Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Τα νουάρ Χριστούγεννα του κυρίου Ψιτ | Μια ιστορία από την Ευτυχία Γιαννάκη.
Διαβάστε παρακάτω τη νουάρ-χριστουγεννιάτικη ιστορία που εμπνεύστηκε η Ευτυχία Γιαννάκη με ήρωα τον κύριο Ψιτ. Η συγγραφέας της αστυνομικής Τριλογίας της Αθήνας μάς εύχεται χρόνια πολλά με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο! Γι’ αυτόν δεν ήταν μια συνηθισμένη βόλτα, ήταν η μεγάλη επιστροφή στην πόλη μετά από δέκα χρόνια. Ξεκίνησε νωρίς. Τα κτίρια γύρω του σχημάτιζαν μια παράξενη σπηλιά και τα στενά του κέντρου έναν δαίδαλο στολισμένο με λαμπάκια και φανταχτερές γιρλάντες. Ο ουρανός ήταν βαρύς, χαμηλωμένος λες ελάχιστα μέτρα πάνω από τον μάλλινο σκούφο του. Όπου κι αν έστριβε, όποιον ελιγμό κι αν έκανε, το βλέμμα του κουτούλαγε σε πολυκατοικίες του πενήντα, σε κακότεχνα γκράφιτι που οι δημιουργοί τους κανονικά ήθελαν σκότωμα, σε ξεφλουδισμένες κολόνες και σε τρύπες που οδηγούσαν σε βρόμικες στοές. Μια πόλη μπετόν αρμέ, αμετακίνητη τα δέκα χρόνια που έλειπε, μια σπηλιά που πάλευε δυο μέρες πριν από τα Χριστούγεννα να μοιάζει με φάντη που τη ζέσταιναν τα χνότα αφράτων προβάτων, μα δεν ξεγελούσε κανέναν.Ήταν φανερό ότι το πνεύμα των γιορτών δεν κατάφερνε να τον κυριεύσει, παρόλο που είχε μόλις αγοράσει, από τον δρόμο, ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο, αληθινό, όχι πλαστικό, όχι πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό, όχι πυκνό, μα ούτε αραιό, μέσα σε γλάστρα, ώστε να βγει στο μπαλκόνι μετά τις γιορτές, χωρίς όμως να καταλάβει και όλη τη γωνία δίπλα στο φερ φορζέ, όπως ακριβώς δηλαδή το ζήτησε η μάνα του. Είχε κατέβει από το νησί μόνο για να την δει και όπως όλα έδειχναν για να στολίσει το σαλόνι της. Αν δεν ήταν η μάνα του κι αν δεν ήταν μοναχογιός κι αν δεν ήταν τόσο πονόψυχος κι αν κι αν κι αν δεν θα κατέβαινε ποτέ στην πόλη. Τουλάχιστον στο πατρικό του στο νησί μπορούσε ν’ ανοίγει το παράθυρο και το βλέμμα του να βγαίνει στ’ ανοιχτά, να χάνεται ελεύθερη βαρκούλα στην άκρη του κόσμου. Αναγνώριζε βεβαίως την ειρωνεία ότι για να γλιτώσει από τη μητρική στοργή είχε καταφύγει στο πατρικό του, αλλά τουλάχιστον στο νησί μπορούσε να απολαμβάνει τη μοναχικότητά του γράφοντας τα ποιήματά του με τις ώρες, χωρίς να τον ενοχλεί κανείς. Το πλεονέκτημα ότι μπορούσε να δουλεύει σεζόν και τον μισό χρόνο να μένει συγκεντρωμένος στα γραπτά του ήταν ο κύριος λόγος που τον οδήγησε στο νησί. Πλέον, όχι ο μοναδικός που τον κρατούσε μακριά από την Αθήνα. Αυτόν τον καιρό, κανονικά θα έγραφε. Σκεφτόταν διαρκώς το τελευταίο ποίημά του που το άφησε στη μέση για να κατέβει στην πόλη, με αποτέλεσμα εκείνη τη στιγμή η καρδιά του ποιητή να βρίσκεται φυλακισμένη πίσω απ’ το παρμπρίζ στην κίνηση της Σταδίου.Νωρίτερα, ξάπλωσε το δέντρο με τη γλάστρα του στη σχάρα του αυτοκινήτου και το έδεσε σφιχτά με δυο χοντρά σχοινιά που είχε στο πορτμπαγκάζ. Έμενε μόνο να αγοράσει τις μπάλες, ίδιο χρώμα, ίδιο μέγεθος, από μια τρύπα σ’ έναν πεζόδρομο πίσω από την Παλιά Βουλή, σ’ έναν κάθετο της Ερμού. Κανονικά το κατάστημα πουλούσε κουμπιά, όμως τα Χριστούγεννα έφτιαχνε χειροποίητες μπάλες για να γλιτώσει τον κόσμο από τις κινέζικες πλαστικούρες. Φυσικά, το μυστικό κουμπάδικο μπαλάδικο το υπέδειξε κι αυτό η μάνα του.Για μισή ώρα κυκλοφορούσε με το αυτοκίνητο στο κέντρο με τη γλάστρα πάνω απ’ το κεφάλι του, τσαλαπετεινός με λοφίο, τσαλαπατημένος από τις μητρικές επιταγές, αναζητώντας απεγνωσμένα πάρκινγκ. Το δέντρο ανέμιζε, ο ουρανός χαμήλωνε, θέση δεν υπήρχε ούτε για ζήτω, παρόλο που τα καταστήματα δεν είχαν ανοίξει ακόμη. Τι να έκανε; Σκαρφάλωσε σ’ ένα πεζοδρόμιο αποφασίζοντας να το κόψει στη μέση προκειμένου να πεταχτεί στο κουμπάδικο με τα πόδια.Κατηφορίζοντας την Περικλέους τα μαγαζιά σήκωναν σιγά σιγά ρολά. Τουλάχιστον δεν θα χρειαζόταν να καθυστερήσει περιμένοντας το κουμπάδικο ν’ ανοίξει. Το κρύο έκανε τα μάτια του να δακρύζουν. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες ανοίγοντας το βήμα του. Θυμήθηκε ότι μαθητής κι αργότερα φοιτητής όργωνε αυτή την περιοχή. Ανέπτυξε ταχύτητα, άρχισε να βρέχει, γλίστρησε, του φάνηκε ότι και τα κτίρια γλιστρούσαν στο πλάι. Ένας γνώριμος λαβύρινθος στηνόταν γύρω του. Η βροχή δυνάμωσε. Και τότε μια ομίχλη άρχισε να καταλαμβάνει τη σκέψη του, μια ξαφνική θολούρα, ένα μπέρδεμα. Αναρωτιόταν αν θα κατάφερνε να βρει ξανά το αυτοκίνητο εκεί που το είχε παρκάρει. Δεν είχε προσέξει τον δρόμο όταν το άφησε. Ίσως έπρεπε να γυρίσει προς τα πίσω προτού απομακρυνθεί περισσότερο. Πού είχε παρκάρει; Πώς θα το έβρισκε μετά;Δεν έφτασε ποτέ στο κουμπάδικο. Σε μια αιφνίδια αλλαγή σχεδίων βρέθηκε να ανηφορίζει προς τα πίσω. Κοιτούσε δεξιά κι αριστερά αποπροσανατολισμένος. Όλα έμοιαζαν αλλαγμένα. Αναρωτιόταν αν είχε περάσει ξανά από το σημείο. Είχε δει τη βιτρίνα με τους σκίουρους; Το μαγαζί με τα σοκολατάκια; Την είσοδο του ξενοδοχείου; Είχε προσπεράσει τη διχάλα με τα διπλοπαρκαρισμένα μηχανάκια; Όλα πήγαιναν αντίστροφα και όλα έμοιαζαν να προεκτείνονται. Έσκυβε στις γωνίες προσπαθώντας να διαβάσει τα ονόματα των δρόμων. Δοκίμαζε να μπει σε κάποιο στενό για να βρει τα ίχνη του. Μα, είχε περπατήσει τόσο πολύ; Η διαδρομή προς τα πίσω του φαινόταν ατελείωτη. Κοιτούσε το ρολόι του. Πόση ώρα είχε περάσει; Ο χρόνος των κτιρίων, ο μεταλλικός ήχος του νερού που κελάρυζε στις υδρορροές και ο δικός του, ο ανθρώπινος χρόνος, έμοιαζαν να κυνηγιούνται, κάπου να συναντιούνται και κάπου να χάνονται. Οι δρόμοι, τα τετράγωνα, τα κτίρια μεγάλωναν κι αυτός μίκραινε. Το παρελθόν και το μέλλον αγκαλιάζονταν. Θυμήθηκε όταν ήταν παιδί, τότε που φύλαγε τσίλιες στους ίδιους δρόμους για να κάνουν οι άλλοι τα γκράφιτι. Τότε που τον φώναζαν Ψιτ, γιατί μ’ ένα Ψιτ ειδοποιούσε την ομάδα να το βάλει στα πόδια. Κι έτρεχε κι αυτός σε αντίθετη κατεύθυνση. Πώς ήταν δυνατόν να μπερδευτεί στο μέρος που το γνώριζε σαν την παλάμη του χεριού του; Την παλάμη που τώρα έσφιγγε καθώς ίδρωνε στην τσέπη του μπουφάν του.