Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Ένας στοχαστικός περιπατητής του αστικού τοπίου | Συνέντευξη του Θάνου Σταθόπουλου στην Athens Voice
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Θάνος Σταθόπουλος στον Γιώργο Φλωράκη για την Athens Voice, με αφορμή το νέο του βιβλίο, Εισαγωγή στη μέρα.Γνώρισα τον Θάνο Σταθόπουλο από τη ραδιοφωνική του εκπομπή στο Τρίτο Πρόγραμμα. Είχε διαλέξει έναν τίτλο, που ακουγόταν παράξενος αλλά την ίδια στιγμή απίστευτα οικείος: «Για Ένα Διάστημα Κοιμόμουν Νωρίς». Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να ανασύρω ότι ήταν η πρώτη φράση από τον πρώτο τόμο του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ. Έτσι καθώς στην πορεία διάβαζα τα βιβλία του, συνειδητοποιούσα ότι αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει το υλικό του, τελικά ο τρόπος που επεξεργάζεται τη ζωή: ξεκινώντας από ένα απλό γεγονός, μια απλή φράση, δημιουργεί έναν ολόκληρο κόσμο φιλοσοφικού στοχασμού, τον οποίο αρθρώνει με λόγο ελλειπτικό, λόγο που προσιδιάζει στην ποίηση. Αν και έχω έρθει σε επαφή με το υλικό του εδώ και είκοσι περίπου χρόνια, αυτή εδώ είναι η πρώτη φορά που συνομιλούμε δημόσια.Διαβάζοντας τα βιβλία σας την εποχή που καθένα κυκλοφορεί, μοιάζει σαν να πρόκειται για τη συνέχεια του ενός και μοναδικού βιβλίου που καταγράφει στο διηνεκές τις σκέψεις, τα διαβάσματα, τη ζωή σας, όπως αυτή διαμορφώνεται. Νιώθετε κάπως έτσι ή είναι απλώς μια δική μου εντύπωση;Δεν είναι εντύπωσή σας, ας πούμε ότι πρόκειται περί ενός βιβλίου και της ανέλιξής του μέσα στα χρόνια. Αυτό συμβαίνει κυρίως, όμως, κατά την τελευταία δεκαετία και, συγκεκριμένα, από το Αυτόματο (2013) έως σήμερα. Νομίζω ότιο κύκλος αυτός έχει ολοκληρώσει τη μορφή του και κλείνει με την Εισαγωγή στη μέρα (2021). Έχω αναφερθεί αρκετές φορές στο παρελθόν σ’ ένα είδος αρχείου. (Σαν ένα κιβώτιο ταχυτήτων). Το αρχείο είναι ο κατεξοχήν χώρος παιγνίου και συνδιαλλαγής με το παρόν. Δηλαδή χώρος ελευθερίας και δράσης. Από τη στιγμή που το ζωντανό κατέστη νεκρό, το αρχείο είναι το μόνο ζωντανό, ελεύθερο πεδίο δημιουργικών σχέσεων και συναρτήσεων. Θα μπορούσαμε λοιπόν να μιλήσουμε για σημεία, ίχνη και συνάψεις μιας προσωπικής μυθολογίας και μιας συντετριμμένης αυτοβιογραφίας. Εξυπακούεται ότι δεν συγκροτείται μυθολογία ούτε μπορείς να επιχειρήσεις οιουδήποτε ύφους αυτοβιογραφία άνευ συσχέτισης του άλλου.Τα βιβλία σας αντιστέκονται στην απόπειρα σχολαστικής κατηγοριοποίησης. Εσείς, τα ονομάζετε «κείμενα». Γιατί επιλέγετε αυτόν τον όρο;Δεν συμμερίζομαι την αυτονομία των λογοτεχνικών ειδών. Σέβομαι τα είδη, αλλά δεν τα συμμερίζομαι. Άλλωστε τα όριά τους έχουν διαρραγεί προ πολλού. Δεν με αφορά η αυτονομία και η καθαρότητα των ειδών. Από τη ζωή ως την τέχνη, μόνο κείμενα μπορώ να αντιληφθώ.Τι είναι όμως ένα κείμενο; Στην Εισαγωγή στη μέρα παραθέτω ένα απόσπασμα μιας συζήτησης μεταξύ του Ρολάν Μπαρτ και του Μορίς Ναντό, που έγινε το 1973, για τη λογοτεχνία. Σ’ αυτό το απόσπασμα φωτίζεται απολύτως το πώς αντιλαμβάνομαι την έννοια του κειμένου. Σας παραθέτω λοιπόν ένα απόσπασμα του αποσπάσματος. Μιλάει ο Ρολάν Μπαρτ: «Από τη στιγμή που υπάρχει μια πρακτική της γραφής, βρισκόμαστε μέσα σε κάτι που δεν είναι ακριβώς λογοτεχνία, με την αστική έννοια της λέξης. Κάτι τέτοιο το αποκαλώ κείμενο, δηλαδή την πρακτική που εφαρμόζει την ανατροπή των ειδών· μέσα σε ένα κείμενο δεν αναγνωρίζουμε πια τη μορφή του μυθιστορήματος ή τη μορφή της ποίησης ή τη μορφή του δοκιμίου. Το κείμενο περιέχει πάντοτε το νόημα, μα περιέχει κατά κάποιο τρόπο, την επιστροφή του νοήματος. Το νόημα έρχεται, φεύγει, ξαναπερνάει σε ένα άλλο επίπεδο, και πάει λέγοντας· θα πρέπει ίσως να γυρίσουμε σε μια νιτσεϊκή εικόνα, την εικόνα της αιώνιας επιστροφής του νοήματος. Το νόημα επιστρέφει, αλλά σαν διαφοροποίηση κι όχι σαν ταυτότητα».Κατά τη διάρκεια της γραφής της «Εισαγωγής στη μέρα» ποια θέματα σας απασχολούσαν πιο πολύ;Τα θέματα που περιστρέφονται στο κεφάλι μου από βιβλίο σε βιβλίο. Ο χρόνος, τα συμβάντα, η τύχη, ο εαυτός ως άλλος, το βλέμμα, ο αρχιτεκτονικός ή αρχιτεκτονημένος χώρος, ο χώρος ως εργαστήριο (:η ποιητική του χώρου και τα ανθρώπινα ενεργήματα), το κενό, το κείμενο, η τέχνη, η ερωτική ιδιορρυθμία, η αγωνία, το παράδοξο, το παράλογο της ανθρώπινης φύσης, η απώλεια, το ανέκκλητο, η «ναυτία» του καθημερνού πηγαινέλα, η κάθε μέρα.