Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Κυριάκος Χαραλαμπίδης: «Ο ποιητής οφείλει να νιώσει βαθιά τι είναι πόνος» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα»
Ο σημαντικός ελληνοκύπριος ποιητής, Κυριάκος Χαραλαμπίδης, με αφορμή την έκδοση της νεότερης συλλογής του Η νύχτα των κήπων συνομιλεί με τον Δημήτρη Δουλγερίδη στο Βιβλιοδρόμιο της εφημερίδας Τα Νέα.Την ίδια στιγμή που ακούγεται η φωνή του genius loci, την ίδια στιγμή η φωνή αυτή διεκδικεί την απεύθυνση μιας ποίησης οικουμενικής. Καταργώντας τα όρια - και τις ετικέτες - περί κυπριακής εντοπιότητας, «περιφέρειας» και κέντρου. Οι διαχρονικές αναφορές, άλλωστε, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη καταδεικνύουν δύο «πόλους» που καταργούν αντίστοιχα διλήμματα: τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Μέσα στην πλημμυρίδα της διαχρονίας που περιλαμβάνει από την αρχαία λυρική ποίηση και τον Ρωμανό τον Μελωδό έως τις νέες προσθήκες της καθημερινής γλώσσας που μιλιέται.Οι αναφορές αυτές εντοπίζονται και στη νεότερη ποιητική συλλογή «Η νύχτα των κήπων», που κυκλοφόρησε από τον «Ικαρο» πριν από λίγες ημέρες - αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί.Τα ποιήματα που γεννήθηκαν στη «Νύχτα των κήπων» υποδηλώνονται με τη χρονολογία τους. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια που είναι «καταγωγικά» για να στηθεί γύρω τους όλη η συλλογή;Κατ’ αρχάς διευκρινίζω ότι βάζω συστηματικά, σε όλα τα ποιήματα των συλλογών μου, τη χρονολογία σύνθεσής τους. Πιστεύω πως αυτό αποτελεί έναν χρήσιμο δείκτη της εξελικτικής τους πορείας και των θεμάτων που με απασχολούν, ενώ δηλώνεται και η σχετική διαχρονία τους. Ως προς την παρατήρησή σας για την «καταγωγική» γέννηση κάποιων ποιημάτων, αυτό αληθεύει. Το «σώμα» των ποιημάτων επιχειρεί δηλωτικά να αποδώσει ή, ακριβέστερα, να επαληθεύσει, την έννοια του ζωντανού σώματος, αναρυθμίζοντας έτσι και τη λέξη. Υπάρχουν οι πυρήνες - τα κύτταρα, η καρδιά, τα νεύρα, ο εγκέφαλος, ή ό,τι άλλο στοιχείο σωματικό που συνιστά το όλον, ώστε η συλλογή να βαδίζει, να πάλλεται και να αναπνέει. Η αρχική μου πρόθεση ήταν να διαρθρώσω τη συλλογή στα επιμέρους στοιχεία της (πράγμα που έκανα σε άλλα ποιητικά βιβλία μου) κατηγοριοποιώντας την σε αντίστοιχες ενότητες. Θεωρώντας ωστόσο ότι κάθε ποίημά μου - άσχετα βέβαια προς τον θεματικό του κύκλο - μπορεί να υπεισέρχεται στο άλλο, προτίμησα να μείνω πιστός σε αυτή την αλληλοπεριχώρηση. Θέλησα δηλαδή να υποδείξω πως όλα είναι ένα: το κατορθωμένο σώμα των ποιημάτων, και η κεκτημένη γνώση από αυτά, έχει να κάνει με την Ποίηση ως μυστηριώδες ποθούμενο, που εκδηλώνεται ως έκφανση έρωτος, μύθου, ιστορίας, ταυτότητας, ήθους, εγρήγορσης και καλοκαγαθίας αναμίξ.Στο πρώτο ποίημα της συλλογής, τον «Φθόγγο», υποδηλώνεται το πλατωνικό «αίφνης», το δημιουργικό ξάφνιασμα που κεντρίζει τον ποιητή. Αυτή, θα λέγατε, όπ συνεχίζει να είναι η πηγή της δημιουργίας: ο θαυμασμός και η απορία, όπως θέλει ο Αριστοτέλης;«Εν αρχή ην ο λόγος», ο φθόγγος, το φθέγγεσθαι. Ηθελα να δηλώσω ότι με τον λόγο πορεύεται η Ποίηση, δημιουργείται ο Κόσμος. Ο φθόγγος εικονίζεται στα πλάσματα που αντλούν την ύπαρξή τους από αυτό ή προβάλλονται ως αιφνίδια λήψη και λάμψη. Η Ποίηση, θέλω να πω, στηρίζεται στο απροσδόκητο της εικόνας και στο ανάλαφρο του είδους μέσα στη διαφάνειά των πραγμάτων. Ολα αυτά, φυσικά, είναι θεωρητικά. Κάθε ποίημα έχει τον δικό του αρμό και εν τέλει αναζητεί τον αιτιώδη λόγο του.Αν υπάρχει ― χωρίς να είναι απαραίτητο ― μία θεματική που διαπερνά τα ποιήματα, δεν παύει να είναι ο (μνησιπήμων) πόνος: για τον άνθρωπο, τη βία της Ιστορίας, το προσωπικό μαρτύριο που διεγείρουν τη μνήμη. Ο πόνος κάνει καλύτερο έναν ποιητή;Για να καταλάβουμε τον κόσμο πρέπει να πονέσουμε. Η θλίψη πολλαπλασιάζει τη γνώση ή και αντιστρόφως. Ο ποιητής οφείλει να νιώσει βαθιά τι είναι πόνος, και τότε θα αναδυθεί από τη δίκιά του άβυσσο η ομορφιά. Το λέει καλύτερα ο Βαλερύ: «Η ομορφιά είναι πόνος». Ο Σεφέρης, για παράδειγμα, ήταν φορέας (ανατροφέας) μιας τέτοιας διάστασης. Η μνήμη κυριαρχεί στο έργο του, και αυτό τον βοηθάει να σηκώνει το βάρος της προσωπικής του ευθύνης ως χρέος προς τον λαό του και κατ’ επέκταση ως οικουμενική θυσία προς την ίδια την Ποίηση.