Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
«Να ακούω τις ψυχές τους…» | Ένα διήγημα της Ιφιγένειας Θεοδώρου στο περιοδικό «Απόπλους»
Στο πιο πρόσφατο τεύχος (αριθμ. 93-94) του περιοδικού «Απόπλους» φιλοξενείται ένα διήγημα της Ιφιγένειας Θεοδώρου με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού στη Μικρασιατική Καταστροφή. Από τις εκδόσεις μας επανακυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο της Ιφιγένειας Θεοδώρου Χρυσός, Λιβάνι και Σμύρνη που περιλαμβάνει επτά διηγήματα της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη Σμύρνη.Επιχειρηματικό ταξίδι από αυτά που δεν μπορείς να αποφύγεις. Και μάλιστα αρχές Σεπτεμβρίου, τότε που το γλυκό καλοκαιράκι υπόσχεται τα καλύτερα στις παραλίες ή στα κορφοβούνια. Στην απέναντι ακτή θα υπογράφαμε τα τελικά συμβόλαια, οι συνομιλίες είχαν διαρκέσει πάνω από χρόνο. Η πανδημία δεν είχε σταθεί εμπόδιο στη σύσφιξη των εταιρικών σχέσεων, ούτε οι κλυδωνισμοί πάνω από το Αιγαίο απείλησαν την συμφωνία. Το χρήμα είναι υπεράνω… Έκρυψα από όλους ότι θα επέστρεφα στην πόλη των πρώιμων παιδικών μου αναμνήσεων. Εκεί όπου πρωτοείδα τη θάλασσα… Άφησα στην γραμματεία μου τα διαδικαστικά, ήμουν σίγουρος ότι θα εύρισκα εύκολα τον δρόμο για την αθωότητα.Η οικογένειά μου δεν είχε ρίζες από την Μικρά Ασία. «Είμαστε οικονομικοί μετανάστες…» συνήθιζε να λέει η μητέρα μου, κάθε φορά που ξεκρεμούσε τα κάδρα από τους τοίχους της προσωρινής μας διαμονής. Πολλές φορές δεν προλάβαιναν ούτε σημάδι να αφήσουν πίσω τους… «Πηγαίνουν όπου φυσάει ο καπνός…» εξηγούσε η γιαγιά μου στις φίλες της. Κυριολεκτούσε αφού ο πατέρας μου εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία καπνού και παραγωγής τσιγάρων. Η μετάβασή μας, στις αρχές του ‘90, από το κέντρο της Ευρώπης στη Σμύρνη ήταν ένα πολιτιστικό σοκ για όλη την οικογένεια. Όμως πολύ γρήγορα η δροσερή αύρα που διαπότιζε από άκρη σε άκρη τη πόλη φύσηξε και παρέσυρε μακριά κάθε στενάχωρη σκέψη κι ενδοιασμό. Ήταν κι εκείνη η θάλασσα κάτω από το μπαλκόνι μας με τα χίλια πρόσωπα, τα τσαλίμια και τα χάδια της… Έσκυβες, άπλωνες τα χέρια και την άγγιζες. Και τα καράβια, μικρά και μεγάλα, ολημερίς στο κάδρο των παραθύρων μας. Σίγουρα τότε θα γεννήθηκε η επιθυμία μου να γίνω καπετάνιος. «Πού πάνε όλα αυτά τα καράβια;» ρωτούσα. «Απέναντι στην Ελλάδα…» Μόνιμη επωδός η Ελλάδα σε εκείνα τα πρώτα χρόνια, να στηθεί η γέφυρα με την πατρίδα, σαν να μην έφτανε η γλώσσα που μιλούσαμε στο σπίτι, τα τραγούδια στο ραδιόφωνο και το καλαματιανό λάδι που έρρεε στην κουζίνα. Δεν πήγαινα στο σχολείο ακόμα. «…Σιγά μη μάθει τούρκικα!» αντιδρούσε η μητέρα μου. Ερχόταν μια κυρία στο σπίτι τα πρωινά, «σαν τη γιαγιά θα σου διαβάζει παραμύθια…» με καθησύχαζε η μαμά μου. Πολλές φορές πηγαίναμε με την κυρία Ευτυχία μέχρι το φούρνο στον πίσω παράλληλο δρόμο, λατρεύαμε κι οι δυο το φρέσκο, ζεστό ψωμί, τσιμπολογούσαμε παρέα την ξεροψημένη κόρα. Άλλες φορές φτάναμε μέχρι την πλατεία με το άγαλμα του Κεμάλ να δείχνει τη θάλασσα, απέναντι. «Κι αυτός στην Ελλάδα πηγαίνει;» την ρώτησα και εισέπραξα ένα λυπημένο κούνημα του κεφαλιού της… Έτσι σιγά σιγά η Ευτυχία με μύησε στην ιστορία της Σμύρνης. Μου μιλούσε για τα δίπατα σπίτια δίπλα στο κύμα, τους κήπους και τα θέατρα, τα ξενοδοχεία και τα καφενεία, τις μουσικές στα σοκάκια, τους εμπόρους και τις όμορφες αρχόντισσες. Όταν τραγουδούσε έβαζε περίσσιο παράπονο στη φωνή, μου έφερναν λύπη τα τραγούδια της καθώς ανακάτευε μελωδίες ντόπιες με τραγούδια χιώτικα. Γιατί η κυρία Ευτυχία είχε έρθει από απέναντι, από την Χίο, κι όταν την ρώτησα γιατί, « μη τύχει ποτέ κι έρθεις από ανάγκη εδώ πέρα…» μου είπε κι έσκυψε το κεφάλι της. Μια μέρα σε μια από τις βόλτες μας στην προκυμαία συναντήσαμε την Ιωάννα με τη μητέρα της. Μόλις είχαν εγκατασταθεί στη Σμύρνη, ζούσαν ένα τετράγωνο πιο κάτω από το σπίτι μας, στο ελληνικό προξενείο. Ξεχώριζε το παλιό κτίριο απ’ τα υπόλοιπα γύρω, έγερνε ελαφρά από τον χρόνο, μια τεράστια ελληνική σημαία κυμάτιζε πάνω από το αέτωμα του μπαλκονιού. «Κι αυτοί