Νέα

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Σταυρούλα Παγώνα | Ένα Q&A με την αγαπημένη συγγραφέα, με αφορμή το νέο της βιβλίο «Ακόμα παιδί»

    Το Ακόμα παιδί της Σταυρούλα Παγώνα με τις εικόνες του Πέτρου Μπουλούμπαση ήρθε για να μας δείξει την πιο αστεία πλευρά των πραγμάτων!Μια συλλογή έμμετρων ποιημάτων γεμάτη χιούμορ, «χαοτικά ανεμυστήρια» και αφοπλιστική απλότητα. Γιατί όταν είσαι παιδί, ακόμη και τα σύννεφα της λύπης μοιάζουν πιο φωτεινά.Ας δούμε τι μας είπε η αγαπημένη συγγραφέας, με αφορμή την έκδοση του νέου της βιβλίου.Τι σε οδήγησε στη συγγραφή της συλλογής;Αγαπώ την παιδική ποίηση και θεωρώ ότι είναι αδικημένη στη χώρα μας…Οι ρίμες έχουν έναν μαγικό τρόπο να αγγίζουν τα παιδιά. Γράφοντας τα παιδικά τραγούδια για το Νησί της Φαντασίας, ήταν μια διαδικασία που την απόλαυσα πολύ… οπότε μια ποιητική συλλογή ήταν το καλύτερο επόμενο βήμα. Γέλασα πολύ γράφοντας κάποια από τα ποιήματα, οπότε σκέφτηκα ότι ίσως αυτό το εισπράξουν και τα παιδιά...Εάν ήσουν ακόμα παιδί ποια φράση θα ήθελες να αντικαταστήσει το «σε λίγο»;Χμ… Ο χρόνος είναι σχετικός και για τον κόσμο των παιδιών το «σε λίγο» μοιάζει πραγματικά βαρετό… Ας δοκιμάσουμε τα:Όσο χρειάζεται να προσγειωθεί ένας ελέφαντας που πέφτει με αλεξίπτωτο από ένα αεροπλάνο.Όσο παίρνει για να μετρήσεις όλες τις μαργαρίτες σε ένα λιβάδι.Οχτώ φορές ο γύρος της σελήνης με ποδήλατο.Όσο κάνει να λιώσει ένα παγωτό με ένα σεσουάρ.120 χρυσομυγοφτερουγίσματα.Το σίγουρο όμως είναι ότι οι μεγάλοι σήμερα τρέχουμε συνεχώς, πάντα απασχολημένοι με κάτι, και δυσκολευόμαστε να ακούσουμε τα παιδιά… Και το «Είμαι εδώ, σε ακούω» είναι μια καλή εναλλακτική.Ποια ήταν η θέση σου στο σχολείο; Ένιωσες ποτέ «μικρή και μόνη» μέσα σε μια τάξη;Ευτυχώς όχι… ήμουν από τα τυχερά παιδιά που είχα αρκετή αυτοπεποίθηση και ήμουν και καλή μαθήτρια… Μπορώ όμως να φανταστώ πόσο άσχημο είναι να σου συμβαίνει, και κανείς δεν πρέπει ποτέ να το βιώνει αυτό… Ένα ποίημα είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω για να ακουστεί μια μικρή φωνή υπέρ της συμπερίληψης...Έχεις κι εσύ «θίγμα»; Μικρές όμορφες χαριτωμένες ατέλειες;Ουουουου… με το τσουβάλι! Είμαι απίστευτα φάλτσα, τρέμω τα μαθηματικά, έχω στραβά δοντάκια και φοβάμαι ακόμα κάποιες φορές το σκοτάδι!Η παιδικότητα είναι κάτι που αποφασίζουμε να χάσουμε ή να κρατήσουμε μεγαλώνοντας;Έχω δηλώσει κατηγορηματικά στο παιδικό μου ημερολόγιο, όταν ήμουν 12 χρονών, ότι δεν πρόκειται να «μεγαλώσω» ποτέ! Και μέχρι στιγμής έχει πάει καλά… Αλίμονο αν χάσουμε την παιδικότητά μας… θα έχουμε χάσει τη χαρά της ζωής... και την ευκαιρία να βλέπουμε παντού ευκαιρίες!Αν μπορούσες να επιστρέψεις σε μια παιδική στιγμή σου, ποια θα ήταν;Να σας πω ένα μυστικό; Δεν έφυγα ποτέ για να επιστρέψω… απλά κλείνω τα μάτια μου και τα βλέπω όλα να ζωντανεύουν μπροστά μου… την αγκαλιά της μαμάς μου, τις βόλτες στο χωριό με το ποδήλατο, το παιχνίδι στη γειτονιά, τον εαυτό μου να χορεύει και να τραγουδάει μόνος του μπροστά από έναν καθρέφτη, τις Χριστουγεννιάτικες μυρωδιές στην κουζίνα μας… και τόσα άλλα!Τι πιστεύεις ότι λείπει σήμερα από τα σχολεία;Φαντασία, Ελεύθερη Σκέψη, Δημιουργικότητα, Συνεργατικότητα, Χαρά... είναι τα πρώτα που μπορώ να σκεφτώ.Υπάρχει κάποια στιγμή στη ζωή σου που ένιωσες πως «μεγάλωσες πολύ»;Ναι, κάποια στιγμή που αγαπημένο δικό μου πρόσωπο αντιμετώπισε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ευτυχώς πήγαν όλα καλά, και με το χιούμορ κρατηθήκαμε στα δύσκολα…Τι είναι αυτό που θα ήθελες να θυμούνται τα παιδιά, και που ίσως εμείς οι μεγάλοι έχουμε ξεχάσει;Την επαφή με τη φύση… Τη βαθιά γνώση ότι η γη είναι η πρώτη και μοναδική μας μητέρα…Τι ετοιμάζεις αυτόν τον καιρό;Μια σειρά από ιστορίες μυστηρίου, ένα βιβλίο με οδηγίες και tips δημιουργικής γραφής για παιδιά! Και φυσικά τις παρουσιάσεις για το «Ακόμα παιδί»! 