Τι είδους «ειρωνεία» κρύβεται πίσω από το ποίημα «Κύπρις»; Με την έννοια την καβαφική και, ενδεχομένως, της ειρωνείας απέναντι στην «ανθρώπινη κωμωδία»;Η Κύπρις (Αφροδίτη) αποτελεί για μένα το σύμβολο της Κύπρου, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση παρουσιάζεται ταπεινωμένο. Το πετροβόλημα που κάνω σ’ αυτή τη θεά, στο τέλος του ποιήματος, είναι και ένας απελπισμένος εναγκαλισμός. Η υφέρπουσα καβαφική ειρωνεία επιδιώκει να υπερβεί την οπτική ύλη και να εισέλθει στα ενδότερα σπαρακτικών αληθειών.Σε αρκετές από τις ποιητικές ιστορίες επιλέγετε την ανατροπή: η Παναγία αντιστέκεται όταν της ζητούν να «μην πολυδακρύζει», ο Μίνως παραλύει μπροστά στον Μινώταυρο και ο μύθος ανατρέπεται, ο Ιησούς δακρύζει μπροστά στον Λάζαρο. Είναι η δική σας ποιητική «στάση» και ο τρόπος απέναντι στο μεγαλείο της γλώσσας και της διαχρονίας;Ισως είναι αυτά που λέτε, αλλά το κυριότερο για μένα είναι να βλέπω υπό λοξή γωνία τα εξωτερικά και εσωτερικά δρώμενα του κόσμου, πότε μυθικού και πότε ιστορικού, συνάμα δε και υποθετικού. Λαχταρώ να προσδώσω στα πρόσωπα των ποιημάτων μου μιαν ανθρώπινη ιδιότητα, ακριβώς για να εξοικειώσω τα ανθρώπινα με τα πέραν αυτών, σε μια οντολογική κατάληξη και αποδοχή του μυστηρίου της ζωής και των κρυπτικών αποκαλύψεών της.Ποια ποιητική επιλογή κρύβεται πίσω από το δίστιχο: «ερωδιοί ερώταγαν ερωτικές κιθάρες, τα χρώματα κι αρώματα μύρονταν στους ροδώνες», όπου κυριαρχεί η παρήχηση του υγρού «ρ»;Σήμανση του ρω, «τα ρω του έρωτα», κατ’ ενθύμηση και του Ελύτη. Ηθελα να παίξω με την παρήχηση του ερωτικού ρω, εφόσον στο ποίημα η νοερά συνεύρεση Αχιλλέα και Πενθεσίλειας ευνοούσε το κλίμα. Παράλληλα γινόταν και μια επίδειξη μαστοριάς, αφού ο πειρασμός ήταν μεγάλος να δοκιμάσω δυνάμεις (εννοώ «μ’ όλης της τέχνης τους ηχούς») με βάση χρώματα κι αρώματα, το μύρο και το μοιρολόγι.Το ποίημα «Τ’ αγνοούμενου η κόρη» βασίζεται σε πραγματική ιστορία, όπως γράφετε στις σημειώσεις. Τι έπρεπε να αποφύγετε κατά την ποιητική «μεταγραφή» της;Αν καταλαβαίνω καλά την... απάντησή μου στην ερώτησή σας, θα έπρεπε φυσικά να αποφύγω, όπως και έπραξα, την υπερβολική συγκίνηση, ή, για να το πω διαφορετικά, τη συναισθηματική φουσκονεριά. Μέτρο μου είναι η κλασική συμβουλή του ζωγράφου Ζωρζ Μπρακ, πως η τέχνη έχει χρέος «να διορθώνει τη συγκίνηση». Θέλησα και σ’ αυτή την περίπτωση να το αποδείξω. Φυσικά, τα ίδια τα γεγονότα τυχαίνει κάποτε να στελεχώνουν από μόνα τους ένα ποίημα. Στην προκειμένη περίπτωση ο ποιητής οφείλει να ρυθμίσει το συναίσθημα με τέτοιο τρόπο ώστε να το κάνει βαρύτερο και να προσφέρει στο ποίημα ένα κόσμημα θλίψης μεταφυσικής, που να υπερβαίνει τον πόνο ή έστω να τον καθιστά βαθύτερο και μυστικά ωραιότερο. Εδώ θα πρέπει να προσθέσω ότι, πέρα από τον αφρό της ιστορίας, η ζωή προσφέρεται ως ανταύγεια θείας και τραγικής ουσίας.Πώς προέκυψε η σκηνή στη «Νύχτα που π Κόλλας έκλαψε πικρά»; Προφανώς η μεταφορά υπερβαίνει τη θλίψη της Κάλλας...Η σκηνή δεν είναι φανταστική, εφόσον όντως η Κάλλας μαρτυρεί σε ένα γραπτό της πόσο πόνεσε και έκλαψε, γιατί της ξέφυγε μια νότα στην ερμηνεία κάποιου ρόλου της. Ηθελα λοιπόν να υπογραμμίσω πως η τέχνη είναι αμείλικτη, εφόσον απαιτεί την τελειότητα. Δεν είναι ζήτημα τελειομανίας, αλλά ψυχικού ρευστού και ανάγκης του καλλιτέχνη να αντλεί την εντελέχεια και την αξία του όσο καθίσταται πιστός θεράπων του δικού του εν τέλει προσώπου μέσω της υπέρτατης ποιότητας και της απόλυτης αφοσίωσης σ' αυτό που υπηρετεί. Κατά τα άλλα, σε πολλές από τις συλλογές μου μπορεί κανείς να επισημάνει αυτό που ο Γ. Π. Σαββίδης αποκαλεί «ποίημα ποιητικής». Ουσιαστικά προδιαγράφεται η συναίσθηση ότι δεν γράφουμε μονάχα ένα ποίημα για να εκφράσουμε κάτι, αλλά στοχαζόμαστε παράλληλα τι είναι αυτό και ποιοι συντελεστές το κάνουν να υπάρχει ως προς τον ίδιο τον εαυτό του. Αυτό αποτελεί και μέρος της ευθύνης μας ως προς την τέχνη μας.