μετανάστες, από ανάγκη όμως….» σχολίασε η μητέρα μου κι ένιωσα μια συμπόνοια για την Ιωάννα που, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ευτυχίας, είχε φτάσει στη Σμύρνη από ανάγκη. Ήταν συνομήλική μου, δεν πήγαινε ούτε εκείνη ακόμα στο σχολείο και γρήγορα διαπίστωσα ότι δεν ήταν τόσο δυστυχισμένη όσο νόμιζα. Στα παιδικά μου μάτια το σπίτι τους ήταν τεράστιο, μπορούσαμε να χοροπηδάμε χωρίς να ενοχλούμε τους γείτονες, να κυνηγάμε τη μπάλα στα σανίδια που έγερναν, να τρώμε παγωτό φιστίκι στη σκιερή αυλή, να σκύβουμε όσο θέλαμε στα σιδερόφρακτα παράθυρα μετρώντας τα καραβάκια που περνούσαν σύριζα στη προκυμαία. «Το σπίτι σας είναι μια φυλακή με τέτοια κάγκελα στα παράθυρα…» της είπα μια μέρα. «Δεν είναι δικό μας, είναι το σπίτι της Ελλάδας…» απάντησε εκείνη. «Γιατί έχει σιδεριές;» «Για να μη μπουν οι Τούρκοι…» μου εξήγησε και έτσι έμαθα για την πυρκαγιά και τους αγριεμένους στρατιώτες που έζωσαν κάποτε την πόλη, για τα παιδιά που έχασαν γονείς και παππούδες στην προκυμαία, για τη θάλασσα που κατάπιε τα κορμιά των χριστιανών μαζί με την ντροπή των Ευρωπαίων. Όλα εκείνα που αποσιωπούσε η Ευτυχία στις διηγήσεις της. Δύσπεπτες ιστορίες για το παιδικό μου στομάχι. «Πού τα ξέρεις όλα αυτά;» την ρώτησα ελπίζοντας ότι τα είχε βγάλει από το μυαλό της… Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να ζούμε στην ίδια πόλη με τους Τούρκους μετά από τέτοια καταστροφή; « Η γιαγιά μου μού τα είπε, έφυγε από δω για να γλυτώσει…» απάντησε και πρόσθεσε ακόμα πιο χαμηλόφωνα, «Και μένα ήθελαν να με βαφτίσουν Ιωνία, αλλά ο παπάς δεν άφησε…». Η αποκάλυψη αυτή με εμπόδισε να κοιμηθώ για πολλές νύχτες. Δεν τόλμησα όμως να ζητήσω από τους γονείς μου να βάλουν κάγκελα στα παράθυρά μας. Ο πρόξενος με τη γυναίκα και την κόρη τους δεν έμειναν πολύ καιρό στη Σμύρνη. Στα δυο χρόνια άρχισαν να ξεκρεμούν τα κάδρα τους από το σπίτι της Ελλάδας. Η Ευτυχία μετέφερε τις φήμες που κυκλοφορούσαν στην πόλη, ότι ο πρόξενος ζήτησε μετάθεση για να πάει η Ιωάννα σε σχολείο όπου δεν θα ήταν αναγκασμένη να μάθει και τουρκικά. Τον πραγματικό όμως λόγο μου τον εκμυστηρεύτηκε η ίδια η Ιωάννα ένα απόγευμα καθώς περπατούσαμε κατά μήκος της προκυμαίας, η Ευτυχία λίγα βήματα πιο πίσω έτρωγε πασατέμπο ρίχνοντας τα τσόφλια στο νερό. « Η μαμά μου δεν αντέχει να ζει πια στη Σμύρνη… Ακούει φωνές, των πνιγμένων, τις ψυχές τους… στη θάλασσα…» Ένιωσα ένα σύγκρυο στην πλάτη μου κι αποτραβήχτηκα από το πέτρινο παραπέτο. Η θάλασσα είχε φουσκώσει, είχε βαφτεί σκούρα πράσινη κι άφριζε . Μου φάνηκε ότι άκουσα τρίξιμο, είδα μόνο τα τσόφλια της Ευτυχίας καθώς τα ρουφούσε το κύμα. Μείναμε στη Σμύρνη έξι χρόνια ακόμα. Τελειώνοντας το δημοτικό μιλούσα τέλεια τουρκικά, σ’ αυτό οφείλω άλλωστε και τη δουλειά που κάνω σήμερα. Δεν έγινα βέβαια καπετάνιος. Ούτε ξαναείδα την Ιωάννα από τότε.Έφτασα στη Σμύρνη με τον χοντρό φάκελο των συμβολαίων στις αποσκευές μου ένα απόγευμα , αρχές του Σεπτέμβρη. Στη διαδρομή από το Διεθνές αεροδρόμιο Μεντερές μέχρι το κέντρο το μάτι μου συνήθισε γρήγορα στις κακοτεχνίες των προαστίων, έτσι κι αλλιώς όλες οι μεγαλουπόλεις υποδέχονται τους επισκέπτες τους με ακαλαίσθητα κτίρια, συνεργεία και εμπορικά κέντρα. Εισχωρώντας στον πυκνό ιστό του κέντρου με αργούς ρυθμούς λόγω της κυκλοφορικής συμφόρησης, δεν αναγνώρισα απολύτως τίποτα, παρά μόνο το φως. Εκείνο το φως της δύσης που έντυνε ρόδινα όλη την Σμύρνη, την ώρα που ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τους χαμηλούς ορεινούς όγκους του κλειστού λιμανιού κι από το μπαλκόνι μας τότε, η Ελλάδα απέναντι χανόταν στο λυκόφως, μέσα σε μια πανδαισία κόκκινων και μαβιών χρωμάτων. Δεν άργησα να μυρίσω τη θάλασσα. Παρά το τείχος των πολυκατοικιών που έκλειναν τον ορίζοντα της πόλης, η θάλασσα, ζωντανή, μυροβόλος είχε τη δύναμη να εισχωρεί ανάμεσα στους στενούς κάθετους δρόμους και να ανακατεύεται με τα καυσαέρια και την δυσοσμία του καθημερινού μόχθου. Στο τελευταίο φανάρι πριν βγούμε στον παραλιακό δρόμο επιτέλους την είδα… Όχι, δεν ήταν η θάλασσα των παιδικών μου