Η αγωνία του δεν κράτησε πολύ. Έστριψε στη Βουλής και το είδε. Ήταν εκεί, παρκαρισμένο, έχοντας κλείσει όλο το πεζοδρόμιο. Μόνο που από τη σχάρα έλειπε πλέον το δέντρο. Μα ήταν δυνατόν; Του το είχαν κλέψει; Πρωί πρωί; Σε τόσο κεντρικό σημείο; Ανέβασε παλμούς. Αν τα έπιανε τα κλεφτρόνια θα έκανε φόνο. Έφτασε στο αυτοκίνητο τρέχοντας. Βουλής 4. Το δέντρο πράγματι είχε κάνει φτερά. Κανένα ίχνος γύρω. Μόνο τα σχοινιά κρέμονταν σαν γιρλάντες στα πλαϊνά τζάμια. Στριμώχτηκε στο πεζοδρόμιο για να καταφέρει να μπει λαχανιασμένος στο κατάστημα που είχε κλείσει με το παράνομο παρκάρισμά του. Ήταν οργισμένος.«Ε, ψιτ», είπε στην κοπέλα στο ταμείο. «Εσείς πήρατε το δέντρο από τη σχάρα μου;»«Βρε, καλώς τον κύριο Ψιτ που θα μας κατηγορήσει κι από πάνω, ενώ είχε το θράσος να κλείσει εδώ και μισή ώρα τη βιτρίνα και την είσοδο του βιβλιοπωλείου μας. Μήπως θα θέλατε να σας κάνουμε λίγο χώρο να βάλετε το αμάξι μέσα;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από το βάθος.Τότε κοίταξε γύρω του. Πού βρισκόταν; Ένα σωρό βιβλία, οι ποιητές, τα πρόσωπά τους, το βλέμμα τους, τα μαλλιά τους, τον κοιτούσαν μέσα από τα βιβλία, μέσα από τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους. Ελύτης, Σεφέρης, Σικελιανός, Καβάφης, Εγγονόπουλος, Καρούζος, Δημουλά, ήταν όλοι εκεί και τον κοιτούσαν. Ποιον; Αυτόν, τον κύριο Ψιτ. Είχε ονειρευτεί ότι μια μέρα θα έστελνε τα ποιήματά του στον Ίκαρο και θα περίμενε απάντηση με αγωνία. Τώρα, τι ελπίδα είχε μετά απ’ αυτή τη γνωριμία; Τι ελπίδα είχε ο κύριος Ψιτ με όλους αυτούς γύρω του; Απέστρεψε το βλέμμα του. Κοίταξε τον πάγκο αναζητώντας σωτηρία. Εντόπισε βιαστικά ένα αστυνομικό βιβλίο. Δεν έβγαζαν μόνο ποίηση λοιπόν στον Ίκαρο.«Εμ, συγγνώμη», αναδιπλώθηκε, «θα πάρω αυτό το αστυνομικό», είπε για να τους κατευνάσει κάπως. Αν αγόραζε κάτι, θα ήταν σίγουρα καλύτερα από το να έφευγε με άδεια χέρια. «Δεν είδατε τίποτα, ε;» ψέλλισε για να μην πάρει βεβαίως απάντηση.Πλήρωσε όπως όπως, μπήκε στο αυτοκίνητο κι εξαφανίστηκε. Βγαίνοντας στο Σύνταγμα και μετά στην Πανεπιστημίου ανέπτυξε ταχύτητα. Το αστυνομικό που είχε αγοράσει καθόταν στο πίσω κάθισμα, οι σταγόνες της βροχής έσκαγαν με δύναμη στον ουρανό του αυτοκινήτου, οι ουρανοί είχαν ανοίξει, μα δεν τον ένοιαζε. Χωρίς το δέντρο πάνω από το κεφάλι του, χωρίς τις χειροποίητες μπάλες, μακριά από τη μάνα του, μακριά από το ποίημα που δεν θα τέλειωνε ποτέ, μακριά από το παρελθόν, ένιωσε για πρώτη φορά ελεύθερος. Η πόλη άρχισε να γιορτάζει, να ανοίγει και να αποκτά νέο σχήμα. Σ’ ένα φανάρι είδε το νερό να τρέχει από μια υδρορροή κι ακολούθησε τη διαδρομή του νοητά, αντίστροφα προς την ταράτσα. Το μακρινάρι του ανάποδου χρόνου τον ρούφηξε προς τα πάνω, προς τα πίσω, οδηγώντας τον στο φως, στην αρχή της ιστορίας των ιστοριών, της γέννησης των γεννήσεων, στη μήτρα που όλα τα αλέθει και όλα τα ξαναγεννάει, στο τέλος και στην αρχή κάθε χρόνου. Ίσως έπρεπε να διαβάσει αυτή την αστυνομική ιστορία.Ήταν τα πρώτα νουάρ Χριστούγεννα του κυρίου Ψιτ και ό,τι ήταν να σκοτώσει το είχε σκοτώσει ήδη.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ο Απόστολος Δοξιάδης ως «Ερασιτέχνης επαναστάτης» | Συνέντευξη στην Athens Voice.
Ο Απόστολος Δοξιάδης, με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου Ερασιτέχνης επαναστάτης: Προσωπική μυθιστορία, παραχώρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Δημήτρη Φύσσα για την Athens Voice. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Μπορεί 1.062 σελίδες μιας νεανικής πολιτικής αυτοβιογραφίας να διαβάζονται πανεύκολα; Μπορεί, όταν πρόκειται για την αυτοσαρκαστική, σπαρταριστή γραφή του Απόστολου Δοξιάδη, που μόλις κυκλοφόρησε.Το βιβλίο έχει τίτλο και υπότιτλο, τον καθένα αποτελούμενο από δύο λέξεις. Πώς αιτιολογούνται;Το νόημα του τίτλου θα αφήσω να το βρει μόνος του ο αναγνώστης: το να αιτιολογήσω έναν τέτοιου τύπου τίτλο, αμφίσημο, μου φαίνεται να προδίδει το βιβλίο, να το ανάγει σε μια φόρμουλα, μια απλούστευση. Δεν θέλω να το κάνω, τουλάχιστον όχι τώρα, τόσο κοντά στη συγγραφή του.Μπορώ όμως να μιλήσω για τον υπότιτλο, το «προσωπική μυθιστορία». Το βιβλίο είναι προσωπικό, δηλαδή μιλάει κυρίως για μένα αλλά και από τη δική μου πάντα ματιά, έστω και αν αφηγείται γεγονότα που εντάσσονται σε ένα ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο. Αυτό όμως δεν κάνει την αφήγησή μου ιστορική. Μια ζωή για να την αφηγηθείς, χωρίς να μείνεις σε ξερά γεγονότα, σε ένα σκέτο χρονολόγιο, πρέπει να της δώσεις πνεύμα. Και αυτή η προσπάθεια σε οδηγεί από μόνη της στα εργαλεία του παραμυθά. Χρειάζεσαι αφηγηματική ζωντάνια, που την πετυχαίνεις με την επιλογή του τι λες και τι όχι, το πώς και σε ποια σημεία δίνεις έμφαση, το πώς περιγράφεις τη δράση και τις ιδέες, καθώς και τις σχέσεις των ηρώων σου – του εαυτού σου και των άλλων. Αυτά τα εργαλεία τα χρησιμοποίησα ελεύθερα στο βιβλίο. Εγκατέλειψα τον σκοπό του παραμυθά, ή αν θες του μυθιστοριογράφου, μόνο σε ένα σημείο: δεν εφηύρα γεγονότα. Δεν λέω ποτέ συνειδητά ψέματα – για τα ασυνείδητα δεν παίρνω όρκο. Παραγεμίζοντας όμως λεπτομέρειες της μνήμης, μοιραία συνθέτω, κάπως σαν τους μάρτυρες της σκηνής ενός εγκλήματος, που μετά συνεργάζονται με έναν ζωγράφο της αστυνομίας, για να πλαστεί η ομοιότητα του προσώπου του δράστη. Μοιραία, ένα τέτοιο πορτραίτο, όπως και το βιβλίο μου, είναι μια προσέγγιση στην αλήθεια, συνειδητά υποκειμενική. Θα έλεγα ότι το κατεξοχήν στοιχείο της αφηγηματικής μου ελευθερίας, άρα, αν θες, και της «μυθιστορίας», είναι ότι στο βιβλίο στήνω διαλόγους κανονικούς, σαν να τους θυμάμαι επί λέξει. Αν και διαθέτω πολύ γερή μνήμη, όπως όλοι οι άνθρωποι έτσι κι εγώ έχω μέσα στο κεφάλι μου εγκέφαλο, όχι μαγνητόφωνο. Άρα επινοώ αναγκαστικά στους διαλόγους, στο κύριο μέρος της αφήγησης, την ένταξη και τη δράση μου στη χούντα. Καθοδηγούμαι πάντα από κάτι που λέει ότι κάνει και ο Θουκυδίδης στην «Ξυγγραφή» του: προσπαθεί να καταγράψει τους διαλόγους και τις ομιλίες των πρωταγωνιστών του με λόγια που δεν απέχουν από το πνεύμα αυτών που όντως ειπώθηκαν, χωρίς όμως σχεδόν ποτέ να είναι κυριολεκτικά.Ποια περίοδο της ζωής σου καλύπτει το βιβλίο;Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέχρι λίγους μήνες αφότου κλείνω τα είκοσι ένα μου χρόνια, το καλοκαίρι του 1974.