Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Ιθαγένεια και ηθικά ζητούμενα στους δύσκολους καιρούς του Δημήτρη Νόλλα.
O κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας με αφορμή την Τριλογία του Δημήτρη Νόλλα “Δύσκολοι Καιροί” έγραψε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο για την ιθαγένεια και τα ηθικά ζητούμενα στη λογοτεχνία του συγγραφέα.Η κριτική δημοσιεύτηκε στο 18ο τεύχος του λογοτεχνικού περιοδικού Φρέαρ (Φεβρουάριος, 2017). Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο παρακάτω:Πολλές φορές στη λογοτεχνία το υλικό από το οποίο αντλεί και αναπαριστά το μυθικό του πεδίο ένας συγγραφέας είναι τέτοιο και τέτοιας έντασης, ώστε είναι ικανό να «πάρει» εκείνο την πρωτοβουλία και να ανατρέψει τον αρχικό σχεδιασμό με τον οποίο γεννήθηκε και προγραμματίστηκε, κατευθυνόμενο προς μία ορισμένη μορφή έργου. Φτάνει στο σημείο, τρόπος του λέγειν, να πάρει το επινοούμενο από το χέρι τον ίδιο τον δημιουργό και να του υποβάλλει άλλες κατευθύνσεις από τις προβλεπόμενες. Και τούτο ανεξάρτητα τελικά, από το αν αυτό που είχε αρχικά στο νου του ο συγγραφέας, επιτελέστηκε ή όχι. Γιατί συμβαίνει αυτό, αν υποθέσουμε ότι συμβαίνει; Διότι τα επινοημένα πρόσωπα, οι σχέσεις τους, η λαλιά τους, αυτό που εκείνα βλέπουν, σκέπτονται και παραδίδουν στον θεατό ή στον αθέατο αφηγητή, όταν υποστασιοπούνται σε μια μυθοπλασία, αποκτούν αυτόματα τον δικό τους τρόπο να στοχάζονται, όπως έλεγε ο Μίλαν Κούντερα στο δοκίμιό του «Η σοφία του μυθιστορήματος»i. Έναν τρόπο, ενίοτε διαφορετικό από εκείνον του συγγραφέα. Και με τη «σοφία» που έχουν και που είναι συνυφασμένη με τη βαθύτητα της γλώσσας τους, μπορούν να «βεβαιώσουν» ή να «πλανέψουν» τον δημιουργό τους (παρασύροντάς τον), πείθοντάς τον ότι η ιστορία που έγραψε είναι καλύτερα να μείνει ως έχει ή, αντίθετα, να αφήσει ανοίγματα και άκρες και να προϊδεάζει (μαζί με τον συγγραφέα και τον αναγνώστη) για τη συνέχειά της. Ούτως ή άλλως, αυτοτελείς ιστορίες και αυτοτελή έργα δεν είναι δυνατό να υπάρξουν κυριολεκτικά· είναι μια από τις αυταπάτες της εκάστοτε θεωρίας που ονειρεύεται πάντοτε ως υποχείριό της τη φαντασία αλυσοδεμένη σαν θηρίο ανήμερο! Κάθε ιστορία, κάθε αφήγηση, είναι λίγο ως πολύ ανοιχτή, πράγμα που σημαίνει ότι οι λογαριασμοί που ανοίγει δεν αφορούν μόνο σε ό,τι θα προκύψει ως συνέχειά της, αλλά και σε ό,τι έχει ήδη προκύψει ως επιτελεσμένο και υποτίθεται κλειστό και τελειωμένο. Αυτός ο πολλαπλός διάλογος που το έργο δεν μπορεί να ανακόψει παρά μόνο με τον θάνατό του, είναι και η ύψιστη τύχη και το μεγαλύτερο ρίσκο του συγγραφέα, όσο και αν τυχαίνει συχνά να μην το αντιλαμβάνεται άμεσα ο ίδιος ή να το παρακάμπτει. Ένας αναγνώστης προνομιακόςΈχοντας ο Δημήτρης Νόλλας ολοκληρώσει το προηγούμενο βιβλίο του, Το ταξίδι στην Ελλάδα (2013), είναι εύλογο ότι έγινε κι αυτός ένας αναγνώστης του. Υποθέτω ότι ξαναδιαβάζοντάς το ένιωσε πώς ο κόσμος του μυθιστορήματος ασφυκτιούσε μέσα στο ρούχο της συγκεκριμένης μυθοπλασίας, όπου είχε κλειστεί. Ποιος κόσμος; Ο μετά τον εμφύλιο εξαντλημένος κόσμος της Θεσσαλονίκης και της γύρω μακεδονικής ερειπωμένης ενδοχώρας, που ήδη, με τις ευλογίες και προτροπές του κράτους, μετανάστευε στο Βέλγιο και έπειτα στη Γερμανία. Ακόμα, οι αρριβίστες του μετεμφυλίου και τα παντοειδή του αθύρματα (πέρα από τις ρητές ή τις υπόγειες «ιδεολογικές» συνάψεις) που βγήκαν από τα λαγούμια τους, κερδοσκοπώντας πάνω στην ικανότητα της πολιτικής εξαλλαγής. Όλοι με άλλα λόγια και όλα που μπήκαν στην κρεατομηχανή της μεταπολεμικής ελλαδικής ιστορίας. Και επιπλέον: τα ίδια τα δεδομένα που έσερναν πίσω τους τα πρόσωπα της μυθοπλασίας, η μοίρα και το όραμα ζωής τους. Προπάντων η ημιτελής σχέση με ό,τι άφησαν πίσω τους παίρνοντας το δρόμο της υπερορίας: το πνεύμα της συνάφειας με τον οικείο αλλά και κάτι ακόμα ισχυρότερο, το πνεύμα των τόπων. Με τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν και που, ευλόγως, ήταν περισσότερο αντιληπτή στον ίδιο τον δημιουργό τους, του έλεγαν παραινετικά πώς ό,τι εκείνος περίμενε να επιτελεστεί ως νόημα του μυθιστορήματος, παρέμενε εκκρεμές. Για τούτο και υποθέτουμε ότι η σχεδιαζόμενη τριλογία με τον υπότιτλο «Δύσκολοι Καιροί» δεν αναγγέλθηκε εξαρχής, στην πρώτη έκδοση του 2013, αλλά στην επανέκδοση του 2015, έτσι ώστε το δεύτερο μέρος της, το Μάρμαρα στη μέσηii, που, αν όχι αποκλειστικώς, πάντως κατά μέγα μέρος θα μας απασχολήσει στα επόμενα αυτής της κριτικής περιπλάνησης, να φανεί πώς αποτελεί ένα είδος συνέχειας του Ταξιδιού, συνεχίζοντας να «πλέχει μέσα στη νύχτα», φωτίζοντας γύρω του τα πάντα, κατά το διακειμενικό δάνειου του Νόλλα από το ωραίο ποίημα του Ανδρέα Εμπειρίκου «Στροφές στροφάλων»iii! Ωστόσο, αυτή η αλλαγή στο πρόγραμμα πλεύσης με προορισμό έναν τουλάχιστον τρίπτυχο μυθιστορηματικό διάπλου, είναι αλήθεια ότι δημιούργησε ήδη μια περίεργη σχέση ανάμεσα στα δύο πρώτα μέρη. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα Μάρμαρα σε σχέση με το Ταξίδι είναι ένα βιβλίο αναδίπλωσης και αναστοχασμού ή απόλογου. Αλλά προδρομικός απόλογος, με δεδομένη την έλευση ενός ακόμα τόμου που θα ολοκληρώνει την τριλογία, δεν θα είναι εκκρεμής και εν ταυτώ άκυρος;Οπωσδήποτε στα μυθιστορηματικά μέρη που ήδη γνωρίζουμε, είναι βασική η συμβολή του πολυτεχνίτη Αρίστου Καραμπίνη, ενός νέου που η παρουσία του, ενεργή, σκιώδης ή παρασκηνιακή, κινεί σε σημαντικό βαθμό τις τύχες της μυθοπλασίας, ακόμα και όταν ο ίδιος έχει πεθάνει, κάτω από συνθήκες για τις οποίες δεν γνωρίζουμε και πολλά. Η παρουσία του έχει επιπλέον τη θέση κλειδιού για το σωτηριολογικό/ηθικό μήνυμα που ο συγγραφέας των Δύσκολων Καιρών επιζητεί με ένταση και πάθος να περάσει προς τον αναγνώστη, ασχέτως του αν γενικώς η κριτική υποδοχή των βιβλίων του Νόλλα έχει παρακάμψει αυτό το ζήτημα, τραυλίζοντας, νιώθοντας αμηχανία ή μη γνωρίζοντας με ποιόν τρόπο να το χειριστεί! Είναι αλήθεια ότι ανέκαθεν αυτός ο πράγματι ιδιόρρυθμος συγγραφέας (και ως διηγηματογράφος εννοώ, στα πρώτα βιβλία του) γοητευόταν από πρόσωπα τα οποία υποδύονταν διάφορους ρόλους και είχαν ποικίλα προσωπεία. Αν προσέξουμε, επί του προκειμένου, αυτό που μας μένει από τα πρόσωπα είναι σ’ ελάχιστο βαθμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους και σε μείζονα το ψυχικό τους στίγμα, οι συμπεριφορές τους, αυτό που λένε, αισθάνονται και εξωτερικεύουν. Εξάλλου, ο αινιγματικός και ρευστός τους χαρακτήρας σε τούτο ακριβώς βασίζεται: στο ότι συγκροτούμε, ως αναγνώστες την ταυτότητά τους ψηφίδα την ψηφίδα, και ταυτόχρονα την αναθεωρούμε, καθώς οι νέες ψηφίδες άλλοτε ταιριάζουν και άλλοτε δεν ταιριάζουν με το σχήμα που έχουμε φτιάξει στη φαντασία μας. Πράγμα που σημαίνει, τουλάχιστον για τις ιστορίες του Νόλλα, ότι η ευστάθεια είναι φενάκη, κάτι που υποδηλώνεται στα Μάρμαρα από τις πρώτες σελίδες τους, εκεί όπου ο αναγνώστης, έχοντας την παρέα του αθέατου αφηγητή, παρακολουθεί το ξεδίπλωμα της υποθετικής (διαχρονικής) τοιχογραφίας της Θεσσαλονίκης στο υπόγειο του Αερόστατουiv.Όπου ο οδυσσεϊκός Καραμπίνης...