Πώς φτάσατε στον στίχο «το φειδωλό είδωλο της Ελένης»; Πρέπει να φανταστούμε το άγχος της γραφής που σημειώνει και σβήνει λέξεις μέχρι να βρεθεί η μία πιο ταιριαστή;Θα πρέπει να ξαναδώ το ποίημα για να αντιληφθώ τι εννοώ. Ασχετα προς την απάντησή μου, είναι δεδομένο ότι περνώ τις λέξεις από διάφορα φάσματα και δοκιμάζω πολλές επιλογές για να καταλήξω σε μία που προκρίνω πως είναι αυτή που τη χρειάζεται το ποίημα. Ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του λέει περίπου ότι δεν είναι αναγκαίο να επιλέγουμε την πιο φανταχτερή (ως λέξη ή ως εικόνα), αλλά να ακολουθούμε με φυσικότητα εκείνο που ταιριάζει. Για να φτάσει κανείς, λέω τώρα εγώ, σε αυτό το σημείο, προαπαιτείται εσωτερική διαύγεια, αυτοπειθαρχία και τόλμη, υπό την έννοια ότι ο χειρισμός των λέξεων είναι και δείκτης προσωπικής νηφαλιότητας. Θα πρόσθετα ακόμα και αγάπης προς τον αποδέκτη, αφού η σχέση πομπού και δέκτη δοκιμάζεται από το χαμόγελο που εκπέμπει ο ποιητής προς τον αναγνώστη. Κοντολογίς, η επιλογή και η χρήση των λέξεών του οφείλει να απορρέει από το ήθος του ποιητή και να δηλώνεται από την ανάσα του, ως αποτέλεσμα και απόσταγμα κατασταλαγμένης γνώσης και αρετής. Θα συνιστούσα ακόμη στον αναγνώστη να χαρεί μαζί μου το παιχνίδι που αναπτύσσεται καθ’ οδόν, όπως για παράδειγμα οι λέξεις «φειδωλό» και «είδωλο», που κλείνουν καθ’ έλξιν το μάτι η μια προς την άλλη, εφόσον τις χωρίζει ή τις ενώνει ένα φι.Διασώζει η ποίηση από μόνη της την τραγικότητα ενός τόπου; Σε ποια Κύπρο φαντάζεστε να διαβάζουν ποιήματα σε 100 χρόνια από τώρα;Σημαδιακή ερώτηση για μελλοντικούς ποιητές και αναγνώστες. Θα πρέπει να μελετηθεί τι είδους ποίηση θα ζητάμε, πράγμα που δεν είναι άσχετο ως προς το τι πατρίδα θα έχουμε και ποιο θα είναι το ζητούμενο για τον ψυχικό εμπλουτισμό και την αποκάλυψη της αλήθειας. Και τι εστίν αλήθεια επιτέλους; Διασώζει άραγε η ποίηση μέρος από αυτήν; Θα είμαστε, ως αναγνώστες του 2122, κάποιοι κι εμείς αριθμοί; Προσθέτει άραγε το βιβλίο μου μια χαραυγή στη «Νύχτα των κήπων» του; Πόση αγωνία χρειάζεται για να διαβούμε τη Νύχτα όχι ως νυχτωδία μελαγχολική, αλλά ως αισιόδοξο τραγούδι; Πόση θλίψη και σθένος θα πρέπει να καταθέσουμε που να διασαλπίζει πως τίποτα δεν χάνεται εφόσον καταγράφεται ως ουσία ζωής και χρέος Μνημοσύνης του παρόντος, για δικαιοσύνη μελλουμένων και πασίχαρο ευαγγελισμό; Αν κάτι θέλει να πει το βιβλίο μου στο ανήριθμον κύμα μιας εξόφθαλμα ιδιοτελούς και παραζαλισμένης παγκοσμιότητας, είναι η εκ νέου επίκληση του ευριπίδειου «νήσος τις έστι», με μοναδικό μαντατοφόρο τον ποιητή και τον κραδασμό της ελληνίδος ψυχής του. Φωτογραφίες: Ρήσος ΧαρίσηςΠερισσότερα
-
Συνεντεύξεις
«Ένας δάσκαλος από τη Σμύρνη καλλιεργούσε βάλτους στα Γιαννιτσά» | Συνέντευξη του Θανάση Πέτρου στην Εφημερίδα «Τα Νέα»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Θανάσης Πέτρου στον Δημήτρη Δουλγερίδη για την εφημερίδα Τα Νέα, για την ιστορική στιγμή που οι πρόσφυγες έρχονται στο λιμάνι του Πειραιά, τη «μυθολογία» του Ρεμπέτικου και τις πρώτες συγκρούσεις, με αφορμή το νέο του graphic novel του 1923: Εχθρική πατρίδα.Ποιο ήταν το ερέθισμα για το «1923» και πώς εντάσσεται πλέον στην αφήγηση των δύο προηγούμενων novels, του «Ομηροι του Γκαίρλιτς» και «1922»;Έχοντας μπει στη λογική αυτής της ιστορικής αφήγησης που ξεκίνησα το 2019 δουλεύοντας τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς» και συνέχισα με το «1922, το τέλος ενός ονείρου», μου φαινόταν φυσικό συνεπακόλουθο να μείνω στο ίδιο πλαίσιο. Στο τρίτο βιβλίο, ήθελα να δείξω τι ακολούθησε μετά το ναυάγιο του μεγαλοϊδεατισμού, που οδήγησε στη συρρίκνωση της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου αποκλειστικά και μόνο στον ελλαδικό χώρο, παρακολουθώντας πάντα το πώς εντάσσονται οι ήρωές μου σ’ αυτόν τον νέο ιστορικό χωροχρόνο.