Αφήνεις δηλωμένα και εκ προοιμίου απέξω μια σειρά τομείς της τότε ζωής σου. Γιατί; Δεν ξεκίνησα λέγοντας το τι θα αφήσω απ’ έξω, όσο το τι θα πω. Η έμφασή μου –αυτό είναι και ένα από τα πολλά νοήματα του τίτλου για τα οποία με ρώτησες— είναι στην πολιτική. Θέλω στον «Ερασιτέχνη επαναστάτη» κυρίως να αφηγηθώ τα σχετικά με την εξέλιξή μου ως πολιτικού όντος, μέχρι την αρχή της νεότητάς μου. Έτσι, από την αρχή, έστω και αν μιλώ για ένα παιδάκι, η έμφασή μου είναι στο πώς μπήκε η πολιτική στη ζωή μου, τον πρώτο καιρό ως ιστοριούλες, μετά ως απορίες, και αργότερα ως γνώση και εν τέλει ως πράξη. Για τον λόγο αυτό, για άλλες όψεις της ζωής μου, πολύ πιο κεντρικές για μένα σε κάποιες περιόδους τις οποίες αφηγούμαι, μιλώ πολύ λιγότερο από το ό,τι θα έκανα σε μια διήγηση που θα είχε τον σκοπό της ολοκληρωμένης αυτοβιογραφίας. Δεν είναι ότι τις παραμελώ: απλώς, δεν είναι αυτές ο κύριος σκοπός μου στο βιβλίο. Έτσι, για παράδειγμα, μιλώ πολύ λιγότερο για τα πνευματικά μου ενδιαφέροντα μεγαλώνοντας, όπως και για τις υπαρξιακές αγωνίες μου ή τις σχέσεις με φίλους ή μέντορες. Σε αυτά όλα αναφέρομαι λίγο, μόνο όσο χρειάζεται για να κατανοείται η εξέλιξη στο κεντρικό θέμα, την πολιτική. Αυτό που δεν είχε καμία μετοχή σε αυτήν, και άρα δεν αφηγούμαι καθόλου, είναι το ερωτικό. Χώρια που θα το θεωρούσα τεράστια αδιακρισία, για άλλα πρόσωπα, είναι και παντελώς άσχετο με το θέμα. Ήξερα φίλους στα χρόνια της πρώτης νεότητάς μου των οποίων οι ερωτικές σχέσεις αποτελούσαν μέρος, ή κάποτε και συνέχεια, των πολιτικών. Κάποιοι άλλαζαν σύντροφο ανάλογα την ιδεολογία ή το κόμμα, ή κόμμα και ιδεολογία ανάλογα με την/τον σύντροφο. Σε εμένα, καλώς ή κακώς, δεν συνέβη ποτέ αυτό. Τα πολιτικά και ερωτικά ήταν ξέχωρα. Τίποτε που έκανα ή δεν έκανα στην πολιτική δεν είχε μέσα του ίχνος του «σερσέ λα φαμ», που το τραγουδάει όμορφα ο Τσιτσάνης.Ποιο ρόλο παίζει το εικαστικό υλικό / τα ποιήματα / οι αναφορές σε πεζά /τα τραγούδια / οι ειδήσεις / οι ταινίες κλπ. ένθετα στο βιβλίο;Όλα αυτά που λες, ποιήματα, τραγούδια, ειδήσεις, ταινίες, μουσικές, είναι μέρος του υλικού της ζωής μας – κι έτσι, μιλώντας για τη ζωή μου, μιλώ και γι’ αυτά. Ειδικά η τέχνη στην ιστορία μου, και λόγω ηλικίας και χαρακτήρα, έπαιζε καθοριστικό ρόλο και στα πολιτικά πράγματα. Αλλά βέβαια και λόγω εποχής. Πώς να μιλήσεις για έναν έφηβο ή πολύ νέο άνθρωπο στη δεκαετία του 1960 και την αρχή του 1970, χωρίς το ροκ; Πώς να αναφερθείς στο πάθος των στρατευμένων νέων για τους μύθους της ελληνικής Αριστεράς, χωρίς τα αντάρτικα; Πώς να αγνοήσεις την επίδραση ταινιών και μυθιστορημάτων, στο πώς διαμορφώναμε και δίναμε σχήμα στις σκέψεις μας, ενίοτε και στους καβγάδες μας; Από εκεί και πέρα, ξέρεις, η λογοκρισία της χούντας, απαγορεύοντας τον ανοιχτό πολιτικό διάλογο, έδινε μοιραία στην τέχνη, με τις μεταφορές και την ελλειπτικότητά της, μεγάλο βάρος στην πολιτική έκφραση. Τέλος, ειδικά για τις πολλές εικόνες στο βιβλίο, να προσθέσω ότι η θητεία μου στο γκράφικ νόβελ, με το «Logicomix», με κακόμαθε λίγο: συχνά μου ερχόταν στο νου κάτι που μπορούσα καλύτερα να το δείξω με μια εικόνα, παρά να το περιγράψω με λέξεις.Το χιούμορ στο βιβλίο σου αποτελεί στοιχείο συγκατάβασης του τωρινού Απόστολου Δοξιάδη απέναντι στο μετέφηβο εαυτό σου;Θα έλεγα ότι το χιούμορ αποτελεί στοιχείο συγκατάβασης του Απόστολου Δοξιάδη στον Απόστολο Δοξιάδη: γενικώς πιστεύω ότι δεν είναι πολύ υγιές να παίρνουμε τον εαυτό μας απολύτως στα σοβαρά. Αν εμείς πρώτοι δεν αμφισβητούμε το αλάθητό μας, συνήθως την πληρώνουν οι άλλοι, που δεν φταίνε, και βέβαια ζούμε μια ζωή ελλειμματική, μια ζωή παραισθήσεων. Από εκεί και πέρα, είναι φυσικό όταν κάποιος βλέπει μια νεότερη εκδοχή του εαυτού του –στον «Ερασιτέχνη επαναστάτη» κατά πολλές δεκαετίες νεότερη– να επηρεάζεται η ματιά του άθελά του από τη μεγαλύτερη αυτογνωσία που έχει αποκτήσει στο μεταξύ. Αυτή επιτρέπει μεγαλύτερη έκταση στην αυτοκριτική, που πράγματι συχνά εκφράζεται στο βιβλίο ως χιούμορ.Ο ρόλος του πατέρα σου στην πολιτικοποίησή σου;Τεράστιος. Και σε επίπεδο αρχών, της πίστης στην ελευθερία και τη δημοκρατία, αλλά και αρχικά, προδικτατορικά, του πολιτικού χώρου, δηλαδή της Ένωσης Κέντρου. Μην ξεχνάμε όμως ότι ένας κεντρώος της εποχής εκείνης οριζόταν από την απόστασή του και από τη Δεξιά –ειδικά στην Ελλάδα, και τη μοναρχία – αλλά και την κομμουνιστική Αριστερά. Αυτό, στα χρόνια της χούντας, με έμπλεξε.Η σύλληψη από τη χούντα της αδελφής σου, Καλής Δοξιάδη, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των αντιλήψεών σου;Η άποψη ότι η δικτατορία ήταν κάτι κακό, ένας εχθρός της δημοκρατίας, υπήρχε από τη στιγμή του πραξικοπήματος, από την αρχή. Αλλά όταν, λίγους μήνες μετά το πραξικόπημα, συνέλαβαν την Καλή –τότε είκοσι τριών ετών– και λίγους μήνες μετά, όταν βγήκε από τη Γενική Ασφάλεια, μου περιέγραψε τι της έκαναν, οι αντιλήψεις ποτίστηκαν με άφθονο συναίσθημα: συγκεκριμένα, το μίσος.Πώς εξηγείς ότι, παρά τις συνεχείς ταλαντεύσεις, αμφιβολίες και προβληματισμούς, προσχώρησες τελικά στην Αριστερά;Εν γνώσει μου ότι αδικώ τη συνθετότητα των σκέψεων που περιγράφω στον «Ερασιτέχνη επαναστάτη», θα πω εδώ ότι μπήκα αρχικά στην Αριστερά από ένα συνδυασμό του πάθους μου να κάνω κάτι κατά της χούντας και του τυχαίου παράγοντα, να βρίσκεται ήδη στρατευμένος εκεί ο ξάδελφος και αδελφικός μου φίλος, Αρίστος Δοξιάδης. Όλα τα άλλα, από εκεί και πέρα, στο διάστημα που παρέμενα, είναι σύνθετα, έχουν πολλές φάσεις και διακυμάνσεις, και πάλι προτιμώ να μην τα αδικήσω με συντμήσεις χάριν συνεντεύξεως. Στο κάτω-κάτω, εν μέρει και για να καταλάβω όλα αυτά έγραψα το βιβλίο.Ο Αρίστος, ο Άξελ, ο Αχιλλέας, ο Ηρακλής, ο Σταύρος, κυριαρχούν στην αφήγησή σου.Είναι φυσικό. Εκτός αν είσαι ερημίτης, σε μια ανθρώπινη ιστορία παίζουν πρωταγωνιστικό οι σχέσεις με τους άλλους. Και για μένα, σε μια ιστορία που θέλει να έχει στο επίκεντρό της την πολιτική στα χρόνια της χούντας, κρατούν κύριους ρόλους οι πιο κοντινοί σύντροφοί μου τότε. Αυτοί που ανέφερες.Πώς έβλεπες την Ελλάδα της χούντας, όταν την επισκεπτόσουνα φοιτητής, και πώς δρούσες;Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου αναγκαζόμουν να συντονιστώ ψυχικά με το πώς την έβλεπε η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων, που δεν αντιδρούσε στη χούντα παρά μόνο ιδιωτικά, με ανέκδοτα και αναστεναγμούς. Αυτό ήταν σαφώς ένας μηχανισμός άμυνας, γιατί αν αφηνόμουν στο κυρίαρχο συναίσθημά μου, που ήταν ο φόβος της σύλληψης, θα παρέλυα. Ο φόβος αυτός γινόταν χρήσιμο εργαλείο, όταν μεταπλαθόταν συνειδητά σε προφυλάξεις, όταν έκανα παράνομη δράση στην Ελλάδα, σε ραντεβού ή μεταφορές υλικού. Αλλά δυστυχώς μερικές φορές με επισκεπτόταν απρόσκλητος, κυρίως τα βράδια, είτε στον ύπνο είτε στον ξύπνιο μου, όπου σε κάθε ήχο στον δρόμο, έξω από το παράθυρο του δωματίου μου, κυρίως κοντά στα χαράματα, εγώ νόμιζα ότι ακούω την Ασφάλεια ή την ΕΣΑ που είχαν έρθει να με συλλάβουν.