περιπάτων, αυτή που μας ράντιζε με τους ξιπασμένους αφρούς της, που γουργούριζε στο πεζουλάκι της προκυμαίας ή χυνόταν θυμωμένη μπροστά στις εξώπορτες των σπιτιών μας. Τώρα έμενε απόμακρη…Στο βάθος … Μια γλώσσα από χορτάρι, ένα λιβάδι φρέσκο καταπράσινο να μας χωρίζει…Να χρειαστεί να τρέξω για να την φτάσω… Να μένει μακριά απ’ τα μπαλκόνια και τους ονειροπόλους. Το αυτοκίνητο με αργό ρυθμό πέρασε από την πλατεία με τον έφιππο Κεμάλ και τον κήπο του ξενοδοχείου Εφές Παλλάς. Βρήκα τα πρώτα σημάδια της δικής μου Σμύρνης κι ύστερα τα στρωμένα τραπέζια του «Ντενίζ» μου έφεραν στο στόμα γεύση από τηγανισμένα μύδια και λεμονάτες γαριδούλες. Γεμάτα πεζοδρόμια, τραπεζάκια και δυνατές μουσικές, κράχτες των μαγαζιών, μυρωδιές από ναργιλέδες και νεολαία αραγμένη στο γκαζόν, οι φυλαγμένες πολύτιμες εικόνες μου, είχαν γίνει κομματάκια, χαρτάκια κακοπαθημένα στο καλντερίμι. Πού χάθηκε η προκυμαία όπου περπατούσαμε με τους συμμαθητές μου χαζεύοντας τα καραβάκια που έφταναν από το Κορδελιό; « Να το λες Καρσίγιακα, αλλιώς δεν το καταλαβαίνουν…» με συμβούλευε η Ευτυχία. Πώς μεταλλάχτηκε σε Κέντρο Τέχνης το γαλλικό προξενείο με τις τρεις επιβλητικές καμάρες του; Από πού ξεφύτρωσε αυτό το εκκεντρικό χάλκινο σύμπλεγμα σχεδόν απέναντι από το παλιό διαμέρισμά μας; Οχτώ μέτρα ύψος, δέκα έφιπποι να δείχνουν τη δύση. «Είναι το δέντρο της Δημοκρατίας!» μου εξήγησε με περηφάνια ο οδηγός μου κι έστριψε δεξιά για το ξενοδοχείο μου. Ίσα που πρόλαβα να ξεχωρίσω την ελληνική σημαία πάνω από το αέτωμα του μπαλκονιού στο σπίτι της Ιωάννας.Είχα διαλέξει να μείνω στο ξενοδοχείο που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το ελληνικό προξενείο. Με τους δεκαοχτώ ορόφους του το ξενοδοχείο ξεχώριζε ανάμεσα στις πολυκατοικίες της προκυμαίας «σαν καλός γίγαντας πίσω μας» έλεγε η Ιωάννα. Ένιωσα νυχιές στο στομάχι μου απ’ τη συγκίνηση κι από το δέος του ύψους όταν στάθηκα μπροστά στο παράθυρο του δωματίου μου. Η θάλασσα που αγνάντευα από το μπαλκόνι μας ήταν πάλι εκεί… Ναι, από άλλη απόσταση σίγουρα, δεν άκουγα τον παφλασμό της ούτε μύριζα τα χνώτα του βυθού της. Είχα διανύσει κι εγώ μεγάλη απόσταση μέχρι να ξαναβρεθώ κοντά της. Τριάντα χρόνια… Όμως την είχα πάλι εκεί μπροστά μου…Σκοτεινή έτσι όπως ο μαβής ουρανός έδινε χώρο στη νύχτα, η ανάσα της ανέβαινε ψηλά, μέχρι το μπαλκόνι μου, η υγρασία της μούσκευε το δέρμα μου ή μήπως ήταν η καρδιά μου που ξεσπούσε σε κλάματα; Έβλεπα τα κεραμίδια του ελληνικού προξενείου, εκεί όπου είχα παίξει τόσα απογεύματα, ξεχώρισα την ταράτσα της πολυκατοικίας μας. Τα φωτισμένα καραβάκια που πηγαινοέρχονταν στο Κορδελιό, όπως τότε…Ο θόρυβος του παραλιακού δρόμου έφτανε αδύναμος στα αυτιά μου, ξεθωριασμένες μουσικές και στο βάθος τα πλοία αρόδου έκλειναν τον ορίζοντα, ακίνητα να θυμίζουν την απάθεια των ξένων στην απελπισία και το θανατικό της προκυμαίας. Γιατί τώρα πια ήξερα… Όσο κι αν είχε προσπαθήσει η Ευτυχία να προστατέψει την παιδική μου αθωότητα. Να ζυμώσει μέσα μου την ανοχή με τον σεβασμό για κάθε τι το διαφορετικό. Η προκυμαία της απόγνωσης και της προσφυγιάς δεν υπήρχε πια, ο χωροταξικός νεωτερισμός των Τούρκων θέλησε να σβήσει από την συνείδηση των κατοίκων την ιστορική μνήμη της πόλης. Όμως το σπίτι της Ιωάννας, χωρίς να γέρνει πια μετά από την ριζική του αναπαλαίωση έμενε εδώ στη παραλία μοναδικός μάρτυρας της ιστορίας. Μάρτυρας και της τελευταίας συνάντησής μας την ώρα που αποχαιρέτησα την Ιωάννα και τους γονείς της. Είχε σκύψει η μητέρα της να με φιλήσει καθώς της έδινα τα λουλούδια που κρατούσα. Τα μαλλιά της μύριζαν θάλασσα. Πρόλαβα και της ψιθύρισα… «Θα μείνω εγώ…να ακούω τις ψυχές τους». Μου φάνηκε ότι ένιωσε ανακούφιση. Μετά σταθήκαμε μπροστά στη σιδερένια πόρτα για μια αναμνηστική φωτογραφία. Οι τρεις μας, η Ιωάννα, η Ευτυχία κι εγώ…Ανακαλύψτε περισσότερα για το βιβλίο της Ιφιγένειας Θεοδώρου Χρυσός, Λιβάνι και Σμύρνη.Περισσότερα
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
Βάσια Τζανακάρη | Μεταφράζοντας τη «Θάλασσα της ηρεμίας» της Emily St. John Mandel