Ο οδυσσεϊκός, πολύμήχανος και πολυπρόσωπος Καραμπίνης, όπως τον γνωρίσαμε στα δύο πρώτα μέρη των Δύσκολων Καιρών, «το βάζει στα πόδια», δέκα χρόνια αφ’ ότου τελειώνει ο εμφύλιο, θέλοντας στην κυριολεξία να διαφύγει από τους κλειστούς ορίζοντες του αστυνομικού ελλαδικού κράτους και από την άγονη διελκυστίνδα δεξιάς-αριστεράς. Πηγαίνει για σπουδές στην αναγεννημένη από τις στάχτες της Γερμανία, αλλά αυτό που ουσιαστικά τον παιδεύει συνεχώς, κρατώντας τον σε μια μετέωρη κατάσταση είναι η κρίση ταυτότητάς του. Θα χρειαστεί τρία χρόνια μετά την πρώτη του αποδημία να επιστρέψει στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, να μαζέψει νέα βιώματα, να δει τον γενέθλιο τόπο του ξανά αλλά με διαφορετικό βλέμμα, το βλέμμα του μέτοικου που στρέφεται στο άγραφο και στο γραμμένο παρελθόν της ιστορίας, για να βρει εκεί την ελλείπουσα ενότητα. Για να φτάσει κάποια στιγμή να γίνει εύγονη η ώριμη μαθητεία του στη συναίσθηση του τόπου, στις κλητεύσεις της εποχής, στην αίσθηση της πατρίδας. Η δεύτερη αποδημία του προς τη Γερμανία είναι για να κόψει τα τελευταία βαρίδια που τον κρατούν δέσμιο των συμβάσεων. Και ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο που ένα από τα κεντρικά συμβολικά θέματα στα Μάρμαρα, είναι η τοιχογραφία στο ημιυπόγειο ταβερνείο του Αερόστατου, στην οποία και ήδη αναφερθήκαμε. Είναι ενδεχομένως μια μορφή υπόδηλου απολογισμού της ζωής του και συγκερασμού της ιθαγένειάς του. Την τοιχογραφία την κάνει μετά τη δεύτερη αποδημία του στη Γερμανία, σε μια περίοδο που τα έχει χάσει όλα, όντας πλάνης, πένης και εν τούτοις ελεύθερος μέσα στην περιθωριακότητά του. Η διαφορά μεταξύ πρώτης και δεύτερης αποδημίας βρίσκεται στο ότι, ενώ στο Ταξίδι ο Αρίστος είναι ένα άμεσα δρων πρόσωπο που επιστρέφει στην εξακολουθητικά ερειπωμένη Ελλάδα του ΄60, περιφερόμενος στη Θεσσαλονίκη και στη γύρω περιοχή, στα Μάρμαρα, εξακολουθεί να είναι δρων μόνο μέσω της μνήμης εκείνων που τον γνώρισαν και τον έζησαν στο περιβάλλον των Ελλήνων του γερμανικού Μύνστερ. Και πως αλλιώς, αφού πλέον είναι απών ως φυσική παρουσία, καθώς, σύμφωνα με τα πλαγίως ιστορούμενα δολοφονήθηκε μπλεγμένος σε μια χρηματοπιστωτική απάτη! Αλλά τόσο ο γεμάτος οξύτατες αντιφάσεις, γοητευτικός βίος αυτού του μπήτνικ στη ζωή και σταλινικού κομμουνιστή στις ιδέεςv, όσο και τα έργα του (εκτός από την τοιχογραφία, υπάρχει μια ημιτελής αυτοβιογραφία του με τον αινιγματικό τίτλο 999), αν προσέξουμε καλύτερα αποτελούν κομβικά σημεία όπου διασταυρώνονται και δένονται οι ζωές και τα πεπρωμένα όσων έχουν πρώτο ή δεύτερο ρόλο στο έως τώρα δίπτυχο μυθιστόρημα. Οι ζωές τόσο των ανδρών όσο και, ιδίως, των γυναικών. Χωρίς δηλαδή τον Αρίστο Καραμπίνη όλα θα εξελίσσονταν τελείως διαφορετικάvi.Είπαμε προηγουμένως ότι τα Μάρμαρα είναι ένα βιβλίο περίσκεψης, κυρίως για τη μοίρα των λίγων «ευλογημένων» ανθρώπων, που για λόγους μιας μυστήριας, προσωπικής ιδιοσυστασίας, ή μιας κλήτευσης, έχουν ανακαλύψει ότι δεν μπορούν να ζήσουν με το κοπάδι και έχουν βαλθεί να βρουν τη μονιά τους. Όχι αφαιρετικά, με ένα εκ των άνω υπερβατικό όραμα που τους αποσπά από το ανθρώπινο, αλλά μ’ ένα όραμα που γειώνει το υπερβατικό μετατρέποντάς το σε ασκητική του σώματος. Η αναζήτηση αυτή δεν είναι, όμως, κάτι το καινοφανές στα βιβλία του Νόλλα. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, τουλάχιστον, ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς τύπους στην πεζογραφία του είναι αυτός του πρόσφυγα, του μέτοικου, του παρία, ακόμα κι αν είναι πρόσφυγας ή παρίας στον ίδιο τον τόπο του ή «πρόσφυγας» που αναγκάστηκε να ξεκόψει από τη ματαιότητα και το μάτωμα της πολιτικής διαμάχης άλλων εποχών. Μολονότι είναι οι περισσότεροι από αυτούς «μονιάδες», δεν είναι ασφαλώς ίδιοι. Πλάι στο απόλυτο των ασκητικών τύπων υπάρχει το άλλο απόλυτο, των αγγέλων εξολοθρευτών, των φορτωμένων από φόβους και ενοχές που για να τις εξαλείψουν, ρίχνονται, ακόμα πιο πολύ τρελαμένοι από τον τρόμο των εγκάτων της συνείδησης που ξυπνούν και στήνουν χορό, στη βία και στα φονικά. Πράγμα που θα το δούμε αμέσως, αν ανατρέξουμε σε ορισμένα από τα μυθιστορήματα του Νόλλα, λ.χ. στο Ο άνθρωπος που ξεχάστηκε (1994) ή στο Ο καιρός του καθενός (2010), δύο ιστορίες που εφάπτονται με το είδος του θρίλερ και που έχουν άμεση σχέση με την προδοσία, δηλαδή την εγγεγραμμένη βαθιά μνήμη μας καταδολίευσης με πολιτικές συνδηλώσεις. Αν και, για να πάμε λίγο πιο πέρα, οι τέτοιες πολιτικές συνδηλώσεις εδώ παίρνουν τον χαρακτήρα του τιμωρού ηθικού κανόνα. Έτσι, οι ιδέες νιώθουν ασφαλείς και εξαπλώνονται πατώντας σε πτώματα ή συσσωρεύοντας πτώματα!Η φυσική και η ηθική τάξη (και η αταξία) των πραγμάτωνΑλλά τόσο σ’ αυτά όσο και σε άλλα, προγενέστερα βιβλία, και βέβαια στα δύο μέρη της εξαγγελθείσας τριλογίας, στο Ταξίδι στην Ελλάδα και στα Μάρμαρα, όλα όσα συμβαίνουν, ιερά και ανίερα, έχουν δύο σημαδιακές, αλληλένδετες αφετηρίες: αναπτύσσονται γύρω από κάποια διακυβεύματα ηθικής τάξεως, τη φιλία, την αγάπη, τη θυσία, τη συναίσθηση του άλλου, τη συντροφικότητα, αλλά και την προδοσία, την εξαπάτηση, την εκμετάλλευση και, κατά δεύτερο ακολουθούν μια γραμμή αναζήτησης της αρχέγονης ενότητας ιθαγένειας και τόπου. Παρ’ ό,τι οι αφετηρίες των ιστοριών του Νόλλα είναι σταθερές και αναγνωρίσιμες και παρ’ ότι τα βασικά πρόσωπα ―όσα επιλέγει με τη φαντασία του― τα διαπνέει σχεδόν πάντοτε κάτι το οριακό που τα κάνει να είναι μοιραία, ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται και μυθοποιεί υπόκειται σ’ ένα είδος «άναρχης βούλησης». Είναι ένας τρόπος με αιφνιδιασμούς και άλματα, πολλές φορές περιδινούμενος στα ίδια πράγματα χωρίς επαρκή λόγο και, σαν να δανείζεται στοιχεία από την ταυτότητα των οριακών του προσώπων, γίνεται κι αυτή έντονα θυμική. Κρίνει και κατακρίνει μέσω του αθέατου αφηγητή, σατιρίζει, παίρνει θέση σε όλα, αλλά όχι εν τω γίγνεσθαι. Αργότερα, τηρώντας τις αποστάσεις εκείνες που τον βάζουν σ’ ένα απυρόβλητο, αφού ούτως ή άλλως στην ιστορία έχουν γίνει όσα είναι να γίνουν. Η έντονα κριτική στάση του συγγραφέα ως αφηγητή απέναντι στα πλάσματά του δεν οφείλεται κατα τη γνώμη μου μόνο στην προγραμματική τους αστάθεια, στο ότι έχουν φτιαχτεί για να δείχνουν ότι βρίσκονται σε κατάσταση μιας συναισθηματικής διάχυσης και κρίσης, και επομένως στο ότι είναι ψυχικώς ευάλωτα, όπως θα δούμε αναλυτικότερα πιο κάτω. Κυρίως οφείλεται στο μη ολοκληρωμένο της ύπαρξής τους μέσα στο μυθιστορηματικό υφάδι, στην σχετική έλλειψη αυτονομίας τους, καθώς εκχωρούν πάντοτε ένα μέρος της ταυτότητάς τους, των μυστικών τους, των σκέψεών τους και πάνω απ’ όλα των αναμνήσεών τους, στη δικαιοδοσία του παντογνώστη και πανταχού παρόντος αφηγητή. Υπάρχουν δι’ εκείνου, και μόνον έτσι. Φερ’ ειπείν, είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στο Μάρμαρα στη μέση, όπως και στο Ταξίδι στην Ελλάδα άλλωστε, ο περί ου ο λόγος αφηγητής μιλάει εξ ονόματος όλων, αναφέρεται πλαγίως στο παρελθόν τους στην Ελλάδα ή στη Γερμανία, βλέπει μέσα από το βλέμμα τους, στρέφεται προς τον αναγνώστη και του παραδίδει τις σκέψεις και τους προβληματισμούς που «υπέκλεψε», ενσω-ματώνοντας στην πλάγια αφήγησή του εδώ κι εκεί, όταν αυτός κρίνει πότε, τον ευθύ λόγο του κάθε προσώπου. Είναι λοιπόν ένα είδος αφηγητή και ύψιστου ρυθμιστή.Όμως αυτή η παντογνωσία του, η σοφία του αν θυμηθούμε τον Κούντερα, αφού από την άλλη μεριά ο αφηγητής στον Νόλλα είναι το μάτι του Θεού, λέω μήπως επιτείνει την ήδη υπάρχουσα βεβαιότητα των ασταθών ψυχικά προσώπων της ιστορίας, όπως και συνακόλουθα τη ρευστότητα του μνημονικού τους πεδίου. Στις πρώτες σελίδες των Μαρμάρων ο Μπάμπης Τσερνέσης, τώρα έμπορος προϊόντων λατομείου άλλοτε προξενικός υπάλληλος στο Ντύσσελντορφ της Γερμανίας, από τα δεύτερα πρόσωπα του βιβλίου, κατεβαίνει, μη έχοντας τι άλλο να κάνει, στο κελάρι-ταβέρνα του Μύνστερ, στο Αερόστατο. Και εκεί περιεργάζεται την εκτεταμένη αλλά χαοτική ως προς τη σύλληψη και την εκτέλεσή της τοιχογραφία του, μεταξύ άλλων και αγιογράφου, Καραμπίνη. Τοιχογραφία που αναπαριστάνει μ’ έναν δημιουργικό αναχρονισμό το φανταστικό πανόραμα της πόλης της Θεσσαλονίκης που, καθ’ όλα αινιγματικώς, εμφανίζεται ως το άλλο μισό ή το σιαμαίο μισό της μεσαιωνικής πόλης της Μεσευρώπης. Η λεπτομερειακή εστίαση, προϊόν ασφαλώς των γνώσεων που απέκτησε ο Καραμπίνης για την βυζαντινή εικονογραφία, αναδεικνύει κινήσεις, πρόσωπα, εκφράσεις, ενός πλήθους ανθρώπων που κατευθύνονται ανακόλουθα, σε πείσμα της διαδοχικής ανέλιξης που επιβάλλει η λογική της Ιστορίας, συγχέοντας τα πρότερα και τα ύστερα, το κίνημα των Ζηλωτών του 1343 με το κίνημα του Αναβαπτισμού του 1535 στη Γερμανία. Μήπως όμως ―λέμε εμείς τώρα― βγαίνοντας από το κάδρο του βιβλίου, μήπως αυτό το ανακάτεμα προβάλλει και τις καταβολάδες, τα βιώματα και τις πεποιθήσεις του ίδιου του Καραμπίνη, τις ελλαδικές και τις γερμανικές; Όπως και να έχει, είναι εμφανές ότι ο Μπάμπης δεν καταλαβαίνει και πολλά από αυτό που βρίσκεται απέναντί του, τον βλέπουμε να απορεί, να τα έχει χάσει, οπότε με ταχύτατες διαδικασίες αναλαμβάνει να περιηγηθεί την τοιχογραφική αφήγηση, να κάνει τις ιστορικές αναγωγές και τις συγκρίσεις, «παραμερίζοντας» τον κεχηνότα Μπάμπη, ο ίδιος αυτός που τον δημιούργησε, ο ιθύνων νους του μυθιστορήματος και υπεύθυνος για τις τροπές του! Μάλιστα, αυτή η εστίαση στην τοιχογραφία του Αερόστατου του δίνει την ευκαιρία να δώσει από την αρχή τα διαπιστευτήριά του στον αναγνώστη, να διατυπώσει τις απόψεις του για την τάξη και την αταξία του κόσμου, για την κυκλική φορά που ακολουθεί η τύχη των φαινομένων, καθώς, όπως ομολογεί,τέτοιου είδους αφηγήσεις και έργα [...] ούτε αρχή έχουν ούτε τέλος, ούτε πολύ λιγότερο μέση, ακριβώς όπως όλα τα πράγματα της ζωής εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υπάρχουν χωρίς μύτη και κώλοvii, πράγμα που κάνει δυνατό να τα αφηγηθεί κανείς σαν μια καλοσχεδιασμένη μαθηματική ευθεία. Απροσδιόριστα και βέβαια, απρογραμμάτιστα και χαοτικά, όπως τα ταξίδια του νου, μπαίνουν και βγαίνουν, ανεβαίνουν και κατεβαίνουν, έρχονται και φεύγουνviii.