Πώς αντέδρασε το Εσωτερικό στην κατάληψη του Πολυτεχνείου;Πας γυρεύοντας τώρα, να μπούμε στα δύσκολα! Και καλά κάνεις μεν, αλλά και εγώ εδώ πρέπει να προστατεύσω τον τρόπο που αφηγούμαι και αναλύω την κατάληψη, και τις συνέπειές της, στο βιβλίο. Σήμερα, καλώς ή κακώς, το Πολυτεχνείο θεωρείται το κεντρικό γεγονός των χρόνων της δικτατορίας, μάλιστα στα σχολεία διδάσκουν στους πιτσιρικάδες ότι χάρη σε αυτό έπεσε η χούντα. Ακριβώς λόγω αυτού έχω δαπανήσει πολύ χρόνο και πολλή προσοχή για να αφηγηθώ κατά το δυνατόν σωστά το τι έγινε τότε, και τη στάση του Εσωτερικού. Για περισσότερα, στον «Ερασιτέχνη επαναστάτη»…Ποιες προσωπικότητες της Αριστεράς που γνώρισες αξιολογείς θετικά ακόμα και τώρα;Στη διάρκεια της χούντας μόνο τους συντρόφους μου ήξερα, νεαρούς όλους. Μην ξεχνάς ότι εγώ ήμουν ο πιο μικρός στην οργάνωση, και παρόλο που είχα σοβαρά καθήκοντα, δεν έπαιρνα πολιτικές αποφάσεις, ούτε συζητούσα με την ηγεσία του Κόμματος. Αυτό το έκαναν για την νεολαία κυρίως ο Βαλντέν και ο Τσακυράκης, και πιθανώς και άλλοι που δεν γνώριζα τότε.Γενικότερα πάντως, η παράταξη στην οποία ανήκα στις εσωτερικές διαμάχες του ΚΚΕ Εσωτερικού, επί χούντας –οι άλλοι μας έλεγαν «δεξιούς»-- ήταν αυτή που αργότερα εκφράστηκε από τον Λεωνίδα Κύρκο. Και θα έλεγα ότι τη δική του γραμμή θεώρησα την πιο σοβαρή στην εξέλιξη της Αριστεράς μετά τη δικτατορία, όπως εκφράστηκε από αυτόν, τον Μπάμπη Δρακόπουλο, τον Κώστα Φιλίνη, τον Άγγελο Διαμαντόπουλο, και άλλους. Αυτούς τους γνώρισα όλους μεταδικτατορικά, όχι όμως σε πολιτικό πλαίσιο, αφού δεν παρέμεινα στην Αριστερά. Ήταν γενικά, κρίνω, σοβαροί άνθρωποι, που απέκτησαν συναίσθηση, ωριμάζοντας, ότι δημοκρατία και κομμουνισμός δεν πάνε μαζί. Αλλά, βέβαια, σκέφτομαι σήμερα ότι αυτή την απλή αλήθεια όλοι οι άλλοι, οι πολιτικοί εκτός Αριστεράς, την ήξεραν ούτως ή άλλως. Άρα, τα πρόσωπα που ανέφερα τα εκτιμώ σήμερα θετικά μόνο για λόγους παρόμοιους με αυτούς που αναδεικνύεται ο άσωτος υιός ή η μετανοούσα πόρνη στο Ευαγγέλιο. Εκτιμώ δηλαδή το θάρρος της μετάνοιάς τους, που εδώ πάει να πει της αλλαγής των απόψεών τους μέσα στον χρόνο. Για ανθρώπους πλασμένους πολιτικά στο σταλινικό καλούπι που είχε διαμορφωθεί στην Κατοχή και στον Εμφύλιο στο ΚΚΕ, αυτό δεν είναι λίγο πράγμα. Αλλά δεν θαυμάζω κανέναν σε αυτό τον χώρο ως μεγάλη πολιτική μορφή. Την ούτως ή άλλως σπάνια αυτή ιδιότητα προτιμώ να την αποδίδω σε ανθρώπους με μεγαλύτερη συνέπεια στην πορεία τους, εν προκειμένω στη μάχη για την ελευθερία και τη δημοκρατία – τις αρχές στις οποίες πιστεύω και σήμερα.Το βιβλίο σταματάει με τα γεγονότα καλοκαιριού του 1974 και με πολλούς προβληματισμούς σου, τοτινούς και σημερινούς. Θα υπάρξει αυτοβιογραφική συνέχεια;Δεν τη σχεδιάζω, γιατί ο σκοπός μου στο βιβλίο δεν ήταν κυρίως να περιγράψω τη ζωή μου για τους άλλους –πλην των παιδιών μου ίσως, αρχικά– όσο να καταλάβω ένα σκοτεινό της μέρος, για μένα τον ίδιο. Ήθελα να μελετήσω καλύτερα τον εαυτό μου, κυρίως ως προς την πολιτική και κυρίως ως προς εκείνα τα χρόνια, για τα οποία παρέμενα γεμάτος μεγάλες απορίες. Από εκεί και πέρα έχω περισσότερη συναίσθηση του τι μου συνέβη στη ζωή μου και πού πήγαινα κάθε εποχή, σωστά ή στραβά. Αλλά τα χρόνια μέχρι τα είκοσι ένα μου, μέχρι το 1974, ήθελαν πολύ ψάξιμο. Αυτό εκφράζει κυρίως ο «Ερασιτέχνης επαναστάτης», με κύριο εργαλείο της έρευνας την έλλογη αφήγηση.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Sebastian Barry: «Η θρησκεία μου είναι να στηρίζω τον γκέι γιο μου».
Διαβάστε παρακάτω την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε ο Sebastian Barry στον Μιχάλη Μητσό για την εφημερίδα Τα Νέα, με αφορμή το μυθιστόρημά του Μέρες δίχως τέλος (μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου). Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που σε μαγνητίζουν και σε σημαδεύουν από την πρώτη στιγμή που έρχεσαι σε επαφή μαζί τους. Που δεν σ’ αφήνουν να ησυχάσεις αν δεν τελειώσεις το βιβλίο τους και που το μόνο που αποζητάς στη συνέχεια είναι να διαβάσεις το επόμενο. Δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ακριβώς ανήκουν, ξέρω όμως ότι τους αισθάνομαι πολύ κοντά μου. Τους ίδιους και τους ήρωές τους.Ηταν δικός μου άνθρωπος ο Ινίας Μακνάλτι, από τις περιπέτειες του οποίου ξεκίνησα την περιπλάνησή μου στον κόσμο του ιρλανδού συγγραφέα Σεμπάστιαν Μπάρι. Συνέπασχα μαζί του όταν τον καταδίωκε ο IRA τη δεκαετία του 1920, μετά τον ιρλανδικό εμφύλιο. Ηταν δικός μου και ο Γουίλι Νταν, που πολέμησε μερικά χρόνια νωρίτερα στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου: οι περιγραφές των μαχών στις σελίδες τού «Μακριά, πολύ μακριά» είναι από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω διαβάσει στη ζωή μου. Οπως ένιωσα φυσικά πολύ κοντά μου και τον Τόμας Μακνάλτι, πρόγονο του Ινίας χωρίς αμφιβολία, ο οποίος γνώρισε τον έρωτα μερικές ακόμη δεκαετίες νωρίτερα, μέσα στη φρίκη των ινδιάνικων πολέμων και του αμερικανικού εμφυλίου. Το να ανήκεις σε μια σεξουαλική μειονότητα σε καιρό πολέμου δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, το έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και στη Συρία.«Είδα έναν οδοιπόρο κουρασμένο,/ ταλαίπωρο, κουρελιασμένο»: με αυτό το μότο του αμερικανού ποιητή Τζον Ματίας ξεκινά ο 63χρονος Μπάρι το τελευταίο του βιβλίο για μια σπουδαία φιλία δύο αγοριών, που θα εξελιχθεί στη συνέχεια σε ευτυχισμένη οικογένεια με την προσθήκη μιας όμορφης Ινδιάνας. Κι όπως μου λέει στη συνέντευξη που ακολουθεί, προς τιμήν αυτού του δίστιχου θα τραγουδούσε το «Πάλιωσε το σακάκι μου» του Τσιτσάνη αν διάβαζε δημοσίως αποσπάσματα του βιβλίου στην Αθήνα.