Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Ευρυβιάδης Σοφός | Μεταφράζοντας το βιβλίο της Irene Solà «Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι»
Ο Ευρυβιάδης Σοφός φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το νέο μυθιστόρημα της Irene Solà Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι, ένα βιβλίο ξέχειλο από μαγικές ιστορίες και χαρακτήρες καταραμένους πέρα από τον χρόνο.«Και ενώ τα σύννεφα πιέζονταν πάνω από τη μασία σαν κοπάδι που μαζευόταν, ο ήλιος έβαζε λεπτά και πορτοκαλί δάχτυλα ανάμεσα στα κενά και, κάθε φορά που τα σύννεφα του τα έκοβαν, τα δέντρα ξαφνικά έτρεμαν σαν να τα είχε κάποιος σπρώξει. Το σπίτι πράο και ατάραχο, γύριζε την πλάτη του στο σκοτάδι που συγκεντρωνόταν στη σκεπή, σαν να τη μύριζε».Ξεκίνησα να δουλεύω το κείμενο τον Σεπτέμβρη του 2023 και ολοκλήρωσα τη μετάφραση του τον Ιανουάριο του 2024 μετά από τις καίριες επεξηγήσεις της Ιρένε Σολά στις απορίες που προέκυψαν. Από την πρώτη στιγμή που επικοινώνησα μαζί της, η συγγραφέας ήταν ανοιχτή στην επικοινωνία. Θεώρησα ότι έχοντας τις απαντήσεις της, θα μπορούσα να αντιμετωπίσω καλύτερα κάποια κενά που έκαναν το κείμενο μη λειτουργικό. Και περί αυτού πρόκειται: διαβάζοντας ένα μεταφρασμένο κείμενο, έχουμε πάντα στο μυαλό ότι πρόκειται για μετάφραση, ιδίως όταν συναντάμε ξενικά ονόματα, το ζήτημα είναι όμως να λειτουργεί το κείμενο στα Ελληνικά και να αποκτά νόημα στη γλώσσα, να μπορεί να γίνει αντιληπτό, να λειτουργούν οι κώδικές του και για λίγες στιγμές να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι αυτό που διαβάζουμε γράφτηκε εξ αρχής στα Ελληνικά.Στο κέντρο της αφήγησης του Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι βρίσκεται ένα σπίτι κρυμμένο πίσω από φυλλωσιές, μακριά από τα ξένα βλέμματα και που αποτελεί εστία για γυναίκες μιας οικογένειας, από διαφορετικές γενιές όπου ο άνδρας ως παρουσία παραμένει στο περιθώριο. Τις σελίδες του βιβλίου διατρέχει η ιδέα του διαβόλου, παρούσα σε όλες τις πτυχές του κειμένου. Η συγγραφέας μου εξήγησε ότι δεν πρόκειται για τον διάβολο του χριστιανικού κόσμου αλλά μάλλον αντιστοιχεί στον καλικάντζαρο, σε εκείνο το πλάσμα που ζει στις κορυφές των βουνών, κάτι ανάλογο με τον Πάνα της ελληνικής μυθολογίας.Η Ιρένε Σολά επιχειρεί ένα άλμα μέσα από τις ιστορίες της προφορικής καταλανικής παράδοσης μεταξύ της μεσαιωνικής πραγματικότητας και του εικοστού αιώνα. Η πρόταση της είναι σαφής: σας προσκαλώ σε έναν κόσμο που χτίζω μέσα από τις λέξεις. Το πεδίο – τοπίο είναι τα σύνορα μεταξύ Καταλονίας - Ισπανίας και Γαλλίας, μια περιοχή που αποτέλεσε αφορμή για μια σειρά από μεσαιωνικά ιπποτικά μυθιστορήματα γραμμένα στα Καταλανικά και, κοιτάζοντας στο παρελθόν, την πηγή από την οποία ξεκίνησε η καταλανική ταυτότητα. Το βουνό, η φύση, τα δέντρα και τα φυτά αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικά συστατικά της καταλανικής παράδοσης