Για να καταλάβουμε τον τρόπο που δούλεψες...: πώς πέρασες από τη βιβλιογραφία και τον Τύπο της εποχής στο σενάριο και από εκεί στο σχέδιο;Ουσιαστικά στην πρώτη φάση της έρευνας, πριν να ξεκινήσω να γράφω το σενάριο, έκανα ένα αναλυτικό χρονολογικό σχεδιάγραμμα των ιστορικών γεγονότων που ήθελα να εντάξω στο βιβλίο, κρατώντας χειρόγραφες σημειώσεις. Πολύ σύντομα συνειδητοποίησα ότι, ενώ η αρχική μου ιδέα ήταν η αφήγησή μου να φτάσει στη δεκαετία του 1930, κάτι τέτοιο θα ήταν ανέφικτο, γιατί θα υπήρχαν πολλά κενά, η προσέγγισή μου θα ήταν πολύ αποσπασματική και επιφανειακή. Επομένως, η αφήγησή μου καλύπτει μια χρονική περίοδο μόλις ενάμιση χρόνου (Σεπτέμβριος 1922 έως Απρίλιος 1924). Το διαφορετικό στοιχείο του «1923» σε σχέση με τα δύο πρώτα βιβλία είναι ότι πλέον δεν υπάρχει ένας αφηγητής, αλλά τα πάντα γίνονται κατανοητά μόνο μέσα από τους διαλόγους και την οπτική αφήγηση. Υπάρχουν βέβαια αφηγήσεις, αλλά όλες γίνονται σε πρώτο πρόσωπο με τη μορφή μαρτυρίας. Ό,τι στοιχεία συγκέντρωσα από τον ημερήσιο Τύπο προσπάθησα να τα εντάξω δομικά μέσα στο σενάριό μου, όμως πάρα πολλά και πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία έμειναν τελικά στο αρχείο μου.Οι ιστορικές πληροφορίες είναι σίγουρα ένα βάρος, αλλά την ίδια στιγμή μπορούν να δίνουν και ελευθερίες για τον σχεδίασμό; Είναι, για παράδειγμα, αληθινά τα περιστατικά με τα κλειδιά του Αϊβαλιώτη και ο πυροβολισμός της γυναίκας από τον Πειραιώτη που του δεσμεύουν το κενό δωμάτιο;Ναι, το περιστατικό του Αϊβαλιώτη που είχε κρατήσει τα κλειδιά του σπιτιού του στο Αϊβαλί για να τα έχει εύκαιρα όταν τελικά θα επέστρεφε, όπως πίστευε, στην πατρίδα του, το βρήκα στη βιβλιογραφία, αλλά σε τελείως διαφορετικό πλαίσιο από αυτό που το παρουσιάζω εγώ, ενώ το δεύτερο περιστατικό, που είναι πολύ σκληρό και άγριο, το «τσίμπησα» από το αστυνομικό ρεπορτάζ εφημερίδας, φυσικά διαμορφώνοντάς το ώστε να λειτουργεί μέσα στο κόμικ. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση ή δυσκολία πριν ξεκινήσεις καν να σχεδιάζεις;Το τρίτο βιβλίο δεν αφορά στρατιωτικά γεγονότα, οπότε ήταν πλέον απαραίτητο να υπάρχει η γυναικεία παρουσία και η γυναικεία οπτική, χωρίς να είναι απλώς «διακοσμητική». Ήταν σημαντικό, για μένα, όλοι οι νέοι χαρακτήρες, ακόμα και αν κάνουν ένα απλό πέρασμα, αυτά που λένε να έχουν υπόσταση και βάρος. Το γεγονός επίσης ότι, όντας Θεσσαλονικιός, δεν γνώριζα σχεδόν καθόλου την τοπογραφία του Πειραιά, αλλά παρ’ όλ’ αυτά θα έπρεπε, με βάση το φωτογραφικό υλικό της εποχής που είχα συγκεντρώσει, να διατηρήσω, όσο ήταν δυνατόν, μια συνέπεια με τους πραγματικούς χώρους και την ατμόσφαιρα της πόλης, ήταν κάτι που με ζόριζε. Οι χώροι στους οποίους κινούνται οι ήρωές μου δεν ήταν μόνο τα πολυφωτογραφισμένα τοπόσημα της εποχής, όπως το Δημαρχείο του Πειραιά με το ρολόι του, η Κρεμμυδαρού και το πορνείο των Βούρλων που δεν ήταν τουριστικά αξιοθέατα για να τα φωτογραφίζουν τη δεκαετία του 1920. Οπότε, το να δημιουργήσω την κατάλληλη ατμόσφαιρα, με βάση πάντα τη δική μου αισθητική, νομίζω ήταν κάτι που με προβλημάτιζε ιδιαιτέρως.Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του πολιτικού κλίματος που ήθελες να περάσουν στα καρέ; Βλέπουμε στοιχεία από τον στρατιωτικό νόμο έως τα συνδικάτα, τους απεργοσπάστες και διάφορα κινήματα.