H Βάσια Τζανακάρη φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το ολοκαίνουργιο μυθιστόρημα της Emily St. John Mandel Η θάλασσα της ηρεμίας. Ποια η σύνδεση με το προηγούμενό της βιβλίο Το γυάλινο ξενοδοχείο; Και πώς ήταν το μεταφραστικό ταξίδι αυτής της νέας δυστοπίας υπό το καθεστώς μια νέας πανδημίας;Υπάρχουν μερικοί συγγραφείς με τους οποίους νιώθεις μια ξεχωριστή σύνδεση. Για μένα η Emily St John Mandel ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Γλώσσα, θεματικές, χαρακτήρες, χιούμορ, οπτική – όλο της το σύμπαν έχει κάτι που με αγγίζει σε βαθύ επίπεδο, το οποίο μπορώ να προσδιορίσω σε κάποιον βαθμό, όχι όμως απόλυτα – άλλωστε μιλάμε για τέχνη. Η πρώτη μου επαφή με τη συγγραφέα έγινε με τον Σταθμό Έντεκα, ίσως το βιβλίο που έχω διαβάσει περισσότερες φορές στη ζωή μου (8). Το πλαίσιο του βιβλίου, η δυστοπία του, είχε κάτι επώδυνα ελκυστικό, σε μια εποχή που δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε την έλευση μιας πανδημίας. Η συνέχεια ήρθε μέσω του Γυάλινου Ξενοδοχείου, ενός μυθιστορήματος για συλλογικές και προσωπικές καταρρεύσεις, για να οδηγηθούμε φέτος στη Θάλασσα της ηρεμίας. Η Θάλασσα της ηρεμίας είναι ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας – και δεν είναι, υπό την έννοια ότι στον πυρήνα του υπάρχουν αλήθειες και βιώματα μιας πανδημίας που έχουμε ζήσει, κι ας διαδραματίζεται στο βιβλίο στο 2203.Η Mandel εφευρίσκει το alter ego της, την Όλιβ Λουέλιν, συγγραφέα που βιώνει την πανδημία στη Γη αλλά και στην αποικία της Σελήνης όπου ζει. Το ταξίδι στον χρόνο αποτελεί τον άξονα του μυθιστορήματος, ενώ για τους φανατικούς της Mandel υπάρχει και μια πολύ ενδιαφέρουσα σύνδεση με χαρακτήρες από το Γυάλινο Ξενοδοχείο. Όταν μεταφράζεις ένα καλό βιβλίο, το οποίο ταυτόχρονα σου ταιριάζει, το ίδιο το κείμενο μοιάζει να σου υπαγορεύει τη μετάφραση. Είναι σαν να ακούς ένα τραγούδι που είσαι σίγουρος ότι έχεις ξανακούσει, ένα τραγούδι που υπήρχε πάντα. Καθώς διάβαζα τη Θάλασσα της ηρεμίας σκεφτόμουν ότι επρόκειτο για δύσκολο στοίχημα, να γράψεις ένα βιβλίο για την πανδημία χωρίς αυτή να έχει καλά-καλά τελειώσει. Η Mandel όμως το κερδίζει και μας παραδίδει ένα υπέροχο μυθιστόρημα. Χρησιμοποιεί έξυπνα όλα τα υλικά που έχει στη διάθεσή της, την απλή και συνάμα ποιητική της γλώσσα – οι προτάσεις της είναι μικρά απολαυστικά δωράκια στον αναγνώστη –, τη μελαγχολική ματιά της, την ικανότητά της να αναδεικνύει το ανθρώπινο, τον σχολιασμό του κόσμου με χιούμορ και νοσταλγική διάθεση, και φυσικά στο επίκεντρο τοποθετεί για άλλη μια φορά αυτό που την απασχολεί σε όλα της τα βιβλία: την αναζήτηση της ομορφιάς και της προσωπικής αλήθειας σε έναν κόσμο που μας βυθίζει όλο και περισσότερο στην απελπισία.Περισσότερα
-
White Ravens: Το «1821: ερωτήσεις μόνο!» στα καλύτερα βιβλία του 2022
Το 1821: ερωτήσεις μόνο! της Μαρίας Αγγελίδου και της Ειρήνης Βοκοτοπούλου, με τις εικόνες του Φοίβου Χαλκιόπουλου, επιλέχθηκε να συμπεριληφθεί στη διεθνή λίστα The White Ravens 2022! Η ιδιαίτερα τιμητική αυτή διάκριση έρχεται μετά από άλλες δύο επίσης σημαντικές αναγνωρίσεις: το βραβείο «Αναγνώστη» 2022 καλύτερου βιβλίου γνώσεων για παιδιά αλλά και την υποψηφιότητά του στα βραβεία Greek IBBY 2022 από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.Στο βιβλίο, οι δύο συγγραφείς διερευνούν το Χτες και το Σήμερα, και με το βλέμμα στο Αύριο, προσεγγίζουν με τρόπο διεισδυτικό τα γεγονότα της επανάστασης του 1821. Οι ερωτήσεις τους γεννούν καινούργιες ιστορίες, άξιες να τις αφηγηθεί κάποιος κάποτε και να ρωτήσει γι’ αυτές!Ο διεθνής κατάλογος White Ravens είναι μια δημιουργία της Διεθνούς Παιδικής Βιβλιοθήκης του Μονάχου. Είναι πολύ ενθαρρυντικό για εμάς και τους δημιουργούς το γεγονός ότι ένα βιβλίο που αφορά στην ελληνική επανάσταση θα ανήκει σε αυτή τη συλλογή.Τη φετινή χρονιά ο κατάλογος περιλαμβάνει 200 τίτλους παιδικών και νεανικών βιβλίων από 53 χώρες, σε 37 γλώσσες. Η διάκριση αυτή δίνεται σε βιβλία που αξίζουν διεθνούς προσοχής λόγω των παγκόσμιων θεμάτων που πραγματεύονται ή λόγω της εξαιρετικής και πρωτοπόρου εικαστικής και λογοτεχνικής προσέγγισής τους.Η επιλογή των βιβλίων γίνεται κάθε χρονιά από ειδήμονες του χώρου της παιδικής λογοτεχνίας ―προσωπικό της βιβλιοθήκης, αλλά και εξωτερικούς συμβούλους―, οι οποίοι διαβάζουν τα βιβλία της έκθεσης στην πρωτότυπη γλώσσα έκδοσης.Ανακαλύψτε ολόκληρο των κατάλογο των βιβλίων ανά χώρα εδώ: https://www.ijb.de/en/publications/single/the-white-ravens-2022Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