Η παντογνωσία του αφηγητήΜια φαντασμαγορική αποδελτίωση αυτής της χαοτικής ρευστότητας που εμφανίζεται τόσο στις ζωές των ανθρώπων ―οι πιο ενδιαφέροντες από αυτούς δείχνουν να είναι κυνηγημένοι συνεχώς από κάτι, ορατό ή αόρατο― όσο και στις ενδότερες σκέψεις τους, μεταγγίζεται στα Μάρμαρα στη μέση από έναν αφηγητή που, όπως είπαμε και όπως θα ξαναπούμε στη συνέχεια, όχι μόνο δεν μέμφεται την αταξία αλλά, ίσα ίσα, εναβρύνεται να πιστεύει στην αξία της, καθώς η αταξία προοιωνίζεται το άλλο. Αυτό δηλαδή που ως κοσμολογική σύνθεση την ξεπερνάει, αλλά κι αυτό που όταν περνάμε στο μικρογραφικό πεδίο της αφηγηματικής αναπαράστασης κάνει τον συγγραφέα έναν μικρό θεό! Πεισματικές εμμονές του Νόλλα; Ίσως. Αλλά, αναφερόμενος στο 999, το ημιτελές βιβλίο του Αριστείδη Καραμπίνη, που το περιεχόμενο του αποτελεί εγκιβωτισμό της μιας αφήγησης στην ευρύτερη άλλη, τα νήματα των οποίων όμως κινεί ο ίδιος ιθύνων νους, ο μεταμφιεσμένος Νόλλας κάνει ένα σκωπτικό αυτοαναφορικό σχόλιο. Δείχνοντας με το σχόλιο αυτό την απόλυτη διάθεσή του να ελέγχει τα πάντα, τοποθετώντας έναν οιονεί αυτόπτη μάρτυρα στη μυθοπλασία των ιστοριών του ―εδώ των Μαρμάρων― ο οποίος έχει το παμμέγιστο προνόμιο να ανατρέχει σε γεγονότα ή μύχιες σκέψεις ή κουβέντες που κανένα από τα άλλα πρόσωπα δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Και πώς να το κάνει αφού δεν έχει το χάρισμα της παντογνωσίας; Και την ίδια στιγμή δείχνει το πόσο ελάχιστα υπολογίζει τις αφηγηματικές συμβάσεις, με πρώτη απ’ όλες την περίφημη αυτοτέλεια των προσώπων εκείνων που θα ανέβαζε κάποιος άλλος στη σκηνή απελευθερώνοντας τα και προσφέροντας τη δική τους φωνή:Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί πως ο ίδιος ο συγγραφέας και αφηγητής της ιστορίας δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να κρυφτεί πίσω από κάποιον άλλον μυθιστορηματικό χαρακτήρα. Κάθε φορά που εισέβαλε στο κείμενο, το έκανε όπως κάποιος που δεν είχε καμία υποχρέωση να δώσει λογαριασμό σε κανέναν για το τι δουλειά έχει μέσα σ’ εκείνη τη σελίδαix. Αλλά ανάλογα μαρτυρούνται και στο προηγούμενο βιβλίο, το Ταξίδι στην Ελλάδα, όπου ο ίδιος παντεπόπτης αφηγητής αγκυροβολεί μεν συμβατικά στην εποχή στην οποία ο Αρίστος, λίγο πριν από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, φθάνει στη Θεσσαλονίκη, αλλά σκιώδης όπως είναι, πηγαίνει με χαρακτηριστική ευκολία πίσω μπρος, φτάνοντας στα της κατοχής και του Εμφυλίου, όπως ακριβώς ο διαρρέων τα πάντα χρόνος και η σαρωτική φαντασία έχουν την ικανότητα να κάνουν: Ας μη μας παραξενεύει πως ο αφηγητής του 1963 έχει την ικανότητα να εποπτεύει και τα προηγηθέντα εκείνης της τρέχουσας χρονικής στιγμής, αλλά και τα μελλούμενα. Ο επινοημένος αφηγητής του συγκεκριμένου Ταξιδιού στην Ελλάδα δεν έκοψε ποτέ εντελώς, η απότομα, τους κάβους αυτής της επινοημένης ιστορίας από τον μώλο του ρεαλισμού και τις σταθερές του. Σκοπός του δεν ήταν ο πραγματικός και ευαίσθητος αναγνώστης ν’ αποστρέψει το πρόσωπό του από αυτό του συγγραφέα, αλλά να κάνει τα πάθη του Αρίστου Καραμπίνη και δικά του πάθηx.Από τις πρώτες αυτές σελίδες, λοιπόν, ο Νόλλας μάς εισάγει σ’ ένα ιδιότυπο σύμπαν, στατικό αλλά και συνάμα ασταθές, ακίνητο, αλλά και ιλιγγιώδες ως προς την ταχύτητα και την πολυπλοκότητα των συνειρμών, που τα νήματά τους και τη «λογική» του κινεί τελικά αυτός ο ίδιος! Αν θελήσουμε λ.χ. να εντοπίσουμε την κίνηση στο κατά πως περιεργάζεται ο κάπως μουδιασμένος Τσερνέσης την αφήγηση της τοιχογραφικής αναπαράστασης, η κίνηση είναι αλλού: την κάνει με διαβολεμένο κέφι, ενθουσιασμό και ποιητική ενόραση ο αθέατος και πανταχού παρών ευρισκόμενος αφηγητής. Μας παίρνει από το χέρι, νοερά, και μας κατευθύνει προς την τοιχογραφική σύνθεση του Καραμπίνη, αφήνοντας στην άκρη το υποτιθέμενο βλέμμα του Τσερνέση. Και μ’ αυτή τη γρηγοράδα που συνδυάζει τα φαινομενικώς αντίστροφα ιστορικά γεγονότα, δείχνοντας πόσο το παρελθόν ανήκει στο μέλλον και πόσο το παρόν κουβαλάει συνεχώς πάνω του αυτό που το γέννησε, αντιλαμβανόμαστε ότι τα πάντα ανήκουν στον χρόνο, ότι όλα είναι χρόνος ―κι όχι το αντίστροφο―. Και πράγματι, για να περάσουμε τώρα στο μυθιστορηματικό πεδίο των Μαρμάρων, οι κινήσεις των προσώπων, οι κινήσεις των προσώπων της ιστορίας του Νόλλα στον χώρο, όπου υποτίθεται ότι ζουν, είναι ελάχιστες, ενώ αντίθετα, περισσεύει η διάθεσή τους να ακινητούν στοχαζόμενα ή να αναπτύσσουν μονολογικά το πώς αντιλαμβάνονται την κατάστασή τους, η οποία συνήθως είναι έκρυθμη, νευρωσική, γεμάτη εσωτερικές εντάσεις, προερχόμενες μάλλον από το ότι τα περισσότερα (μήπως όλα τα πρόσωπα που είναι «συμβεβλημένα», σύμφωνα με τα δεδομένα του βιβλίου, με το εμπορευματικό δούναι και λαβείν;) τα βασανίζει διαρκώς ένα ανικανοποίητο, μια δυσαρέσκεια γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτά που κατάφεραν.Σ’ αυτή την περίεργη αθυμία είναι βουτηγμένοι ως το λαιμό ο έμπορος προϊόντων λατομείου Γιάννης Πολυχρονόπουλος και ο ήδη γνώριμός μας, συνεργάτης και έπειτα συνεταίρος του, Μπάμπης Τσερνέσης. Επιφανειακά είναι κυριευμένοι από μια δυσαρέσκεια, καθώς αποδεικνύονται κακοί έμποροι, όταν σε όντως άσχημη συγκυρία αποφασίζουν να διασχίσουν τα ταραγμένα από εθνικούς και θρησκευτικούς σοβινισμούς Βαλκάνια, πλαγιοφέρνοντας τη βομβαρδισμένη και κατόπιν συστηματικού διεθνούς σχεδίου διαμελισμένη Γιουγκοσλαβία, για να συνοδεύσουν το φορτίο ενός μεγάλου μαρμάρινου μπλοκ, εξορυγμένου πρόσφατα, ως τη Γερμανία. Αλλά στο βάθος, ίσως, αυτό πού τούς στενοχωρεί δεν είναι η απώλεια του οικονομικού κέρδους, είναι κάτι περισσότερο. Αυτό το ίδιο το μάρμαρο που έφεραν ως εδώ, στο Μύνστερ, παρατώντας το σ’ ένα παραποτάμιο χωράφι, μοιάζει να τους απορρυθμίζει, να τους ρίχνει σε μια κατάσταση ψυχοσωματικής κρίσης, καθώς η λευκότητά του εμψυχώνει συμβολικά την ακατανόητη θλίψη που αισθάνονται για την απουσία ενός ζωτικού κέντρου στην ύπαρξή τους! Αν μέσω της τέχνης η ύλη που εξορύχτηκε από το λατομείο της Αττικής μεταμορφώθηκε σε ένα είδος μεταμφίεσης του ιερού, το μάρμαρο αυτό, δυνάμει, γίνεται με την καθαρότητά του ένα απείκασμα της ιθαγένειας. Και αντίστροφα, η εγκατάλειψή του αναδεικνύει ακόμα πιο έντονα την ευτέλεια και ποταπότητα της χρηματικής συναλλαγής. Ακόμα και ο άθυμος Μπάμπης Τσερνέσης νιώθει άβολα και δυσφορεί μπροστά στη βουλιμία του μικροαπατεώνα Καυκάσιου ταξιτζή, του Κοζάκου, ο οποίος εμφανίζεται ως η φωνή της κερδώας λογικής, θυμίζοντάς μας τον άλλο κερδώο του Ταξιδιού, τον Πίζα, τον μικρασιάτικης καταγωγής τοκογλύφο στο Ταξίδι στην Ελλάδα. Και για μεν τον Κοζάκο, η στάση του συγγραφέα απέναντί του είναι ολοφάνερη με τον σατιρικό τρόπο που τον παρουσιάζει, γελοιογραφώντας τον, ενώ για τον Πίζα δεν έχει επίσης κρύψει τα λόγια του, αφού σε μια συνομιλία λίγο πριν από την έκδοση των Μαρμάρωνxi, όπου υπερασπίζεται ένα είδος προσωπικής ασκητικής συσπείρωσης η ένα είδος ηθικοπολιτικού modus vivendi, σχολιάζει