Τον Σεπτέμβρη του 1922 όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση το κίνημα του Πλαστήρα και των υπόλοιπων στρατιωτικών υπήρχε άμεσος κίνδυνος να ξεσπάσει εμφύλιος πόλεμος και ο στρατιωτικός νόμος που επιβλήθηκε δεν εξομάλυνε ιδιαιτέρως την κατάσταση. Βεβαίως, το φλέγον ζήτημα στο εσωτερικό της χώρας ήταν η διαχείριση των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που είχαν συρρεύσει και για το οποίο, φυσικά, δεν υπήρχαν μαγικές λύσεις. Στην αφήγηση του βιβλίου εντάσσονται προσφυγικά συλλαλητήρια, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, αντικινήματα, απεργιακές κινητοποιήσεις, ενώ στο τέλος φτάνουμε στο δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα. Το κίνημα με επικεφαλής τον Πλαστήρα συμπεριφέρθηκε ιδιαιτέρως σκληρά στα εργατικά σωματεία της εποχής, δημεύοντας τα αποθεματικά τους κεφάλαια, φυλακίζοντας τα προεδρεία τους, ενώ δεν έλειψαν και οι βίαιες συγκρούσεις.Σημασία δίνεις και στον τρόπο με τον οποίο ο ερχομός των προσφύγων «συναντάει» τους ρεμπέτες. Μέσω αυτών άλλωστε θα περάσει στην πολιτισμική μνήμη. Ποιος είναι ο κόσμος του ρεμπέτικου, που αργότερα θα αποδοθεί πιο ρομαντικά;Ο Πειραιάς, ένα μεγάλο πολύβουο λιμάνι, ήταν ούτως ή άλλως εκείνη την εποχή ένας τόπος που συγκέντρωνε κόσμο «αλητεμένο», όπως τον χαρακτήριζε στη βιογραφία του ο Βαμβακάρης. Φασαρίες, τσακωμοί, κλοπές, ληστείες, μαχαιρώματα, δι’ ασήμαντον αφορμήν, χαμαιτυπεία, τεκέδες ήταν μάλλον μια κανονικότητα, κάτι απολύτως φυσιολογικό. Δυστυχώς ή ευτυχώς, ακούγοντας σήμερα το ρεμπέτικο τραγούδι, αυτό το καταπληκτικό νέο είδος αστικής μουσικής που γεννήθηκε στον Πειραιά και κατέκτησε τη δισκογραφία μετά τη δεκαετία του 1930, έχουμε πια δημιουργήσει μια αποστασιοποιημένη, σχεδόν ρομαντική, θα μπορούσα να πω, αντίληψη για την εποχή και τους δημιουργούς του. Στο βιβλίο μου ήθελα να δείξω μια τελείως διαφορετική εικόνα. Οι μάγκες του Πειραιά δεν ήταν παιδιά από σπίτι, ήταν τσογλαναράδες, χαρτοκλέφτες, απατεώνες, νταβατζήδες, πουλούσαν εκδούλευση, γίνονταν τραμπούκοι, μαχαίρωναν και έσφαζαν, χωρίς να το πολυσκεφτούν. Σ’ αυτόν τον κόσμο του λιμανιού, στους τεκέδες και στα καταγώγια του Πειραιά, γεννήθηκε το ρεμπέτικο, ο κόσμος της μαγκιάς ήταν η μήτρα του, άλλο που μπήκε μετά από χρόνια στα σαλόνια. Εγώ, στο «1923», προσπαθώ να δείξω μια όψη αυτού του κόσμου που δεν είναι διόλου «ρομαντική».Προβληματίστηκες για τον τίτλο «Εχθρική πατρίδα» ή αυτή ήταν εξαρχής η επιλογή;Ο τίτλος ακούγεται και είναι αρκετά επιθετικός και με προβλημάτισε μήπως θα έπρεπε να βρω κάτι λίγο πιο στρογγυλεμένο, αλλά τελικά παρέμεινα σε αυτόν. Για να δικαιολογήσω τη χρήση του επιθέτου, απλώς να σημειώσω ότι η υποδοχή των προσφύγων από τους ντόπιους Έλληνες, χωρίς να είμαι απόλυτος, δεν ήταν καθόλου θερμή. Οι ντόπιοι τους αντιμετώπισαν με επιφύλαξη και φόβο, αλλά σταδιακά ένιωσαν ότι απειλούνται από αυτούς. Ένιωσαν εχθρικά απέναντι στους πρόσφυγες, όταν αυτοί μπήκαν στην αγορά εργασίας προσφέροντας τις υπηρεσίες τους σε χειρότερες συνθήκες, με μικρότερα μεροκάματα, όταν γίνονταν απεργοσπάστες, αφού έπρεπε φυσικά να επιβιώσουν. Από την άλλη, το κράτος που κατέταξε τους πρόσφυγες φύρδην μίγδην σε αστούς και σε αγρότες χωρίς να λάβει υπόψη του κανένα κριτήριο, συμπεριφέρθηκε καλύτερα; Όταν έστελνε έναν δάσκαλο από τη Σμύρνη που δεν είχε πιάσει ποτέ τσάπα στη ζωή του να καλλιεργεί τους βάλτους στη λίμνη των Γιαννιτσών και να πεθάνει από ελονοσία, ήταν φιλικό μαζί του;Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
«Είμαστε όλοι ναυαγοί σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη που της χαρίστηκε απλόχερα το φως και το νερό» | Συνέντευξη της Ευτυχίας Γιαννάκη στο Ελculture