και βλέπουμε μέρος αυτού του πλούτου και στο εν λόγω μυθιστόρημα. Οι περιγραφές της Ιρένε Σολά είναι λεπτομερείς, δημιουργούν στον αναγνώστη εκείνα τα απαραίτητα συναισθήματα για να μπορέσει να γίνει και εκείνος μέρος του κόσμου που πλάθει η συγγραφέας. Χρησιμοποιεί έναν προσωπικό ρυθμό για να καταφέρει τα περάσματα από το παρελθόν στο παρόν, με συχνές εναλλαγές στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί για να περιγράψει και που αντιστοιχεί σε κάθε χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται.Το κείμενο της Ιρένε Σολά αποτελεί μια πρόταση για ένα εσωτερικό ταξίδι, μια διαδρομή προς εκείνα τα συναισθήματά μας που παραμένουν κρυμμένα. Μια ευκαιρία να συναντηθούμε με το παραμύθι και την αλήθεια μας.Μουσική που χρησιμοποίησα για τη μετάφραση:Slowdive – skin in the gameBowmore and Hania Rani – The boatBola de nieve – Déjame recordarJakuzi – MerasimHuman tetris – Long flightAnnie Lennox – The giftTrentemøller – “Echoes” with Jenny Beth – Arte ConcertGaye su Akyol – Kör bıcakların ucundaΣωκράτης Μάλαμας – ΝεράιδαRuido – María JiménezSteve Reich with Pat Metheny – Electric counterpointCity of god – Kamaal WilliamsGuilty partner – New OrderPortico Quartet – RuinsThe spangle maker – Cocteau TwinsΠερισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Μυρσίνη Γκανά | Μεταφράζοντας το «Μάρτυς!» του Kaveh Akbar
Η Μυρσίνη Γκανά φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το νέο μυθιστόρημα του Kaveh Akbar, Μάρτυς!, έναν παιάνα για το πώς διανύουμε τη ζωή μας αναζητώντας νόημα στην πίστη, στην τέχνη, στον εαυτό μας και στους άλλους.Τι σκέφτεστε όταν ακούτε τη λέξη «Μάρτυς»; Κάποτε σίγουρα τους μάρτυρες της χριστιανικής πίστης, ίσως κάποιους άλλους που θυσιάστηκαν για υψηλά ιδανικά, ελευθερία, δικαιοσύνη κλπ, πλέον ίσως πιο συχνά τρομοκρατικές επιθέσεις. Ωστόσο στον τίτλο του πρώτου μυθιστορήματος του ποιητή Κάβε Ακμπάρ η λέξη συνοδεύεται από ένα – υπονομευτικό – θαυμαστικό που ανοίγει την πόρτα σε ένα σωρό διαφορετικές ερμηνείες και κλείνει το μάτι περιπαικτικά, υποδηλώνοντας πόσο εύκολα η γλώσσα μάς ξεφεύγει. Η ανθρώπινη αγωνία και η αναζήτηση νοήματος στις λέξεις, στις πράξεις, στη ζωή και, πάνω απ’ όλα, στο θάνατο, βρίσκονται στην καρδιά αυτού του μυθιστορήματος που αγάπησα πάρα πολύ.Ο ήρωάς του, ο Σάιρους Σαμς, νεαρός ποιητής, γεννημένος στο Ιράν, μεγαλωμένος στις ΗΠΑ, ορφανός, έχει δοκιμάσει να αντιμετωπίσει την αγωνία και την θλίψη του με κάθε είδους αλκοόλ και ναρκωτικά και, στο κατώφλι των τριακοστών του γενεθλίων τα έχει κόψει όλα και βουλιάζει στην κατάθλιψη της νηφαλιότητας, θέλει να πεθάνει και ταυτόχρονα θέλει να μεγαλουργήσει, δεν θέλει να χαθεί ανώνυμα σαν τη μητέρα του, θύμα της κατάρριψης του επιβατικού αεροσκάφους της Iran Air από αμερικανικά πυρά το 1988 ούτε να ζήσει ανούσια σαν τον πατέρα του. Λαχταράει να αφήσει το σημάδι του στον κόσμο, να βρει ένα νόημα, να