Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Δήμητρα Δότση | Μεταφράζοντας το «Σκοτώνω όποιον θέλω» του Fabio Stassi
Η Δήμητρα Δότση φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το μεταφραστικό ταξίδι της τρίτης ιστορίας του Fabio Stassi, Σκοτώνω όποιον θέλω, με ήρωα τον βιβλιοθεραπευτή Βίντσε Κόρσο και τους πολυδιάστατους λογοτεχνικούς συνειρμούς του κειμένου.Όσο κι αν αγαπάμε, όσο κι αν δενόμαστε με κάποια ή με πολλά από τα βιβλία που μεταφράζουμε, νομίζω πως οι περισσότεροι μεταφραστές έχουμε τις λογοτεχνικές ή συγγραφικές μας αδυναμίες: αυτό το ένα βιβλίο ή αυτόν τον ένα συγγραφέα που, για τους δικούς μας λόγους, έχουμε κατατάξει σε περίοπτη θέση στην προσωπική μας λίστα. Για μένα ο συγγραφέας αυτός είναι ο Fabio Stassi.Ως αναγνώστρια τον πρωτογνώρισα το 2013 χάρη στο πολυβραβευμένο του μυθιστόρημα Ο τελευταίος χορός του Σαρλό, το οποίο, παρότι μεταφράστηκε σε 19 χώρες, στην Ελλάδα δεν βρήκε πρόσφορο εκδοτικό έδαφος. Η χαμένη αναγνώστρια ήταν η αφορμή να καταδυθώ στο έργο του, μεταφράζοντάς το. Με εντυπωσίασε η πρωτοτυπία της ιδέας του, το χτίσιμο του βασικού χαρακτήρα της ιστορίας, του Βίντσε Κόρσο, αυτού του αδιόριστου φιλόλογου που μετουσιώνει τη λατρεία του για τα βιβλία στο επάγγελμα του βιβλιοθεραπευτή προκειμένου να βιοποριστεί, η εκλεπτυσμένη γλώσσα του συγγραφέα, το πώς παντρεύει τη λογοτεχνία με την πραγματικότητα, με τη ζωή και με το μυστήριο –άρρηκτα συνδεδεμένο με την απροσμέτρητη αγάπη του για τη λογοτεχνία–, τα πολλαπλά νοήματα ανάμεσα στις γραμμές, και όλα αυτά μέσα σε μια μελαγχολική μεν ατμόσφαιρα, αλλά με αρκετές δόσεις ειρωνείας, αυτοσαρκασμού και χιούμορ, με μουσική υπόκρουση γαλλικές μελωδίες.Πώς γίνεται, όμως, ένας συγγραφέας να ξεπερνάει τον ίδιο του τον εαυτό από βιβλίο σε βιβλίο, χωρίς να διολισθαίνει σε επαναλήψεις ακόμη κι όταν το θέμα του παραμένει το ίδιο: η διαχωριστική γραμμή μεταξύ μυθοπλασίας και πραγματικότητας; Κι όμως ο Fabio Stassi τα καταφέρνει αριστοτεχνικά τόσο στη δεύτερη περιπέτεια του Βίντσε Κόρσο Κάθε σύμπτωση έχει ψυχή όσο και στο Σκοτώνω όποιον θέλω, την τρίτη πιο νουάρ και ταυτόχρονα πιο λογοτεχνική του ιστορία.Δεν είναι εύκολη υπόθεση το να μεταφράζεις τα βιβλία του Stassi. Καταρχάς νιώθεις ελλειμματικός μπροστά στην ευρυμάθειά του, στους λογοτεχνικούς του συνειρμούς, στη διακειμενικότητα της γραφής του, κι από την άλλη συνειδητοποιείς πως πίσω από κάθε πεζογράφημά του κρύβεται μια ποιητική χροιά, η λυρική πλευρά του συγγραφέα. Ο αφηγηματικός του λόγος είναι διάσπαρτος από μυστικούς στίχους, που ο μεταφραστής καλείται να ανακαλύψει ενίοτε μόνος του. Σε συνδυασμό μάλιστα με τη διακειμενική αφήγηση και την εσωτερική γραφή, που κινείται πολυδιάστατα μέσα στο κείμενο, το έργο του μεταφραστή δυσκολεύει και την ίδια στιγμή αποκτά μια ιδιαίτερη γοητεία.