την αντινομία που υπάρχει μεταξύ του Καππαδόκη τοκογλύφου και της πατρίδας του: με το να υμνεί «το χρήμα σκανδαλίζει με αυτή τη χαοτική αντίθεση, ανάμεσα στο επάγγελμά του και στον τόπο καταγωγής τουxii»! Και είναι σε τέτοια σημεία που ο Νόλλας παίρνει την πιο αιχμηρή, αντιρρητική του θέση: Αν μια κοινωνία δεν έχει στο κέντρο της να τη συνέχει αυτό πού την υπερβαίνει, η κοινωνία αυτή είναι καταδικασμένη να έρπει ανάμεσα στο ευτελές και το μεροφάι κι όχι να οραματίζεται και να πραγματοποιεί τα μεγάλαxiii. Ένα βιβλίο ηθελημένα έκκεντρο πού γυρεύει το κέντρο του Όσο κι αν στο Ταξίδι δεν έλειψαν οι προς τα ένδον αναστροφές και αναγωγές, ενισχυμένες μάλιστα, όπως δείξαμε προηγουμένως, από τις συχνότατες ανόδους του αθέατου αφηγητή στο προσκήνιο της ιστορίας, με σκοπό να συνοψίσει ή να συνδέσει τα κομμάτια τηςxiv, υπήρχε ένα εμφανές δέσιμο της μυθοπλασίας, έτσι ώστε να συνδέονται οι κάθετες τομές με τις παρεμβάσεις και τα αυτοσχόλια του συγγραφέα. Το Μάρμαρα στη μέση είναι ένα βιβλίο ακόμα περισσότερο έκκεντρο από το προηγούμενο, με ένα πλήθος διάσπαρτων παραβολών, τις οποίες χρησιμοποιεί ο Νόλλας για να περάσει προς τον αναγνώστη τις εμμονές του, οι οποίες, στο κάτω κάτω, είναι η ιδιοσυστασία του, ο λόγος που γι’ αυτόν ξεχωρίζει το ηθικό του στίγμα μέσα στην πεζογραφία των τελευταίων δεκαετιών, μια πεζογραφία πού συνήθως αποποιείται την ευθύνη της, περιγράφοντας απλώς το ευανάγνωστο! Είναι λοιπόν τα Μάρμαρα ένα βιβλίο απολογισμού, και, για να πούμε ευθέως, τα καθέκαστα της μυθοπλασίας του είναι πιο συγκεχυμένα απ’ όσο του Ταξιδιού, μια και ο συγγραφέας διάλεξε ως σκηνικό της μυθοπλασίας του μια γερμανική πόλη και επιλέγοντας επίσης τον εστιασμό σε πρόσωπα και σε κοντινές σκηνές ενός περιορισμένου χώρου ή και ενός δωματίου. Πρώτ’ απ’ όλα, οι χαρακτήρες του βιβλίου αυτού φτιάχνουν μια μικρή παροικία Ελλήνων στο Μύνστερ. Ωστόσο, από την άλλη μεριά, είναι ελαχιστότατες οι αναπαραστάσεις εμβληματικών σημείων του χώρου στον οποίο απλώνεται ἡ πόλη, ενώ ακόμα πιο ελάχιστα –μόνο ένα-δύο, ο Χάινριχ, πρώην μνηστήρας της Ουρανίας και η Ουγγαρέζα πρώην σύζυγος του Αρίστου Καραμπίνη– είναι τα άλλης καταγωγής πρόσωπα του μυθιστορηματικού θιάσου. Πιο πολύ όμως από όλα αυτά, έχει σημασία ότι η αφηγηματική πυξίδα του Νόλλα ακουμπάει στο Μύνστερ, αλλά δείχνει η βελόνα της διαρκώς προς τα κάτω, προς τα νοτιοανατολικά, προς την Ελλάδα, κάτι πού το σημειώνει και η πανταχού παρούσα αφηγηματική του περσόνα, υπονοώντας ίσως ότι η παραμονή στη Γερμανία είναι μια αναγκαία σύμβαση για να γίνει πιο έντονη η αίσθηση του νόστου. Ο αναγνώστης παρακολουθεί στο βιβλίο μια δέσμη ενδοσκοπήσεων που όλες μαζί συνιστούν το μέγα ζητούμενο της επιστροφής, δηλαδή της αναζήτησης ενός στέρεου εδάφους, ενός τόπου, μιας πατρίδας. Από όπου και το πρόταγμα στην αρχή αρχή των Μαρμάρων «και έτι τόπος εστί»xv, με την έννοια ότι παρά τα όσα συνέτρεξαν στα τελευταία 70-80 χρόνια εξακολουθεί να υπάρχει ένας φιλόξενος χώρος, ένα χαμένο για πολλούς από τούς πλάνητες κέντρο που πάντοτε περιμένει να «κατοικηθεί» από όσους νιώθουν την έλλειψή του και την ανάγκη να κουρνιάσουν σ’ αυτόxvi. Ότι ανήκουν σ’ έναν τόπο που δεν είναι φτιαγμένος με τα ιδεολογικά/ψευδή υλικά της ιστορίας και της εποχής, αλλά με εκείνα μιας «αστείρευτης δίψας για το υπερβατικό»xvii, δηλαδή για το λογικά ασύλληπτο και απόλυτο, όπως ακριβώς είναι τα λόγια του αφηγητή όταν θέλησε να περιγράψει τι εννοεί ως επιστροφή στην περίπτωση της ασκητικής Ουρανίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο αποκτά αναδρομικά ένα διαφορετικό, παραβολικό και ίσως πολιτικό, στην ευρύτερή του έννοια, νόημα και η συμβουλή που έδωσε στο Ταξίδι στην Ελλάδα η Χρυσάνθη στον Αρίστο, ερχόμενη στην Ελλάδα του ’63 και προτού εξαφανιστεί δια παντός. Του είπε, «φεύγε και σώζου», χρησιμοποιώντας ως δάνειο την υποτιθέμενη θεϊκή προτροπή πού άκουσε στο όνειρό του ο ησυχαστής Ἀρσένιοςxviii, ως απάντηση στο δίλημμά του αν θα μπορούσε να ζήσει ταυτόχρονα συμβατικά και ασύμβατα. «Η προτροπή της σωτηρίας δια της φυγής», έρχεται να συμπεράνει ο αφηγητής στα Μάρμαρα, «δεν μπορεί παρά να σήμαινε, στο στόμα της Χρυσάνθης τουλάχιστον, πως είναι η απομάκρυνση από το βάρος των υλικών πραγμάτων που μπορεί να εκτιμηθεί σωτήρια και να αποβεί τέτοια». Με τέτοια δάνεια φράσεων από πατερικά, ευαγγελικά και βιβλικά κείμενα, ενσωματωμένα οργανικά στον πλάγιο λόγο του Νόλλα, είναι στην κυριολεξία κατάστικτα τα πρόσφατα βιβλία του, ενώ εκ παραλλήλου δημιουργείται με τον ερμηνευτικό εκτενή σχολιασμό τους από τον συγγραφέα μια υβριδική μορφή αναστοχαστικού και απολογητικού δοκιμίου για θέματα ατομικής και κοινωνικής ηθικής που έρχεται και «συμπληρώνει» ή υπομνηματίζει την ίδια τη μυθοπλασία. Το πόση σπουδαιότητα έχει για τον Νόλλα αυτός ο υπομνηματισμός (ερήμην βέβαια των προσδοκιών του αναγνώστη) φαίνεται και από το ότι από τη μέση περίπου των Μαρμάρων και έπειτα ο γνώριμός μας παντογνώστης αφηγητής μοιάζει να μην ασχολείται ιδιαίτερα με το αν υπηρετούν ή όχι οι παρεμβάσεις του τη στερεότητα και τη συνοχή της ιστορίας! Κάνει απολύτως του κεφαλιού του...Η επιστροφή ως απάντηση στην κρίσηΟ νόστος λοιπόν, η νοσταλγία για τον γυρισμό, αλλά για κάτι πού είναι και συνάμα δεν είναι χειροπιαστό και που κυριεύει ιδίως τα ευάλωτα και ασταθή πρόσωπα του μυθιστορήματος, δεν περιορίζεται στην αναπόληση ενός γεωγραφικού σημείου στον χάρτη. Σημαίνει επιπλέον αυτή η επιστροφή ένα ξεγύμνωμα, μια απόρριψη των περιττών, μια επιθυμία απαλλαγής από τα επαχθή βάρη του ευδαιμονισμού, όπως τον γνωρίζουν ως πραγματιστικό ιδεώδες οι δυτικές κοινωνίες. Όταν η Χρυσάνθη λέει στον Αρίστο «φεύγε και σώζου», εμμέσως τον προτρέπει να πάρει των ομματιών του, γιατί κινδυνεύει να χωνευτεί (και να χαθεί) μέσα στις συμβατικές και νοσηρές σχέσεις πού διαπλέκονται γύρω του. Ο Νόλλας βλέπει αυτό το ξεγύμνωμα, την απέκδυση, σαν μια μορφή «αγιοσύνης» των ελαχίστων –για τα ελάχιστα πού όμως είναι κατ’ αυτόν και τα ουσιωδέστερα. Είναι η ίδια αγιοσύνη πού βλέπουμε στα Μάρμαρα να έχει συνεπάρει και ανυψώσει την Ουρανία, οσοδήποτε κι αν αυτό δεν δίνεται ολοκληρωμένα από τον συγγραφέα, καθώς η αφήγηση έτσι όπως είναι ενορχηστρωμένη, με συνεχείς παλινδρομήσεις και παρεκβάσεις, αφήνει πολλά κενά, πολλά ημιτελή και άλλα τόσα μετέωρα. Η Ουρανία θα έλεγα ότι εν τέλει είναι το απείκασμα της Χρυσάνθης, η διαδοχή της, σε μια σειρά απεικασμάτων ή αντικαθρεφτισμάτων, που ο αρεσκόμενος στις μεταμφιέσεις, στις παρενδυσίες και στις ανά ζεύγη παρουσίες Νόλλας, τα μοιράζει, ενσωματώνοντάς τα σε διάφορες ιστορίες του, υποδηλώνοντας έτσι ότι υπάρχει ως πηγή πολλών μυθοπλασιών του ένα σταθερό κινητήριο κέντρο ομότροπων ιδεών, εμμονών και φόβωνxix. Για να περιοριστούμε στα τελευταία δύο βιβλία του, πράγματι η Χρυσάνθη και η Ουρανία είναι παρεμφερείς περσόνες, με παρόμοια ψυχικά χαρακτηριστικά, όπως παρεμφερείς είναι οι δύο υπηρέτες της κερδώας λογικής που προέρχονται από τον ασιατικό περιφερειακό ελληνισμό, ο Πίζας και ο Κοζάκος, ή, ακόμα, όπως ο Αρίστος Καραμπίνης με τον Αποστόλη, τον πρώην αρραβωνιαστικό της Χρυσάνθης στο Ταξίδι μοιάζουν να είναι ο ένας η συνέχεια του άλλου, διαφέροντας κατά μία περίπου εικοσαετία! Ανάλογο ζεύγος, πάλι στο Ταξίδι, είναι η Βασιλική και η αδελφή της, Χρυσάνθη, οι οποίες μάλιστα μοιάζουν τόσο ή δίνουν την εντύπωση πώς μοιάζουν τόσο ώστε ο Αρίστος ξεγελιέται κι όταν φθάνουν με το τραίνο στη Θεσσαλονίκη και εξαφανίζεται ἡ Χρυσάνθη, εκείνος παραδίδει τη βαλίτσα της στη Βασιλική, γιατί νομίζει ότι είναι η ίδια. Τέλος, είναι αδύνατο να μη σημειώσω τον έως ταυτίσεως με τον συγγραφέα, αδελφικό άλλο αφηγητή, ο οποίος, όπως άλλωστε σημειώσαμε προηγουμένως, ξεπετάγεται όπου και όποτε θέλει στη ροή της υποτυπώδους έτσι κι αλλιώς μυθοπλασίας, χωρίς να λογαριάζει τίποτε, αποσυντονίζοντας την ίδια τη συμβατική «λογική» συνοχή της –όσο μπορούμε να πούμε ότι στέκει αυτή στα πόδια της– και δείχνοντάς μας με τις παρεμβάσεις και τις παρεκβάσεις του ότι η επιδιωκόμενη σύνθεση στις ιστορίες του Νόλλα δεν βγαίνει από την εναρμόνιση αλλά από την άρρητη «τάξη του χάους».