Η ανία, ο χρόνος, η φαντασία, η φιλοσοφία συμπλέκονται σ’ ένα από τα κείμενα της «Εισαγωγής στη μέρα». Τι τα συνδέει για εσάς;Νομίζω ότι με την προηγούμενη απάντησή μου έχω αφήσει ήδη να διαφανεί ο τρόπος με τον οποίο συμπλέκονται. Αναφέρεστε σ’ ένα εξομολογητικό κείμενο που δείχνει τη διάσταση και τη διαδρομή της πλήξης εντός μου στην πορεία του χρόνου, με λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αναφορές.Στο βιβλίο επανέρχεται συχνά το ζήτημα των δακρύων. Τι σημαίνουν για εσάς τα δάκρυα;Μόνο μέσω των δακρύων μπορώ ν’ αφεθώ στην τύχη μου. Μέσω των δακρύων συνδέομαι και υπάρχω. Τα δάκρυα είναι η είσοδος και η έξοδος.Επίσης επανέρχεται και το «σπίτι». Τι σημαίνει για εσάς;Το σπίτι είναι μήτρα, κυψέλη, κουκούλι, περιδίνηση, γραφείο, λάκκος, κελί, ουρανός.Εκτός από συγγραφέας, είστε εδώ και πολλά χρόνια παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος. Θα μας μιλήσετε για την εκπομπή σας;Προσφάτως οι εκπομπές έγιναν δύο: «Για ένα διάστημα κοιμόμουν νωρίς», που μετράει δεκαοχτώ χρόνια στον αέρα, αλλά με μεγάλα διαλείμματα, και “Flores Para Los Muertos”. Και οι δύο εκπομπές ανήκουν σ’ αυτό που θα ονομάζαμε φαντασιακό ραδιόφωνο ή η τέχνη της παραγωγής. Αποτελούν παραλληλία του λογοτεχνικού μου κόσμου και τρόπου και, εν γένει, του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τα πράγματα και την τέχνη.Ένα από τα αγαπημένα σας στέκια είναι το Au Revoir στην Πατησίων. Τι σας έλκει και τι σας οδηγεί εκεί;Σπανίως με οδηγεί πλέον κάτι εκεί. Αγαπημένο μπαρ, αλλά όχι πια στέκι για μένα. Δεν πηγαίνω συχνά εδώ και είκοσι χρόνια. Υπήρξε στέκι μου τις δεκαετίες του 1980 και του 1990. Ας πούμε ότι είμαι παλαίμαχος του Au Revoir. Ωστόσο, όταν καμιά φορά πηγαίνω, εξακολουθώ να νιώθω σαν να είμαι στο σαλόνι του σπιτιού μου, παρ’ όλη την επέλαση των χίπστερ.Ποιες είναι οι πιο συχνές διαδρομές σας στην Αθήνα;Ζώντας τα τελευταία είκοσι δύο χρόνια πρώτα στο Κολωνάκι και κατόπιν στο Σύνταγμα, είχα πάντα την τύχη ως περιπατητής (γιατί είμαι περιπατητής) να μπορώ να περπατάω καθημερινά στον Λυκαβηττό, στην Πλάκα ή την Ακρόπολη, το Θησείο, το Πρώτο Νεκροταφείο, ακολουθώντας ίδιες ή διαφορετικές διαδρομές, αναλόγως με τη διάθεσή μου.Ποια είναι τα πιο αγαπημένα σας σημεία της πόλης;Υπάρχουν πολλά, αλλά θα ήθελα να σας αναφέρω μόνο ένα, το οποίο δεν ξεθώριασε μέσα μου, από την παιδική μου ηλικία έως σήμερα, παρά τις όποιες καταστροφές που υπέστη. Πρόκειται για έναν δρόμο. Τον πεζόδρομο της Βουκουρεστίου, κυρίως από τη Σταδίου ως την Πανεπιστημίου. Αντιπροσωπεύει για μένα –και νομίζω όχι μόνο για μένα– την πλέον αστική και ευρωπαϊκή εκδοχή της Αθήνας. Στη Βουκουρεστίου, όταν ήταν ακόμα άσφαλτος, πρόλαβα την μπυραρία του «Ορφανίδη», το “Brazilian”, το καφενείο “Everyday” και τον “Zonar’s”. Σύχναζα εκεί με ανθρώπους μιας άλλης εποχής και ενός άλλου ήθους και ύφους, η πλειονότητα των οποίων έχει πεθάνει. Εξακολουθώ να συχνάζω στη Βουκουρεστίου. Η σύνθεση του κόσμου δεν είναι ίδια - η αισθητική του νεοπλουτισμού μαγάρισε τα πάντα. Εξακολουθούν να υφίστανται όμως ένθετα κοσμοπολιτισμού και μποέμ συμπεριφοράς. Δεν λείπει η νοσταλγία, αλλά την προσπερνώ μέσα από τα δικαιώματα του παρόντος. Ούτως ή άλλως, ουδέποτε ήμουν παγιδευμένος στο παρελθόν, αντιθέτως. Πάντως είναι ένας δρόμος που δεν έχει σταματήσει να με αναζωογονεί.Τι σας κρατά στην Αθήνα και τι σας απωθεί;Φοβάμαι ότι μόνον η ανάγκη με κρατά. Λυπάμαι. Πλείστα όσα με απωθούν. Πρέπει πλέον να επινοώ καθημερινά τη γοητεία και την έλξη. Εάν μπορούσα ν’ αφήσω επιτέλους τις πόλεις, θα προτιμούσα να ζω στην Ύδρα.Νιώθετε μέρος μιας λογοτεχνικής γενιάς, σχολής ή έστω παρέας; Ποια στοιχεία την ορίζουν και ποιοι άλλοι είναι συνεπιβάτες σας;Γραμματολογικά ανήκω στη «Γενιά του ’80», αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά πράγματα, πέρα από τη ληξιαρχική πράξη. Παρέα ή, μάλλον, παρέες, υπήρξαν, κατά το παρελθόν, πολλές, και μάλιστα ευτυχείς (η τελευταία αστραπή ήταν η παρέα του «Ενοίκου», πριν από τριάντα χρόνια), χωρίς όμως κοινούς αισθητικούς στόχους, που άλλωστε δεν ήταν το ζητούμενο. Ας πούμε ότι, κατά το μάλλον ή ήττον, υπήρχε μια κοινή πορεία πλεύσης. Υπήρχαν τομές, συγκλίσεις, αλλά οι αποκλίσεις ήταν μάλλον περισσότερες, υπήρχαν πολλές αντιφάσεις –όπως και να ’χει, ο καθένας τραβούσε το δικό του κουπί. Από αυτή την άποψη, λογοτεχνικά, δηλαδή σε σχέση με τον δικό μου τρόπο, πάντοτε ένιωθα και εξακολουθώ να νιώθω «μοναχοπερπατητής», -ίσως και από ιδιοσυγκρασία- για να υιοθετήσω τον αυτοπροσδιορισμό του Κώστα Ταχτσή.