Η τύχη, πάντως, του να μεταφράζεις έναν εν ζωή συγγραφέα τα φέρνει έτσι ώστε κάποια στιγμή να τον γνωρίσεις κι από κοντά. Κάπως έτσι έγινε και με τον Fabio Stassi, πρόθυμος πάντα να βοηθήσει τον μεταφραστή του, να ζητήσει συγγνώμη σε περίπτωση που τον έχει παιδέψει με τις γλωσσικές του επιλογές, να βρει μια λύση μαζί του κι ας μη γνωρίζει τη μητρική του γλώσσα, ευγενικός, ευαίσθητος και προσηνής, μετριόφρων και αυθεντικός, και συνάμα ανήσυχο πνεύμα, οξυδερκής, ευρυμαθής, ειλικρινής και ευθύβολος. Κάθε συνομιλία μαζί του είναι σαν να διαβάζεις ένα ακόμη βιβλίο του: πάντα κάτι καινούργιο έχεις να ανακαλύψεις, μια άγνωστη πτυχή του που σε ξαφνιάζει, όσο καλά κι αν νομίζεις ότι τον ξέρεις.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Μυρσίνη Γκανά | Μεταφράζοντας το «Μπέρδεμα στο Χάρλεμ» του Colson Whitehead
Η Μυρσίνη Γκανά φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το νέο μυθιστόρημα του Colson Whitehead, Μπέρδεμα στο Χάρλεμ, τον βαθύ φιλοσοφικό στοχασμό του βιβλίου αλλά και την ιδιαίτερη γλώσσα του συγγραφέα.Με τον Colson Whitehead γνωριστήκαμε, μεταφραστικά, πριν από μερικά χρόνια, μέσω των Αγοριών του Νίκελ, μιας άγριας αλλά και τρυφερής ιστορίας, που τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ. Ήταν πολύ μεγάλη η χαρά μου που τον συνάντησα ξανά, στο Χάρλεμ της δεκαετίας του ’60 αυτή τη φορά, με μια ιστορία πολύ διαφορετική.Στην καρδιά και των δύο βιβλίων μπορεί να βρει κανείς κλειδιά απαραίτητα για να κατανοήσει σημαντικά κομμάτια της πολύπλοκης και δύσκολης ιστορίας των μαύρων της Αμερικής, μέσα από μια αφήγηση ολοζώντανη, κινηματογραφική σχεδόν, που ανασυνθέτει έναν ολόκληρο κόσμο μέσα από ιδιαίτερες λεπτομέρειες και υψηλή ευαισθησία, διατηρώντας παράλληλα μια εξαιρετικά ζυγισμένη λιτότητα.Οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές της δεκαετίας του ’60, τα κινήματα των πολιτικών δικαιωμάτων, οι φασαρίες στο Χάρλεμ, το τρομακτικό γεγονός ότι οι μαύροι έπρεπε πολύ προσεκτικά να σχεδιάσουν τη διαδρομή τους αν ήθελαν να ταξιδέψουν μέσα στη χώρα τους, ώστε να μην κινδυνεύσουν, η πραγματική τους δυνατότητα συμμετοχής στο αμερικανικό όνειρο, η τροχοπέδη του μεταξύ μαύρων ρατσισμού, η επιθυμία να βρεις πού ανήκεις, η επιθυμία να είσαι ελεύθερος να ανήκεις όπου θέλεις και με όποιον τρόπο θέλεις, η πλήρης απόρριψη της ιδέας ότι ο οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να είναι απλώς και μόνο αυτό που φαίνεται.