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Tom Percival | Ένα Q&A με τον δημοφιλή δημιουργό με αφορμή το νέο του βιβλίο «Το Θαύμα»

    Το Θαύμα, το ολοκαίνουργιο εικονογραφημένο βιβλίο του Tom Percival υμνεί την ομορφιά που κρύβεται στις μικρές καθημερινές στιγμές.Ο σημαντικός συγγραφέας και εικονογράφος μας παροτρύνει σε αυτό να εξερευνήσουμε τα συναισθήματά μας και να μοιραστούμε με τους αγαπημένους μας όλα όσα έχουν πραγματική αξία. Η χαρά ξεκινά από το μικρά!Ας μάθουμε λίγο περισσότερα για τον δημιουργό και το Θαύμα:Τι σε ενέπνευσε να γράψεις μια τέτοια ιστορία;«Νομίζω ότι συχνά κοιτάμε γύρω μας – ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – και βλέπουμε τις ζωές των άλλων να φαίνονται καλύτερες από τις δικές μας. Αλλά αυτό δεν είναι η αλήθεια. Χρειάζεται να αφιερώνουμε χρόνο για να εκτιμήσουμε τα καλά πράγματα που έχουμε στη δική μας ζωή. Αν εστιάσουμε στα θετικά της ζωής μας, μπορούμε να μάθουμε να είμαστε ευτυχισμένοι.»Υπάρχει ένα υπέροχο μήνυμα στην ιστορία: να αγαπάς αυτό που είσαι. Έχεις προτάσεις για το πώς μπορούμε να το δουλέψουμε αυτό με τα παιδιά;«Μου αρέσει πολύ η ιδέα να φτιάξουμε μια λίστα με πράγματα για τα οποία είμαστε ευγνώμονες. Κανένας μας δεν τα έχει όλα, αλλά αν εστιάσουμε στα καλά που έχουμε, μπορούμε να μάθουμε να είμαστε ευτυχισμένοι.»Εσύ τι απολαμβάνεις να κάνεις για να χαίρεσαι τη ζωή και τον εαυτό σου;«Λατρεύω να περνάω χρόνο στη θάλασσα και στα βουνά. Προσπαθώ όσο μπορώ να θυμάμαι πόσο τυχερός είμαι που μπορώ να βγω από το σπίτι και να πάω για μια πεζοπορία ή μια βουτιά στη θάλασσα.»Βρείτε όλα τα βιβλία του Tom Percival που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις  Ίκαρος.
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις · Κείμενα

    Θεόδωρος Κουρεντζής | Μια συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Χαμπίδη για την ποίηση και τη μουσική

    Με αφορμή την έκδοση της ποιητικής σύνθεσης Ανώτερη όλων το καλοκαίρι, ο Θεόδωρος Κουρεντζής συνάντησε τον Κωνσταντίνο Χαμπίδη και μοιράστηκε κάποιες σκέψεις του. Μίλησε για τον τρόπο εργασίας του και τη σχέση του με τη δομή και την αποδόμηση των ήχων. Τον ρόλο της σιωπής στην τέχνη, τον καθαγιασμό της λέξης και την καύση της γλώσσας. Σε μια συζήτηση εκ βαθέων, θίγονται θέματα που δύσκολα κάποιος διακρίνει εάν εν τέλει αφορούν την ποίηση καθαυτή ή τη μουσική: ο ψευδισμός του ονείρου, οι ιαχές, οι τελάληδες των παιδικών αναμνήσεων του Θ. Κουρεντζή, η σχέση του δημιουργού με τον ακροατή του, ο ήχος ως μία κοινή γλώσσα.[caption id="attachment_7307" align="aligncenter" width="2160"] © φωτογραφίας Olya Runyova Κωνσταντίνος Χαμπίδης Λόγω των βιωμάτων μου, αντιμετωπίζω την ποίηση σαν μουσική. Σαν να είναι μια αέναη προσπάθεια φθόγγων να πλάσουν εικόνα. Έτσι αντιμετώπισα και το ανάγνωσμα αυτό. Υπάρχουν σημεία και λέξεις που επαναλαμβάνονται και μεταλλάσσονται σαν να είναι μουσικό θέμα ανεπτυγμένο σε μια σειρά από μετατροπίες.Θεόδωρος Κουρεντζής Η μουσική ψάχνει πάντα για νέους τρόπους να ζήσει στον ποιητικό λόγο. Πολλές φορές στα κρημνά της νόησης, στις χαραμάδες μεταξύ των πλήκτρων, εκεί που αρχίζεις να διακρίνεις το «αδιανόητο». Νά ένας τρόπος που ακολουθώ: ο λατρευτικός ψευδισμός.Κ. Χ. Εξηγήστε μας.Θ. Κ. Οι ωραιότεροι και βαθύτεροι στίχοι τραγουδιών είναι εκείνοι που για κάποιον λόγο δεν γίνονται κατανοητοί στο πρώτο άκουσμα. Κάποτε ακούς ένα τραγούδι από το διπλανό διαμέρισμα. Ο τοίχος και η απόσταση σβήνουν την άρθρωση, κι έτσι ακούς περίπου τη λέξη, το κέλυφός της. Δεν την αναγνωρίζεις, την αναζητάς. Την υποθέτεις, και τις περισσότερες φορές πέφτεις έξω. Όμως συνεχίζεις να τραγουδάς. Για να επιζήσει η αλλόκοτη λέξη, αποκτά μια ακαριαία υπόσταση και έννοια από το υποσυνείδητο. Αυτός είναι ο μαγικός ψευδισμός της λέξης. Η λάθος προσέγγιση της έννοιας στην ακουστική του εσώτερου χώρου.Κ. Χ. Το μυστήριο των χαμένων συλλαβισμών;Θ. Κ. Ακριβώς. Αυτοί ‒ οι ωραιότεροι στίχοι. Οι άγνωστοι. Αν τύχει και διαβάσεις μετά ποιοι ήσαν στην πραγματικότητα, απογοητεύεσαι. Το συγκεκριμένο βάζει απαγορευτικό στο ταξίδι αναζήτησης της εξόριστης λέξης. Όταν άκουσες λάθος το σωστό, άθελά σου άνοιξες μια βαθύτερη αλήθεια.