Τι βιβλία έχετε αυτή την εποχή ανοιχτά;Μόλις έκλεισα την Κλέφτρα των φρούτων, του Πέτερ Χάντκε, αλλά έχω ανοιχτά τις Παρεμβάσεις 2020, του Μισέλ Ουελμπέκ, την Ανάληψη της Παρθένου, του Γιώργου Βέλτσου και αενάως ανοιγμένο τον Σέξπιρ. Έπεται το Κάπου στο ανολοκλήρωτο, του Βλαντιμίρ Ζανκελεβίτς και της Μπεατρίς Μπερλοβίτς. Ποιες μουσικές σας εμπνέουν τον τελευταίο καιρό;Η κλασική και η λόγια μουσική δεν υποχωρούν ποτέ. Ούτε η εξέλιξη του ηλεκτρονικού ήχου και της αβανγκάρντ. Πριν από μερικούς μήνες μ’ έπιασε η καταιγίδα του Tim Hecker και καταδύθηκα στη μουσική του Eivind Aarset. Εξακολουθούν να με ενδιαφέρουν και παρακολουθώ τον Steven Brown, τον Blaine L. Reininger, την Bjork, τον Blixa Bargeld, τη Meret Becker, την Gudrun Gut, μεταξύ άλλων.Τι ετοιμάζετε το επόμενο διάστημα ή πώς φαντάζεστε τη ζωή σας στο επόμενο διάστημα;Έχω ήδη αρχίσει να γράφω ένα καινούργιο βιβλίο ή εύχομαι να ζήσω επιτέλους ήσυχα.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Οι αρετές του στωικισμού | Συνέντευξη του Massimo Pigliucci στο ΒΗΜΑgazino
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Massimo Pigliucci στον Γιώργο Νάστο και στο ΒΗΜagazino για την αρχαία φιλοσοφία που μπορεί να δώσει νόημα και περιεχόμενο στη σύγχρονη ζωή. Αφορμή στάθηκε το νέο του βιβλίο Πώς να είμαστε Στωικοί: Αρχαία σοφία για τη σύγχρονη ζωή (μετάφραση: Αντωνία Γουναροπούλου).Καθηγητής Φιλοσοφίας στο City College της Νέας Υόρκης, ο Ιταλός Μάσιμο Πιλιούτσι έχει διδακτορικά στη Γενετική, στην Εξελικτική Βιολογία και στη Φιλοσοφία. Παράλληλα με την ακαδημαϊκή του καριέρα, έχει εκδώσει δεκατέσσερα βιβλία. Ενα από αυτά, με τίτλο Πώς να είμαστε Στωικοί: Αρχαία σοφία για τη σύγχρονη ζωή, αγαπήθηκε πολύ από τους αναγνώστες, βρέθηκες στις λίστες των ευπώλητων και κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος. Στις σελίδες του πονήματός του, ο Πιλιούτσι μας προσφέρει τόσο έναν προσιτό οδηγό της στωικής φιλοσοφίας όσο και πρακτικές πνευματικές ασκήσεις και συμβουλές που οδηγούν στην εσωτερική γαλήνη ακόμη και όταν όλα γύρω μας μοιάζουν γκρίζα.Στο «Πώς να είµαστε Στωικοί» γίνεται ξεκάθαρο ότι ο αγαπηµένος σας φιλόσοφος είναι ο Επίκτητος. Ποιοι είναι οι λόγοι αυτής της προτίµησης;«Ο Επίκτητος ήταν πολύ ενδιαφέρων τύπος. Γεννήθηκε σκλάβος, στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε το αληθινό όνομά του. Τον έφεραν στη Ρώμη και όταν τον απελευθέρωσαν, εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο περιζήτητους δασκάλους των αρχών του 2ου αιώνα. Εζησε μια εξωπραγματική ζωή. Δεν ήταν ο μόνος από τους Στωικούς. Ο Μάρκος Αυρήλιος υπήρξε αυτοκράτορας, ο Σενέκας ήταν γερουσιαστής, θεατρικός συγγραφέας και σύμβουλος του Νέρωνα. Παρ’ όλο που απολαμβάνω και τα δικά τους διδάγματα, ο Επίκτητος με γοητεύει σε ένα πολύ πιο βασικό επίπεδο: μου αρέσει το χιούμορ του, το οποίο συνορεύει με τον σαρκασμό, και ο λόγος του που είναι πολύ καθαρός, χωρίς καθόλου φτιασίδια».Θα µπορούσαµε να πούµε ότι σε εποχές κρίσης η σηµασία της στωικής φιλοσοφίας αποκτά άλλη αξία;«Ο στωικισμός είναι μια φιλοσοφία ζωής, άρα έχει αξία σε οποιαδήποτε εποχή, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει μια πανδημία ή κάποια άλλη σοβαρή κρίση. Είναι μια καλή φιλοσοφία γιατί οδηγεί στην αρετή: σε βοηθά να καταλάβεις σε τι θα έπρεπε να δίνεις αξία και πώς να διάγεις έναν χρήσιμο και αγαθό βίο, να αγαπάς τους άλλους, να αντιμετωπίζεις ακόμη και τους αγνώστους σαν φίλους. Σου δείχνει επίσης πώς να διαχειρίζεσαι τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο σου και όλοι βιώνουμε απώλειες και δυσκολίες. Οσον αφορά την πανδημία πάντως, θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Ο Σενέκας είχε σταλεί εξόριστος στην Κορσική, την οποία τώρα θεωρούμε έναν υπέροχο προορισμό, όμως τότε ήταν ένας τόπος σκληρός. Δεν μπορούσε πια να δει τους συγγενείς του, ούτε να παραστεί σε κοινωνικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, ήταν απομονωμένος όπως εμείς κατά το lockdown. Πώς αντιμετώπισε αυτή τη συνθήκη; Εστίασε σε όσα μπορούσε να κάνει. Δεν είχε τη δυνατότητα να πάει στο θέατρο, αλλά μπορούσε να διαβάσει ένα καλό βιβλίο. Δεν μπορούσε να κουβεντιάσει με τον αδελφό του, αλλά είχε την επιλογή να κάνει εκεί όπου βρισκόταν έναν καινούργιο καλό φίλο. Οταν δεν μπορείς να ελέγξεις τα πράγματα, είναι άχρηστο να σκέφτεσαι μονίμως τι έχεις χάσει, βυθίζεσαι έτσι στη μελαγχολία. Πρέπει να βλέπεις τις αντιξοότητες ως πρόκληση, σαν ένα τεστ στο οποίο πρέπει να ανταποκριθείς. Το θέμα δεν είναι να είσαι αισιόδοξος αλλά ρεαλιστής και να επικεντρώνεσαι σε ό,τι έχεις. Κάποιοι φυσικά περνούν πιο δύσκολα σε σχέση με τους άλλους, ένας που έχασε κάποιον κοντινό του δεν δυσκολεύτηκε το ίδιο με κάποιον που απλώς χρειάστηκε να μείνει κλεισμένος στο σπίτι του για ορισμένους μήνες. Η συμβουλή ωστόσο παραμένει η ίδια: δες τι σου έχει μείνει και τι μπορείς να κάνεις».