Ο Colson Whitehead είναι ένας μάστορας της συγκάλυψης και της αποκάλυψης. Όπως ακριβώς σιγά-σιγά αποκαλύπτει τους ήρωές του ως ανθρώπους με πολλά επίπεδα, πολύ συχνά εντελώς διαφορετικούς από αυτό που φαίνονται εκ πρώτης όψεως, το ίδιο συμβαίνει και με το βιβλίο του. Κάτω από την επίφαση της ιστορίας μιας ληστείας, κρύβεται ένας βαθύς φιλοσοφικός στοχασμός γύρω από τα όσα μας συγκροτούν, γύρω από τα μυστικά, γύρω από την αφήγηση που επιλέγει ο καθένας να στήσει για τον εαυτό του.Και αν η γλώσσα του μοιάζει, ίσως, απλή, το συγγραφικό μεγαλείο του Whitehead βρίσκεται ακριβώς εκεί, στο ότι και η απλότητα της γραφής είναι μέρος της συγκάλυψής του, καθώς σιγά-σιγά αντιλαμβάνεσαι με ποιον τρόπο καθοδηγεί την ανάγνωση ο ρυθμός, πώς η μελωδία του βιβλίου αυξομειώνει την ένταση του συναισθήματος, πόσο, μεταφράζοντας, προσπαθείς να κάνεις αυτή τη μουσική να ακουστεί και να παρασύρει τον αναγνώστη.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Δήμητρα Δότση | Μεταφράζοντας το «Τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη» του Gianfranco Calligarich
Η Δήμητρα Δότση φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για την αιώνια πόλη μέσα από το μυθιστόρημα του Gianfranco Calligarich, Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, αποκαλύπτοντας την ιδιαίτερη εκδοτική ιστορία του βιβλίου.Κάποια βιβλία σε γοητεύουν με την πρώτη ματιά, προτού καν τα ξεκινήσεις. Μπορεί να ήταν αρκετή μια φράση που είδες στα πεταχτά, μπορεί να σε τράβηξε το εξώφυλλό τους ή μπορεί να ήταν ο τίτλος τους αυτό που σου έκανε το κλικ. Κι ύστερα βυθίζεσαι στις σελίδες τους κι έχεις την αίσθηση ότι δεν είσαι απλώς αναγνώστης, αλλά ήρωας της ιστορίας. Θα μπορούσες κάλλιστα να είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής. Να, λόγου χάριν ο Λέο Γκατζάρα, ο βασικός ήρωας του Τελευταίου καλοκαιριού στη Ρώμη. Έχεις περπατήσει δεκάδες φορές όπως κι εκείνος στην πιάτσα Ναβόνα κι άλλες τόσες στην πιάτσα Ντελ Πόπολο, έχεις μείνει εκστατικός μπροστά στην ασύλληπτη ομορφιά της Ρώμης, αυτής της θεσπέσιας μα απρόσιτης καλλονής που σε καλεί να την πλησιάσεις, να την κατακτήσεις, κι εσύ είσαι έτοιμος να την αγκαλιάσεις, να την κάνεις δική σου, ώσπου άξαφνα τα πάντα γκρεμίζονται γύρω σου. Στο μυαλό σου έρχεται η περίφημη σκηνή του «La dolce vita» με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την Ενίτα Έκμπεργκ στη Φοντάνα ντι Τρέβι. Ναι, αν μπορούσες να συμπυκνώσεις την ουσία του βιβλίου, θα έλεγες πως είναι αυτή ακριβώς η σκηνή. Ο Λέο Γκατζάρα, δημοσιογράφος κι αυτός όπως ο Μαρτσέλο της ταινίας του Φελίνι, και η Ρώμη, η θεσπέσια καλλονή. Ή μήπως σου θυμίζει την «Τέλεια ομορφιά» του Σορεντίνο, τον Τζεπ Γκαμπαρντέλα, πρωταγωνιστή της ταινίας, και τη γλυκόπικρη σχέση του με μια Ρώμη που παρακμάζει; Όπως και να ’χει, η σχέση του Λέο με την αιώνια πόλη είναι μια σχέση έρωτα, αγάπης και απομάγευσης.