Κ. Χ. Ναι, αλλά αυτό δεν περιέχει μια ανταγωνιστική σχέση ανάμεσα στη φυσική γλώσσα και στη μουσική; Ποια γλώσσα επικρατεί της άλλης; Προτιμάτε να ακούτε ή να κατανοείτε;Θ. Κ. Θέλω o ακροατής ή ο αναγνώστης να καταλάβει τόσο όσο μου χρειάζεται, για να τον ταξιδέψω. Αν υποψιαστεί την τεχνολογία της δομής μου και δει το μηχανοστάσιο, τα γρανάζια και τα καλώδια, ξυπνάει ‒ οπότε τον έχω χάσει. Ο ερμητικός τόνος δεν είναι απλά μια σκοτεινή αιώρηση και μια απόκρυψη πληροφοριών. Όχι. Είναι ο ήχος ενός παράλληλου κόσμου, που για να κάνει αντήχηση, στον κοινώς αποδεκτό μας κόσμο, χρειάζεται ένα κρυφό αλλά πολύ συγκεκριμένο πλάνο κι έναν αόρατο θαμμένο τηλεβόα. Αυτό κάνει τον στίχο από την αιώρησή του να γειώνεται μέσα σου: είναι το μυστικό υπόβαθρο που βρίσκεται πάντα κρυμμένο κάτω από το τραπεζομάντιλο του θαυματοποιού.Κ. Χ. Πού σχετίζονται μουσική και ποίηση;Θ. Κ. Στα όνειρα. Και στη φθορά τους.Κ. Χ. Διάβασα κάποτε την κριτική μιας ηχογράφησης της Πέμπτης του Μάλερ υπό τον Sir Simon Rattle, και έγραφε σε κάποιο σημείο: «Ο μαέστρος μάς έδειξε πώς γίνεται η Πέμπτη». Εν ολίγοις, φάνηκαν τα καλώδια, είδαμε τα γρανάζια, αλλά όχι την Πέμπτη Συμφωνία. Καταλαβαίνω τι λέτε, προτιμάτε τη μαγεία και όχι μια τεχνική αποπεράτωση. Τι συμβαίνει όταν η μουσική καλείται να συνοδεύσει την ποίηση;Θ. Κ. Η μουσική αδυνατεί μπρος στη «μεγάλη ποίηση», σηκώνει ψηλά τα χέρια, γιατί εκεί η μουσική έχει ήδη γραφτεί από κάποιον άλλον. Ενώ ο λιτός-«ανάπηρος» στίχος, που δεν στέκει από μόνος του, είναι εκείνος που εκτοξεύεται με τη μουσική!Όταν θέλω να γράψω μουσική με στίχο, γράφω σχεδόν πάντα πρώτα τη μουσική και μετά προσθέτω από πάνω τον στίχο. Για ποιο λόγο; Γιατί η μουσική δεν δέχεται μέσα στο σώμα της κάτι ξένο με τους δικούς του ήχους. Χρειάζεται απλώς ένα μικρό έναυσμα, για να εμφυσήσει ένα κρυμμένο μεγάλο νόημα στην καθημερινή αμαρτωλή λέξη. Αυτή είναι η παντοδυναμία της μουσικής. Αγιοκατατάσσει τη λέξη.Κ. Χ. Αυτό είναι προφανώς υποκειμενικό, αλλά εγώ πάντα προτιμώ τη μουσική ως κυρίαρχη, ως αυτόνομη, παρά με τη συνοδεία της ποίησης. Πόσο βασικός είναι η ήχος και η έννοια στην ποίηση;Θ. Κ. Η δύναμη της λέξης είναι που πεθαίνει μετά τον κρότο της. Στην ποίηση έχουμε να κάνουμε με μια συνακολουθία μικρών θανάτων. Η σιωπή είναι εκείνη η μυστηριώδης λάμψη που ακολουθεί τον τραγικό χαμό της λέξης. Τη βλέπω σαν αναστάσιμη λάμψη. Λοιπόν, με ποιον τόνο σπας τη σιωπή; Ποια η ουρά της λάμψης; Ποια τα εγκαύματα; Ποια η θεραπεία; Είναι τόσο σημαντικό το πώς βάζεις τη λευκότητα της σιωπής στο μαύρο του χαρτιού. Πώς την τυπώνεις.Κ. Χ. Επιδέχεται ερμηνεία η σιωπή;Θ. Κ. Η νοερά ανάγνωση είναι το Πανεπιστήμιο των υποσυνείδητων κρότων. Ένας τρόπος να αντιμετωπίσεις τη μουσική τη χωρίς ήχο, να αφουγκραστείς μέσα σου την ψυχική δόνηση και το résonance που υποθάλπει η λέξη. Ερμηνεύεις τη σιωπή περνώντας από την καθημερινή σου επικοινωνία με τη λέξη σε μια άλλη, πολύ ειδική και εύθραυστη αντίληψη του κόσμου της. Η λέξη μέσα στο ποίημα δεν σημαίνει αυτό που σημαίνει καθημερινά. Η σιωπή είναι υπόσχεση.Κ. Χ. Μιας νέας γλώσσας;Θ. Κ. Η αίσθηση και η φιλοσοφία της γλώσσας παραμορφώνεται λόγω της διεύρυνσης, όπως ακριβώς και στο όνειρο. Τα πιο περίεργα πράγματα βρίσκουν εκεί τη φυσιολογική τους αιτία.Κ. Χ. Στη μουσική, όμως, αυτό το περίεργο déjà-vu δεν είναι πιο εύκολο να βγει; Δηλαδή, η υπερφυσική εικόνα, που είναι άρρητη στη γλώσσα, δεν είναι πιο εύκολο να υπηρετηθεί με τον ήχο; Αφού δεν είμαι δέσμιος της φυσικής γλώσσας, των όρων, των λέξεων, της γραμματικής και του λεξικού.Θ. Κ. Είσαι δέσμιος φυσικών ήχων και συχνοτήτων. Αυτό που λέω συχνά είναι ότι η οποιαδήποτε Συμφωνία του Μάλερ υπάρχει κομματιασμένη σε ένα μεγάλο μποτιλιάρισμα. Αν πάρεις όλους τους ήχους που ηχούν, αναλύσεις όλο τον θόρυβο, αυτό το τεράστιο cluster, θα δεις ότι έχεις όλη την γκάμα των συχνοτήτων που χρειάζεται η Συμφωνία. Δεν έχεις μόνο το timbro. Πάντως, θεωρητικά, αν πάρεις τις ηχητικές ψηφίδες και τις ενώσεις, μπορείς να συνδέσεις σαν παζλ την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ. Όμως θα είναι αυτό το πράγμα μουσική;Κ. Χ. Όχι.