Οι Στωικοί αισθάνονταν ανέκαθεν πολίτες του κόσµου. Η σηµερινή τεχνολογία µπορεί να µας διευκολύνει να ταυτιστούµε µαζί τους;«Θα περίμενε κανείς ότι το Internet και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα μας οδηγούσαν σε μια πιο κοσμοπολίτικη αντίληψη της ζωής, όμως παρατηρούμε το αντίθετο. Κυριαρχούν η εσωστρέφεια, ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός. Η κατασκευή μιας ταυτότητας είναι πολύ σημαντικό πράγμα και ο στωικισμός δεν την αρνείται. Μας λέει όμως ότι η πιο σημαντική μας ιδιότητα είναι αυτή του ανθρώπου. Ολα τα υπόλοιπα είναι ρόλοι στους οποίους αξίζει να ανταποκριθεί κανείς με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όμως το πιο ουσιώδες είναι να αντιμετωπίζει τους συνανθρώπους του με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Και να φροντίζει να μην επιβαρύνει τις συνθήκες ζωής στον πλανήτη».Οι Στωικοί έδιναν επίσης βαρύτητα στα πρότυπα. Υπάρχουν σήµερα προσωπικότητες που θα µπορούσαν να λειτουργούν ως φάροι;«Τον λόγο για τον οποίο θα έπρεπε να έχουμε πρότυπα τον είχε εξηγήσει ωραία ο Σενέκας: δεν θα μάθεις ποτέ πόσο στραβός είσαι αν δεν συγκριθείς με έναν ολόισιο χάρακα. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά τα πρότυπα πρέπει να είναι τέλεια, κάτι σαν άγιοι: η τελειότητα δεν είναι μέρος αυτού του κόσμου. Για εμένα προσωπικά, υπόδειγμα προσωπικότητας αποτελεί η Σούζαν Φάουλερ, η οποία μάλιστα, όπως έμαθα πρόσφατα, εφαρμόζει πρακτικά τον στωικισμό. Ηταν στέλεχος της πολυεθνικής Uber και με τις καταγγελίες της έριξε φως στην κουλτούρα σεξουαλικής παρενόχλησης που μάστιζε τους χώρους εργασίας της εταιρείας. Ρίσκαρε πολλά –τη φήμη, την καριέρα της–, αλλά το έκανε για κάτι που θεωρούσε σημαντικό. Σήμερα δουλεύει στους New York Times. Είχε τα κότσια να ακολουθήσει αυτό που της έλεγε η συνείδησή της και για εμένα αποτελεί σημείο αναφοράς. Οι έφηβοι ακτιβιστές που προσπαθούν να μας αφυπνίσουν όσον αφορά τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης θα έπρεπε επίσης να αποτελούν παραδείγματα για όλους μας. Ο καθένας μας έχει φυσικά και τις προσωπικές του αναφορές. Ο θετός παππούς μου, ένας άνδρας με τον οποίο δεν είχαμε συγγένεια εξ αίματος, ήταν ένας από τους πιο καλοσυνάτους ανθρώπους που γνώρισα ποτέ και φρόντισε με αυταπάρνηση εμένα και τον αδελφό μου.Οι Στωικοί είχαν ωστόσο και ινδάλματα από τον χώρο του μύθου. Θαύμαζαν τον Οδυσσέα επειδή ήταν θαρραλέος, ευφυής και απέρριψε δύο φορές την αθανασία προκειμένου να γυρίσει στην οικογένεια και στην πατρίδα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν τέλειος. Αφηνε τον θυμό να τον κυριεύσει, σκότωσε τους επίδοξους μνηστήρες της συζύγου του, έκανε πολλά για τα οποία δεν θα έπρεπε να είναι περήφανος. Προσωπικά, γοητεύομαι από τον Spiderman. Την πεποίθησή του ότι η μεγάλη δύναμη συνεπάγεται μεγάλη ευθύνη τη βρίσκω σοφή. Ολοι έχουμε κάποιας μορφής εξουσία και θα έπρεπε να τη χρησιμοποιούμε για το καλό. Μου αρέσει επίσης το ότι δεν χάνει την αίσθηση του χιούμορ του, κάνει συνεχώς αστεία σχόλια και παρ’ όλο που στη ζωή του συναντά πολλές δυσκολίες, δεν τους επιτρέπει να τον πτοούν, ούτε αμελεί το καθήκον του. Τα πρότυπα μας βοηθούν να βελτιωθούμε και να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι».Ποια από τις πρακτικές πνευµατικές ασκήσεις του στωικισµού ήταν για εσάς πιο δύσκολο να εφαρµόσετε;«Η πιο δύσκολη για εμένα ήταν το λεγόμενο premeditatio malorum, η αρνητική αναπαράσταση, το να σκέφτεσαι προληπτικά για τα άσχημα που θα μπορούσαν να σου συμβούν. Οι Στωικοί μας καλούν να αναπαραστήσουμε με τη φαντασία τη χειρότερη δυνατή εξέλιξη σε κάθε σημαντική κατάσταση της ζωής μας, ώστε να μην είμαστε απροετοίμαστοι αν τυχόν επαληθευτούν οι δυσοίωνες προβλέψεις μας. Υπάρχουν ενδείξεις ότι λειτουργεί αυτή η άσκηση, ότι βοηθά να έχεις καλύτερο έλεγχο των αντιδράσεών σου μπροστά σε μια δυσκολία. Προσωπικά, όμως, δεν μπορώ εύκολα να συγκεντρωθώ και να αρχίσω να φαντάζομαι πράγματα. Κατέφυγα λοιπόν σε μια επαληθευμένη μέθοδο που έκαναν και οι αρχαίοι, άρχισα να κάθομαι και να γράφω, κρατάω κάτι σαν ημερολόγιο με πιθανές αναποδιές».Διαβάστε τις πρώτες σελίδες εδώ.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Emily St. John Mandel | Συνέντευξη στο «ΒΗΜΑgazino»