[Μάιος, Οκτώβριος 2016]Αλέξης Ζήρας Βλ. και Αλέξης Ζήρας, «Μαθητεία στο μυθιστόρημα», περ. Γράμματα και Τέχνες, τχ. 53 (Νοέμ.-Δεκ. 1987), σ. 5-6Δύσκολοι καιροί [ΙΙ]. Μάρμαρα στη μέση, Ίκαρος, Αθήνα 2015, 144 σελ.Βλ. εδώ την πρώτη στροφή του ποιήματος: «Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις / Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες / Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων / Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες / Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια / Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες / Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες / Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.» Ενδοχώρα (1997).Τι ευφυής αντίθεση! Ένα αερόστατο που ανεβάζει στον αιθέρα τα σκοτεινά σπλάχνα μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας.Κατά τα λεγόμενα της Ουγγαρέζας, πρώην γυναίκας του.Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσαμε να πούμε και για το Ταξίδι στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας την περσόνα του Αρίστου με εκείνη της Χρυσάνθης. Χωρίς την εμφανή ή την αφανή αναφορά στη Χρυσάνθη, το βιβλίο δεν θα ήταν το ίδιο. Βλ. και την παρατήρηση του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη: «Ποια είναι λοιπόν η Χρυσάνθη που σκιαγραφείται εν τη απουσία της και προκαλεί γενική συστράτευση; [...] Όσο απουσιάζει αναζητείται και γίνεται το απαραίτητο υποπόδιο της αφήγησης», bookpress.gr, 3 Ιουν. 2013.Κατά πως έλεγε ο Μάριος Χάκκας στο Κοινόβιο.Μάρμαρα στη μέση, σ. 20Μάρμαρα στη μέση, σ. 64Αναφέρεται από τον Λάκη Παπαστάθη: Εφημερίδα των Συντακτών, 5 Ιουν. 2013. Το απόσπασμα προέρχεται από το Ταξίδι στην Ελλάδα, σ. 177«Αν ζούμε σήμερα σαν [;] υποκριτές, αύριο θα ζήσουμε σαν [;] θύματα», εφ, Το Βήμα/Βιβλία, 22 Μαρτ. 2015. Συνομιλία του Δ. Ν. με τον Γρηγόρη Μπέκο.Ο.π. 4 Στην άλλη άκρη αυτού του κόσμου που ζει με το όραμα του κέρδους, ο Νόλλας εγκαθιστά τόσο τη Χρυσάνθη του Ταξιδιού στην Ελλάδα όσο και την Ουρανία των Μαρμάρων, την κόρη του Γιάννη Πολυχρονόπουλου, η οποία δωρίζει τα πάντα για να «έχει».Μάρμαρα στη μέση, σ. 132Ευθύγραμμη και κατά χρονική ακολουθία εξιστόρηση δεν θυμάμαι να υπάρχει σε κανένα μυθιστόρημα ή σε καμιά νουβέλα του Νόλλα, ίσως ούτε καν σε διήγημά του. Ιδίως στα εκτενή του πεζά, όλα τα μέρη της μυθοπλασίας κινούνται και μετακινούνται διαρκώς, όπως οι τεκτονικές πλάκες σεισμογενούς υπεδάφους.Φράση από την παραβολή του Μεγάλου Δείπνου, κατά τον ευαγγελιστή Λουκά (κεφ. 14, 16-24): «Τότε οργισθείς ο οικοδεσπότης είπε τω δούλω αυτού: έξελθε ταχέως εις τας πλατείας και ρύμας της πόλεως, και τους πτωχούς και ανάπηρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε. Και είπεν ο δούλος, Κύριε γέγονεν ως επέταξας και έτι τόπος εστί».Ο δάσκαλος του Νόλλα, Στέλιος Ράμφος, θα τον ονόμαζε μάλλον Τόπο υπερουράνιο (1975), όπως είναι ο τίτλος του πρώτου του βιβλίου με την επιστροφή του στην Ελλάδα. Τα δεδομένα, πάντως, πείθουν για το ότι με τον τίτλο του βιβλίου του ὁ Ράμφος παραλλάσσει με τον δικό του τρόπο την εμβληματική έννοια του «χαμένου κέντρου» πού πρότεινε στο γνωστό του κείμενο για τον Σεφέρη και τις αναζητήσεις του ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος. Βλ. την πρώτη δημοσίευση στο Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής (1961), σ. 86-146. Τώρα, ασφαλώς όχι τυχαία, το υπερουράνιο είναι η πατρίδα της Ουρανίας αλλά και της Χρυσάνθης του Νόλλα.Μάρμαρα στη μέση, σ. 120.Πρόκειται για την θρυλική, μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση, μορφή ενός Ησυχαστή του τέλους του 4ου αιώνα μ.Χ. που οσιοποιήθηκε. Η φράση «φεύγε και σώζου» είναι μια από τις εκδοχές πού βρίσκονται στα σχετικά αγιολογικά κείμενα. Μια άλλη είναι, «Ἀρσένιε, φεύγε τους ανθρώπους και σώζου»!Αυτά τουλάχιστον από Το πέμπτο γένος (1988) κι έπειτα, καθώς σ’ αυτή τη νουβέλα παρουσιάζεται για πρώτη φορά τόσο έκτυπα η αγωνία για την απουσία της κοινωνικής συνοχής στη σύγχρονη Ἑλλάδα, αλλά και ἡ συναφής αγωνία για την έλλειψη μιας γνώσης του τι σημαίνει ιθαγένεια.Περισσότερα
-
«Ονειρεύτηκα πως πέθανα» Νίκος Κούνδουρος (1926-2017)
Ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Έλληνες σκηνοθέτες, ο Νίκος Κούνδουρος, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 90 ετών.Ο Νίκος Κούνδουρος γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης το 1926. Σπούδασε ζωγραφική και γλυπτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Οι δύο πρώτες του ταινίες "Μαγική πόλη" (1954), και "Ο δράκος" τον καθιέρωσαν με το πέρασμα του χρόνου ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες σκηνοθέτες. Έχει σκηνοθετήσει 11 ταινίες που έχουν όλες συμμετάσχει και βραβευτεί σε ελληνικά και διεθνή φεστιβάλ (Φεστιβάλ Βενετίας, Βερολίνου κ.λπ.). Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρίας Ελλήνων Σκηνοθετών. Το 1998 εξέδωσε τον τόμο "Stop Carre" με μακέτες, σχέδια, stills και φωτογραφίες από τα πρόσωπα, τα σκηνικά και τα κοστούμια των ταινιών του. Το 2009 κυκλοφόρησε η αυτοβιογραφία του από τον Ίκαρο, με τίτλο Ονειρεύτηκα πως πέθανα. Άλλοτε σε πρώτο ενικό, κι άλλοτε αποστασιοποιημένος σαν παρατηρητής, ο συγγραφέας, ανατρέχει σε μνήμες εξήντα χρόνων και εξιστορεί με τεχνική που παραπέμπει σε κινηματογραφικό μοντάζ το παραμύθι της ζωής του.Τον Φεβρουάριο του 2014 τιμήθηκε με ειδική πλακέτα από την Εταιρεία Σκηνοθετών.Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο:«...τώρα που αρχίζω να βλέπω κάποιο τέλος θέλω να πω και τούτο. Νιώθω μια σχεδόν χριστιανική συγγνώμη, για ανθρώπους και πράγματα, ο χρόνος σοφός και αδυσώπητος βάζει τη δικιά του τάξη χωρίς να ρωτάει και χωρίς να περιμένει απάντηση. Σας χαιρετώ.[...]Είμαι ακόμα σε κάποια αρχή ή στο τέλος του ταξιδιού μου; Δεν μπορώ να φτιάξω πια δικές μου ιστορίες και καταφεύγω στα εύκολα. Στο παρελθόν, στην τυμβωρυχία, στο ξέθαμα παλιών τάφων, μαγεμένος από το προσμενόμενο ξάφνιασμα, τι να ‘ναι άραγε κάτω από αυτήν την πλάκα, κάτι που ξέρω, κάτι ξεχασμένο, κάτι που πέθανε οριστικά ή κάτι που ζει ακόμα κρυμμένο σε μια χαραμάδα του μυαλού και περιμένει; Παντού φαντάσματα. Άνθρωποι-σκιές, πρώην ζωντανοί. Και σε κάποια σκοτεινή άκρη, να το, κάτι παραμονεύει, μπορεί καλό, μπορεί κακό, μα τίποτα πια δεν με φοβίζει. Η μνήμη, χαλαρή, κάνει τα πάντα να σμίγουν σε μια γιορτή, απρόσιτη στους άλλους, στημένη μόνο για μένα. Αφήνω μια εικόνα και πιάνω μιαν άλλη που θα την αφήσω κι αυτή στη μέση, σαν τα ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης που οι τραγουδιστάδες δε λένε ποτέ τον τελευταίο στίχο, γιατί κάθε τέλος σέρνει μια θλίψη. Τις αγάπες, τους έρωτες, τα πείσματα, τις προσδοκίες, τους φίλους, τους φόβους. Και τέλος το θάνατο. Το θάνατο των άλλων και το θάνατο το δικό σου. Εδώ τελειώνω, όπως το άρχισα τούτο το συναξάρι της ζωής, μισό αληθινό και μισό ψεύτικο. Έτσι καθώς ταιριάζει στο νου μου, που έμαθε να φτιάχνει ιστορίες και παραμύθια με ανθρώπους και με φαντάσματα. Γιατί η αλήθεια η δικιά μου είναι μόνο δικιά μου και τις αλήθειες των άλλων πάλι εγώ τις αλέθω όπως θέλω, και όπως με βολεύει. Βοηθάει και η θολούρα τόσων χρόνων και η ύπουλη μνήμη που δε ρωτάει, παίζει τα δικά της παιχνίδια, διαλέγει ό,τι θέλει και τα άλλα τα πετά στην αιώνια και οριστική λησμονιά. Μια μυστηριακή δύναμη αποφασίζει, χωρίς να με ρωτήσει, χωρίς να τυραννιέται από αμφιβολίες και πισωγυρίσματα. Όμως δε θα ξεχάσω όσους αγάπησα κι όσους με αγαπήσανε. Ένας αρχαίος σεβασμός τους προστατεύει και με προστατεύει από τη λησμονιά. Ζήστε για να μας θυμάστε, πάλι η κουβέντα της μάνας. Μείνε ήσυχη μάνα, σκέφτηκα τότε. Και τώρα το ίδιο σκέφτομαι. Μείνε ήσυχη μάνα».Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Χρήστος Γιανναράς: «Είμαστε σκλάβοι των “εφφέ”, των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών “ειδήσεων”».