[caption id="attachment_7316" align="aligncenter" width="1984"] © Anna Avrora Zhukovskaia Θ. Κ. Το ζητούμενο λοιπόν είναι: Τι είναι αυτό που μεταστοιχειώνει τον θόρυβο σε ήχο; Τι είναι αυτό που κάνει τον ήχο μουσική; Με είχαν κάποτε καλέσει επιστήμονες σε κάποια τεστ ανθρωπολογικής φύσεως, στο Ζάλτσμπουργκ. Καθόμασταν και μας έδειχναν πώς ο υπολογιστής με τεχνητή νοημοσύνη θα συνεχίσει ένα «Νυχτερινό» του Σοπέν. Μας είχε πιάσει νευρικό γέλιο, δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε ‒ δεν είχε καθόλου ταλέντο αυτός ο υπολογιστής… Ίσως αυτό που δεν έχουν καταλάβει όλοι εκείνοι που ασχολούνται με το ΑΙ είναι ότι η πληγή και η ατέλεια που έχει ο άνθρωπος, τα αντισώματα και η αντανακλαστική συμπεριφορά που αναπτύσσει για να επιβιώσει με τις ρωγμές του, είναι αυτό που ονομάζουμε σ’ αυτόν τον κόσμο που ζούμε Τέχνη. Το αθώο λάθος της Αγάπης! Σε έναν τέλειο κόσμο, τελικά, ποια η υπόσταση της ποίησης; Ίσως μόνο η Δοξολογία. Μοιάζει εσχατολογική αυτή η προσέγγιση, αλλά διανύουμε τα έσχατα, τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια, οπότε όλη η τέχνη και η αγία παράδοση αυτοδιαπραγματεύεται. Θα έχει ή δεν θα έχει ο θάνατος εξουσία;Κ. Χ. Δεν θα μπορούσε να είναι κι αλλιώς όμως. Έγραψε και ο Χάιντν τη Συμφωνία της Αρκούδας, του Ρολογιού και της Χήνας. Έγραψε μουσική για την ευτυχία!Θ. Κ. Μπράβο του.Κ. Χ. Θέλω να πω ‒ δεν γίνεται αλλιώς; Η τέχνη απαιτεί πόνο;Θ. Κ. Αναρωτήθηκε κάποτε ο ποιητής του Υπερίωνα πριν περάσει στην τρέλα: «und wozu Dichter in dürftiger Zeit?» [μτφρ. Γ. Σεφέρη: «Κι οι ποιητές τι χρειάζονται σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;»] Και ο στωικός Μίλτος Σαχτούρης απάντησε: «Δεν έχω γράψει ποιήματα, μόνο σταυρούς σε μνήματα καρφώνω».Κ. Χ. Ναι. Μα έτσι ονομάζεται το κοκτέιλ της ανθρώπινης επιτυχίας κατά Σαχτούρη: δυστυχία.Θ. Κ. Δεν είναι δυστυχία, είναι συντρέχεια. Γι’ αυτό η σιωπή είναι το υψηλότερο πόνημα της χρυσοστομίας, ο πιο βασικός κανόνας συμμετοχής στην Αγάπη και ο μεγαλύτερος κρότος. Έχετε μπει σε δωμάτιο vacuum;Κ. Χ. Όχι, δεν έχω μπει.Θ. Κ. Είναι ένα δωμάτιο τόσο αποστειρωμένο από κάθε έννοια ήχου, όπου ελαφρώς πανικοβάλλεσαι όταν μπαίνεις μέσα, αισθάνεσαι σαν να σε έχουν αποκλείσει στον εαυτό σου. Κι όταν αρχίζει να σε σοκάρει η φοβερή ένταση της σιωπής, επειδή είναι κάτι από τα αβίωτα, μετά από κάποια δευτερόλεπτα αρχίζεις ν’ ακούς έναν περίεργο ήχο ‒ την καρδιά σου. Μετά από λίγο έναν άλλο ήχο ‒ το αίμα σου. Και πού είναι τελικά η σιωπή; Δεν υπάρχει. Ίσως μόνο όταν πεθάνεις μπορείς ν’ αφουγκραστείς τη σιωπή ‒ αλλά και πάλι δεν την έχεις, γιατί δεν έχεις αίσθηση. Οπότε η σιωπή είναι μια πολυπόθητη Ουτοπία, που προϋποθέτει όμως τον ήχο και το αισθητήριο.Κ. Χ. Πώς εμπνευστήκατε να ακολουθήσετε αυτήν την περίεργη μέθοδο για να δημιουργήσετε τη διάσταση της «απόσυρσης» έως τη σιωπή;Θ. Κ. Η ερμητική διάσταση πλάθεται από θραύσματα νοεράς σιωπής που τείνουν να συμπληρώσουν την εικόνα η οποία εμφανίζεται στα κρύφια του αναγνώστη. Tο Κοντάκιον 2, π.χ., το είχα γράψει αρχικά σαν μουσικό έργο: Σε πεντάγραμμο, με συγκεκριμένους αγωγικούς ρυθμούς, μετρονόμο και τονικό ύψος.Κ. Χ. Είχε τα χαρακτηριστικά, ακόμα και εικαστικά, της σύγχρονης παρτιτούρας.Θ. Κ. Κατά κάποιον τρόπο. Μετά σκέφτηκα ότι πολύ λίγοι άνθρωποι θα μπορούσαν να το διαβάσουν, κι έτσι το απλοποίησα. Στην τωρινή του μορφή η κάθε τελεία πρέπει να έχει διάρκεια μισό δευτερόλεπτο. Ο τόνος της φωνής πρέπει να είναι σε ανεπαίσθητο pianissimo, και βέβαια είναι αναγκαίο να απαγγέλλεται, όχι να διαβάζεται νοερά. Έτσι λειτουργεί. Και σχεδόν πάντα όταν διαβαστεί έτσι ανοίγει τη συχνότητα που θέλω.Κ. Χ. Βγάλατε τις οδηγίες ανάγνωσης για να αποφύγετε τον φορμαλισμό. Καταλαβαίνω. Πείτε μου για την ηχώ που συναρπάζει το έργο σας.Θ. Κ. Κάνω μια συλλογή από παλιές κασέτες τελάληδων. Οι πλανόδιοι πωλητές που είχαν μικρά φάλτσα τραγουδάκια σαν Sprechstimme, από τους παππούδες τους, σαν ξόρκια. Στην αρχή με τις καρότσες, μετά με αυτοκίνητα, γέμιζαν τη συνοικία με την ηχώ τους. Και τα πρωινά σε ξύπναγε από μακριά το «λυκόφως» του ήχου. Δεν βγάζεις τι λένε, καταλαβαίνεις όμως τι προσευχή πουλάνε κι αγοράζουν.