Ο Λέο αφήνει πίσω του το Μιλάνο και την οικογένειά του, αναζητώντας στη Ρώμη ένα νόημα στη ζωή του. Ποιο; Ούτε κι εκείνος ξέρει. Περιφέρεται στους δρόμους της πόλης δίχως σκοπό και προορισμό, βρίσκει εφήμερες δουλειές και συνάπτει εξίσου εφήμερες σχέσεις με ανθρώπους της αστικής τάξης που τον έλκουν και ταυτόχρονα τον απωθούν. Μοναδική σταθερά στη ζωή του τα βιβλία του, η μοναξιά του μέσα στο πλήθος και το απόλυτο, διαβρωτικό κενό. Οι ανησυχίες του, οι σκέψεις του, τα συναισθήματά του, όλα μοιάζουν σημερινά κι ας γράφτηκαν στις αρχές του Εβδομήντα.Η εκδοτική ιστορία της εν πολλοίς αυτοβιογραφικής ιστορίας του Gianfranco Calligarich είναι από μόνη της ένα μυθιστόρημα. Το τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη πρωτοεκδόθηκε το 1973 και μέσα σε λίγους μήνες έγινε ανάρπαστο με αποτέλεσμα να κυκλοφορεί μόνο σε φωτοτυπίες ή σε πάγκους με μεταχειρισμένα βιβλία. Το 2010 επανεκδόθηκε με την ίδια επιτυχία κι όλα τα αντίτυπα εξαντλήθηκαν και πάλι, αποκτώντας μάλιστα συλλεκτική αξία. Το 2016 ο εκδοτικός οίκος Bompiani αποφάσισε να το βγάλει από την παρανομία και κάπως έτσι το μυθιστόρημα του Calligarich ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του και άρχισε να μεταφράζεται σε πάνω από είκοσι χώρες.Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, αυτό το υποβλητικό, ατμοσφαιρικό, πνευματώδες και συγκινητικό μυθιστόρημα με τις κοινωνικές και λογοτεχνικές προεκτάσεις –και με ένα φινάλε συγκλονιστικό– παραμένει επίκαιρο. Πώς αλλιώς, άλλωστε; Ο άνθρωπος πάντα έχει να κάνει με τα ίδια αιώνια προβλήματα, με το ίδιο αιώνιο κι αμείλικτο υπαρξιακό κενό. Πόσο μάλλον όταν βρίσκεται στην αιώνια πόλη.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Αλεξάνδρα Ιωαννίδου | Μεταφράζοντας το «Χρονοκαταφύγιο» του Georgi Gospodinov
Η Αλεξάνδρα Ιωαννίδου φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μεταφέρει στον πυρήνα του ολοκαίνουργιου βιβλίου του Georgi Gospodinov, Χρονοκαταφύγιο, που δεν είναι άλλο από το παρελθόν.Πώς έγινε η γνωριμία της με τον κορυφαίο βούλγαρο συγγραφέα; Θεσσαλονίκη, Νοέμβριος 2021Ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ είναι ο συμμαθητής που συνάντησα μεγάλη. Γεννήθηκε σε μια χώρα όπου ζούσαν οι Βούλγαροι ως προαιώνιοι εχθροί του δικού μας εθνικού αφηγήματος και μετά οι "κομμουνισταί", καινούργιος εχθρός --συνδυαστικός. Και Σλάβοι και Κομμουνιστές. Είμαστε σχεδόν συνομήλικοι. Μέχρι πριν λίγα χρόνια δεν γνωριζόμασταν. Γνωριστήκαμε επειδή ο Γκεόργκι έγινε συγγραφέας και έστειλε ένα βιβλίο πάνω από το σύνορο που χώριζε τις ζωές μας και το μετέφρασα στα ελληνικά. Γνωριστήκαμε μεγάλοι, κοντά στα πενήντα εκείνος, εγώ πατημένα, μέσα από το πρώτο του βιβλίο που μου ανατέθηκε να μεταφράσω. Έγινα η φωνή του στα ελληνικά, η μεταφράστριά του.