Ο Χρήστος Γιανναράς, με αφορμή την έκδοση των δυο πιο πρόσφατων βιβλίων του Οντολογία του προσώπου (Προσωποκεντρική οντολογία), και Ενθάδε-Επέκεινα (Απόπειρες οντολογικής ερμηνευτικής), συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Γιάννη Χατζηγεωργίου στο περιοδικό Φιλgood της εφημερίδας Φιλελεύθερος στην Κύπρο.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Ο φιλόσοφος, πανεπιστημιακός, στοχαστής και ―κυρίως― ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες πνευματικούς ανθρώπους της Ελλάδας συνεχίζει, σε μία από τις σπάνιες του συνεντεύξεις, να παραμένει αιχμηρός, τολμηρός, ενίοτε και «αιρετικός», θέτοντας με παρρησία νέα ερωτήματα για σκέψη σε κάθε του απάντηση.Το σαλόνι του συγγραφέα και ενός από τους σημαντικότερους για το δημόσιό του λόγο και τα συγγράμματά του σύγχρονου Έλληνα στοχαστή, φιλόσοφου και καθηγητή φιλοσοφίας (στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, αλλά έχοντας διδάξει φιλοσοφική ορολογία και μέθοδο, πολιτική φιλοσοφία και πολιτιστική διπλωματία σε πανεπιστήμια του Παρισιού -είναι, άλλωστε, διδάκτωρ φιλοσοφίας της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Σορβόνης-, της Γενεύης, της Λωζάνης, της Νέας Υόρκης, της Βοστώνης, του Βελιγραδίου κλπ) δεν είναι γεμάτο από βιβλία, μελέτες -πόσω μάλλον από την πλούσια, δική του, βιβλιογραφία- αλλά, αντίθετα, από κορνιζαρισμένες φωτογραφίες αγαπημένων του προσώπων, αναμνήσεις από κάποια ταξίδια του, από μικρά, αλλά, σίγουρα, πολύτιμα, για εκείνον, αντικείμενα. Είχε πολύ κρύο εκείνο το βράδυ Παρασκευής που συναντηθήκαμε, στο μικρό δρομάκι που ζει και εργάζεται, απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους, στη Νέα Σμύρνη. «Είχαν δίκιο οι παλιοί που έφτιαχναν τα σπίτια με μικρά παράθυρα και όχι τζαμαρίες», μου ανέφερε κάποια στιγμή χαμογελώντας. Με κέρασε ούζο μαστίχα, έβαλε κι εκείνος ένα ποτήρι – «είναι ό,τι πρέπει γι’ αυτές τις θερμοκρασίες», είπε και κάθισε στην πολυθρόνα, πλάι στο τζάκι. Με ρώτησε κάποια πράγματα για την Κύπρο, μου ανέφερε συγκεκριμένα ονόματα πολιτικών επιχειρηματολογώντας για την καλή ή κακή γνώμη που είχε για ορισμένους, καταλήγοντας πως «το άδειο μας το πρόσωπο η Κύπρος το πληρώνει» και μένοντας για λίγο σιωπηλός. «Ο Σαββόπουλος ήταν καίριος με αυτό του το στίχο», κατέληξε.Γράψατε πριν από λίγες μέρες σε ένα κείμενό σας: «Στην ελλαδική κοινωνία τίποτε δεν καινουργείται με το πέρασμα του χρόνου. H απροκατάληπτη, στοιχειωδώς ρεαλιστική σκέψη αποκλείει και την ελπίδα. Ξέρουμε την ανθρώπινη ποιότητα των διαχειριστών της ζωής μας, την αποτελεσματικότητα των θεσμών και λειτουργιών του δημόσιου βίου, τους νόμους της ζούγκλας που κυριαρχούν στο πολυ-υμνημένο πολιτισμικό μας “παράδειγμα”. Όλα αποκλείουν την ελπίδα». Επομένως να περιμένουμε την απόλυτη καταστροφή στο μέλλον; Και μέχρι ποιου σημείου;Αυτό που προσωπικά συμπεραίνω, κύριε Χατζηγεωργίου, από την Ιστορία και την ανθρώπινη εμπειρία, είναι ότι μόνο η ρεαλιστική επίγνωση της πραγματικότητας μπορεί να γεννήσει την έκπληξη μιας ανάκαμψης. Οι ελπίδες των Ελλήνων το 1821 ήταν μηδενικές: η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε συντριπτική υπεροπλία και η εξουσιαστική ισχύς της «Ιεράς Συμμαχίας» στον ευρωπαϊκό χώρο απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο εξέγερσης ενάντια στις κατεστημένες ισορροπίες. Ανάλογη συντριπτική ανισότητα υπήρχε και στην αναμέτρηση των Ελλήνων με τις «Δυνάμεις του Άξονα» το 1940. Και στις δύο περιπτώσεις η έκπληξη γεννήθηκε από τον συνεπή και ολοκληρωτικό απελπισμό των Ελλήνων: ήξεραν τι κινδύνευαν να χάσουν και τους ήταν αδιανόητο να το χάσουν. Σήμερα γαντζωνόμαστε στην «αισιοδοξία» –δεν τολμάμε να απελπιστούμε, γιατί δεν έχουμε τίποτα πολύτιμο να υπερασπίσουμε. Το πιο πολύτιμο σήμερα για μας είναι τα «ατομικά δικαιώματά» μας και η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής μας ευχέρειας. Όμως αυτά μπορούμε λίγο-πολύ, να τα διατηρήσουμε και υπόδουλοι –στους Τούρκους ή στις «Αγορές».«Mοιάζει η “κρίση” αυτή τη φορά να μην είναι περιπτωτική και περιστασιακή, πολλά, πάμπολλα σημάδια μαρτυρούν μάλλον μιαν ακατάσχετη δυναμική ιστορικού τέλους του Eλληνισμού». Ακούγεται τρομακτικό αυτό που γράφετε –η αναφορά σας σε «τέλος». Σα να έχει χαθεί κάθε ίχνος ελπίδας, αισιοδοξίας για το μέλλον…Σας φαίνεται ίσως υπερβολή η αναφορά σε ιστορικό τέλος. Σκεφθείτε όμως: υπάρχει σήμερα κάποιο στοιχείο, κάποιο προσόν, που χαρίζει η ελληνικότητα στον Έλληνα (τον Ελλαδίτη ή τον Κύπριο ή τον απόδημο) και που είναι τόσο πολύτιμο, ώστε χωρίς αυτό η ζωή του να μην έχει πια νόημα; Άρα, ένα στοιχείο για το οποίο είναι έτοιμος να πεθάνει, για να μην το χάσει; Όταν οι Κύπριοι πολιτικοί σήμερα παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων, ή όταν οι ελλαδίτες πολιτικοί παραδίδουν τη χώρα τους σε ταπεινωτική επιτροπεία, δηλαδή σε ολοσχερή απεμπόληση της εθνικής ανεξαρτησίας, κυριαρχίας, αυτοδιάθεσης, σας σκανδαλίζει να μιλάμε για «ιστορικό τέλος» του Ελληνισμού;Μιλώντας για «τους Κύπριους πολιτικούς που παζαρεύουν τους όρους που θα καταστήσουν την τουρκική μειονότητα και τους εισβολείς ρυθμιστές της ζωής των Ελλήνων», αναφέρεστε και στο «τέλος του κυπριακού ελληνισμού» στο οποίο ορισμένοι υπερθεματίζουν από την αρχή σχεδόν των τελευταίων -κρίσιμων- συνομιλιών για το κυπριακό;Δεν αναφέρομαι σε πρόσωπα, αναφέρομαι στο γεγονός των «διαπραγματεύσεων». Στον αδιανόητο παραλογισμό ένα ανεξάρτητο, υποτίθεται, κράτος, μέλος της Ε.Ε, με δημοκρατική εκλεγμένη ηγεσία, να παζαρεύει τον αυτοχειριασμό του, την υποταγή του στις εξωφρενικές απαιτήσεις μιας εγχώριας μειοψηφίας και στους εκβιασμούς από τους καταδικασμένους από όλους τους Διεθνείς Οργανισμούς βάναυσους κατακτητές. Ο Ελληνισμός έχει όλα τα δίκια με το μέρος του και, δυστυχώς, εκλέγει ηγέτες με σπιθαμιαίο ανάστημα για να υπερασπίσουν αυτά τα δίκια.Τι πρέπει να γίνει, επομένως, γενικότερα, για να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση –αν αλλάζει; Πρέπει να συμβούν σαρωτικές αλλαγές, δομικές; Εκτός του κράτους και των πολιτών;Με δεδομένη σήμερα τη θανατερή παρακμή του Ελληνισμού, είναι ουτοπικό να συζητάμε το τι «πρέπει» να γίνει. Έστω και αν συμφωνήσουμε σε κάποια «πρέπει» (που μοιάζει αδύνατο), ποιος θα τα επιβάλει στη συνέχεια; Τα κωμικά ανθρωπάρια που μας κυβερνούν; Τα δικαστήρια; Η αστυνομία;Οι πολίτες, ωστόσο, δεν φέρουν την κύρια ευθύνη για ό,τι συμβαίνει σήμερα, κύριε Γιανναρά; «Το εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας», γράφετε…Για ποιους πολίτες μιλάμε που φέρουν την ευθύνη της ατίμωσης και καταστροφής; Τα τελευταία 43 χρόνια -από το 1974- η εκπαιδευτική πολιτική, σε Ελλάδα και Κύπρο, μεθοδεύει συστηματικά την αγλωσσία και ακρισία των μαζών (πασίγνωστο ότι άνθρωποι χωρίς γλώσσα είναι άνθρωποι χωρίς σκέψη), την τέλεια διαστροφή της ιστορικής τους συνείδησης. Και η ραδιοτηλεοπτική λοιμική συμπληρώνει και ολοκληρώνει την εξαθλίωσή τους. Διότι μόνο ψηφοφόροι με χαμένη τη λογική τους, την κρίση τους και την αξιοπρέπειά τους, είναι δυνατό να συντηρούν ένα τόσο ευτελισμένο πολιτικό προσωπικό όσο αυτό που εκπροσωπεί τον Ελληνισμό, ελλαδικό και κυπριακό, τις τελευταίες δεκαετίες –με αλησμόνητη εξαίρεση πανελληνίως τον Τάσο Παπαδόπουλο. Αν έχει ευθύνη ο ελληνικός λαός για την καταστροφή και τη ντροπή όπου είναι σήμερα βυθισμένος, η ευθύνη του εντοπίζεται μόνο στο ότι δεν επαναστάτησε. Αλλά ακόμα και το ενδεχόμενο της εξέγερσης το ατίμασε και το γελοιοποίησε ο μηδενισμός και αμοραλισμός των τάχα «αριστερών προοδευτικών και εκσυγχρονιστικών δυνάμεων».