Από τη δεκαετία του εβδομήντα άρχισαν να χρησιμοποιούν κασέτες. Είχαν ένα μεγάφωνο και μια κασέτα και βάζανε ηχογραφημένη τη φωνή τους: «καστανόχωμα», «ο παλιατζής», «όλα τα παλιά αγοράζω», «παλαιά πετάω». Αυτές τις κασέτες τις ψάχνω διαρκώς για να βρω τη γλωσσολαλία του ονείρου. Αυτή είναι η μνήμη μου στον κόσμο: ο ήχος που σβήνει και αναπλάθεται στη μνήμη. Η διάρκεια του ήχου και η μετά θάνατον ηχώ. Όπως ο ήχος γ΄: Είναι ο τελάλης μακριά και ο αναγνώστης κοντά, στο δωμάτιο. Είναι μια πολύ περίεργη…Κ. Χ. … μουσική. Ποια ήταν Ανώτερη όλων το καλοκαίρι;Θ. Κ. Είναι το καλοκαίρι θηλυκού γένους.Κ. Χ. Είναι φανταστικά τα πρόσωπα της αφήγησης;Θ. Κ. Αληθινά. Καμένα από την ακτινοβολία της νοσταλγίας μου. Νιώθω συχνά σαν μόνο οι πεθαμένοι φίλοι μου να καταλαβαίνουν για ποια ζωή παίχτηκε το παιχνίδι, έτσι λοιπόν ενισχύω την προσπάθειά τους και τους μνημονεύω, κι ας μου έχουν κόψει την καλημέρα.Η Οξάνα, ας πούμε, προσπάθησε να επιβιώσει, και επιβίωσε. Την είχα αποκηρύξει επανειλημμένα, δεν ήθελα να την αφήσω στη σύνθεση. Μέχρι και τελευταίως έκανα διορθώσεις, άλλαζα μπρος-πίσω, 15 χρόνια από τότε που το έχω πρωτογράψει. Το πρώτο ποίημα της σύνθεσης, όπως και ο τίτλος, Ανώτερη όλων το καλοκαίρι, γράφτηκαν το 1995. Από τότε πέρασε μεγάλο ταξίδι δουλειάς μέχρι ν’ αποκτήσει αυτή την ασυγκέραστη συμμετρία. Είναι όλο κομμένο και ραμμένο στο χιλιοστό.Κ. Χ. Για τα καλώδια και τα γρανάζια που λέγαμε πριν…Θ. Κ. Στην πρώτη του μορφή είχε ίσως μια πιο νοσταλγική πηγαιότητα. Μ’ ενδιαφέρει όχι τόσο ο ήχος όσο οι παρενέργειές του στη μνήμη. Αυτή η δηλητηρίαση που παθαίνεις όταν σε γλυκοκοιτάξει το ποίημα. Αργότερα άρχισα ν’ αποζητώ όλο και περισσότερο την ανάπαυση και την απόσυρση στα «κρύφια».Κ. Χ. Τι είναι προτιμότερο να συμβεί στον αναγνώστη; Να δηλητηριαστεί από το ποίημα ή να μείνει εκστατικός και να χειροκροτά; Θέλουμε το χειροκρότημα στο τέλος;Θ. Κ. Μα ως δηλητηρίαση εννοώ τη μέθη, αυτό που λέτε έκσταση. Εάν μπορούσα να επιλέξω ένα αποτέλεσμα, θα επέλεγα μια ευφροσύνη και συναίσθηση αγιότητας ως αυτό που θα ’θελα ν’ απομείνει. Το χειροκρότημα μετατρέπει την καρδιά από κέντρο αγάπης σε ζωτικό όργανο. Άγαρμπη συνήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης το χειροκρότημα. Στο ραδιομέγαρο Dom Radio στην Πετρούπολη, που είναι ή προσωπική μου ουτοπία, πολύ σπάνια χειροκροτούν.Κ. Χ. Το βιαστικό χειροκρότημα είναι ένας ναρκισσισμός, θέλουν οπωσδήποτε να δηλώσουν ότι είναι εκεί. Υπάρχει και αυτή η ερμηνεία. Είμαι κι εγώ εδώ, συμμετέχω.Θ. Κ. Η συμμετοχή του ακροατηρίου είναι όντως κάτι πάρα πολύ σημαντικό, δεν εξαρτάται όμως από τον θόρυβο που μπορεί να κάνει, αλλά από τον συντονισμό του στη δόνηση που εκτυλίσσεται. Η Ρωμαϊκή αρένα επέβαλε στον κόσμο το χειροκρότημα.Κ. Χ. Με ποιον τρόπο το ακροατήριο μπορεί να συμμετέχει ενεργά;Θ. Κ. Με τη δύναμη και την ενέργεια της σιωπής. Είναι τόσο εκκωφαντική η ισχύς όταν πολλοί άνθρωποι μαζί αποφασίζουν συνειδητά τη σιωπή. Είναι ομαδική κένωση. Στην Επίδαυρο, όταν έκανα πρόβα κατά τις δύο το πρωί, ζήτησα να σβήσουν όλα τα φώτα. Μείναμε έκπληκτοι άπαντες οι μουσικοί από την «αποκάλυψη» της αστρο-ηχητικής διάστασης του ιερού χώρου. Και είπα στον εαυτό μου: Αυτό θα κάνω αύριο στο κοντσέρτο ‒ θα σβήσω όλα τα φώτα και θα τους αφήσω 5 λεπτά στο σκοτάδι να ευφρανθούν. Αυτό ήταν το «δώρο». Δυστυχώς στη συναυλία δεν έγινε απολύτως κατανοητή η πρόθεσή μου και κάποιοι χειροκρότησαν στο τέλος.Κ. Χ. Αυτή είναι μια πολύ ειδική συζήτηση. Πώς εκπαιδεύεις το συναυλιακό κοινό. Μακριά από το ποίημα που έχει αυτή τη μοναχικότητα και το διαβάζεις μέσα σου, χωρίς αυτές τις αποσπάσεις. Αν έπρεπε να έχει (είναι λίγο κλισέ η ερώτηση) μουσικό χαλί, τι θα ήταν αυτό;Θ. Κ. Στριγκλιές κοριτσιών, αρχαίες μονωδίες, κλαυθμοί, ψαλμωδίες, ήχοι από παιδιά που βγαίνουν στο προαύλιο ενός σχολείου, μακρινό τραγούδι πουλιών, περίεργοι βόμβοι, ιαχές. Κάτι σαν την προσωπική μου μουσική.