεχνώ και πάω παρακάτω.Η Χιλή του Πινοσέτ– Μεγαλώσατε τον καιρό της δικτατορίας της Χιλής. Περιγράφετε το αίσθημα του δευτερεύοντος ρόλου στη σκηνή της ίδιας της ζωής σας. Πώς είναι η ζωή σας σήμερα;– Μας πήρε πολύ καιρό να νιώσουμε πρωταγωνιστές της ζωής μας. Μεγαλώσαμε με γονείς που διεκδικούσαν ολοσχερώς την εμπειρία και τη νομιμότητα της Ιστορίας. Αυτό είναι δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Αλλά τώρα είμαστε εμείς οι γονείς. Και με ενδιαφέρει η μετάβαση. Αυτό ακριβώς πραγματεύονται το μυθιστόρημα The private lives of trees και η ποιητική συλλογή Facsimile/Multiple Choice. Επιμένω στην εναλλαγή, στη μετακύλιση από τον ενικό στον πληθυντικό. Όλα εκεί βρίσκονται σε αυτή την ταλάντευση.– Γράφετε για τη μνήμη. Τη μνήμη της γενιάς σας. Ποιο είναι το ειδικό ψυχολογικό και πολιτικό πλαίσιο αυτής της γενιάς; – Αυτές είναι οι ερωτήσεις που κάνω στον εαυτό μου, και μπορώ να τις απαντήσω μόνο με το να γράψω ένα μυθιστόρημα! Θεωρώ ότι το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι είναι ένα μυθιστόρημα για τη διαχείριση του παρελθόντος, ποικιλοτρόπως. Δεν είναι μόνο το ζήτημα να «σκοτώσεις τον πατέρα». Κυρίως αφορά στο ότι δεν είσαι πια 20 χρόνων και έχεις «σκοτώσει» και τον πατέρα πολλά χρόνια πριν και ανακαλύπτεις ότι θέλεις να τον αναστήσεις και αυτό δεν είναι εφικτό. Θέλεις να γυρίσεις σπίτι σου και δεν ξέρεις πού είναι το σπίτι σου.– Κάθε μυθιστόρημα είναι ένα γράμμα στον κόσμο. Τι είδους γράμμα στείλατε; – Δεν έχω ιδέα... Να κατορθώσεις να μεταφραστείς είναι κάτι που με συναρπάζει. Νιώθω πάντως ότι έστειλα ένα γράμμα. Το να γράφει κάποιος είναι η ικανότητα να μοιράζεσαι και να χάνεις. Αγαπώ το ποίημα της Έμιλι Ντίκινσον: «Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο, που ποτέ δεν μου έγραψε...» αλλά τελικά εγώ δεν μπορώ παρά να δω πόσο τυχερός είμαι. Έχω την επαφή με τόσους ανθρώπους, και διαβάζω όλα αυτά που μου γράφουν οι αναγνώστες και νιώθω σε όλους αυτούς αφοσιωμένος.Λάτρης του έργου Ελλήνων ποιητών – Μοιραζόμαστε ένα παρελθόν με τη Χιλή εμείς οι Έλληνες σε σχέση με την ποίηση. Είχαμε και εμείς δικτατορία, φυσικά άλλου μεγέθους, αλλά αντιμετωπίσαμε και αντιμετωπίζουμε προβλήματα με τις μεταβάσεις. Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημά σας, είχα αδιόρατο το αίσθημα μιας κοινής ψυχολογικής ατμόσφαιρας που διαπνέει και τις οικογένειες, όπως και το ζήτημα του σεισμού. Είναι κάτι που το έχετε σκεφτεί; – Είμαι λάτρης της αρχαίας ελληνικής πραγματείας και αγαπώ πολύ τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, που γνωρίζω καλά. Σπούδασα με τον Miguel Castillo Didier, έναν σπουδαίο δάσκαλο, που είναι μάλλον ο μεγαλύτερος μεταφραστής του Καβάφη. Έχει επίσης μεταφράσει Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη και Καζαντζάκη. Γνωρίζω σε βάθος αυτά τα έργα στην ισπανική μετάφραση και τα λατρεύω. Το Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον του Καβάφη είναι ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Όταν ήμουν 21 ετών έγραψα σε ένα αφιέρωμα για τον Καβάφη μια δική μου εκδοχή αυτού του ποιήματος. Ο Castillo Didier ζήτησε από νέους ποιητές να συμμετάσχουμε και του έγραψα κάτι και το μετέφρασε ο ίδιος. Δεν ξέρω τι απέγινε εκείνο το ποίημα, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, η πρώτη γλώσσα που μεταφράστηκε ποτέ κάτι δικό μου είναι η ελληνική. Δεν συγκρίνω τις δύο εθνικές ιστορίες, αν και πιστεύω, δυστυχώς, ότι έχουμε κοινά και λόγω της πολιτικής βίας που έχουμε βιώσει.Περισσότερα