Άκουσα τη φωνή του άγνωστου γείτονα της δικής μου γενιάς και της έδωσα λαλιά ελληνική, να μιλήσει σε αυτούς που τόσες δεκαετίες δεν είχαν τρόπο να τον ακούσουν, ούτε γνώση. Κάθε βιβλίο είναι μια φωνή προς τα έξω. Τρέχει, πετάει, μέχρι που συναντάει το σύνορο της κατανόησης στην άλλη γλώσσα. Κι εκεί στέκεται ο μεταφραστής και σηκώνει τη μπάρα. Στον Γκεόργκι και τα βιβλία του το χρωστούσα αυτό το σήκωμα την μπάρας. Αυτό το διάβα των συνόρων. Επειδή, όταν εμείς οι Έλληνες συμμαθητές του πηγαίναμε παιδιά και έφηβοι στη Βουλγαρία διακοπές (για σκι συνήθως), ο Γκεόργκι δεν είχε εύκολα άδεια εξόδου. Επειδή όταν τον συνάντησα για πρώτη φορά προσωπικά στην Ιένα της Γερμανίας όπου ήμασταν προσκεκλημένοι από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη και το Σλαβικό Ινστιτούτο του Πανεπιστημίου και κάναμε λίγη παρέα, επιτέλους, κατάλαβα πόση αδικία είχαμε υποστεί, εμείς, η δική μας η γενιά να πρέπει να στερούμαστε τόσο υπέροχους συμμαθητές, τέτοιους φίλους, λόγω μας τρομακτικής αλλά και τρομακτικά γελοίας συνθήκης – αυτής του ψυχρού πολέμου. Στα βιβλία του ο Γκεόργκι παρουσιάζει αυτή τη συνθήκη, και όχι μόνο, με το χαρακτηριστικό θλιμμένο χιούμορ του. Η γραφή του, αποσπασματική, με τον μεταφερόμενο από βιβλίο σε βιβλίο ήρωα-alter ego του, τον Γκαουστίν, παρακολουθεί την εξέλιξη ενός κόσμου ενωμένου πλέον και φθαρμένου πολύ, χωρίς σεβασμό στο περιβάλλον, χωρίς σεβασμό στις ψυχές των ανθρώπων που τον κατοικούν. Το τελευταίο του βιβλίο πραγματεύεται αυτό κυρίως: Τους ανθρώπους που ξεχνούν γιατί δεν θέλουν να ζουν σε αυτό τον κόσμο, επιλέγουν να ζήσουν αλλού, σε άλλες εποχές της ζωής τους γιατί το τώρα τούς βυθίζει σε μια θλίψη αβάσταχτη. Συγχρόνως ειρωνεύεται, γελαστά πάντα, τους σύγχρονους εθνικισμούς, τις γελοίες αναβιώσεις περασμένων μεγαλείων, τις στολές και τα εμβατήρια, τους ύμνους και το προσκύνημα των πεθαμένων ηγετών. Παράλληλες πορείες οι χώρες μας, όταν σε μια φωτογραφία από τις επετειακές εκδηλώσεις του 1821 είδα μια ανόητη μεταμφίεση με κοστούμι εποχής, του την έστειλα σε ένα μήνυμα. «Όπως στο βιβλίο μου, αγαπητή Αλεξάνδρα»! απάντησε. Γελαστά πάντα.Είμαι ευγνώμων που αξιώθηκα να μεταφράσω τον Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ στα ελληνικά και να τον θεωρώ φίλο μου, χαμένο συμμαθητή που ξαναβρήκα.Περισσότερα