«To κάθε παιδί πρέπει να σηκωθεί και να χορέψει, να χορέψει ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια, να χορέψει γερνώντας τη δύσκολη, πονεμένη καντρίλια του τέλους». Η ζωή είναι λίγο σκληρή, έτσι δεν είναι; Εντάξει, αλλά εξακολουθεί να είναι ένας χορός. Και δεν είμαι καν σίγουρος αν λευκοί μεσοαστοί Ιρλανδοί όπως εγώ μπορούν να μιλούν με κάποιο κύρος για φτώχεια. Υπάρχουν πολλοί στην Ιρλανδία που περνούν εξαιρετικά δύσκολα, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά, κάτι το απογοητευτικό σε μια ανακάμπτουσα οικονομία. Ο Ινίας Μακνάλτι είναι φυγόδικος. Ο Γουίλι Νταν είναι ένας «άπατρις στρατιώτης».Ο Τόμας Μακνάλτι είναι ένας ομοφυλόφιλος μετανάστης. Αυτό που σας υποκινεί είναι η μοναξιά; Ή η Ιστορία γράφεται από τις μειονότητες;Υπάρχει μια χρήσιμη και όμορφη αμερικανική λέξη που προτιμώ από τη «μοναξιά». Είναι η «μοναχικότητα», μια κατάσταση της ύπαρξης που μπορεί να νιώσει ακόμη κι ένα άψυχο αντικείμενο. Το ίδιο το σύμπαν είναι χωρίς αμφιβολία ένα εμφανώς μοναχικό οικοδόμημα. Σε γενικές γραμμές, όμως, για μένα ως συγγραφέα, ο χαρακτήρας που εξαναγκάζεται συνεχώς να φύγει από έναν τόπο κοιτάζει πίσω πολύ έντονα και ειλικρινά αυτόν τον τόπο και τον λατρεύει ή τον απεχθάνεται με μια παράξενη ακρίβεια.Τι σήμαινε να είσαι γκέι στην Αμερική του 19ου αιώνα;Σίγουρα όχι αυτό που εννοούμε σήμερα. Εξ όσων γνωρίζω δεν υπήρχε καν αυτή η λέξη, και αν υπήρχε δεν ήταν υποτιμητική ή αφηρημένα βιβλική. Σε αυτόν τον τόπο της αφετηρίας και του ξεκινήματος που ήταν η Αμερική του 1850, μεγάλα δεινά ξεκίνησαν πλάι πλάι με μεγάλες δυνατότητες, κάτι που φαίνεται να εξακολουθεί να προσδιορίζει την Αμερική. Μια από τις μεγάλες δυνατότητες ήταν η γέννηση της ελευθερίας να είσαι γκέι – στην πραγματικότητα να είσαι οτιδήποτε σε κάνει η φύση και το τραγούδι της δημιουργίας. Μπορεί να το δει κανείς αυτό να λαμπυρίζει και να τρεμοφέγγει στην ανθρώπινη Ιστορία – έστω και αχνά.Η «Guardian» έγραψε ότι το γεγονός πως χωρέσατε σε 260 σελίδες την ιρλανδική μετανάστευση, την ομοφυλόφιλη ταυτότητα και τη δημιουργία της Ευρώπης είναι ένα θαύμα. Αλήθεια, πώς τα καταφέρατε;Πραγματικά δεν έχω ιδέα! Ακολουθούσα τη φωνή του Τόμας με όλη την αφοσίωση και πίστη που μπορούσα να επιστρατεύσω ως ανθρώπινο ον. Στην ιστορία του είναι αναπόφευκτα μπλεγμένα όλα αυτά τα πράγματα, και όπως ακριβώς είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε μέρα με τη μέρα – «Πού αλλού να ζήσουμε εκτός από τις μέρες;» έλεγε ο Φίλιπ Λάρκιν – έτσι κι ένα βιβλίο γράφεται ευτυχώς σελίδα με τη σελίδα, ειδάλλως θα είχαμε εγκαταλείψει έντρομοι το πεδίο της μάχης.Εχετε μιλήσει στον Τύπο για την ημέρα που ο γιος σας ο Τόμπι σάς είπε ότι είναι γκέι. Από τότε, είπατε, σας μύησε στη «μαγεία της ζωής των γκέι». Φαίνεται λοιπόν πως δεν ακολουθήσατε τη συμβουλή του Πάπα, ο οποίος είπε ότι οι γονείς πρέπει να ζητούν ψυχιατρική βοήθεια για τα ομοφυλόφιλα παιδιά τους…Και φανταστείτε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε τόσο καλή γνώμη για τον Πάπα στο σπίτι μου – κι ας είναι ένα σπίτι κατά το ήμισυ αγνωστικιστικό και κατά το άλλο ήμισυ προτεσταντικό. Αυτός ο υποβόσκων ζήλος ορισμένων να συνεχίζουν να λένε ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το να είσαι γκέι είναι εγκληματικός και ήταν πάντα εγκληματικός. Τους περνούν άραγε από το μυαλό οι συνέπειες αυτών που λένε; Είναι σαν να προσφέρουν μια φτηνή δικαιολογία για να είσαι ομοφοβικός, ένα ξεδιάντροπο διαβατήριο μίσους.Η χώρα σας έχει αλλάξει σε εντυπωσιακό βαθμό. Ποιο είναι το μυστικό; Η εξωστρέφεια; Η σεμνότητα; («επειδή τα ρούχα είναι κουρελιασμένα», όπως λέτε κάπου) Η ταπεινοφροσύνη;Να μερικοί καλοί λόγοι! Θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να κατανοήσει κανείς τα άγνωστα, χωρίς αμφιβολία, και σύνθετα μαθηματικά της αλλαγής μιας χώρας. Και το βέβαιο είναι ότι το πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος έχει να κάνει με ένα σωρό μυστηριώδεις αριθμούς. Εξωστρέφεια, σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη – ένα ωραίο μπουκέτο λέξεων κάτω από το όνομα οποιασδήποτε δημοκρατίας. Θα έπρεπε να τις υιοθετήσουμε αμέσως.Το μεγάλο θέμα της εποχής μας είναι η ταυτότητα. Αυτό φαίνεται καθαρά και στις «Μέρες δίχως τέλος». Ποια είναι η άποψή σας για την πολιτική του ταυτοτισμού;Είμαι πατέρας ενός ομοφυλόφιλου παιδιού που είναι σήμερα 21 ετών και ανθίζει ως καλλιτέχνης, ως φοιτητής και ως ανθρώπινο ον: αυτή είναι η μόνη μου θρησκεία. Η θρησκεία που επιλέγω είναι να στηρίζω τον γιο μου. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι οι γονείς των ομοφυλόφιλων παιδιών. Το να είσαι γκέι είναι ένα παράδειγμα ανθρώπινης ακτινοβολίας. Ετσι νιώθω εγώ γι’ αυτό.Τι ανακαλύψατε στον έναν χρόνο που έχει περάσει από τότε που τιμηθήκατε με την ανώτατη διάκριση των Ιρλανδικών Γραμμάτων (Irish Fiction laureate);Στο διάστημα αυτό μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ με τη λέσχη βιβλίου στην οποία ανήκω μέρη στα οποία δεν θα μπορούσα ποτέ να μπω, όπως το Κεντρικό Ψυχιατρικό Νοσοκομείο, διάφορες νοσοκομειακές μονάδες, καθώς και το Κέντρο Επιτυχημένης Γήρανσης στο Δουβλίνο. Εκανα επίσης διάφορες διαδικτυακές εκπομπές με άλλους ιρλανδούς συγγραφείς, και γοητεύτηκα από τους ανοιχτούς τους ορίζοντες, από τη σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη και την ευγένειά τους απέναντί μου. Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από όλα αυτά.Πώς επηρέασε τους ιρλανδούς συγγραφείς η χρηματοπιστωτική κρίση;Η μεγάλη αλλαγή για τους συγγραφείς ήταν πιθανότατα η δραστική μείωση των προκαταβολών από τους εκδότες, καθώς περίμεναν πτώση των πωλήσεων. Στην Ιρλανδία οι καλλιτέχνες απαλλάσσονταν παλιότερα εντελώς από τη φορολογία. Αυτό έχει πλέον αλλάξει και έχει θεσπιστεί ένα αφορολόγητο ποσό. Αυτή είναι η πρακτική πλευρά του πράγματος. Νομίζω πως είναι λίγο σκληρό να το πω, αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς: η κρίση φάνηκε να ενθαρρύνει ιδιαίτερα τους ιρλανδούς συγγραφείς να καταβάλλουν μεγαλύτερες προσπάθειες και να πετυχαίνουν περισσότερα πράγματα, με νέες φωνές να αναδύονται από τη θολή θάλασσα των προβλημάτων δίπλα σε τόσους πλήρως ανεπτυγμένοι θεούς – τη Σάλι Ρούνεϊ, τη Σάρα Μπομ, την Αϊμίαρ Μακμπράιντ κ.λπ. κ.λπ. Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια ώρα για τα καλύτερα ονόματα της νέας ιρλανδικής λογοτεχνίας και να μην αναφέρουμε ούτε έναν άνδρα!