Η δημοφιλής καναδή συγγραφέας, με αφορμή το νέο της βιβλίο, Το γυάλινο ξενοδοχείο, μιλάει στο ΒΗΜΑgazino και τον Γιώργο Νάστο για τους ψυχολογικούς αμυντικούς μηχανισμούς και για την πανδημία.Οικονομικά εγκλήματα, απληστία, «σχήματα πόντσι», φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν το παρόν και το μέλλον. Ολα αυτά (και πολλά άλλα) συνθέτουν την ατμόσφαιρα του βιβλίου Το γυάλινο ξενοδοχείο σε μια καθηλωτική ιστορία που αρχίζει στα μέσα των 90s και φτάνει μέχρι το 2018. Συγγραφέας του η Καναδή Εμιλι Σεντ Τζον Μάντελ που έγινε παγκοσμίως γνωστή το 2014 με τον «Σταθμό Εντεκα», ένα πραγματικά συναρπαστικό μυθιστόρημα, στις σελίδες του οποίου η ανθρωπότητα έχει αποδεκατιστεί από μια πανδημία εξαιρετικά θανατηφόρας γρίπης των χοίρων, πλοκή που κατέστησε το περιεχόμενό του εξαιρετικά (και πικρά) επίκαιρο. Το συγκεκριμένο πόνημα θα το δούμε μάλιστα εντός της χρονιάς στην τηλεοπτική του μεταφορά σε παραγωγή του HBO Max.Τι σας γοήτευσε στην οικονομική ύφεση του 2008 και «πρωταγωνιστεί» στο νέο σας βιβλίο;«Ηταν μια παράξενη και σοκαριστική περίοδος. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της κατάρρευσης το χρήμα έρρεε άφθονο και επικρατούσε η αντίληψη ότι η οικονομία μας ήταν πολύ στέρεη, όμως μετά συνέβη το κραχ και αποδείχθηκε ότι το οικονομικό σύστημά μας ήταν κάτι σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Προσωπικά, ήμουν πολύ τυχερή – είχα μια σταθερή δουλειά ως διοικητική υπάλληλος σε Πανεπιστήμιο – αλλά κάποιοι φίλοι μου έμειναν άνεργοι για πολύ καιρό».Οι ήρωες του βιβλίου σας μοιάζουν να ξέρουν διάφορα πράγματα χωρίς να έχουν αληθινή επίγνωσή τους. Συμβαίνει συχνά αυτό στους ανθρώπους;«Φυσικά. Σκεφτείτε λίγο τους πιο εγωκεντρικούς φίλους σας. Ολοι έχουμε κάποιον που όποτε τον συναντάμε αρχίζει έναν ατέλειωτο μονόλογο για τη ζωή του. Μπορεί να καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν πηγαίνει τελείως καλά με αυτόν τον άνθρωπο, όμως την ίδια στιγμή επιλέγεις να μην το αναλύσεις, να μην το συνειδητοποιείς ουσιαστικά, διότι, για τον οποιονδήποτε λόγο, αυτή η φιλία έχει αξία για εσένα».Υπάρχει άλλωστε και ο μηχανισμός άμυνας, ο οποίος στην ψυχολογία λέγεται διαχωρισμός, compartmentalization, κατά τον οποίο απωθούμε ή αποφεύγουμε να συσχετίσουμε συναισθήματα και σκέψεις – εθελοτυφλούμε τρόπον τινά – προκειμένου να αποφύγουμε τις εντάσεις.«Συμφωνώ, όμως νομίζω ότι δεν λέμε απαραιτήτως ψέματα στον εαυτό μας, θα έλεγα δηλαδή πως δεν θεωρώ τον διαχωρισμό κάτι κατ’ ανάγκη αρνητικό. Είμαστε άλλοι όταν περνάμε χρόνο με την οικογένειά μας και άλλοι όταν βρισκόμαστε με τους συναδέλφους μας, και αυτό δεν σημαίνει πως κάποια από αυτές τις εκδοχές του εαυτού μας είναι κάλπικη».«Υπάρχει κάτι σχεδόν ανιαρό σε μια καταστροφή» λέει κάποια από τις ηρωίδες σας. Το πιστεύετε;«Ναι, το πιστεύω. Στην αρχή υπάρχει ένα σοκ – "Θεέ μου, ζούμε μια πανδημία" -, όμως η φοβερή πραγματικότητα είναι πως μπορούμε να συνηθίσουμε σχεδόν τα πάντα. Είναι δύσκολο να διατηρήσεις μια αίσθηση ξαφνιάσματος για μεγάλο διάστημα. Είτε μιλάμε για μια οικονομική κατάρρευση είτε για μια πανδημία, όσο περνάει ο καιρός αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με ένα σοκαριστικό γεγονός και περισσότερο σαν μια μόνιμη συνθήκη στην οποία κάποιος βρίσκει τρόπο να προσαρμόζεται. Μια καταστροφή που ξεδιπλώνεται σε βάθος χρόνου μπορεί να μοιάζει σχεδόν βαρετή».Τι αλήθεια σας έκανε συγγραφέα;«Η ανάγνωση. Είχα την τεράστια τύχη να μεγαλώσω σε οικογένεια που εκτιμούσε πολύ τα βιβλία. Διάβαζα συνεχώς όταν ήμουν παιδί».