δημιουργήσει ένα νόημα, ενώ ταυτόχρονα παλεύει με το ίδιο το νόημα του εαυτού και της ταυτότητας, με το ένα πόδι σε ένα ημιφαντασιακό Ιράν και το άλλο στην Αμερική που τον έχει διαμορφώσει θέλοντας και μη. Πώς μπορείς να επιλέξεις μια ταυτότητα χωρίς να γίνεις κλισέ; Και τι ρόλο μπορεί τελικά να παίξει η τέχνη στη νοηματοδότηση της ύπαρξής μας; Η συνάντηση του Σάιρους με την Ιρανή καλλιτέχνιδα Ορκιντέ, που ζει στο μουσείο του Μπρούκλιν τις τελευταίες της μέρες μετατρέποντας σε τέχνη τον ίδιο της τον θάνατο, θα αποδειχθεί καταλυτική.Ο Ακμπάρ δήλωσε ότι πέρασε την περίοδο της πανδημίας «τρεφόμενος με αφηγήσεις». Διάβαζε δύο μυθιστορήματα την εβδομάδα κι έβλεπε μια ταινία την ημέρα, προκειμένου να μάθει να αφηγείται, να μάθει πώς κάνουμε έναν ήρωα να περνάει από το ένα δωμάτιο στο άλλο, με ποιον τρόπο θα εξηγήσουμε πού βρήκε τα χρήματα για να πάει ταξίδι. Για μένα, ως φανατική αναγνώστρια μυθιστορημάτων, ποιήτρια, και μεταφράστρια, το εγχείρημά του είχε και ένα επιπλέον ενδιαφέρον ως πέρασμα από τον ποιητικό στον πεζό λόγο, και η απόδοση αυτού του ποιητικά πεζού λόγου ήταν μια πολύ ευχάριστη πρόκληση.Πρόκειται για ένα βιβλίο που το χαρακτηρίζει μια ξεχωριστή, προσωπική φωνή. Το διαπερνά ένα ρίγος, ένας άνεμος δημιουργικότητας, επινοητικότητας, χιούμορ και αυτοϋπονόμευσης που ακόμα κι όταν μοιάζει να απευθύνεται μόνο στο μυαλό, στην πραγματικότητα σαρώνει όλες τις αισθήσεις ψιθυρίζοντας στο αυτί σου την προσταγή: «Ζήσε! Νιώσε! Δημιούργησε!» Βγήκα αλλαγμένη από τη μετάφρασή του, ελπίζω να νιώσουν κι άλλοι αναγνώστες έτσι.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ilja Leonard Pfeijffer: «Η νοσταλγία είναι ο πυρήνας της ευρωπαϊκής ταυτότητας» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Το Βήμα»
Ο βραβευμένος ολλανδός συγγραφέας Ilja Leonard Pfeijffer, με αφορμή την πρόσφατή του επίσκεψή του στην Ελλάδα για το 3ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, μίλησε στον Γρηγόρη Μπέκο και στην εφημερίδα «Το Βήμα» για το μυθιστόρημά του Grand Hotel Europa, το παρελθόν και το παρόν της Γηραιάς Ηπείρου, την Ακροδεξιά, αλλά και για τον μαζικό τουρισμό. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα που μου έστειλε (για να κανονίσουμε τη συνομιλία μας μέσω Zoom) υπέγραψε ως «Ηλίας». Βέβαια, σπούδασε κλασική φιλολογία και ως το 2004 εργάστηκε ως δάσκαλος αρχαίων ελληνικών. «Εντάξει, ξέρω να σας καλημερίσω, ξέρω να γράψω και το αλφάβητο, μέχρι εκεί ωστόσο». Ο Ιλια Λέοναρντ Πφέιφερ, εκτός από βραβευμένος συγγραφέας, είναι ένας Ολλανδός (ευπροσήγορος, με σπαρταριστό χιούμορ) που δεν ανταποκρίνεται στα στερεότυπα που ακολουθούν τους Βορειοευρωπαίους. Κάθε άλλο, «νομίζω ότι είμαι πιο πολύ ένας μεσογειακός τύπος», κάτι που επιβεβαιώθηκε και από την πορεία του βίου του, καθώς τα τελευταία 15 χρόνια μένει (και δημιουργεί) στη Γένοβα. «Να, ορίστε, ο καθεδρικός έξω από το παράθυρό μου, δεν