Μόλις τελείωσα το «Normal People», το καινούργιο βιβλίο της Σάλι Ρούνεϊ. Μια καταπληκτική περιγραφή των χαρακτήρων, και η συγγραφέας είναι μόλις 27 ετών…Ακριβώς, όπως είναι κι ένας λαμπρός και πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Απολύτως αυτόνομη, ευφυής και αξιοθαύμαστη. Αρχικά τη συνέκρινα με την Ελίζαμπεθ Μπόουεν και τη Μαρία Ετζγουορθ – τώρα μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον εαυτό της.Τι σημαίνει «ιρλανδικότητα στη λογοτεχνία; Στην πραγματική ζωή;Να μια δύσκολη ερώτηση. Υπάρχει ένας κλάδος της λογοτεχνίας που προσπάθησε και προσπαθεί, μερικές φορές ακόμη και με πονηριά, να εμπλουτίζει συνεχώς το μάλλον περιορισμένο σύνολο των επιθέτων που προσδιόριζαν άλλοτε την ιρλανδικότητα. Ως ένας άνθρωπος που τα επίθετα τα οποία τον προσδιορίζουν – κάτοικος της πόλης, μεσοαστός, αγνωστικιστής κ.λπ. – δεν φάνηκαν να μεταδίδουν ποτέ στους άλλους τη δική μου αίσθηση επείγουσας ιρλανδικότητας, πασχίζω να το κάνω μόνος μου επί σαράντα χρόνια. Ελπίζω λοιπόν η ιρλανδικότητα στη λογοτεχνία να τείνει συνεχώς προς την ιρλανδικότητα στη λεγόμενη πραγματική ζωή. Περπατώντας αργόσυρτα προς τη Βηθλεέμ…«Η Οδύσσεια του Ινίας Μακνάλτι» είναι το πρώτο σας βιβλίο που διάβασα. Μπροστά στον κίνδυνο να ανοίξουν ξανά οι πληγές στην Ιρλανδία εξαιτίας του Brexit, θα λέγατε ότι οι περιπέτειες του ήρωα δεν έχουν τελειώσει ακόμη;Η ερώτηση αυτή με τρομάζει. Ακόμη και για εμάς τους Νότιους, οι ταραχές στον Βορρά βρίσκονταν πάντα εκεί, μια βίαιη παρουσία στο πίσω μέρος του μυαλού. Και αποτελούσαν μια παράξενη και σχεδόν σουρεαλιστική επανάληψη των ταραχών στην Ιρλανδία την εποχή του εμφυλίου πολέμου και μετέπειτα. Ενα άσβεστο μίσος που ούτε η δύναμη του καλού μπορούσε να σταματήσει. Προσεύχομαι, προσεύχομαι, άνθρωποι σαν τον Ινίας να συνεχίσουν να αναπαύονται στους συχνά άγνωστους και χωρίς διακριτικά τάφους τους.Πριν από μερικά χρόνια, σε μια συνέντευξή σας στο «Βήμα», είχατε πει ότι οι μεγαλύτεροι αδελφοί σας είναι ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Τόμας Χάρντι και ο Καβάφης. Είχατε πει επίσης ότι αγαπάτε τον Τσιτσάνη, τον Ζακ Τατί και τον Μπέργκμαν. Εχουν και οι συγγραφείς της νέας γενιάς τόσο πολλά σημεία αναφοράς;Α, ο Τσιτσάνης… Ελπίζω πως ναι. Ισως όχι τη συγκεκριμένη ομάδα σημείων αναφοράς, γιατί είμαι 63 ετών και παιδί μιας ιδιαίτερης στιγμής. Γνώρισα τον Τσιτσάνη σε ένα μικρό παραθαλάσσιο εστιατόριο στον Δρυό της Πάρου επειδή τα παιδιά που το είχαν, κάτι υπέροχοι άνθρωποι από τα Τρίκαλα, είχαν κολλήσει εκείνες τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες στο πίσω μέρος του καφέ… Μου κίνησαν την περιέργεια. Κι ύστερα ένιωσα αυτή τη δυνατή φωτιά της μουσικής του, που καίει ακόμα!Tι κάνατε, αλήθεια, έναν χρόνο στην Πάρο; Θα ξαναπηγαίνατε να ζήσετε εκεί;Ηθελα να πάω σε ένα φτηνό μέρος για να γράψω. Ηταν το 1980. Εκείνη την εποχή, αν είχες χίλιες λίρες στην τσέπη μπορούσες να ζήσεις στην Ελλάδα για έναν χρόνο. Τώρα μπορείς να ζήσεις τρεις μέρες! Ο πατέρας μου πήγαινε στην Πάρο από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, κι έτσι όταν έφτασα στο νησί είχα τουλάχιστον μια επαφή. Αλλά στην πραγματικότητα δεν τη χρειαζόμουν. Η Νάουσα πριν από την Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν στο μεταίχμιο της οικονομικής αλλαγής, αν και καταλάβαινε κανείς τις μεγάλες αλλαγές μετά τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το τέλος της καταστολής από τη στρατιωτική δικτατορία. Αυτό που δεν περίμενα μέσα στην αθωότητά μου ήταν η έφοδος ενός είδους ομορφιάς που αλλάζει το DNA σου, τα αστραφτερά νερά, η αρχαία νεωτερικότητα. Οι δυνατές φιλίες. Και ο ανοιχτός χαρακτήρας, η σεμνότητα και το αίσθημα φιλοξενίας των ανθρώπων. Ημουν 25 ετών και γνώριζα μόνο την ψυχρή καρδιά της Βόρειας Ευρώπης, την αδιαφορία μιας πόλης σαν το Παρίσι. Αλλαξα ένα γράμμα (Paris – Paros) και βρήκα τον Παράδεισο. Επιστρέφω κάθε τόσο, αλλά κάτι από τον 25χρονο εαυτό μου παραμένει πάντα εκεί, και πηγαίνει στις Κολυμπήθρες με το ξεχαρβαλωμένο του ποδήλατο ακολουθώντας έναν χωματόδρομο που δεν υπάρχει πια.Οταν διαβάζετε δημοσίως τα βιβλία σας συνηθίζετε να τραγουδάτε. Τι θα τραγουδούσατε αν διαβάζατε το «Μέρες χωρίς τέλος» στην Αθήνα;Ισως το «Πάλιωσε το σακάκι μου» του Τσιτσάνη, προς τιμήν του μότο του μυθιστορήματος. Δεν θα τα κατάφερνα όμως ποτέ με τα κορδελάκια στο τέλος των στίχων – σαν ελικοειδή όστρακα. Πρέπει να είσαι Ελληνας για να τραγουδήσεις ελληνικά τραγούδια, δυστυχώς. Θα μπορούσα όμως να το σιγομουρμουρίσω – τρυφερά, σιωπηλά.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Τα γλυκόπικρα graphic novels του Soloúp | Συνέντευξη στη LIFO.
Ο Soloúp, με αφορμή την έκδοση του νέου του graphic novel Ο Συλλέκτης-Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο, παραχώρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στη Μαρία Παππά για τη LIFO.Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Μετά το βραβευμένο «Αϊβαλί», ένα graphic novel που συζητήθηκε αρκετά πριν από τέσσερα χρόνια και έβαλε τον δημιουργό του σε νομικές περιπέτειες, ο Soloúp επέστρεψε με τον «Συλλέκτη», ένα γλυκόπικρο κόμικ για τη διάλυση ενός γάμου και τη γονική αποξένωση μέσα από τα μάτια εξωτερικών παρατηρητών. Συχνά, ο Αντώνης Νικολόπουλος, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, διαστρεβλώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας για να μιλήσει για πιο «σοβαρά», υπαρξιακά θέματα. Με εμπειρία χρόνων στη γελοιογραφία και ως σκιτσογράφος, ο Soloúp έχει περάσει απ' όλα τα στάδια όσων δημιουργών προσπαθούν να κάνουν κόμικς στην Ελλάδα. Ένα από τα κύρια έργα του, τα «Ελληνικά Κομικς», ήταν η πιο λεπτομερής έρευνα που έχει γίνει ποτέ για την εγχώρια σκηνή των κόμικς. Αυτό το διάστημα ετοιμάζει μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη με πρωτότυπα σχέδια από τη νέα του δουλειά, εκτυπώσεις, μουσαμάδες, βίντεο και κατασκευές αλλά και πολλές παράλληλες δράσεις. Τα εγκαίνια είναι στις 23 Ιανουαρίου. — Είναι καλύτερο να υπογράφεις με ψευδώνυμο; Άρχισα να υπογράφω ως «Soloúp» το 1986, όταν ήμουν φοιτητής στο Πάντειο. Είχα την εντύπωση πως οι περισσότεροι σκιτσογράφοι χρησιμοποιούν κάποιο ψευδώνυμο κι έτσι έκανα κι εγώ. Πιθανότατα σε αυτή την απόφαση να βοήθησε και μια κοσμοφοβία που με τυραννούσε από τότε και νόμιζα πως έτσι θα απέφευγα την έκθεση. Τελικά, δεν γλίτωσα από την κοσμοφοβία μου και μου έμεινε και το Soloúp.