Κ. Χ. Πάντως στο ποίημά σας συναντάμε, θα λέγαμε, διαφορετικές εποχές της ελληνικής γλώσσας: αρχαία, γλώσσα του Ευαγγελίου, και διακρίνεται μια παράξενη εκκλησιαστική δομή.Θ. Κ. Αγαπώ τη μυροβλύζουσα γλώσσα σε όλες τις χρονικές της περιόδους. Αγαπώ να επιλέγω τα σωστά βότανα για τη σωστή θεραπεία. Έτσι μπαίνω σε δημιουργία μουσικής και ποίησης, που νιώθω πως με θεραπεύει, και έτσι ποθώ να ζήσω για να εξερευνήσω ακούγοντας και διαβάζοντας. Ίσως είναι πολύ εγωκεντρική η γενικότερη στάση μου στην τέχνη. Σίγουρα γι’ αυτόν τον λόγο διευθύνω και ορχήστρες. Για να ανοίξω μια νέα συχνότητα αντίληψης στους μουσικούς και να τους καλέσω να με συντροφεύσουν σ’ εκείνη τη διάσταση όπου θέλω να συνυπάρξω με την εκάστοτε μουσική.Κ. Χ. Στην πραγματικότητα, όμως, πολλοί αναπαράγουν μουσική μόνο για το κοινό, σαν να μην έχουν περιθώρια να βάλουν τη δική τους ματιά μέσα στην ερμηνεία. Είναι μεγάλα τα περιθώρια;Θ. Κ. Εξαρτάται από το «μάκρος» και το «πλάτος» της διαίσθησης του κάθε ερμηνευτή.Κάποιες φορές μπορώ να αλλάξω και 15 «τονισμούς» και ηχοχρώματα για να πω το ίδιο πράγμα. Για να πετύχω τη μοναδική απόχρωση της ιδέας. Το ίδιο πράγμα μπορείς να το πεις διαφορετικά και να υπαινιχθείς κάτι άλλο που δεν βρίσκεται στην επιφάνεια. Ο συνθέτης γράφει μόνο τα απολύτως απαραίτητα.Κ. Χ. Στη σύγχρονη μουσική;Θ. Κ. Εκεί δυσκολεύουν τα πράγματα. Έχω συνθέσει και ερμηνεύσει έργα που πρέπει να διαβάσεις ένα ολόκληρο βιβλίο για να τα παίξεις. Κι αυτό γιατί είναι γραμμένα σε νέες τεχνικές και συστήματα γραφής. Πάντα είναι ένα δίλημμα όταν ξεκινάς να γράφεις ένα έργο, πώς να το τυπώσεις, πώς να το κωδικοποιήσεις στο χαρτί. Το index που φτιάχνω για τα έργα μου δεν μου αρέσει καθόλου. Αλλά θα ήταν αδύνατον για κάποιον άλλο να τα παίξει χωρίς αυτό. Δεν θα καταλάβαινε τίποτα. Εδώ, στο ποίημα, ευτυχώς ή δυστυχώς, δεν έχουμε αυτό το περιθώριο και οποιαδήποτε οδηγία δώσεις αυτόματα καταργεί τον ερμητικό τόνο.[caption id="attachment_7319" align="aligncenter" width="1984"] © Anna Avrora Zhukovskaia Κ. Χ. Οπότε αν μπούμε σε μια χρονοκάψουλα και πάμε στην Επίδαυρο του 2150, αν έχουμε επιβιώσει από τις κλιματικές αλλαγές και τα διάφορα που θα έχουν συμβεί, όχι εμείς προσωπικά αλλά οι απόγονοί μας, και είναι κάποιος στο κέντρο εκεί του κοίλου και διαβάζει το ποίημα με τους δικούς του όρους, χωρίς τις εξηγήσεις τις δικές σας, πώς θα θέλατε να το διάβαζε;Θ. Κ. Θα ήθελα να ήταν μια γηραιά φωνή με την παλαιά αθηναϊκή προφορά, έτσι όπως μιλάγαν οι παλιές γυναίκες των Αθηνών, η γιαγιά μου και η προγιαγιά μου. Θυμάμαι με νοσταλγία αυτή την τρυφερή αξιοπρέπεια του Αθηναϊκού γυναικείου λόγου, που είχε στο βάθος του μια νηπτική και συγχωρητική γνώση. Γενικά, απεχθάνομαι τη σημερινή αμερικάνικη γλωσσολαλιά των περισσοτέρων νέων γυναικών των Αθηνών. Δεν μπορείς με έναν τέτοιο τόνο να διαβάσεις έναν Ορφικό ύμνο. Θ’ αρχίσει να βγάζει καπνούς η γραφή.Κ. Χ. Μιλήσατε για νηπτικό λόγο. Πιστεύετε στη λογοθεραπεία;Θ. Κ. Για να συνθέσουμε τον λόγο, πρέπει να παρατηρήσουμε τα υλικά του όταν αποδομείται. Όταν κάποιος κομπιάζει ενόσω μιλάει, πολλές φορές εκφράζει πιο καθαρά το αδιέξοδο της σκέψης του ‒οπότε και της γλώσσας‒ απ’ ό,τι με μια συγκροτημένη σκέψη και ευφράδεια. Πιστεύω ότι μία από τις πιο θεραπευτικές αποδομήσεις της γλώσσας βρίσκεται στην απεγνωσμένη προσευχή, εκεί όπου στερεύουν όλες οι λέξεις και κινδυνεύουν οι έννοιες σε αδιέξοδα. Είτε στην αργή περιφορά της λέξης, όταν κάποιος ψέλνει π.χ. έναν εωθινό ύμνο.Η υμνωδία βρίσκω πως είναι θεμελιώδης ανθρώπινη ανάγκη! Στον ιδανικό μου κόσμο, τέσσερις η ώρα το πρωί σηκώνομαι και ψέλνω νέους ύμνους, δηλαδή υμνώ, και μετά αρχίζω την ημέρα μου. Η ανάγκη τού υμνείν είναι πηγή θεραπείας, είναι και ανταπόδοση στη ζωή.Κ. Χ. Η θεραπεία όμως προϋποθέτει την ουλή.Θ. Κ. Η ουλή είναι πρωτοβίωμα της φθοράς και μουσικός φθόγγος. Στολίδι των ερωτευμένων και των ποιητών.