είναι πανέμορφος;» είπε και έστρεψε σταθερά την κάμερα ώστε να δούμε τον ναό απέναντι από το σπίτι του. Ο ίδιος έχει επισκεφθεί κάμποσες φορές την Ελλάδα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος το μυθιστόρημά του Grand Hotel Europa (2018) που έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα στην πατρίδα του και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Πρόκειται για ένα πολύπλευρο και συναρπαστικό βιβλίο. Δύο είναι, πάντως, οι βασικοί του άξονες. Αφενός, ένα ξεπεσμένο ευρωπαϊκό ξενοδοχείο που έχει περάσει στην ιδιοκτησία ενός κινέζου επιχειρηματία. Αφετέρου, η προσπάθεια του κεντρικού αφηγητή (που είναι κι αυτός συγγραφέας) να επουλώσει πληγές μετά τον χωρισμό του από την ιστορικό τέχνης Κλίο, τον μεγάλο έρωτα της ζωής του. Ο Πφέιφερ συνθέτει μια αλληγορία (σοβαρή μα και διασκεδαστική, με την απαραίτητη ειρωνεία) για την πραγματικότητα και τη μοίρα της ευρωπαϊκής ταυτότητας που, μετά τις εφετινές ευρωεκλογές, φαντάζει ακόμα πιο επείγουσα. Το πολιτικό παραμύθι της Ακροδεξιάς «Τώρα αγωνιώ περισσότερο και η ανησυχία μου εντείνεται καθώς οι φόβοι μου φαίνεται να παίρνουν σάρκα και οστά. Στην Ιταλία ήδη κυβερνά η ακροδεξιά Τζόρτζια Μελόνι. Προς τα έξω καμώνεται τη μετριοπαθή και τη λογική, όσοι όμως βρισκόμαστε εδώ καταλαβαίνουμε ότι εφαρμόζει μια ατζέντα που σκοπό έχει την υπονόμευση και την ανατροπή της δημοκρατικής τάξης πραγμάτων. Το κάνει βήμα-βήμα, και αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο, διότι είναι εύκολο και να το αγνοήσει και να το συνηθίσει κανείς. Αύξησαν δυνάμεις οι ακροδεξιοί σε όλη την Ευρώπη, αλλά, ευτυχώς, δεν έχουν ακόμα τη δύναμη, προσώρας τουλάχιστον, να ασκήσουν γενική εξουσία» δήλωσε στο «Βήμα» ο ολλανδός συγγραφέας. «Είναι περίπλοκη η κατάσταση. Οι παραδοσιακοί διαχωρισμοί Δεξιάς και Αριστεράς έχουν ατονήσει. Η παγκοσμιοποίηση έχει νικητές και χαμένους. Οι χαμένοι σημαδεύονται συγχρόνως από την κακή εκπαίδευση και την οικονομική ανασφάλεια. Επίσης, αντιδρούν και με ταυτοτικό τρόπο στην παγκοσμιοποίηση που τους απειλεί. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τους σημερινούς αποδιοπομπαίους τράγους (που είναι οι πρόσφυγες, τα βολικά θύματα), αντιλαμβάνεστε ότι το κοκτέιλ είναι τρομακτικό. Το κρίσιμο είναι ότι, δυστυχώς, η Αριστερά δεν έχει μια συνεκτική και ενδιαφέρουσα ιστορία να μας πει. Αντιθέτως, η Ακροδεξιά καθιστά το δικό της απλουστευτικό παραμύθι απολύτως πειστικό. Πολιτικό παραμύθι είναι να ισχυρίζεσαι ότι θα λύσεις προβλήματα επικαλούμενος μια παλιά ιδανική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ. Το αναφέρω αυτό επειδή η σύγχρονη Ακροδεξιά είναι, συν τοις άλλοις, ένα νοσταλγικό κίνημα, εργαλειοποιεί δηλαδή διάφορα μυθεύματα για να πετύχει τους στόχους της» συμπλήρωσε εμφατικά ο Πφέιφερ. Ενας Ευρωπαίος στον Νότο Τον ρωτήσαμε, ύστερα, αν αποδέχεται και ως καλλιτέχνης τον χαρακτηρισμό «ρομαντικός του 21ου