Ποιοι συγγραφείς επηρέασαν το γράψιμό σας;«Νομίζω πως η συγγραφέας που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στο τωρινό ύφος της πρόζας μου είναι η Ιρέν Νεμιρόφσκι. Πέθανε στο Αουσβιτς, αφήνοντας πίσω της ένα ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα που εκδόθηκε τελικά με τον τίτλο "Γαλλική Σουίτα". Πιστεύω ότι πρόκειται για αριστούργημα και διακρίνεται από απλότητα και καθαρότητα, αξίες στις οποίες στοχεύω. Εχω επίσης επηρεαστεί από τον αμερικανό συγγραφέα Νταν Τσάον, ο οποίος κάνει συναρπαστικά πράγματα με τη δομή των βιβλίων του, αλλά και από ένα συγκεκριμένο μυθιστόρημα του Νόρμαν Μέιλερ. Παρότι βρίσκω το συνολικό του έργο άνισο και αντιφατικό, το βιβλίο του "The Executioner’s Song" έχει μια λιτότητα που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο γράφω».Σας ήταν πιο εύκολο να προσαρμοστείτε στην πανδημία επειδή είχατε γράψει το μπεστ σέλερ «Σταθμός Εντεκα»;«Hταν λίγο παράξενο, επειδή διάφοροι υποστήριζαν ότι είχα κάπως προβλέψει την πανδημία του κορωνοϊού. Δεν προέβλεψα τίποτε απολύτως – κάτι που γίνεται γρήγορα αντιληπτό σε όποιον κάνει λίγη έρευνα για τις πανδημίες είναι το ότι πάντα θα εμφανιστεί κάποια ακόμη. Δεν είμαι σίγουρη ότι αυτόν τον τελευταίο χρόνο και κάτι μήνες έζησα στ’ αλήθεια κάτι διαφορετικό σε σχέση με ό,τι βίωσαν όλοι οι υπόλοιποι και μάλιστα εξεπλάγην από το πόσο απροετοίμαστη αποδείχθηκα. Θα περίμενε κανείς ότι το γράψιμο του "Σταθμού Eντεκα" θα με είχε προετοιμάσει λίγο, αλλά αιφνιδιάστηκα όσο όλοι».Κάποιοι ισχυρίζονται πως η καραντίνα μπορεί στο άμεσο μέλλον να πυροδοτήσει μια έκρηξη δημιουργικότητας. Τι λέτε;«Δεν ξέρω. Μία από τις προκλήσεις που ενέχει το να δημιουργήσεις τέχνη εμπνευσμένη από την πανδημία είναι το ότι η εμπειρία της, για τους περισσότερους τουλάχιστον, ήταν απίστευτα βαρετή. Δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς ενδιαφέρον στο να μένεις κλεισμένος στο σπίτι σου. Για κάποιους αυτή η συνθήκη δημιούργησε ελεύθερο χρόνο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με δημιουργικό τρόπο, όμως αυτό σίγουρα δεν συνέβη σε όλους: οι γονείς μικρών παιδιών δυσκολεύτηκαν πολύ να βρουν μια ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και στην τηλεκπαίδευση. Θα περιμένω με αγωνία να δω πώς θα είναι η τέχνη τα επόμενα χρόνια και πώς θα καθρεφτίσει την κοινή εμπειρία που βιώσαμε».Τώρα γράφετε το επόμενο μυθιστόρημά σας;«Το έχω ήδη τελειώσει. Πιστεύω ότι σύντομα θα γίνει και η επίσημη ανακοίνωση για την κυκλοφορία του».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ευτυχία Γιαννάκη: Στην τέχνη ζητούμενο είναι το συναίσθημα | Συνέντευξη στην «Athens Voice»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στον Γιώργο Φλωράκη για την Athens Voice, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα Στη φωλιά του ιππόκαμπου, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Η μία πλευρά της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι αυτή που έχουμε μάθει από συγγραφείς όπως η Αγκάθα Κρίστι, η λογοτεχνία που ασχολείται με την εξιχνίαση ενός εγκλήματος και την αποκάλυψη του ενόχου, αυτή που οι Βρετανοί ονομάζουν «whodunnit», «ποιος το 'κανε», δηλαδή. Υπάρχει όμως και μια άλλη αστυνομική λογοτεχνία που επικεντρώνεται στους τόπους όπου συμβαίνουν τα εγκλήματα, στη σχέση των ηρώων με τους τόπους αυτούς, στα κοινωνικά ζητήματα που απασχολούν τους τόπους και τους ανθρώπους. Αν η «whodunnit» πλευρά εστιάζει στη λογική, η οποία είναι μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις τραβηγμένη, η κοινωνιοκεντρική-ανθρωποκεντρική αστυνομική λογοτεχνία, μολονότι ενδιαφέρεται απόλυτα για τη λύση των αινιγμάτων, ανοίγει ένα μεγάλο παράθυρο στη σχέση του ανθρώπου με την περιβάλλουσα πραγματικότητα, στον κόσμο των ιδεών αλλά και στον κόσμο των συναισθημάτων. Η Ευτυχία Γιαννάκη ανήκει ξεκάθαρα σ’ αυτή τη δεύτερη σχολή κι έχει καταφέρει εδώ και τέσσερα βιβλία, να κερδίσει πολυάριθμους αναγνώστες που τώρα περιμένουν με αγωνία το καινούργιο της βιβλίο, αυτό που κυκλοφορεί την ερχόμενη Δευτέρα και λέγεται Στη φωλιά του ιππόκαμπου.Θα ήθελα να ξεκινήσουμε από την πρώτη σου τριλογία, την «τριλογία της Αθήνας». Ποια είναι τα στοιχεία που αγαπάς στην Αθήνα και ποια σε απωθούν;Η Αθήνα είναι η πόλη μου και με έναν τρόπο είναι ένας επιπλέον χαρακτήρας σε κάθε ιστορία μου. Τα στρώματα της ιστορίας της, τα μικρά χωριά, οι γειτονιές και οι μικρόκοσμοί της, η συνύπαρξη των ετερόκλητων στοιχείων που τη συνθέτουν και η αίσθηση ότι κάτι πάλλεται μονίμως, ακόμη και στη σιωπή, τις πιο σκοτεινές ώρες της νύχτας, είναι τα στοιχεία της που με γοητεύουν. Έχει μια μυστική ζωή η πόλη, πέρα από την προφανή και αυτό είναι πάντοτε το επιδιωκόμενο στις ιστορίες μου. Να φωτιστεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο το γνώριμο και να έρθει στο φως το άγνωστο. Με απωθεί ώρες-ώρες η σκληρότητά της και η έλλειψη σεβασμού στον κοινό μας τόπο. Με ενοχλεί δηλαδή ότι δεν είναι κοινός τόπος για όλους ο σεβασμός απέναντι στον δημόσιο χώρο. Δεν είναι κοινός τόπος ο τόπος μας.