Κ. Χ. Επιστρέφω στο προηγούμενο ζήτημα. Αναρωτιέμαι: Πόσο αναγκαίο είναι να τεκμηριώνονται οι ερμηνείες ενός έργου; Ποιες οι δυνατές αντιστάσεις που μπορεί να αναπτύξει ο καλλιτέχνης και ο αναγνώστης σήμερα σε ένα διδακτικό ύφος ποίησης; Και κατά πόσο η ποίηση χειραγωγείται στις μέρες μας από το δοκίμιο;Θ. Κ. Πιστεύω πως τα περισσότερα έργα που γράφονται στην εποχή μας είναι δοκιμιακά, με την έννοια του διανοητισμού. Ο υλισμός του 20ού αιώνα επικράτησε στην αισθητική της τέχνης. Ο Λε Κορμπιζιέ και ο Μπουλέζ έγιναν κυβέρνηση και θεσμός. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό. Που η ακραία έπαρση μιας προικισμένης διανοητικής φύσης οδηγεί σε έναν τόσο ακραίο αγνωστικισμό και θεοποίηση του ανθρώπινου εγκεφάλου, όπου τα δείγματα γραφής είναι πάντα αφ’ υψηλού και τρόπον τινά «εξυπνακίστικα». Μωρία, εν τέλει… Στο ποίημα δεν επιβεβαιώνεσαι για τον εαυτό που βρήκες, θρηνείς για τους εαυτούς που έχεις χάσει. Αυτός ο κόσμος των μη όντων έχει μια ιερότητα μέσα του. Διυλίζει το μέλος από τη γύρη μιας μυστικής συμπόνιας για τα όντα.Κ. Χ. Εύκολο για σας να το λέτε αυτό, αφού με την ιδιότητα του αρχιμουσικού ‒και το λέω εγώ ως κοινό από εδώ‒ είστε λατρεμένος στην Ελλάδα. Οπότε έχετε και την κατανόηση του κόσμου αλλά και το βήμα ώστε να δημιουργείτε αυτό που αληθινά θέλετε.Θ. Κ. Δεν σημαίνει ότι όλος ο κόσμος που με αγαπά κατανοεί σε βάθος αυτό που κάνω.Κ. Χ. Αυτό είναι μια δεδομένη κατάσταση, φαντάζομαι, πράγματι.Θ. Κ. Ίσως όμως βρίσκει πάνω μου μία ανάπαυση, ή πιθανόν μία παρηγορία, κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό και το εκτιμώ. Από την άλλη, σε τι τρελά βάθη έχω πέσει, σε τι βάραθρα, για να ηχογραφήσω π.χ. μια Συμφωνία του Μάλερ, τι μώλωπες έχω στο κρανίο μου από επιθέσεις εναντίον των τοίχων, από τι μπαλκόνια έχω πηδήξει από μικρός για να ανακαλύψω τα τραυματικά μυστικά της βαρύτητας… Είναι μεγάλες οι θυσίες που έχουν γίνει για να βγει ακριβώς αυτό το αποτέλεσμα και όχι κάτι τυχαίο. Κι εδώ χρειάζομαι την απόλυτη κοινή αποδοχή της έννοιας από εκείνον που λέει πως μ’ αγαπά. Να μιλάμε για το ίδιο ακριβώς πράγμα. Να μη χάσουμε την ευκαιρία.Κ. Χ. Αυτό συμβαίνει και σε δικά σας έργα; Πώς αισθάνεστε όταν άλλος αρχιμουσικός διευθύνει μια δική σας σύνθεση;Θ. Κ. Τα έργα που γράφω, είτε είναι μουσική είτε ποίηση, λόγω της πείρας μου ως ερμηνευτή είναι πλασμένα έτσι ώστε να λειτουργούν ακόμα και αν χάσεις το 80% τους. Όταν έγραφα το Ανώτερη όλων το καλοκαίρι, γνώριζα ότι μπορεί να χάσω μέχρι και το 90% από το έργο από διάφορα ατυχήματα: κακή ανάγνωση, κακή συνθήκη, θόρυβος, διακοπή, ξεφύλλισμα κτλ. Και ακριβώς γι’ αυτό το έχω κάνει έτσι το έργο ώστε να «ηχεί» ακόμα και αν χαθεί το μεγαλύτερο μέρος του. Υπάρχουν άλλα έργα στα οποία αν χαθεί ένα ελάχιστο ποσοστό από την κατανόησή τους δεν λειτουργούν καθόλου. Άλλοι μαέστροι που διευθύνουν έργα μου, συχνά με ρωτάνε: «Σωστά ή λάθος;» Συνήθως δεν τους δίνω καμία απάντηση. Λέω μέσα μου: «Το παίζει λάθος, αλλά μου αρέσει». Μου αρέσει ότι το έχει αντιληφθεί έτσι και το βλέπει μέσα από ένα προσωπικό του βίωμα.Κ. Χ. Άρα υπάρχουν έργα που επιβιώνουν με ανοχή και άλλα που όχι;Θ. Κ. Υπάρχουν έργα τα οποία δεν επιβιώνουν με ανοχή, και εκεί είμαι κάθετος. Και δικά μου ακόμα έργα υπάρχουν που δεν λειτουργούν με ερμηνευτική ελαστικότητα. Εκεί δίνω μεγάλη προσοχή στην ασφάλεια της μορφής, μην τυχόν καταστραφεί από περιττούς συναισθηματισμούς που μπορεί να προσθέσει ο παραλήπτης εν βρασμώ ψυχής. Τότε το έργο λειτουργεί ως ωρολογιακή βόμβα ‒ εάν πέσει περισσότερος συναισθηματισμός απ’ όσο χρειάζεται, διαλύεται από μόνο του. Έχει δικλίδες ασφαλείας.Κ. Χ. Μετά από αυτό το ποίημα, τι ακολουθεί;Θ. Κ. Έχω τρεις συλλογές.Κ. Χ. Θέλετε να μας μιλήσετε γι’ αυτές;Θ. Κ. Η μία, που βρίσκεται στο στάδιο της διόρθωσης, είναι ύμνοι ‒ αγιογραφίες κορασίδων. Όταν κοιτάς μέσα σου το πρόσωπο ενός κοριτσιού σαν τη Neerja Bhanot, ή την Αγία Ειρηνούλα που έχει πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, όμως υπάρχει εν τη ηχοί στην ακουστική της καρδιάς. Η ακουστική της αγιότητας. Το σπήλαιο όχι σαν μέρος καταφυγής αλλά σαν στούντιο νέας ηχητικής συμπεριφοράς, όπου η ηχώ προϋπάρχει της λέξης. Αυτό που σε οδηγεί σε έναν πολύ βαθύ υποσυνείδητο οραματισμό των νοημάτων ‒ τι θα σήμαινε άραγε η λέξη η εξόριστη όταν κάποτε υπήρχε. 