αιώνα», δεδομένης της καθόδου του από τον Βορρά προς τον Νότο. «Τον αποδέχομαι μόνο στον βαθμό που αναγνωρίζω ότι δεν είμαι αυθεντικός ρομαντικός. Δεν έχω καμία σχέση, ας πούμε, με τον Μπάιρον. Αυτή η κάθοδος (και η παρατεταμένη παραμονή εν συνεχεία) δεν ήταν προσχεδιασμένη αλλά μάλλον τυχαία. Κάτι ήθελα ίσως, κάτι άλλο έψαχνα. Εφυγα από το Λάιντεν, την πόλη μου μεταξύ Αμστερνταμ και Χάγης, ταξίδεψα (ενώ δεν φαίνεται από την κοψιά μου) με το ποδήλατό μου και μέσα σε σαράντα μέρες έφτασα μέσω Βελγίου και Γαλλίας στην Ιταλία» εξήγησε. Στη Γένοβα βρέθηκε για πρώτη φορά το 2008. Οι λίγες μέρες ξεκούρασης έγιναν μήνες (σε ενοικιαζόμενο χώρο) και χρόνια (σε δικό του σπίτι πια). Κάπως έτσι αναδιατάχτηκε η έμπνευσή του και προέκυψε αργότερα το μυθιστόρημα La Superba(2014), «όπου βλέπω αυτό το εμβληματικό λιμάνι ως διαχρονικό σημείο άφιξης και αναχώρησης, μιλώντας παράλληλα για το ζήτημα της μετανάστευσης (πολλοί οι Αφρικανοί που κομβικά περνούν από δω) και το αίσθημα της ξενότητας (οι προσδοκίες και τα όνειρα των ανθρώπων μοιάζουν πολύ, ακόμα κι αν τα δούμε ανάποδα). Πάντως, με την μετακίνησή μου στον Νότο άρχισα να νιώθω Ευρωπαίος, πριν δεν συνειδητοποιούσα τι ακριβώς σημαίνει αυτό» τόνισε ο Πφέιφερ. Ο κίνδυνος του «θεματικού πάρκου» Στο μυθιστόρημα Grand Hotel Europa ο ίδιος, ένα προοδευτικό μυαλό, διερευνά με πολιτισμικούς όρους «τη νοσταλγία ως συστατικό κομμάτι, ως πυρήνα της ευρωπαϊκής ταυτότητας». Διότι, τι να γίνει, «αν περικυκλώνουν την καθημερινότητά σου τα επιτεύγματα του παρελθόντος υπάρχει ο κίνδυνος να πιστεύεις, έστω και ασυνείδητα, ότι η ευδαιμονία είναι υπόθεση του παρελθόντος και μόνο. Ακόμα και οι αρχαίοι Ελληνες, την περίοδο που έβαζαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, πίστευαν περισσότερο στο παρελθόν. Τέλος πάντων, η Ευρώπη οφείλει να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό της, με συλλογικότητα και αλληλεγγύη, αν είναι να βρει μια ουσιαστική θέση σε αυτόν τον απρόβλεπτο κόσμο και να μη μετατραπεί σε ένα τεράστιο “θεματικό πάρκο” για τους τουρίστες του υπόλοιπου πλανήτη. Σήμερα ο μαζικός τουρισμός, μπορεί να αποφέρει χρήματα, εντάξει, αλλά προκαλεί και κοινωνικές ανισορροπίες, αλλάζει τη δομή πόλεων και χωρών. Οφείλουμε να αποφασίσουμε τι θέλουμε να είμαστε. Δεν χρησιμοποιώ αστόχαστα το παράδειγμα της Βενετίας στο βιβλίο, πρόκειται για μια πόλη που (κυριολεκτικά και συμβολικά) βυθίζεται σιγά-σιγά. Ξέρετε υπάρχει μια κόκκινη γραμμή που, αν την ξεπεράσεις, δεν υπάρχει επιστροφή» εκτίμησε ο Πφέιφερ. Credit: Stephan Vanfleteren Το 2023 εξέδωσε ένα ογκωδέστατο βιβλίο που τιτλοφορείται Alcibiades (2023), ένα πολυσέλιδο ιστορικό μυθιστόρημα. «Η τρέχουσα δημαγωγία, ο λαϊκισμός και η αμφισβήτηση της δημοκρατίας με έπεισαν ότι η αφήγηση της καθηλωτικής (αλλά μάταιης) διαδρομής του Αλκιβιάδη μπορεί να αντηχήσει στο παρόν μας. Στο κείμενό μου αφηγητής είναι ο ίδιος και