«Ο Αριστοτέλη είναι σύγχρονός μας, επειδή είναι διαχρονικός» | Συνέντευξη του Τάσου Αποστολίδη και του Αλέκου Παπαδάτου στην εφημερίδα «Τα Νέα»
Ο σεναριογράφος Τάσος Αποστολίδης και ο εικονογράφος Αλέκος Παπαδάτος μιλούν στο Βιβλιοδρόμιο και τον Δημήτρη Δουλγερίδη για τη δημιουργία του graphic novel Αριστοτέλης, την εκλαΐκευση, τη νέα γλώσσα των μέσων.Αυτός ο Αριστοτέλης μοιάζει και δεν μοιάζει με τον φιλόσοφο της Ιστορίας. Διδάσκει τις ίδιες έννοιες, αμφισβητεί εξίσου τα άκρα - αναζητώντας παντού τη «μεσότητα» -, μπαίνει στον κύκλο της Ακαδημίας, ιδρύει το δικό του Λύκειο. Την ίδια στιγμή, είναι ανοιχτός στην εκλαΐκευση, δανείζεται το χιούμορ των συνομιλητών του, εισάγει επαγωγικούς συλλογισμούς παρατηρώντας πανέμορφες χορεύτριες, «αποδέχεται» διάφορους αναχρονισμούς, αν οι τελευταίοι συμβάλλουν στην πρόοδο της αφήγησης. Είναι ο «Αριστοτέλης» που έγραψε ο βετεράνος Τάσος Αποστολίδης και εικονογράφησε ο Αλέκος Παπαδάτος (του «Logicomix» και της «Δημοκρατίας») σε μορφή graphic novel - ή «μυθιστορηματική εικονογράφηση», όπως θέλει ο σεναριογράφος. Με αφηγηματικό «οδηγό» τον μαθητή του Θεόφραστο και συνεχή φλας μπακ τα επεισόδια μιας συναρπαστικής ζωής εξελίσσονται από την Αθήνα ως τη Λέσβο, από την Πέλλα και τη Μίεζα ως τους Δελφούς και τέλος τη Χαλκίδα. Ο σεναριογράφος και ο εικονογράφος, που έχουν συνεργαστεί στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης «Εγνατία» το 1982, μίλησαν στο Βιβλιοδρόμιο για τη δημιουργία του κόμικ. Τάσος Αποστολίδης: «Ο Αριστοτέλης είναι σύγχρονός μας, επειδή είναι διαχρονικός»Ποια είναι τα χαρακτηριστικά που, κατά την άποψή σας, μπορούσαν να μεταμορφώσουν εξαρχής τον Αριστοτέλη σε συναρπαστικό ήρωα graphic novel;Η συναρπαστική (άγνωστη) ζωή του. Το 17χρονο ετταρχιωτόπουλο από τα Στάγειρα της Μακεδονίας που κατεβαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Ακαδημία, είχε ήδη διαβάσει τους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα! Στα είκοσι χρόνια παραμονής του στην Ακαδημία, ως μαθητής και αργότερα ως δάσκαλος, διακρίνεται για τον τρόπο σκέψης, το θάρρος να διατυπώνει τις απόψεις του, τα πολλά επιστημονικά του ενδιαφέροντα, τις έρευνες και την πολυμάθειά του. Ως «μέτοικος» Μακεδόνας στην Αθήνα αντιμετώπισε εκφοβισμούς, απειλές, αυτοεξορίες, αλλά και τιμές που του επιφυλάχτηκαν για το έργο και την προσωπικότητά του.Η συναρπαστική πνευματική του δραστηριότητα. Ο Jonathan Barnes, καθηγητής της Αρχαίας Φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και της Γενεύης, είπε: «Κανένας πριν από τον Αριστοτέλη δεν είχε συνεισφέρει τόσο πολύ στη γνώση και κανένας ύστερα από αυτόν δεν μπορεί να φιλοδοξεί να συναγωνιστεί τα επιτεύγματά του». Ο Αριστοτέλης μεταμόρφωνε σε φιλοσοφικές θεωρίες τις εμπειρίες και τις πεποιθήσεις τού μέσου ανθρώπου. Στοιχεία που δεν επηρεάζονται από την εποχή, τον τόπο ή την πνευματικότητα των κοινωνιών. Γι’ αυτό οι θεωρίες του έγιναν αποδεκτές από πολλούς διαφορετικούς λαούς, πολιτισμούς και θρησκείες, υπηρέτησαν διαχρονικές ανθρώπινες αξίες και είναι πάντα επίκαιρες.Η αφήγηση ξεκινάει με μια γοητευτική υπόθεση του θεόφραστου και συνεχίζει με ένα φλασμπάκ. Ποιος ήταν ο πυρήνας της έμπνευσης για το πώς έπρεπε να στηθεί και να αναπτυχθεί το graphic novel;Η μυθοπλασία χρειαζόταν έναν αφηγητή. Αυτός βρέθηκε στο πρόσωπο του Θεόφραστου: φίλου, συνεργάτη και συνεχιστή του έργου του Αριστοτέλη στο Λύκειο. Ο Θεόφραστος, με διάσπαρτες σκηνές «παρόντος χρόνου», παράλληλα με τη διδασκαλία, διηγείται στους μαθητές του όσα έμαθε, είδε και έζησε κοντά στον μεγάλο Σταγειρίτη. Αυτές οι διηγήσεις σε φλασμπάκ (σκηνές «παρελθόντος χρόνου») είναι ουσιαστικά το κυρίως έργο. Το σενάριο στηρίζεται σε τρεις άξονες: στη βιογραφία του Αριστοτέλη, στην παρουσίαση των βασικών θεωριών του και στην περιγραφή - με αφηγηματικούς εγκιβωτισμούς - της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης της εποχής που, ως ένα σημείο, συνέβαλε στη διαμόρφωση του έργου του φιλοσόφου.