Τι εννοείτε όταν αναφέρεστε σε «επανάσταση» και «εξέγερση»;Ένοπλες επαναστάσεις, όπως καταλαβαίνετε, είναι πια αδύνατον να συμβούν. Εννοώ, να αντιδράσουν οι βασικοί θεσμοί λειτουργίας της συλλογικότητας: οι δικαστικές αρχές, οι πανεπιστημιακές Πρυτανείες, οι δικηγορικοί σύλλογοι, οι εκπαιδευτικοί κάθε σχολείου, τα ιδρύματα και σωματεία πολιτισμού, να βγουν οι πολίτες στους δρόμους και να διαδηλώσουν την πίστη τους στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια. Δεν είναι δυνατόν να διακυβεύεται η ανθρωπιά των ανθρώπων και να τη διαπραγματεύονται πολιτικοί στους οποίους ποτέ κανείς δεν θα ανέθετε ούτε τη διαχείριση ενός περιπτέρου.Μήπως οι Έλληνες «πάσχουν» από ανωριμότητα, παρελθοντολογία, επιπολαιότητα στο χειρισμό δύσκολων καταστάσεων και «κακομαθησιά», σε σχέση με άλλους λαούς, όπως τους «κατηγορούν»; Μήπως το «ένδοξο παρελθόν» έκανε εν τέλει κακό στους σημερινούς κατοίκους της Ελλάδας;Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι σημερινοί Ελληνώνυμοι πάσχουμε μόνο ή κυρίως από ξιπασιά, ακριβώς όπως όλοι οι τριτοκοσμικοί απελεύθεροι, που τους γυαλίζουν οι χάντρες και τα καθρεφτάκια. Την πρόταση πολιτισμού που κόμισε και κομίζει ο Ελληνισμός στην ανθρωπότητα ούτε την καταλαβαίνουμε ούτε μας ενδιαφέρει –μας ενδιαφέρει μόνο το πρόστυχο κιτς που παράγει το Ελλαδέξ (ελλαδικό και κυπριακό) για τους τουρίστες. Ρωτήστε έναν βουλευτή του ΑΚΕΛ ή της «Νέας Δημοκρατίας» να σας απαντήσει: γιατί ο Παρθενώνας είναι μνημείο σημαντικότερο από τον Πύργο του Άιφελ ή από το Εμπάιαρ Στέιτ Μπίλντινγκ; Όταν από τη γενιά του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, των Καραολή και Δημητρίου, του Γρηγόρη Αυξεντίου ή από τη γενιά του Σεφέρη, του Ελύτη, του Τσαρούχη, του Μάνου Χατζηδάκι, μας χωρίζουν ελάχιστες δεκαετίες, σε ποιους παράγοντες μπορούμε να αποδώσουμε τη ραγδαία κατρακύλα του Ελληνισμού στον σημερινό εφιάλτη; Είναι περισσότερο από φανερό ότι σε μία χρονική περίοδο όπου η εξέλιξη της τεχνολογίας δημιούργησε πρωτοφανείς δυνατότητες εξουσιασμού των μαζών, τις δυνατότητες αυτές τις εκμεταλλεύτηκαν, σε κυρίως Ελλάδα και Κύπρο, άνθρωποι με ποιότητα τραγικά χαμηλή.Τι σχέση έχουν, πιστεύετε, οι Έλληνες της Ελλάδας με τους Έλληνες της Κύπρου; Πολλοί είναι εκείνοι που διαπιστώνουν διαφορετική νοοτροπία, λογικές και άλλου είδους αντιμετώπιση ιστορικών αντιξοοτήτων, άλλες αναφορές και τρόπο σκέψης…Θέτει ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα η ερώτησή σας: από την προσωπική μου πείρα, τις εντυπώσεις μου και τα διαβάσματά μου, έχω σχηματίσει τη γνώμη (χωρίς να μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι η σωστή) για μια καίρια διαφορά που υπήρχε, ως τα μέσα του 20ου αιώνα, του ελλαδικού Ελληνισμού από τον Ελληνισμό «της περιφέρειας», όπως έλεγαν τότε –τον αιγυπτιώτη, μικρασιατικό, ποντιακό, της Κριμαίας, των παραδουνάβιων περιοχών Ελληνισμό. Ο εκτός του ελλαδικού χώρου Ελληνισμός διέσωζε μάλλον μιαν αίσθηση υπεροχής της ελληνικότητας και καθόλου μειονεξίας έναντι των Ευρωπαίων της Δύσης. Αυτή η αίσθηση επέτρεπε στους Έλληνες να προσλάβουν τα επιτεύγματα της δυτικής Νεωτερικότητας για να υπηρετήσουν δικές τους ανάγκες, όχι για να μην υστερήσουν σε εκσυγχρονισμό από τους Ευρωπαίους. Έτσι η πρόσληψη δυτικών στοιχείων λειτουργούσε αφομοιωτικά και όχι μιμητικά, δεν μείωνε στο παραμικρό την ελληνικότητα των Ελλήνων η κριτική πρόσληψη δυτικών εθισμών και θεσμών –επέλεγαν, δεν πιθήκιζαν. Στην κυρίως Ελλάδα, δυστυχώς, εξαιτίας της Βαυαροκρατίας, μετά τον Καποδίστρια, και της μειονεξίας (μαζί και ξιπασιάς) που καλλιέργησαν οι κουΐσλινγκς της εποχής, οπαδοί του Κοραή, επικράτησε μια δουλική μειονεξία και νεκροφόρα μίμηση της Δύσης συνοδευόμενη με βαθιά περιφρόνηση για οτιδήποτε ελληνικό… Επειδή το θέμα είναι καίριο, θα μου επιτρέψετε να παραπέμψω σε ένα βιβλίο σχετικό που έχω γράψει, και έχει τον τίτλο: «Η Ευρώπη γεννήθηκε από το Σχίσμα», εκδόσεις «Ίκαρος».Ο κυπριακός Ελληνισμός, νομίζω, ότι ενσάρκωσε την ίδια συνείδηση υπεροχής έναντι της Δύσης, μέχρι την ανακήρυξη του νησιού σε ανεξάρτητο (;) κράτος. Η ενεργός ελληνική αυτοσυνειδησία των Κυπρίων γέννησε την τελευταία μεγάλη ανάσα του Ελληνισμού: τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν ξεχνώ, παιδί τότε, την εμβληματική μορφή του Πολύκαρπου Ιωαννίδη, που φορούσε, μια ζωή, φορεσιές από κυπριακό «αλαντζά» σαμποτάροντας το αγγλικό «κασμίρι».Αυτή η συνειδητή ελληνικότητα μοιάζει να χάθηκε οριστικά με την «ανεξαρτησία» της Κύπρου. Η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής.Γιατί βάζετε σε ερωτηματικό την ανεξαρτησία της Κύπρου; Και, επίσης, πού αναφέρεστε όταν λέτε πως «η κυπριακή κοινωνία μεταβλήθηκε ραγδαία και αδυσώπητα σε μια θλιβερή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής»;Σε μία συνέντευξη δεν είναι δυνατόν να παραθέσω τεκμηριωμένη και γι’ αυτό πειστική καταγραφή μιας κοινωνικής πραγματικότητας. Νύξεις τολμώ, που παραπέμπουν σε πιστοποιήσεις της κοινής εμπειρίας. Είναι φανερό, σε κάθε νοήμονα, ότι ο Ελληνισμός της Κύπρου έφτιαξε κράτος αλλά ανεξάρτητο το κράτος του δεν είναι, είναι δέσμιο της ισχύος ενός διεθνούς τρομοκράτη, της Τουρκίας, που αρνείται προκλητικά τα στοιχειώδη της λογικής και του Διεθνούς δικαίου, επιβραβευόμενος από τα «πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας Έθνη», τα δικά μας, των ξιπασμένων ινδάλματα. Όσο για τη θλιβερή κυπριακή απομίμηση της ελλαδικής παρακμής και ντροπής, είναι στο χέρι καθενός να πιστοποιήσει την παραλληλία. Τουλάχιστον στο επίπεδο νοημοσύνης και αξιοπρέπειας.Σε πολλά από τα κείμενά σας μιλάτε για «ελλαδίτες» και όχι για «έλληνες». Γιατί;Ναι, διότι η πλειονότητα του πληθυσμού, απλώς και συμπτωματικά, κατοικεί την ελληνίδα γη, με νοοτροπία και συμπεριφορές διεθνοποιημένου καταναλωτή. Ένας Ελλαδίτης σήμερα κάτω των 50 ετών, δεν καταλαβαίνει τον Παπαδιαμάντη ή τον Ροΐδη, δεν ξέρει τι σημαίνει «τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια». Όταν ακούει κανείς τα «ελληνικά» του Γιώργου Παπανδρέου, του Κώστα Σημίτη ή του Δημήτρη Χριστόφια και του Νίκου Αναστασιάδη πείθεται ότι μια ιστορία τρεισήμισι χιλιάδων χρόνων Ελληνισμού τελειώνει μέσα στην ντροπή.Δεν είναι πολύ σκληρό -ενδεχομένως και άδικο- αυτό που λέτε για τους συγκεκριμένους πολιτικούς;Αυτό, αγαπητέ κύριε Χατζηγεωργίου, ας αφήσουμε να το αποτιμήσει ο αναγνώστης μας. Το «ελληνικά» των πολιτικών μας τα κρίνω ως δάσκαλος, όχι ως οπαδός ή αντίπαλος.Ο ρεαλισμός ήταν πάντοτε η πυξίδα της σκέψης, της γραφής, της διδαχής σας; Ποτέ δεν ανατρέξατε στη… «μαγεία»;Νομίζω ότι εθιστήκαμε πια να λειτουργούμε καταναλωτικά και η καταναλωτική μας ευήθεια τρέφεται κυρίως με «εντυπώσεις». Και το πιο ασήμαντο ή άθλιο προϊόν μπορεί να διεκδικήσει τίτλους ποιότητας χάρις σε «περιτύλιγμα» που κερδίζει τις εντυπώσεις. Ακόμα και ένας εξόφθαλμα παρανοϊκός ή φαυλεπίφαυλος μπορεί να εκλεγεί πρωθυπουργός ή πρόεδρος Δημοκρατίας, αν ξοδέψει πακτωλούς για τη διαφήμισή του και πετύχει την «πλύση εγκεφάλου» των μαζών. Με αυτή τη «λογική» βαφτίζουμε «αισιοδοξία» ή «απαισιοδοξία», «ρεαλισμό» ή «ουτοπία», ό,τι θα ήθελαν να μας υποβάλλουν οι καλοστημένοι μηχανισμοί δημιουργίας των εντυπώσεων. Είμαστε σκλάβοι των «εφφέ», των συναισθημάτων, των ηχηρών πρωτοσέλιδων, της προπαγάνδας των τηλεοπτικών «ειδήσεων».