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην Πέπη Νικολοπούλου για το Ελculture, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα Οι ναυαγοί του Αυγούστου, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Ποτέ κανείς δεν είναι όλα όσα φανερώνει, όλα όσα μοιράζεται και δείχνει. Το παρελθόν συχνά σιωπά μπροστά στη βιτρίνα του παρόντος και η αποκάλυψή του, άλλοτε τυχαία και άλλοτε μεθοδευμένα, μπορεί να ανάψει άσβηστες φωτιές που για χρόνια σιγοκαίνε. Οι Ναυαγοί του Αυγούστου, το νέο βιβλίο της Ευτυχίας Γιαννάκη που κυκλοφόρησε πριν από μερικές εβδομάδες, είναι το τρίτο μέρος της «Τριλογίας του βυθού», με πρωταγωνιστή τον γνωστό πλέον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο που έχει βάλει την σφραγίδα του στο ελληνικό νουάρ.Η Ευτυχία Γιαννάκη σε αυτό της το βιβλίο, πλέκει περίτεχνα ένα πραγματικό και ανεξιχνίαστο έγκλημα, την αινιγματική δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή στις 27 Αυγούστου 1988 στο σπίτι του στην Αθήνα, με τη δολοφονία του καθηγητή Νομικής Τάκη Πετράκου στο σπίτι του στο Ψυχικό, ένα χαμένο χειρόγραφο αλλά και κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών.Μια εξαιρετικά δουλεμένη ιστορία, δίχως κενά, που ξετυλίγεται με αρμονία, «φυτεύοντας» με αξιοζήλευτη μαεστρία τον σπόρο της αγωνίας, και της ανατροπής που σε κάνει να μην θέλεις να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Ο στοχαστικός της λόγος σε θέματα προσωπικής ευτυχίας και το ζυγισμένο και ευαίσθητο βλέμμα της απέναντι σε κοινωνικές και περιβαλλοντικές πληγές τρυπώνει εύστοχα στην μυθοπλασία που χτίζει, οξύνοντας το νουάρ χαρακτήρα του βιβλίου με την ανθρώπινη διάσταση.Θέλεις να συστήσεις τους «Ναυαγούς του Αυγούστου» στους αναγνώστες μας;Οι Ναυαγοί του Αυγούστου είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που δένει ένα πραγματικό και ανεξιχνίαστο έγκλημα, τη δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή με τη δολοφονία ενός Καθηγητή Πανεπιστημίου στην μονοκατοικία του στο Ψυχικό, τριάντα τρία χρόνια μετά. Μυθοπλασία και πραγματικότητα πλέκονται σε ένα κοινό νήμα που ρίχνει τον μεγεθυντικό φακό στην Αθήνα του περασμένου Αυγούστου.Ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος επιστρέφει εσπευσμένα από τις διακοπές του στην Πάρο στη φλεγόμενη Αθήνα, για να βρεθεί αντιμέτωπος με μια περίπλοκη υπόθεση, που ξεδιπλώνεται σαν μια μεγάλη παρτίδα σκάκι. Η μυστική ζωή θυτών και θυμάτων, αλλά και του ίδιου του αστυνόμου, έρχονται στο φως προκειμένου να ξετυλιχτεί το κουβάρι αυτής της υπόθεσης, που τον φέρνει αντιμέτωπο με τον μικρόκοσμο του πανεπιστημίου, με κυκλώματα παράνομων υιοθεσιών, σχέσεις εξουσίας, πάθους και εκδίκησης, στόματα που παραμένουν ερμητικά κλειστά, όταν χρειάζεται να προστατεύσουν το δικό τους μυστικό, και σκιές που κυκλοφορούν στο υπόγειο δίκτυο των αγωγών της Αθήνας.Πώς προέκυψε αυτό το βιβλίο;Σε κάθε βιβλίο υπάρχει ένας πυρήνας που εκρήγνυται και συνήθως δένεται με κάτι πολύ δικό μου. Ενώ είχα αρχίσει να μελετώ την ανεξιχνίαστη υπόθεση της δολοφονίας Ταχτσή που βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου, συνέβη η μεγάλη φωτιά της Βαρυμπόμπης και του Τατοΐου, σε ένα δάσος με το οποίο με έδεναν δικές μου μνήμες. Η φωτιά τρύπωσε με έναν σαρωτικό τρόπο στην ιστορία, έτσι όπως κατέστρεψε το αγαπημένο μου δάσος. Οπότε λειτουργεί ως σύμβολο σε πολλά επίπεδα μέσα στο βιβλίο. Στη φωτιά, όπως λένε, εύκολα μπαίνεις, αλλά δύσκολα βγαίνεις, ακόμη και όταν σβήσει. Κι αυτό γιατί όσα αφήνει πίσω της, είναι ένα νεκρό πεδίο που δύσκολα επανέρχεται στην προγενέστερη κατάσταση κι αν αυτό συμβεί χρειάζονται δεκαετίες.Το ίδιο συμβαίνει με το έγκλημα και όσα αφήνει πίσω τους στις οικογένειες, στους οικείους, στον περίγυρο θυρών και θυμάτων. Στα αστυνομικά βιβλία σπανίως ασχολούμαστε με αυτό το κομμάτι. Μας απασχολεί η εξιχνίαση και η λύση, η αποκάλυψη του ενόχου. Αλλά από τις συνέπειες ενός εγκλήματος δύσκολα βγαίνει κανείς, ακόμη κι αν βρει τη λύση, όπως συμβαίνει με τη φωτιά. Επιπλέον, υπάρχει πάντα το πάθος, η ανομολόγητη εσωτερική φωτιά που μας σαρώνει αθόρυβα και ορίζει τη μυστική ζωή μας, όπως όρισε τη ζωή των θυμάτων στην ιστορία μου. Θα έλεγα, λοιπόν ότι αυτό το βιβλίο, αν και ολοκληρώνει την «Τριλογία του βυθού», δεν γεννήθηκε από το νερό, αλλά από τη φωτιά. Το νερό υπάρχει ως το μόνο όπλο που έχουμε για να παλέψουμε τη φωτιά και να οδηγηθούμε στην κάθαρση. Οι συνέπειες της φωτιάς όμως μας ακολουθούν πάντα.