— Πώς σκέφτηκες να γράψεις μια κοινωνική ιστορία; Όσο μεγαλώνεις, τις κοινωνικές ιστορίες και τα κοινωνικά θέματα μάλλον δεν τα ψάχνεις, έρχονται και σε βρίσκουν εκείνα. Έτσι συνέβη με το «Αϊβαλί» και τον «Συλλέκτη». Είναι πράγματα που με τη γελοιογραφία, τα χιουμοριστικά κόμικς ή τα στριπάκια δεν μπορείς να τα πεις, δεν μπορείς να τα αγγίξεις σε βάθος. Έτσι, λόγω της ανάγκης μου να μπορέσω να δώσω σχήμα σε αυτές τις ιστορίες, καταπιάστηκα με τη φόρμα των κόμικς που, σωστά ή λάθος, αποκαλούμε πλέον graphic novel.— Είναι αληθινοί οι ήρωες; Νομίζω πως η βάση των περισσότερων αφηγήσεων στην τέχνη, στα σενάρια του κινηματογράφου, για παράδειγμα, ή στη λογοτεχνία, το πρωταρχικό υλικό στο μυαλό των συγγραφέων είναι εικόνες της ζωής τους, είτε τις έζησαν οι ίδιοι είτε τις είδαν να συμβαίνουν γύρω τους. Αυτό το πρωτογενές υλικό που προέρχεται από την αληθινή ζωή και μετατρέπεται σε πηγή έμπνευσης υπάρχει ακόμα και σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας με εξωγήινους. Από την πραγματικότητα όμως μέχρι τους ήρωες μιας έντεχνης αφήγησης υπάρχει μια τεράστια διαδρομή φίλτρων, κοινωνικών επιρροών και υποκειμενικών διαθλάσεων που καταλήγουν σε έναν κόσμο αυθύπαρκτο, στο κλειστό σύμπαν ενός βιβλίου, ενός θεατρικού έργου ή μιας ταινίας. Στην περίπτωση του «Συλλέκτη», στην ιστορία του Διονύση και της Φωτεινούλας. — Πώς την εμπνεύστηκες; Στο παράδειγμα που σου ανέφερα με τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αν παρατηρήσεις, ακόμα και οι εξωγήινοι έχουν ανθρώπινα πάθη. Ερωτεύονται, πεθαίνουν, νιώθουν ζήλια, μίσος, έχουν αδυναμίες. Οι συγγραφείς τους είναι πιθανότερο να εμπνεύστηκαν τέτοιες συμπεριφορές από έναν γείτονα ή τον κουρέα τους παρά από έναν αυθεντικό εξωγήινο. Θα έλεγα, λοιπόν, πως η βάση των περισσότερων περιστατικών σε ένα σενάριο ή κείμενο είναι πράγματα που οι συγγραφείς κάποια στιγμή τα είδαν να συμβαίνουν στη ζωή τους. Δεν νομίζω πως απασχολεί τον αναγνώστη τόσο το αν οι ήρωες του «Συλλέκτη» είναι πραγματικοί ή όχι όσο το ότι αυτό το βιβλίο θίγει ένα ζήτημα που βρίσκεται παντού γύρω μας και είναι πέρα για πέρα αληθινό. Τα περιστατικά γονικής αποξένωσης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά μετά από ένα διαζύγιο είναι, δυστυχώς, χιλιάδες. — Πόσο αυτοαναφορικός είσαι στις δουλειές σου; Εξαρτάται. Την εποχή που σκίτσαρα για το περιοδικό «Βαβέλ», στις ιστορίες του Ανθρωπόλυκου και του Μήτσου Κυκλάμινου δηλαδή, θα βρεις αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία. Τα αστεία και οι γκάφες του Μήτσου ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσαρκαστικά, δικές μου γκάφες. Στο πιο ώριμο «Αϊβαλί», από την άλλη, υπάρχουν κεφάλαια που είναι εντελώς αυτοβιογραφικά, με πραγματικά γεγονότα και στοιχεία, όπως οι αναφορές στους παππούδες και τις γιαγιάδες μου με καταγωγή από τη Μικρά Ασία. Στον «Συλλέκτη» πάλι, ως συγγραφέας βρίσκομαι στη θέση του παρατηρητή. Παρακολουθώ τον Διονύση και το περιβάλλον του. Όμως ας μην ξεχνάμε πως και ο παρατηρητής, ο κάθε παρατηρητής, από τη στιγμή που καταγράφει τις σκέψεις του, αποτυπώνει τις δικές του ιδέες, τη δική του αντίληψη για τα πράγματα. Κι αυτό έχει σε κάποιο βαθμό στοιχεία αυτοαναφορικότητας.— Γενικά, σου αρέσει ο συμβολισμός; Πόσο χρειάζεται σε τέτοιου είδους ιστορίες; Συνηθίζω να αναφέρομαι σε άλλα έργα. Σε άλλα κείμενα, μουσικές, πίνακες ζωγραφικής, σε ταινίες. Ζούμε σε έναν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό ιδεών. Πολλά έργα, δικαίως ή αδίκως, έχουν ταυτιστεί με κάποιες ευρύτερες έννοιες. Έτσι, για παράδειγμα, η αναφορά σε ένα άλλο κείμενο, όπως συμβαίνει στον «Συλλέκτη» με τη «Δίκη» του Κάφκα, σε άλλες εικόνες, όπως αυτή του καπελά και του λαγού από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ή σε άλλες παραπομπές, όπως η αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα, δίνουν άλλο βάθος πεδίου στην πρόσληψη από την πλευρά του αναγνώστη. Ανοίγουν παράλληλα παράθυρα εννοιών και σκέψεων. — Υπάρχει ανάγκη για τέτοιες ιστορίες; Εννοείς ιστορίες για προβλήματα, όπως η γονική αποξένωση; Νομίζω πως οι πρώτες αντιδράσεις των αναγνωστών και ο τρόπος που έχουν αγκαλιάσει τον «Συλλέκτη» τα λέει όλα. Δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για μακρινές ιστορίες του παρελθόντος. Ζούμε στο παρόν, σε μια καθημερινότητα γεμάτη δύσκολα, «κρυφά» προβλήματα. Το να ρίχνουμε προβληματισμούς στον μύλο της σκέψης βοηθάει, πάνω απ' όλα, εμάς.— Γιατί διάλεξες το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας; Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι από τα πλέον γνωστά παραμύθια παγκοσμίως, με άπειρες διαφορετικές καταγραφές. Το παράξενο με τη συλλογή παραμυθιών των αδελφών Γκριμ είναι πως συναντάμε δύο παραλλαγές του παραμυθιού. Η πρώτη είναι η πλέον γνωστή και εικονογραφημένη. Η δεύτερη, όμως, αναφέρει πως η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα είναι εκείνη που σκότωσε τον κακό λύκο, πνίγοντάς τον στο πηγάδι. Ακριβώς αυτή ήταν, λοιπόν, που χρειαζόμουν αφηγηματικά κι έτσι το παραμύθι μετατράπηκε στο κλειδί που ξεκλειδώνει όλον τον «Συλλέκτη» και τις άλλες πέντε αφηγήσεις του βιβλίου.— Το βασικό θέμα του Συλλέκτη είναι η αποξένωση. Τι αποξενώνει τους ανθρώπους; Υπάρχουν άπειρες δικαιολογίες. «Φταις εσύ», «όχι φταις εσύ» και τα γνωστά. Εκείνο που συμβαίνει, όμως, στις ανθρώπινες σχέσεις και οδηγούνται στην αποξένωση ‒και μιλώ για ερωτικές σχέσεις, φιλίες, συγγενείς, γονείς και παιδιά‒ είναι από κάποια στιγμή κι έπειτα τον έναν δεν τον αφορά πια τι κάνει ο άλλος. Δεν τον ενδιαφέρει να προσπαθήσει να μπει στη θέση του.