Από πότε ξεκινήσατε μια πιο συστηματική έρευνα στη βιβλιογραφία για να φιλτράρετε τις πληροφορίες και να καταλήξετε στο σενάριο;Υστερα από περίπου πέντε χρόνια συνεργασίας με τον Γιώργο Ακοκαλίδη - η δεύτερη μετά τις «Κωμωδίες του Αριστοφάνη» -, το 2012 εκδόθηκε από το Μεταίχμιο η ομηρική μας «Οδύσσεια» σε graphic novel. Ηταν τότε που μου ήρθε η ιδέα να καταπιαστώ με τους Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη. Ως το 2016 έψαχνα βιβλιογραφίες, με τη βοήθεια φίλων φιλολόγων, μελετούσα, αλλά δεν είχα ακόμη καταλήξει με ποιον φιλόσοφο ήθελα να ξεκινήσω. Από σύμπτωση το 2016 συμπληρώνονταν 2.400 χρόνια από τη γέννηση του Αριστοτέλη και η UNESCO το ανακήρυξε Επετειακό Ετος Αριστοτέλη. Στο πλαίσιο αυτό, το Διεπιστημονικό Κέντρο Αριστοτελικών Μελετών του ΑΠΘ διορ γάνωσε πλήθος εκδηλώσεων, μεταξύ των οποίων και διαλέξεις από διακεκριμένους αριστοτελιστές από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο. Τις παρακολούθησα, γοητεύτηκα μαθαίνοντας ακόμη περισσότερα για τον Αριστοτέλη, το έργο του και κυρίως πόσο πολλά από αυτά που εκείνος πρωτοείπε απασχολούν και σήμερα τις επιστήμες, αλλά και τις κοινωνίες γενικότερα. Τότε αποφάσισα να αρχίσω από τον Σταγειρίτη. Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς μίλησα για πρώτη φορά για την ιδέα μου στον Αλέκο Παπαδάτο, του οποίου μόλις είχε εκδοθεί η «Δημοκρατία» (Ικαρος), με συνεργάτη τον Αβραάμ Κάουα, και ήταν, ευτυχώς, διαθέσιμος! Ως το 2019 εγώ δούλευα την πρώτη γραφή του σεναρίου και ο Αλέκος έκανε τα πρώτα σχεδιάσματα των χώρων και των χαρακτήρων. Το έργο ολοκληρώθηκε την περασμένη άνοιξη. Στην «ενδεικτική βιβλιογραφία» που υπάρχει στην έκδοση του Ικαρου αναφέρονται 24 ελληνικές και 14 ξενόγλωσσες εκδόσεις που αποτέλεσαν το πολύτιμο πρωταρχικό υλικό μου.Στη σελ. 81 υπάρχει η αναφορά στον πίνακα του Ραφαήλ. Στη σελ. 166, το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία», θέλατε από την αρχή να συνεχίσετε την ευρηματική παράδοση των κόμικς του Αριστοφάνη με τις χρονικές γέφυρες και τους δημιουργικούς αναχρονισμούς;Ο Αριστοφάνης προσφέρεται για «χρονικές γέφυρες» ακριβώς γιατί τα θέματά του σχολιάζουν την τότε αθηναϊκή πραγματικότητα που έχει πολλές ομοιότητες με τη σύγχρονη εποχή και έτσι δημιουργεί την πρόκληση να τολμήσει κανείς «δημιουργικούς αναχρονισμούς». Με τον Αριστοτέλη τα πράγματα είναι διαφορετικά: η φιλοσοφία μελετάει την πραγματικότητα, αλλά προχωρεί παραπέρα, δηλαδή στο πώς θα μπορούσε ή θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα. Εδώ πρέπει να δοθούν ορισμοί, να αναλυθούν έννοιες, να αναπτυχθούν θεωρίες, ναι μεν με τρόπο απλό και κατανοητό, αλλά - αναπόφευκτα - κάποια στιγμή το κλίμα βαραίνει. Τότε επιστρατεύεται το χιούμορ: η αναφορά στον Ραφαήλ, το γνωστό «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» ως δελφικό παράγγελμα ή ο «Κύκλος των Χαμένων Στοχαστών», όπως και πολλά άλλα, που ξαφνιάζουν ευχάριστα, ελπίζω, τον αναγνώστη ως κωμικές σφήνες και αποφορτίζουν την κατάσταση!Η «μεσότητα», η φιλοσοφία ως «απαντήσεις στις ερωτήσεις των παιδιών» και φυσικά οι ηθικές αρετές μένουν ως απόηχος όταν τελειώνει κανείς την ανάγνωση. Τι θέλατε να μείνει από τη σκέψη του Αριστοτέλη μετά την αφήγηση;Ο σύγχρονος τρόπος παρουσίασης της φιλοσοφικής σκέψης αναζητά τρόπους ώστε να είναι πιο απλός και φιλικός προς το κοινό και εντοπίζει θέματα που αγγίζουν τον κάθε άνθρωπο στην καθημερινότητά του, ώστε ο καθένας, αν προσπαθήσει, να μπορεί να ανακαλύψει μέσα του έναν μικρό φιλόσοφο. Η φιλοσοφία είναι κατανόηση και γνώση. Ως θεωρία αναζητά την αλήθεια, ως πράξη είναι οδηγός ζωής και ίσως στο τέλος να είναι κι ένα ωραίο ταξίδι για καινούργιες ανακαλύψεις... Και το graphic novel έχει τη δυνατότητα να μας ταξιδέψει!