με όπλο τη ρητορική, ευρισκόμενος στην Περσία, όταν πλησιάζει στο τέρμα, προσπαθεί να πείσει τους Αθηναίους να τον εμπιστευτούν ξανά. Η αμφισημία του Αλκιβιάδη προσφέρεται ως παλέτα για τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού μυθιστορηματικού ήρωα». Πλην όμως «τα πάντα ενυπάρχουν ήδη στον Ομηρο, τον οποίο λογαριάζω ως τον σπουδαιότερο δάσκαλό μου» κατέληξε ο Πφέιφερ και έστρεψε πάλι την κάμερα για να μας δείξει περήφανα την προτομή του Ομήρου που κοσμεί μια γωνιά του γραφείου του. «Αν δεν ήταν τυφλός, θα την τοποθετούσα πάνω στον ώμο μου, ξέρετε, για να με προσέχει όποτε γράφω» αστειεύτηκε.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Βαγγέλης Προβιάς | Μεταφράζοντας τον «Αθέατο πόνο» της Emily Wells
Ο Βαγγέλης Προβιάς φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το μεταφραστικό ταξίδι του μυθιστορήματος της Emily Wells, Αθέατος πόνος. Ένα βιβλίο που φέρνει στο επίκεντρο τον χρόνιο πόνο και τη μη ορατή αναπηρία, σε μια συναρπαστική καταγραφή της χρόνιας ασθένειας, που εξερευνά την πολύπλοκη σχέση μεταξύ πόνου, γλώσσας και φύλου.Στην διαδικασία της μετάφρασης συχνά υπάρχει μια μαγική, σχεδόν μεταφυσική, στιγμή, όπου μια φράση, μια παράγραφος, ένα απόσπασμα του κειμένου, δημιουργεί μια ρωγμή στην "αναγνωστική καρδιά" σου.Δηλαδή, για να αποσαφηνίσω τη μεταφορά, καταφέρνει και μεταβάλλει τους βαθιά προσωπικούς, με πολύ διάβασμα κερδισμένους, τρόπους που κάθε αναγνώστης έχει δημιουργήσει για να απολαμβάνει τα βιβλία, να τα αγαπάει.Μιλάω για αναγνωστική καρδιά, και όχι για μεταφραστική, εσκεμμένα: μερικά βιβλία, αν και τα μεταφράζεις, σε επαναφέρουν στην θέση του αναγνώστη, εκεί όπου απολαμβάνεις το γραπτό με την ανεπιτήδευτη και ορμητική χαρά του εραστή μόνο της τέχνης της αφήγησης. Από αυτήν, λοιπόν, την καλοδεχούμενη μικρή ρωγμή, ορμάνε μέσα σου, στην αρχή ήπια, αργά, αλλά μετά ορμητικότερα, καινούργια δεδομένα: Πτυχές του κόσμου που δεν γνώριζες μα και νέοι τρόποι να τον βλέπεις. Αποκαλύψεις για συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα και σε πράγματα που σε συγκινούν, σε θυμώνουν, σε εκπλήσσουν. Αναγνώσεις και ερμηνείες, βαθιά προσωπικές, της εκπληκτικά ποικιλόμορφης περιπέτειας της ζωής που επειδή είναι γραμμένες με αδιαπραγμάτευτη, ανελέητη αλήθεια τις νιώθεις στο δέρμα σου. Σαν ερέθισμα, σαν αφή και σαν πόνο.Τότε, αισθάνεσαι θαυμασμό για τη συγγραφέα, για την έμπνευση και την τέχνη της, για το ταλέντο και την εργατικότητά της.Πριν από μερικές μέρες ανταλλάξαμε μηνύματα με την Emily Wells: μου έγραφε πόσο διασκέδασε, και σχεδόν συγκινήθηκε, που στην πόλη όπου πήγε πανεπιστήμιο, σε ένα εστιατόριο υπάρχει ένα μπουρίτο με το όνομά της. «Μπουρίτο Έμιλι». Γελάσαμε πολύ, με τον νέο τρόπο που γελάμε σήμερα: πολλά κατακίτρινα emoticons. H ζωή είναι παράξενη στην εποχή μας.