«Ξετρύπωνε τα βιβλία που είχαν γλιτώσει από τα χέρια τους, γνωρίζοντας πως βιβλία και άνθρωποι έχουν την τύχη που προδιαγράφουν τα χέρια στα οποία πέφτουν». Μια από τις αγαπημένες μου φράσεις στο βιβλίο σου. Μας συναντούν τελικά τα βιβλία εμάς τους ανθρώπους; Υπάρχει μια σιωπηλή κλωστή που μας φέρνει κοντά;Η συνάντηση θέλει τουλάχιστον δυο μέρη και υπάρχει σίγουρα μια ενέργεια που μας έλκει τόσο σε βιβλία, όσο και σε ανθρώπους. Προτιμώ να σκέφτομαι, παρόλο που μπορεί να πέφτω στην παγίδα των αναλύσεων, ότι αυτή η ενέργεια έχει την έδρα της στο κοινό μυστικό που μας συνδέει. Στην πηγαία διάθεσή μας να σκύψουμε με τρυφερότητα στον άλλον και στον εαυτό μας. Ψάχνουμε τις συνδέσεις μεταξύ μας για να νιώσουμε και να βρούμε ένα κάποιο νόημα και νήμα στο ταξίδι.Ένας από τους ήρωες του βιβλίου σου, ο καθηγητής Πετράκος, θεωρούσε πως τα ζώα, η μουσική και το σκάκι, διδάσκουν τις ανώτερες μορφές πειθαρχίας. Ένας συγγραφέας πρέπει να είναι πειθαρχημένος τη στιγμή της δημιουργίας, της γραφής; Εσύ ακολουθείς κάποιας μορφής πειθαρχία στη συγγραφική σου ζωή;Ναι, γράφω με πρόγραμμα και πειθαρχημένα. Από τότε που αποφάσισα να αφήσω τη δουλειά μου στο δημόσιο και την εκπαίδευση, η συγγραφή είναι η κύρια απασχόλησή μου. Οπότε ναι, θα έλεγα ότι πλέον δεν υπάρχει ωράριο, πρακτικά γράφω συνεχώς, ακόμη και όταν σκέφτομαι ή σχεδιάζω μια ιστορία, καθώς δομείται μέσα μου ο πυρήνας, η ατμόσφαιρα, ο μικρόκοσμος της ιστορίας, πριν ακόμη να βάλω την πρώτη λέξη στο χαρτί. Από τη στιγμή που θα συμβεί αυτό, περνούν αρκετοί μήνες που θα ξυπνάω το πρωί και αν αφαιρέσει κανείς κάποιες ώρες ξεκούρασης το μεσημέρι, με βρίσκει η νύχτα μπροστά στο γραπτό και τις εκατοντάδες επανεγγραφές του.Όλες οι ιστορίες σου, εκτός από τον νουάρ χαρακτήρα τους, προβάλλουν υπαρξιακά δράματα αλλά και θέματα ευαίσθητα, ζητήματα της κοινωνικής επικαιρότητας. Στους Ναυαγούς «ξαναζούμε» τις φωτιές. Ποια είναι η πρόθεσή σου; Ταιριάζουν όλα αυτά τα πολυσύνθετα κομμάτια σε ένα νουάρ μυθιστόρημα;Η πλοκή είναι το πρώτο επίπεδο ανάγνωσης στις ιστορίες μου και πρέπει να είναι προσεκτικά σχεδιασμένη, ώστε να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τον ρυθμό και να έχει όλα αυτά τα στοιχεία της δομής και του σασπένς που χαρακτηρίζουν το αστυνομικό ή το νουάρ. Από εκεί και πέρα αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι η πλοκή ως αυτοσκοπός ή ως μέσο εύκολης διασκέδασης, ανατροπών και εκπλήξεων με άσσους που τραβώ διαδοχικά από το μανίκι. Αλλά ως το κλειδί που θα καθηλώσει τον αναγνώστη στο κοινωνικό σχόλιο, τις ανησυχίες της εποχής σε αυτή τη γωνιά της Μεσογείου και το μυστικό των χαρακτήρων, το βάθος του ανθρώπινου ψυχισμού. Το ταίριασμα όλων αυτών των ψηφίδων και η ισορροπία τους είναι πάντα το μεγάλο στοίχημα, μαζί με το συναίσθημα και το τραγούδι της γλώσσας βεβαίως. Αυτή τη μελωδία που ηχεί στα αυτιά σου όταν κλείσεις το βιβλίο.«Λίγα χιλιόμετρα πιο μακριά το λεκανοπέδιο, αυτή η πρόχειρη κόλαση από μπετόν, που είχαν σχεδιάσει οι ελάχιστα ευφυείς κάτοικοί του, εξελισσόταν σε ένα αποτελεσματικό μέσο εξόντωσης, αποτελεσματικότερο ίσως απ’ όσο μπορούσε ποτέ να υπολογίσει ο πιο νοσηρός εργολάβος». Απολαυστική τοποθέτηση και μια κραυγή απελπισίας για το αστικό τοπίο. Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για τη σχέση σου με την πόλη;Η πόλη είναι το σπίτι μου, δεδομένου ότι ζω στο κέντρο της Αθήνας. Ο αστικός ιστός με εγκλωβίζει και με απελευθερώνει ταυτόχρονα. Ας μη γελιόμαστε η Αθήνα είναι μια σκληρή πόλη για τους κατοίκους της, αλλά ταυτόχρονα παραμένει γοητευτική μέσα στο χάος της. Μεγαλώνοντας βεβαίως έλκομαι όλο και περισσότερο από την επαφή με τη φύση, το δάσος, τα ζώα ή το άδειασμα που μπορεί να προσφέρει ένας βράχος στην καρδιά του Αιγαίου. Το ανθρώπινο μέτρο που συναντά κανείς για παράδειγμα στις Κυκλάδες, οικιστικά, αλλά και στον ρυθμό της καθημερινότητας, είναι κάτι που σε κάνει να αναρωτιέσαι για την ψυχική σου υγεία, καθώς επιστρέφεις με το καράβι στο λιμάνι του Πειραιά από τις διακοπές. Αλλά επιστρέφεις.