Πώς θα μπορούσες να περιγράψεις με δυο λόγια τον «ντετέκτιβ» σου, τον Χάρη Κόκκινο;Ο Χάρης Κόκκινος είναι ο καθρέφτης της πόλης και ταυτόχρονα ο δικός μου καθρέφτης. Μέσα από το μάτια του ταξιδεύουμε στις ιστορίες της πόλης, της εποχής, των ανθρώπων μέσα μας και γύρω μας. Είναι το όχημα και το αποτύπωμα της ιστορίας μας εδώ και τώρα. Θα έλεγα ότι ο Χάρης Κόκκινος με το βάθος και την πολυπρισματική οπτική του είναι ο φορέας μιας μυστικής ζωής που μας συναρπάζει και με έναν τρόπο είναι η μυστική ζωή όλων μας. Ο Κόκκινος είναι το σκοτάδι και το φως μέσα μου και μέσα μας.Με ποιους άλλους «ντετέκτιβ», Έλληνες ή ξένους, νιώθεις ότι βρίσκεται σε έναν διάλογο;Είναι δύσκολο να πει κανείς που ξεκινάει και καταλήγει αυτό το νήμα. Είμαστε οι ιστορίες που έχουμε διαβάσει, όλοι οι χαρακτήρες με τους οποίους έχουμε ενθουσιαστεί και έχουμε κλάψει. Στα κλασικά έργα συναντά κανείς τους χαρακτήρες μήτρες που με τα αρχετυπικά χαρακτηριστικά τους γεννούν όλους τους υπόλοιπους, στα σύγχρονα συναντά αυτούς που καθρεφτίζουν την εποχή μας και τις κοινωνίες μας. Με έναν τρόπο ο Κόκκινος συνομιλεί με όλους, ξένους και Έλληνες, παλιούς και νέους και κανείς δεν τον αφήνει αδιάφορο. Αλλά δεν θα ταυτιζόταν με κανέναν απόλυτα. Όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους γύρω του, ο Κόκκινος δεν δένεται εύκολα και αυτό είναι στοιχείο του δικού του μυστηρίου.Πώς προέκυψε ο χωρισμός του ως τώρα έργου σου σε τριλογίες;Κάθε τριλογία είναι μια ενότητα έργων με συγκεκριμένη στόχευση παρόλο που κάθε βιβλίο διαβάζεται και απολύτως αυτόνομα. Στην «Τριλογία της Αθήνας» ήθελα να μιλήσω για την πόλη σε κρίση και τον άνθρωπο ή την κοινωνία που χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Στη νέα «Τριλογία του βυθού» με ενδιαφέρουν βαθύτερα ζητήματα και κυρίως να φωτίσω το πιο μύχιο, το σκοτεινό, το ξένο μέσα μας και γύρω μας. Τον δικό μας βυθό. Όλα όμως είναι ένα κομμάτι παζλ σαν τον κύβο του Ρούμπικ. Μόλις ολοκληρώσεις την κόκκινη πλευρά, έχεις να φτιάξεις την κίτρινη και μετά μια ακόμη για να αντιληφθείς περισσότερα. Η οπτική που αποκτά κανείς με το όλον δεν περιορίζεται στην οπτική των μερών κι αυτό καθιστά τη διαχείριση του παζλ ένα μεγάλο στοίχημα για μένα κάθε φορά, πέρα από τον γρίφο που υπάρχει σε κάθε βιβλίο.Τι θεωρείς πιο σημαντικό σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την πλοκή ή τη γραφή του;Η σφιχτή πλοκή είναι το δεδομένο στο αστυνομικό μυθιστόρημα, η βάση από την οποία αρχίζει ίσως κανείς να μιλάει για αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι η γλώσσα όμως και ο ρυθμός της, το βάθος των χαρακτήρων, η ουσία και το ζητούμενο της ιστορίας και κυρίως το συναίσθημα που δονείται μέσα από κάθε λέξη, πρόταση, παράγραφο που θα μας κάνει να πούμε αν ένα βιβλίο μας άγγιξε ή όχι. Και στην τέχνη αυτό είναι το ζητούμενο, το συναίσθημα. Ο γρίφος σε επίπεδο λογικής είναι απλά ένα διασκεδαστικό παιχνίδι, αν ντυθεί και με το συναίσθημα γίνεται ένας συναρπαστικός σύντροφος που σε ταξιδεύει σε άγνωστους τόπους ή σου επιτρέπει να δεις με άλλα μάτια τους οικείους.Στη «Νόσο του Μικρού Θεού» η υπόθεση εξελισσόταν στην Πάρο. Στο νέο σου βιβλίο, στην Ύδρα. Με ποιο κριτήριο διαλέγεις τα νησιά των υποθέσεών σου;Είναι τόποι που αγαπώ συνήθως και μου μεταφέρουν μια συγκεκριμένη αίσθηση. Τόποι που γνωρίζω και δονούνται με έναν τρόπο μέσα τους οι ιστορίες μου. Είναι όμως και σύμβολα, φορείς σχημάτων και ιδεών. Άλλο είναι η Αθήνα, το μεγάλο αστικό κέντρο, άλλο η τουριστική και φωτεινή Πάρος και άλλο η Ύδρα με την βαριά σαν πέτρα ιστορία της. Είναι το θέμα που επιβάλλει τον τόπο κάθε φορά και ο τόπος στη συνέχεια γίνεται φορέας της ατμόσφαιρας και άρα του συναισθήματος, του ψυχικού πεδίου των χαρακτήρων. Γιατί σημασία δεν έχει απλώς ο τόπος, αλλά πως τον βλέπεις, πως φωτίζεται μέσα από τα μάτια σου. Δεν υπάρχει μία Αθήνα, υπάρχει η Αθήνα που έχει ο καθένας μας μέσα του. Όπως δεν υπάρχει ένα βιβλίο, άλλα όσα βιβλία γέννησαν οι αναγνώστες διαβάζοντάς το.