— Γιατί άφησες τόσο ανοιχτή την ερμηνεία του χωρισμού του ζευγαριού; Το ζητούμενο δεν είναι να αποδώσουμε ευθύνες στον έναν ή στον άλλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλωστε, όλοι, λίγο-πολύ, είναι θύματα των καταστάσεων. Κυρίως τα παιδιά αλλά και οι γονείς, ειδικά αν δεν συνειδητοποιούν το πρόβλημά τους. Εδώ είναι που λέμε πως χρειάζονται και οι ψυχολόγοι, αλλιώς γινόμαστε έρμαια του θυμικού και των εγωισμών μας. Το ζητούμενο στο βιβλίο ήταν, λοιπόν, η αποτύπωση του πόνου και της βουβής βίας που υφίστανται οι άνθρωποι όταν βρεθούν σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις. Ένα κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο, όπως η απαρχαιωμένη σε τέτοια ζητήματα Δικαιοσύνη, που αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο. Δίκες που σέρνονται για χρόνια, στηρίζοντας παράλογα μόνο τη μία πλευρά και αδιαφορώντας για την ψυχολογική και συναισθηματική φθορά των αντιδίκων. Μια Δικαιοσύνη που, αντί να προσφέρει λύσεις, γίνεται μέρος του προβλήματος. — Από τη γελοιογραφία μέχρι το graphic novel, ποιο είναι πιο δύσκολο είδος και ποιες οι διαφορές τους για έναν δημιουργό; Κάθε είδος υπηρετεί διαφορετικές εκφραστικές ανάγκες. Στην πολιτική γελοιογραφία πρέπει να πεις κυριολεκτικά «χίλιες λέξεις σε μια εικόνα», δηλαδή περίπου όσο είναι το κείμενο σε μια σελίδα εφημερίδας. Πρέπει να αποτυπώσεις το ρεπορτάζ και την άποψη του συντάκτη με ελάχιστα έως καθόλου λόγια στα μπαλονάκια του σκίτσου. Από την άλλη, στο μέσο των κόμικς και στην επιμέρους φόρμα τους, στα graphic novels, έχεις να αναμετρηθείς με άλλα πράγματα, με το σενάριο και το ξεδίπλωμα της αφήγησης, με τους χαρακτήρες, τη σχεδιαστική απόδοση κ.λπ. Το καθένα έχει τις δυσκολίες και, φυσικά, τις χάρες του. Καταλαβαίνεις, βέβαια, πως ο όγκος της δουλειάς για ένα graphic novel είναι τεράστιος. Μπορεί να δουλεύεις ακόμα και χρόνια για να το ολοκληρώσεις. Αυτό από μόνο του έχει έναν επιπρόσθετο βαθμό δυσκολίας.— Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις κόμικς στην Ελλάδα; Το δύσκολο να ζήσεις από τα κόμικς στην Ελλάδα, όχι να τα κάνεις. Γι' αυτό έχουμε πάρα πολλούς εξαιρετικούς, αλλά φτωχούς δημιουργούς κόμικς που για να ζήσουν όλο και περισσότερο καταφεύγουν σε συνεργασίες με το εξωτερικό. Το να κάνεις σήμερα κόμικς στην Ελλάδα είναι ταυτόσημο με το να κάνεις κόμικς στον πλανήτη Γη. Είναι πλέον μια παγκόσμια επιμέρους κουλτούρα, με το δικό της φανατικό κοινό και τις δικές της αναφορές. — Διάβασα ότι είχες νομικά προβλήματα με το «Αϊβαλί». Τελικά, λύθηκαν; Ναι. Υπήρχε μια παρεξήγηση από την πλευρά των κληρονόμων του Φώτη Κόντογλου, ότι καπηλεύομαι το έργο του. Ήταν όμως εξαιρετικά έντονη η δημόσια αντίδραση, από αναγνώστες, καλλιτέχνες και πανεπιστημιακούς, μια και το ζήτημα αφορά στη βάση του τη χρήση της τέχνης μέσα στην τέχνη. Ταυτόχρονα, υπήρξε και η αμέριστη συμπαράσταση άλλων κληρονόμων συγγραφικών δικαιωμάτων. Τελικά, οι κατηγορίες κατέπεσαν και νομικά. Στη συνέχεια, βρεθήκαμε με τους κληρονόμους, δόθηκαν φιλικές εξηγήσεις και το θέμα έληξε. Νομίζω πως το έργο του μεγάλου δημιουργού Φώτη Κόντογλου είχε μόνο να κερδίσει από το «Αϊβαλί» παρά να χάσει. Στη βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης, για παράδειγμα, μετά την έκδοσή του από τον Κέδρο, τα βιβλία του Κόντογλου ήταν επί μήνες συνεχώς δανεισμένα. — Ποια θεωρείς την πιο απαιτητική δουλειά σου μέχρι σήμερα και για ποιον λόγο; Και ποια την καλύτερη; Όλες οι δουλειές ‒κι αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό‒ είναι παιδεμένες, πονεμένες και ταυτόχρονα αγαπημένες. Καθεμιά είναι κομμάτι της προσωπικής του ζωής, των σκέψεων και όσων του συνέβησαν τα χρόνια που τις δούλευε. Η πιο «δύσκολη» δουλειά, λοιπόν, δεν ήταν ακριβώς κάποιο βιβλίο με κόμικς αλλά η επτάχρονη έρευνά μου για τα κόμικς. Μια απαιτητική έρευνα που κατέληξε επιτυχώς σε ένα διδακτορικό και σε ένα βιβλίο, «Τα ελληνικά κόμικς», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Καλύτερη είναι πάντα, και υποκειμενικά, η πιο πρόσφατη, ο «Συλλέκτης», στου οποίου τους ρυθμούς ζω πλέον, ένα τυπογραφικά εξαιρετικό βιβλίο που επιμελήθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα οι εκδόσεις Ίκαρος, και τις ευχαριστώ γι' αυτό.— Πιστεύεις ότι έχουν καλυτερέψει τα πράγματα τελευταία για τη σκηνή των κόμικς; Υπάρχει σκηνή; Φυσικά και υπάρχει. Περιορισμένη, με έναν φανατικό κύκλο αναγνωστών, που, όμως, ολοένα μεγαλώνει. Έχουμε εξαιρετικούς δημιουργούς και γίνονται πράγματα.— Τι πιστεύεις ότι λείπει από τα ελληνικά κόμικς; Η εμπιστοσύνη στο ίδιο το μέσο και στις δυνατότητές του. Δεν είναι δυνατόν, όταν έχουμε στη διάθεσή μας ένα τόσο εκφραστικό μέσο, να αναζητούμε δεκανίκια σε λογοτεχνικά και άλλα κλασικά έργα. Τα κόμικς δεν μπορεί είναι δημοφιλή και αποδεκτά ως τέχνη μόνο μέσα από λογοτεχνικές διασκευές. Μπορούν να πατήσουν στα πόδια τους, να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητές τους και να κάνουν πραγματικά σπουδαία πράγματα.— Διαβάζεις γενικά; Σου άρεσε κάποιο βιβλίο τελευταία; Διαβάζω πολύ, όλα τα χρόνια. Είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που μου συμβαίνουν στη ζωή. Ένα από τα βιβλία που τελείωσα πρόσφατα ήταν και το «τούβλο» «4321» του αγαπημένου Πολ Όστερ. Όμως αυτό το διάστημα τρέχω σαν τρελός για την προετοιμασία της έκθεσης του «Συλλέκτη» στο Μουσείο Μπενάκη. Δεν μένει καιρός για διάβασμα. Ξεκλέβω, όμως, κάποια βράδια για κινηματογράφο ή θέατρο. — Υπάρχει κάποιος άνθρωπος ή καλλιτέχνης που σε έχει επηρεάσει βαθύτερα και γιατί; Απ' αυτούς που συνάντησα, ο Γιάννης Καλαϊτζής. Ο Γιάννης κατάφερε να ταιριάξει στη ζωή του τον εμπνευσμένο καλλιτέχνη με τον αυτοσαρκαστικό χιουμορίστα, τον ουσιαστικό δάσκαλο με τον ταπεινό άνθρωπο και τον συνειδητό φίλο. Το μάθημά του; Δεν είναι μόνο το τι κάνεις αλλά και το πώς το κάνεις και πώς το προσφέρεις.— Η τωρινή πολιτική κατάσταση πιστεύεις ότι δίνει τροφή στους γελοιογράφους; Η πολιτική και οι πολιτικοί πάντα έδιναν τροφή στους γελοιογράφους. Το κοινό όμως δεν το βλέπω πια τόσο χαλαρό και έτοιμο ν' αποδεχτεί τη σάτιρα και το πολιτικό χιούμορ. Υπάρχει ένας φανατισμός και μια προκατάληψη στους αναγνώστες, που νομίζω πως είναι μεγαλύτερη από άλλες περιόδους. Ίσως, βέβαια, συμβάλλουμε κάποιες φορές και οι σκιτσογράφοι σε αυτό, που γινόμαστε καθρέφτες αυτής της προκατάληψης.— Πιστεύεις στην ελπίδα; «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο που είναι ανεξερεύνητο και απλησίαστο», που λέει και ο Ηράκλειτος.— Τι φοβάσαι περισσότερο; Θέλεις όλο τον κατάλογο; Αντ' αυτού, θα έλεγα πως χαίρομαι πολύ όταν μου προσφέρονται τυχαία κάποιες μικρές χαρές της ζωής.Περισσότερα