Σε όλα τα βιβλία σου, η θάλασσα και τα ελληνικά νησιά πρωτοστατούν στο σκηνικό. Υπάρχει μια ιδιαίτερα αγάπη με αυτά, με το φως του ήλιου, με το μπλε της θάλασσας ή υπάρχει κάτι άλλο βαθύτερο;Το βαθύτερο είναι αυτό που μας δένει μάλλον με τον πυρήνα της ύπαρξης, της αιώνιας επανάληψης, της ανακύκλωσης, του υγρού στοιχείου που μας φέρνει και μας συντηρεί στη ζωή. Είμαστε περαστικοί και η ζωή είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός, όπως μου αρέσει να επαναλαμβάνω. Είμαστε η εξαίρεση των ζωντανών στον μεγάλο κανόνα των νεκρών που προϋπήρξαν για να μας χαριστεί αυτή η ομορφιά. Είμαστε, λοιπόν, όλοι ναυαγοί σε αυτή τη γωνιά του πλανήτη που της χαρίστηκε απλόχερα το φως και το νερό.Έχεις πλέον ως συγγραφέας ταυτιστεί με το νουάρ ακόμα και στις προτάσεις σου για παιδιά. Μίλησέ μας λίγο για αυτή την σχέση. Πώς ξεκίνησε, και πώς τη βλέπεις να εξελίσσεται;Η παιδική μου σειρά μυστήριου, οι Πιτσιμπουίνοι και οι περιπέτειές τους στο φανταστικό νησί Πίτσι Πίτσου που εικονογραφεί η Σοφία Τουλιάτου, είναι ένας ζωηρός κόσμος χαράς, περιπέτειας, λογικής και συναισθηματικής εξερεύνησης που συνδέεται με την δική μου παιδική ηλικία. Στις αστείες αφηγήσεις που σκάρωνε η μητέρα μου εγώ και ο αδερφός μου ήμαστε οι Πιτσιμπουίνοι της. Κάπως έτσι γεννήθηκε αυτό το κουκούλι των παιδικών αφηγήσεων που είναι αρκετά προστατευμένο, αλλά και ελεύθερο, ανοιχτό στη ρευστότητα της παιδικής φαντασίας, σχεδιασμένο ώστε να αφαιρεί τον φόβο από το μυστήριο.Τα παιδιά από τριών χρονών βουτούν σε αυτόν τον κόσμο που είναι γεμάτος χιούμορ και χρώμα με τις όποιες αποσκευές τους και βγαίνουν με νέες αποσκευές. Σε κάποια τσέπη τους έχει τρυπώσει πλέον το μυστήριο ως ένα μέρος της μαγείας και της περιπέτειας του κόσμου που τους περιμένει. Όπως τρύπωσαν κάποτε μέσα μου οι αφηγήσεις τις δικής μου μητέρας. Οι Πιτσιμπουίνοι είναι ο παράδεισος της δικής μου παιδικής ηλικίας που μπήκε στο χαρτί.Αν ερχόμουν σπίτι σου σήμερα, ποιο βιβλίο θα έβρισκα δίπλα στο κρεβάτι σου;Το επόμενο βιβλίο μου. Σε ένα μπλε σημειωματάριο.Ποιος ο αγαπημένος σου προορισμός για τον Αύγουστο;Το φως και η θάλασσα των Κυκλάδων. Τον Ιούλιο. Τον Αύγουστο ναυαγώ συνήθως στην Αθήνα και ξεκινώ να γράφω εντατικά το νέο μου βιβλίο. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι αγαπημένος προορισμός του Αυγούστου παραμένουν μάλλον τα βιβλία και η ησυχία της άδειας πόλης.Περισσότερα
-
Ο Δημήτρης Οικόνομου στο 1ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων (29 Ιουνίου – 3 Ιουλίου)
Το 1ο Φεστιβάλ Βιβλίων Χανίων είναι γεγονός, με κεντρικό θέμα «Στις γραμμές των συνόρων». Μια διοργάνωση παρουσία Ελλήνων και ξένων συγγραφέων που θα λάβει χώρα από την Τετάρτη 29 Ιουνίου έως και την Κυριακή 3 Ιουλίου και θα φιλοξενήσει περισσότερες από 60 εκδηλώσεις και 100 ομιλητές από 7 χώρες. Οι εκδόσεις Ίκαρος συμμετέχουν σε αυτή την γιορτή του βιβλίου με την ακόλουθη εκδήλωση:Την Πέμπτη 30 Ιουνίου, 22:00-23:00 στο Γιαλί Τζαμί, θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση του ιστορικού μυθιστορήματος του Δημήτρη Οικονόμου, Ο τελευταίος φύλακας, που απέσπασε το βραβείο πεζογραφίας 2021 του περιοδικού «Κλεψύδρα» και ήταν στη βραχεία λίστα για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2021.Ο συγγραφέας θα συνομιλήσει για το βιβλίο του με τη δημοσιογράφο Αλεξάνδρα Χριστακάκη.Δείτε το πλήρες πρόγραμμα εκδηλώσεων του 1ου Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων εδώ: https://www.chania.gr/ta-chania-mou/chaniabookfest2022/programmaCBF22.htmlΠερισσότερα