Αναρωτιέμαι: όλα αυτά τα χρόνια υπήρξατε ποτέ «ασυνεπής» σε απόψεις σας, με το δικαίωμα του ανθρώπου που μπορεί να αναθεωρεί όσα παλαιότερα πίστευε εφόσον το γύρω περιβάλλον και οι συνθήκες αλλάζουν;Θα μου επιτρέψετε να παρατηρήσω ότι οι «απόψεις» ενός ανθρώπου, κάθε ανθρώπου, οι «γνώμες» του, οι «πεποιθήσεις» του είναι, κατά κανόνα, ατομικές επιλογές, προτιμήσεις, αρέσκειες με, κατά βάση, αυθαίρετο χαρακτήρα. Στο σημερινό πολιτισμικό «παράδειγμα» αυτή η αυθαιρεσία κατασφαλίζεται ως ατομικό «δικαίωμα» –οι συμβάσεις που κατοχυρώνουν τα ατομικά δικαιώματα έχουν την εξουσιαστική ισχύ νόμων «εξαναγκαστών κατά πάντων». Βάση, δηλαδή, του «πολιτισμού» μας είναι η κατασφάλιση της «ελευθερίας» ως ατομικού δικαιώματος επιλογών, νομική θωράκιση της ασυδοσίας των ενορμήσεων, ορέξεων, συμφερόντων. Γι’ αυτό και η προστασία των δικαιωμάτων, όταν θεμελιώνει τους όρους της συλλογικότητας, ταυτίζει τον πολιτισμό με τη βαρβαρότητα του ατομοκεντρισμού, όχι με το άθλημα ελευθερίας που είναι η κοινωνία των σχέσεων. Επομένως, ό,τι είναι ατομική επιλογή (απόψεις, γνώμες, πεποιθήσεις) το αλλάζουμε εύκολα. Ό,τι όμως είναι καρπός του αθλήματος αυθυπέρβασης, δηλαδή ελευθερίας από το «εγώ» προκειμένου να κατακτηθεί η κοινωνούμενη αλήθεια της σχέσης (της πίστης-εμπιστοσύνης, της αγάπης-αυτοπροσφοράς) δεν αλλάζει. Μπορεί να ωριμάζει η εκφραστική του σήμανση, αλλά ο σημαινόμενος στόχος δεν μεταβάλλεται.Σας χαρακτηρίζουν «φιλόσοφο» –πολλοί και «αιρετικό». Σίγουρα έναν από τους ελάχιστους της Ελλάδας που συνεχίζουν να αρθρώνουν λόγο. Τι σημαίνουν για σας τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί;Στην ελληνική παράδοση αποδίδουμε χαρακτηρισμούς που έχουν μετριοπάθεια, σεμνότητα. «Φιλόσοφος» δεν είναι ο σοφός, αυτός που κατέχει τη σοφία, είναι ο «φίλος» της σοφίας, ο εραστής της γνώσης, αυτός που αγαπάει την αλήθεια και την αναζητάει. Ο χαρακτηρισμός, επομένως, του «φιλοσόφου» είναι τιμή και έπαινος. Το νόημα της λέξης «αιρετικός» έχει σήμερα πολύ απομακρυνθεί από το αρχικό περιεχόμενο που οι Έλληνες απέδιδαν σε αυτή τη λέξη. Σήμερα η «αίρεση» παραπέμπει στην εκδοχή της αλήθειας ως ιδεολογίας, δηλαδή ως ατομικής επιλογής οριστικά (ή και αλάθητα) διατυπωμένων «πεποιθήσεων». Ο «αιρετικός» αμφισβητεί ή και αρνείται τους κώδικες βεβαιότητας της ιδεολογίας, έχει επιλέξει ατομικές «πεποιθήσεις» που δεν συντονίζονται με τις υποχρεωτικές για τους «πιστούς» οπαδούς της ιδεολογίας «αρχές» και βεβαιότητες. Έτσι η λέξη «αιρετικός» προσλαμβάνει σήμερα μάλλον θετικό περιεχόμενο: σημαίνει τον άνθρωπο που αμφισβητεί τα «αλάθητα» δόγματα των ιδεολογιών, τις κονσερβαρισμένες υποχρεωτικές «πεποιθήσεις». Σημαίνει τον άνθρωπο που ψάχνει για εμπειρική πρόσβαση στην αλήθεια. Αυτά, λοιπόν, περίπου, σημαίνουν για μένα οι χαρακτηρισμοί «φιλόσοφος» και «αιρετικός».Σε σχέση με τη θρησκεία έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά για τις απόψεις σας. Με απλά λόγια: τι σημαίνει για σας σήμερα ορθοδοξία; Ορθοδοξία καθιερώθηκε να ονομάζουμε την ελληνική εκδοχή της χριστιανικής Εκκλησίας, την ελληνική εμπειρία και μαρτυρία του εκκλησιαστικού γεγονότος. Η Εκκλησία δεν είναι μια επιπλέον, έστω «καλύτερη» από τις άλλες, θρησκεία. Είναι ένα γεγονός, ένας τρόπος, ένα πώς φανερώνει την αλήθεια –και «αλήθεια» είναι η ύπαρξη ελεύθερη από τον χρόνο, τον χώρο, τη φθορά, τον θάνατο. Οι Έλληνες είχαν ονομάσει «εκκλησία του δήμου», όχι απλώς μια γενική συνέλευση των πολιτών, αλλά την πράξη, το έργο του ποιείν τα πολιτικά: να πραγματώνουν οι πολίτες και να φανερώνουν την «πόλιν», δηλαδή έναν άλλο τρόπο ύπαρξης και συνύπαρξης που αποβλέπει όχι πια απλώς στην ανάγκη (στην κοινωνίαν της χρείας) αλλά στην αλήθεια (στην κοινωνίαν του αληθούς, στην κατά λόγον-αρμονίαν, κοσμιότητα). Με την ίδια αυτή ελληνική σημασία προσέλαβαν τη λέξη εκκλησία και οι Χριστιανοί: μια σύναξη που πραγματώνει και φανερώνει τον κατ’ αλήθειαν «τρόπο» της ύπαρξης και της συνύπαρξης, την ελευθερία από τις αναγκαιότητες των ατομοκεντρικών ενορμήσεων –ελευθερία της ερωτικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.Για το τέλος, μια ερώτηση -προσωπική μου απορία- σε έναν άνθρωπο σαν κι εσάς: ποιο είναι το νόημα της ζωής, κύριε Γιανναρά;Το νόημα της ζωής δεν μπορεί, ευτυχώς, να εντοπιστεί σε μια συνταγή, σε ένα δέον. Μπορούμε ποτέ να ζήσουμε τον έρωτα ακολουθώντας συνταγές, συμβουλές ή παραινέσεις; Το νόημα της ζωής, όπως ακριβώς και ο έρωτας, χαρίζεται σαν αντίδοτο στην άσκηση για την πραγμάτωση της ελευθερίας από το «εγώ». Γι’ αυτό και μέσα σε ένα πολιτισμικό «παράδειγμα» θεμελιωμένο στην απόλυτη προτεραιότητα θωράκισης του «εγώ», τόσο το «νόημα» της ζωής όσο και ο έρωτας είναι κατακτήσεις μόνο για λίγους πεισματάρηδες.Φωτογραφία: Πηνελόπη ΜασούρηΠερισσότερα
-
Ένα ποίημα με αφορμή την επέτειο θανάτου του Ζήσιμου Λορεντζάτου.
Σαν σήμερα, το 2004, ο συγγραφέας, λογοτέχνης και κριτικός λογοτεχνίας Ζήσιμος Λορεντζάτος, έφυγε από τη ζωή. Υπήρξε άνθρωπος με ιδιαίτερα χαμηλό προφίλ, ενώ η προσωπικότητά του άφησε έντονη πνευματική σφραγίδα στα ελληνικά γράμματα, ξεπερνώντας κατά πολύ την εποχή του. Με αφορμή τη σημερινή επέτειο από τον θάνατό του, διαβάζουμε ένα από τα λίγα ομοιοκατάληκτα ποίηματά του, το "Του κυρ Βοριά", που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο Ποιήματα (Ίκαρος, 2006) που περιέχει τις συλλογές Μικρά Σύρτις, Αλφαβητάρι και Συλλογή. ΤΟΥ ΚΥΡ ΒΟΡΙΑ Τυλίγοντας τα κύματαΣαν τις δαιμονισμένεςΓυρίζουν αφρισμένεςΤου μελτεμιού οι ανέμες Ολημερίς δεν έκοψεΗ πελαγίσια λύσσαΠου χάση κόσμου εφύσαΓραμμή στην πλώρη σου ίσα Μα το τιμόνι απόμεινεΣτα χέρια του λοστρόμουΣτα πιο γοργά του δρόμουΚαταμεσής του τρόμου Στις ξέρες γύρω τίποταΠαρά μονάχα ξύλαΚαι του θανάτου σκύλαΣτου κάβου τη μαυρίλα Τυλίγοντας τα κύματαΣαν τις δαιμονισμένεςΓυρίζουν αφρισμένεςΤου μελτεμιού οι ανέμες. * * * Μάνα νύχτα μέρα μένωΤον πνιγμένο να προσμένωΜε καμπάνα και τρισάγιοΣτο θαλασσινό μουράγιοΣτην τραγάνα στην αμμούδαΣτη σουρένα στη φυκιάδαΤον προσμένω μερονύχτιαΦασκιωμένο με τα δίχτυαΜοσχοθαλασσοπλυμένοΤης γοργόνας χαϊδεμένο Το μωρό που βρήκε οιμέναΤην παντοτινή του γέννα. Λίγα λόγια για τον Ζήσιμο Λορεντζάτο: Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, γιος του φιλολόγου και πανεπιστημιακού Παναγή Λορεντζάτου, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 1915. Όταν ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, παρακολούθησε μαθήματα στη Νομική και Φιλοσοφική σχολή και στη συνέχεια ασχολήθηκε με την κριτική μελέτη, τη μετάφραση και την ποίηση.Η πρώτη του ενασχόληση με τα γράμματα έγινε το 1936 με τη μελέτη Έντγκαρ Πόε "Οι εξαιρέσεις· Η φιλοσοφία της συνθέσεως· Η ποιητική αρχή", το οποίο αργότερα αποκήρυξε, και καθιερώθηκε με το βιβλίο του "Δοκίμιο Ι", για το ποιητικό έργο του Διονυσίου Σολωμού.Δημοσίευσε επίσης μελέτες για το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του Γιώργου Σεφέρη, του Κ.Π. Καβάφη, του Άγγελου Σικελιανού, του Δημήτρη Χατζή και άλλων. Στο χώρο της μετάφρασης ασχολήθηκε με συγγραφείς όπως οι Έζρα Πάουντ, Αντρέ Ζιντ και Ουίλλιαμ Μπλαίηκ.Τιμήθηκε το 1988 με το Α’ κρατικό βραβείο κριτικής-δοκιμίου, το οποίο δεν αποδέχτηκε, ενώ το 2001 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη για το σύνολο του έργου του.Έφυγε από τη ζωή στις 3 Φεβρουαρίου 2004. Περισσότερες πληροφορίες για τα βιβλία του Ζήσιμου Λορεντζάτου μπορείτε να διαβάσετε εδώ: http://ikarosbooks.gr/authors/lorentzatosΠερισσότερα