Στα βιβλία σου θίγεις παράλληλα με την πλοκή και κοινωνικά ζητήματα. Ποια είναι τα ζητήματα που αφορούν την κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας και σε απασχολούν αυτή τη στιγμή;Αυτά που αποτυπώνονται μάλλον «Στη φωλιά του ιππόκαμπου». Γράφω πάντοτε αυτό που είναι φλέγον μέσα μου, που γυρεύει απαντήσεις και με απασχολεί. Υπάρχει βέβαια μια θεματολογία που επανέρχεται και αυτή έχει να κάνει με το ανοιχτό τραύμα από το παρελθόν που πάντοτε επανέρχεται, ο ρόλος της οικογένειας ως τέλειο εγκληματολογικό εργαστήριο, η αδυναμία του συστήματος να προστατεύσει τον αδύναμο, η αδιαφορία που ξεκινάει από το μικρό και καταλήγει στο μεγάλο, η έλλειψη της ενσυναίσθησης και του γνήσιου ενδιαφέροντος για τον άλλον, για αυτό που δεν μας είναι οικείο ή μας είναι οικείο ενώ δεν θα έπρεπε να το ανεχόμαστε.Ποιο είναι το κεντρικό ζήτημα που σε απασχολεί στη «Φωλιά του ιππόκαμπου»;Το κύριο ζήτημα που με απασχολεί στο νέο μου αστυνομικό είναι η κακοποίηση των γυναικών και η θέση της στην ελληνική κοινωνία, τώρα και στο παρελθόν. Το παρελθόν, η ανοχή στη βία κάθε μορφής, τα κλειστά στόματα πίσω από τους τοίχους, στην οικογένεια, στη γειτονιά, στη μικρή και τη μεγάλη κλίμακα, το μικρό που γεννάει το μεγάλο και το έγκλημα είναι στον πυρήνα του προβληματισμού μου. Πέρα από αυτό είναι το ζήτημα των ορίων στον έρωτα, στην δημιουργία, στην τέχνη και το ίδιο το όριο μυθοπλασίας και πραγματικότητας που θα συναντήσει κανείς σε αυτή την ιστορία.Πιστεύεις ότι υπάρχει κάποια γραμμή που συνδέει τις γυναίκες-συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας;Πιστεύω ότι υπάρχει ένα εσωτερικό νήμα που μας συνδέει με όλα τα αναγνώσματα, τη μουσική, τους πίνακες, τις ταινίες που αγαπήσαμε. Άνδρες και γυναίκες δημιουργοί αφήνουν το αποτύπωμά τους εξίσου μέσα μας. Οι γυναίκες του αστυνομικού στην Ελλάδα είμαστε λιγότερες από τους άνδρες δημιουργούς και αυτό από μόνο του πρέπει να μας πει κάτι. Προσωπικά βαριέμαι εξαιρετικά πλέον την ανδρική ματιά στη γυναίκα θύμα που μεταξύ μας, συχνά είναι και ηδονοβλεπτική. Το είδαμε, το χορτάσαμε ως αισθητική σε βιβλία, ταινίες και σειρές. Πώς την βίασε, πώς την σκότωσε, αν την έκανε κομματάκια. Φτάνει. Ίσως έχει έρθει η στιγμή αυτό να αλλάξει. Να μιλήσουν οι γυναίκες για την κακοποίηση των γυναικών και τη βία που έχουν υποστεί. Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι η βασίλισσα του αστυνομικού είναι γυναίκα και όχι τυχαία.Ποιοι είναι οι πιο αγαπημένοι σου συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας;Κρίστι, Χάισμιθ, Ιζζό, Τάιμπο, Καμιλλέρι, Ιντρίντασον.Και μη αστυνομικής;Καμί, Κάφκα, Μπέρνχαρντ, ΓέλινεκΤι διαβάζεις αυτή την εποχή;Διάβασα την «Ανωμαλία» του Ερβέ Λε Τελιέ και με ενθουσίασε. Ακολουθεί το καλοκαίρι, οπότε η στοίβα με τα αδιάβαστα περιλαμβάνει πολλούς τίτλους της τρέχουσας παραγωγής κυρίως Ελληνίδων και Ελλήνων συγγραφέων.Ο Μικρός Μπλε −ως ήρωας χρωματιστός− μοιάζει να έχει μια κάποια σχέση με τον Χάρη Κόκκινο. Είναι έτσι;Είναι ο ντετέκτιβ που ερευνά το κουκούλι της παιδικής φαντασίας, το χιούμορ, την περιπέτεια και όλα αυτά τα συστατικά που υπάρχουν στην αστυνομική λογοτεχνία των ενηλίκων, αλλά μεταφέρονται στον κόσμο του παιδιού που μαθαίνει να ανακαλύπτει τον κόσμο μέσα από το μυστήριο και να μάχεται τον φόβο του. Λίγο πολύ αυτό που κάνουν και οι ενήλικες, αλλά δοσμένο σε ένα πολύχρωμο σύμπαν όπου η περιπέτεια ξεκλειδώνει τις δεξιότητες και την σκέψη του παιδιού.Τι είναι αυτό που σε απασχολεί στην παιδική σου λογοτεχνία;Να είναι επαρκώς ελκυστική ώστε να γεννήσει μελλοντικούς αναγνώστες και να είναι επαρκώς φροντισμένη ώστε να ανακαλύπτει το παιδί τον συναρπαστικό κόσμο του μυστηρίου ξεκλειδώνοντας μηχανισμούς που θα είναι όπλα στη φαρέτρα του στις μελλοντικές του μάχες.Έχεις αποφασίσει σε ποιο νησί θα εκτυλίσσεται το τρίτο βιβλίο της «τριλογίας του βυθού»;Είναι νωρίς ακόμη γι’ αυτό. Τώρα φυτεύονται σιγά-σιγά οι σπόροι, οι ιδέες μέσα μου. Θα πρέπει να περιμένω για να τις δω να ανθίζουν και να δουλέψω σκληρά για να πάρω τον καρπό που θα δώσει την απάντηση στην ερώτηση τους επόμενους μήνες.Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον;Κάποια που γράφει αστυνομικά γνωρίζει ότι το μέλλον επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές. Ακόμη και το άμεσο μέλλον κρατάει καλά κρυμμένα τα μυστικά του τα τελευταία χρόνια. Ας περιμένουμε λοιπόν να έρθει, με την ελπίδα να φέρει νέες ιστορίες, νέα βιβλία, νέες ταινίες και όλα όσα μας υπενθυμίζουν ότι εκεί κάτω στον βυθό, είμαστε τελικά οι ιστορίες μας.Περισσότερα