Αυτό το κορίτσι που ξεκαρδίζεται ηλεκτρονικά με το «Μπουρίτο Έμιλι», πέρασε τα χρόνια της νιότης της να προσπαθεί να πείσει τους γύρω της, γονείς, γιατρούς, συνεργάτες, φίλους, ότι δεν είναι καταθλιπτική, υστερική, σαλεμένη, και ότι ο μόνιμος, σωματικός, αθέατος πόνος της, είναι υπαρκτός. Εγκατέλειψε τον κλασικό χορό, και πολλά από όσα είναι δεδομένα στη ζωή μιας νέας γυναίκας, για να υπομείνει την μυστήρια αρρώστια. Όταν τελικά αυτή η αρρώστια απέκτησε ένα όνομα, μια υπόσταση, η Έμιλι αποφάσισε να την «τραγουδήσει», να την αφηγηθεί.Και πώς την αφηγήθηκε… πώς έκανε κοινωνικό το αυτοβιογραφικό, πώς έκανε την προσωπική της ιστορία κομμάτι αλλά και απόκοτο της Ιστορίας της Ιατρικής, της Ψυχιατρικής, του κλασικού χορού. (Γιατί, ναι, κάθε προσωπική ιστορία είναι παιδί της Ιστορίας με κεφαλαίο αρχικό). Και μας έδωσε μια μαρτυρία όχι μόνο για τις χρόνιες, αυτοάνοσες παθήσεις, αλλά και για τις απεριόριστες προοπτικές της γραπτής αφήγησης. «Το πιο σημαντικό από όλα είναι να βρίσκουμε τις σωστές λέξεις», γράφει η Γουέλς στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου της. Ναι.ΥΓ: το απόσπασμα του βιβλίου που δημιούργησε την ρωγμή στην αναγνωστική καρδιά μου είναι οι σελίδες 210 έως 214. Έτσι τελειώνει:«Η [νόσος] Μπεχτσέτ είναι να χάνονται φιλίες λόγω της ανημπόριας σου να πας σε μια μάζωξη, να χάνονται εραστές επειδή προτιμούν να αμελήσουν να κάνουν μια εξέταση για κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα – κάτι για το οποίο δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις, αλήθεια, μιας και έχεις τόσο λίγα να τους δώσεις, συν ότι δεν τους θέλεις πουθενά κοντά σου στις φάσεις που είσαι με επιβαρυμένη υγεία. Η Μπεχτσέτ είναι να μπορείς να λες μόνο εξαιρετικά άχαρες και δυσάρεστες ιστορίες. Η Μπεχτσέτ είναι να ερωτεύεσαι και να μαθαίνεις να επιτρέπεις σε κάποιον να είναι κάπου κοντά σου στις φάσεις που είσαι με επιβαρυμένη υγεία. Η Μπεχτσέτ είναι να αφαιρείς κομμάτια της ψυχής σου. Η Μπεχτσέτ είναι να λες στους άλλους ότι η αρρώστια σου μοιάζει πολύ με τον ερυθηματώδη λύκο. Η Μπεχτσέτ είναι κάτι που περιγράφεται πιο καλά αν πεις πως μοιάζει σαν να είσαι αλλεργικός σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Μπεχτσέτ είναι κάτι που περιγράφεται πιο καλά αν πεις πως αισθάνεσαι τόσο χάλια, για τόσο πολύ χρόνο, ώστε ο πραγματικός σου φόβος είναι πως, σύντομα, καμία μαστούρα δεν θα σε βγάζει από όλο αυτό. Η Μπεχτσέτ είναι να ξέρεις πως την έχεις γαμήσει εντελώς και απολύτως, ότι η δύναμη ζωής που έχεις όλο και θα λιγοστεύει, ότι πρέπει να ξεχάσεις πως θα προσφέρεις στους ανθρώπους ή ότι θα έχεις καριέρα, αν θέλεις ποτέ να καταφέρεις να γράψεις. Η Μπεχτσέτ είναι να υπενθυμίζεις στον ίδιο σου τον εαυτό, ακόμη και όταν είσαι κατάκοιτη στο κρεβάτι, πως είσαι μια από τις τυχερές.»…Ναι, αλλά υπάρχει και η γραφή, η αφήγηση. Η μεγάλη νοηματοδότηση, η ανακούφιση. Η «εγγύηση» πως δεν θα χάσεις ποτέ την σπουδαία ικανότητα να γελάς με τα μπουρίτο που έχουν το όνομά σου.Περισσότερα