Αν ένας μαθητής Γυμνασίου εξέφραζε τη δυσπιστία του ως προς την ανάγνωση του graphic novel λόγω του «δύσκολου» ονόματος «Αριστοτέλης», τι θα του λέγατε για να πειστεί ότι αξίζει μια προσπάθεια; θα μπορούσε να είναι ο Αριστοτέλης ένας σύγχρονός μας;Θα του έλεγα ότι ο Αριστοτέλης είναι το Internet της αρχαιότητας! Αστειεύομαι!.. Πρέπει πρώτα να δούμε γιατί ο μαθητής θεωρεί δύσκολο τον Αριστοτέλη, όπως και τη φιλοσοφία γενικότερα. Πώς σχημάτισε αυτή την εικόνα και ποιος και τι του την καλλιέργησαν; Η φιλοσοφία επειδή ακριβώς έχει «απαντήσεις στις ερωτήσεις των παιδιών» πρέπει να διδάσκεται, απλοποιημένα, στις πρώτες τάξεις. Να γνωρίσει από μικρό το παιδί τις αρχές (τι είναι αυτό;) και τα αίτια (γιατί αυτό είναι έτσι;) των πραγμάτων, όπως και τι είναι «αγαθό», «αρετή», «ευδαιμονία» κ.λπ., όταν η διαμόρφωση της σκέψης του είναι ακόμη στην αρχή της. Ετσι, μεγαλώνοντας, θα έχει σχηματίσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τη φιλοσοφία και τους φιλοσόφους. Ο Αριστοτέλης, ως διαχρονικός, μπορεί να χαρακτηριστεί «σύγχρονος». Ολόκληρα τμήματα της φιλοσοφίας του ισχύουν και σήμερα, αποτελώντας οδηγό λύσεων για προβλήματα που συνδέονται με τον καθημερινό τρόπο ζωής. Η τυπική λογική είναι τελείως αριστοτελική, η φιλοσοφία της επιστήμης και του δικαίου στηρίζονται στις δικές του βασικές τοποθετήσεις. Η πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία του Αριστοτέλη είναι σήμερα πιο επίκαιρες από ποτέ. Ενώ η αριστοτελική ηθική έχει αναβιώσει στην εποχή μας και διαθέτει σημαντικούς υποστηρικτές. Η ηθική, άλλωστε, είναι μια επιστήμη από την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει, ακριβώς γιατί καθημερινά βρίσκεται αντιμέτωπος με ηθικά προβλήματα. Κι εδώ έρχεται η φιλοσοφία για να δημιουργήσει έναν διαφορετικό τρόπο διαχείρισης καταστάσεων και αντιμετώπισης προβλημάτων. Επίσης οι ιδέες του Σταγειρίτη για τη Δημοκρατία, την Πολιτεία, τον Πολίτη, την Παιδεία έχουν σήμερα τεράστιο ενδιαφέρον, καθιστούν τον Αριστοτέλη έναν απόλυτα σύγχρονο στοχαστή και η επαφή μας με το έργο του θα βοηθήσει να οδηγηθούμε σε μια βαθύτερη κατανόηση των προβλημάτων της εποχής μας, ώστε να αντιμετωπίσουμε με επιτυχία τα αδιέξοδα, να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι και πιο αποτελεσματικοί σκεπτόμενοι πολίτες. Αλέκος Παπαδάτος: «Οι χαρακτήρες δεν είναι σκίτσα, είναι αληθινοί άνθρωποι»Από ποιο επεισόδιο ξεκίνησε η εικονογράφηση και πώς δουλεύατε τα διαφορετικά στάδια των φλασμπάκ, τις εναλλαγές χρωμάτων (σέπια, μπλε), τις σημειώσεις που βλέπουμε στο περιθώριο των καρέ;Αποφασίσαμε σχετικά νωρίς να χωρίσουμε το έργο σε δύο μέρη, το παρελθόν με χρώμα σέπια και το παρόν σε μπλε, ώστε να διευκολυνθούμε σε θέματα παρουσίασης του «θεωρητικού» υλικού αλλά και να καδράρουμε και να σχολιάσουμε τα παρελθόντα. Ο Θεόφραστος έγινε ο κεντρικός μας αφηγητής. Είναι αγαπητός στους μαθητές, γνωρίζει καλά το έργο του Αριστοτέλη όπως και τις ιδιομορφίες του χαρακτήρα του. Για να αντιμετωπίσουμε την ανάγκη σε εποπτικά μέσα, τον προικίσαμε με ένα τρίποδο, όπου επάνω του στήνονται πάπυροι σε ρολά, όπως περίπου είχαμε στο σχολείο μικροί. Πιστεύω ότι ο Αριστοτέλης θα το ενέκρινε.Υπάρχει μια εναλλαγή ανάμεσα στη «ρεαλιστική» - ας την πούμε και ζωγραφική απεικόνιση και ενίοτε τη γελοιογραφική, κυρίως με δευτερεύοντες χαρακτήρες. Τι εξυπηρετεί ως προς την απόδοση της αφήγησης;Οι σχεδιαστικές εναλλαγές ύφους δεν γίνονται πάντα συνειδητά αλλά σίγουρα συμφέρουν. Ακόμη και στο υποτιθέμενο «σοβαρό» «Logicomix» και στην ακόμη πιο «σοβαρή» «Δημοκρατία» υπήρχαν αυτές οι εναλλαγές. Στο σενάριο του «Αριστοτέλη» ο Τάσος Αποστολίδης περιέλαβε διαφορετικού ύφους ή, θα έλεγα, διαφορετικής διάθεσης υποενότητες. Πολύ με βόλεψε αυτό. Αν γίνει με τη σωστή δοσολογία, ο αναγνώστης θα απολαύσει το υλικό και θα μπει καλύτερα στο νόημα. Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες ήταν, πράγματι, πάρα πολλοί για ένα κόμικ. Διαβάζοντας το σενάριο την πρώτη φορά μ’ έπιασε τρόμος. Συνειδητοποίησα ότι είχαμε κάπου τριάντα άνδρες, μισοτσίτσιδους, με μούσια και χιτώνες, και κάποιες γυναίκες, όλες με κότσο και μεσάτο φουστανάκι, συν κάποια παιδιά. Εκτός από πολλοί, ήταν και όλοι όμοιοι. Ο θάνατος του κόμικ. Ηθελα λοιπόν να μπορεί ο αναγνώστης μας να τους διακρίνει μεταξύ τους καλά, να τους θυμάται όλους. Ο καλύτερος τρόπος για να το καταφέρεις αυτό είναι να δημιουργηθούν αντιθέσεις αναλογιών σε καθαρά ποσοτικό επίπεδο. Το καρτούν είναι η τέχνη της αναλογίας, που έλεγε ο John Halas.Πού βασίστηκε η εικονογράφηση των βασικών χαρακτήρων; Από πού αντλήσατε ρεαλιστικά στοιχεία και ως ποιο σημείο επιτρέψατε τη δημιουργική αυθαιρεσία;Ο Αριστοτέλης στα ρωμαϊκά αντίγραφα εμφανίζεται πολύ βαρύς. Μοιάζει με άλλους δέκα αρχαίους φιλοσόφους, κι είναι όλοι κάπως σκυθρωποί και άκαμπτοι. Η γλυπτική και το κόμικ είναι ασύμβατα αναπαραστατικά μέσα όσον αφορά τη «μάσκα» των φιλοσόφων. Οι γλύπτες θέλουν την αθανασία κ.τ.λ. Επρεπε να αποδεσμευθούμε από τον εξαναγκασμό, να μείνουμε πιστοί στα μάρμαρα για να γίνει το κόμικ μας ωραίο, με αντίκτυπο. Στο κάτω κάτω, ο Αριστοτέλης του σεναρίου είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος, με το χιούμορ του, τις μανίες του, με τις νευρώσεις του και με μεγάλη καρδιά, γενναιόδωρος. Δεν είναι κανένας ψευτοσοβαρός. Ξεκινήσαμε με τον Τάσο Αποστολίδη να κάνουμε κάποιου είδους casting, με πρόσωπα από την αρχαία ιστορία, τον κινηματογράφο, τα κόμικς κ.ά., αλλά οι χαρακτήρες ήταν τόσο πολλοί που για να βγάλεις άκρη θα χρειαζόμασταν έξι μήνες σχεδίαση μόνο για το character design. Δεν υπήρχε λόγος. Αφέθηκα στον αυτοσχεδιασμό και στο ένστικτο βλέποντας και κάνοντας.Ανεξάρτητα από την ανάπτυξη της φιλοσοφίας τους, ο Αριστοτέλης και οι μαθητές του «συμπεριφέρονται» όντως ως αυτόνομοι ήρωες κόμικ. Ακούγονται οι ιδέες τους, αλλά λείπει ο διδακτισμός. Ηταν κάτι που θέλατε να αποφύγετε εξαρχής;Οπως σε όλα τα είδη fiction και non-fiction, και στο είδος της εκλαΐκευσης υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις. Δυστυχώς, υπάρχουν έργα που απευθύνονται στον αναγνώστη σαν να είναι κανένας καθυστερημένος, άσε που ασυνείδητα αφαιρούντη γεύση κι είναι σαν να τρως φράουλες τον Δεκέμβριο. Στη Βόρεια Ευρώπη η εκλαΐκευση έχει παράδοση αιώνων. Δεν απευθύνεται μόνο σε παιδιά, όπως δυστυχώς σε μας, που επιπλέον τα θεωρούμε σχεδόν όλα καθυστερημένα. Υπάρχουν έργα, και σε μορφή κόμικ, στα οποία έχει πέσει πολλή δουλειά για να μπορέσουν να γίνουν προσβάσιμες έννοιες ζόρικες, που μόνο οι ακαδημαϊκοί αντιλαμβάνονται. Δεν το καταφέρνουν όλοι. Δεν ξέρω αν το καταφέραμε εμείς, είμαι πολύ ταυτισμένος με το υλικό για να κρίνω. Οι ήρωές μας πάντως φτιάχτηκαν με την επιθυμία να είμαστε ειλικρινείς και αυθεντικοί. Αν δεν πιστεύεις στην εικόνα σου, χάθηκες. Για μένα αυτοί οι χαρακτήρες είναι αληθινοί άνθρωποι, δεν είναι σκίτσα.Αν υπάρχει μια «γέφυρα» με τα comic strips στην εφημερίδα «Εγνατία» του 1982, όπου συνεργαστήκατε με τον Τάσο Αποστολίδη, ποια είναι αυτή;Μα, μας συνέδεσε από την αρχή το είδος του χιούμορ του. Το οποίο είναι, για καλή μου τύχη, παλιάς σχολής. Είναι το χιούμορ του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Στον νου μου έρχονται ο Τσιφόρος, ο Σακελλάριος, αυτοί. Υπήρξαν σκηνές μέσα στον «Αριστοτέλη» όπου δεν σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο πώς θα το στήσω. Ηταν προφανές ότι παίζουμε Κωνσταντάρα, Βογιατζή, Παπαγιαννόπουλο, Αρβανίτη, Χατζηχρήστο, Ηλιόπουλο, Φόνσου, Βλαχοπούλου, Γεωργίτση κ.ά. Μεγαλώσαμε και οι δύο στο ίδιο κλίμα. Εντάξει, βάλε και μια μικρή δόση Αστερίξ, τηρουμένων των αναλογιών.Αν ένας μαθητής Γυμνασίου εξέφραζε τη δυσπιστία του λόγω του «δύσκολου» ονόματος «Αριστοτέλης», τι θα του λέγατε για να πειστεί ότι αξίζει μια προσπάθεια;Θα του έλεγα να το ξεφυλλίσει και αν του αρέσουν οι εικόνες να το βάλει στην άκρη για τις ώρες που το κινητό του έχει ξεμείνει από μπαταρία.Περισσότερα