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Karissa Chen: «Η ζωή και οι εμπειρίες είναι εξίσου σημαντικές με τη γραφή» | Συνέντευξη στο ΒΗΜΑgazino

    Η διεθνούς φήμης συγγραφέας Karissa Chen μιλάει στο ΒΗΜagazino και τον Γιώργο Νάστο για το εξαιρετικό μυθιστόρημά της Μια χώρα ανάμεσά μας, για τις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης και για την κληρονομιά του κινήματος #metoo.Φαίνεται ξεκάθαρα πόσο πολύ κόπο και τι ενδελεχή έρευνα έκανε η Καρίσα Τσεν για το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Μια χώρα ανάμεσά μας, το οποίο έχει αγαπηθεί από το παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό αλλά έχει τύχει και θερμής υποδοχής από τη διεθνή κριτική. Μέχρι την έκδοση του βιβλίου (το οποίο πρόσφατα κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος, σε μετάφραση Βάσιας Τζανακάρη), κείμενα και δοκίμια της γεννημένης το 1982 συγγραφέως είχαν δημοσιευθεί μεταξύ άλλων στα «The Atlantic» και «The Cut», ενώ μέχρι πρόσφατα υπήρξε αρχισυντάκτρια στο περιοδικό «The Rumpus» – σήμερα εργάζεται ως αρχισυντάκτρια στο περιοδικό «Hyphen». Στο λογοτεχνικό ντεμπούτο της, λοιπόν, αφηγείται την ιστορία δύο ερωτευμένων που η ζωή και οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες τούς χωρίζουν βάναυσα και ξαφνικά, για να τους επανενώσουν, χρόνια μετά, τα παιχνίδια της μοίρας σε έναν ξένο τόπο που έγινε για εκείνους πατρίδα.Τι πυροδότησε την ιδέα για αυτό το μυθιστόρημα; Μπορείτε να μοιραστείτε την αρχική έμπνευση ή τη στιγμή που σας οδήγησε να ξεκινήσετε αυτή την ιστορία;«Η αφήγησή μου βασίζεται σε ένα πραγματικό περιστατικό: το 2005, λίγο αφότου ο παππούς μου έφυγε από τη ζωή, η οικογένειά μου μάζευε τα πράγματά του και βρήκαμε μια φωτογραφία όπου έκλαιγε μπροστά στον τάφο της μητέρας του. Ηταν δεκαεννέα όταν έφυγε από τη Σανγκάη για την Ταϊβάν και δεν φανταζόταν ότι θα του έπαιρνε σχεδόν σαράντα χρόνια για να γυρίσει – μέχρι τότε η μητέρα του είχε ήδη πεθάνει. Τότε εγώ δεν ήξερα όλες τις λεπτομέρειες, αλλά είδα το πρόσωπο του δυνατού παππού μου να λυγίζει από τη συγκίνηση και αυτή η εικόνα με συγκλόνισε. Αρχισα να ψάχνω την ιστορία πίσω από τη φωτογραφία και έμαθα πως πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την ηπειρωτική Κίνα για την Ταϊβάν στο τέλος του εμφυλίου. Εγινα σχεδόν εμμονική με τις ζωές τους και σκεφτόμουν συνέχεια πόσο πολύ ποθούσαν τα σπίτια και τους δικούς τους.Γράφοντας διηγήματα και δοκίμια γύρω από αυτά τα θέματα για χρόνια, ήξερα πως ήθελα κάτι μεγαλύτερο – ένα μυθιστόρημα –, όμως δεν ήξερα πώς να αρχίσω. Ωσπου μια βραδιά μίλησα με έναν φίλο από το γυμνάσιο, για τον οποίο κάποτε ένιωθα κάτι παραπάνω αλλά δεν είχαμε βγει ποτέ ούτε ένα ραντεβού. Στα αστεία είπαμε: “Τι θα γινόταν αν είχαμε γνωριστεί αργότερα στη ζωή μας;” – και σκέφτηκα: Τι θα γινόταν αν αυτό που μας χώρισε δεν ήταν μια συγκυρία της εφηβείας, αλλά ένας πόλεμος; Είδα στο μυαλό μου δύο ηλικιωμένους να συναντιούνται τυχαία σε ένα παντοπωλείο μετά από δεκαετίες. Καθώς έγραφα έντονα και παθιασμένα, ο Χαϊγουέν και η Σούτσι ζωντάνεψαν μπροστά μου».Ο αυθεντικός τίτλος, «Home seeking», υποδηλώνει αναζήτηση της έννοιας του «σπιτιού» και της ταυτότητας. Πώς λειτουργεί το «σπίτι» για τους χαρακτήρες σας και γιατί η έννοια της αναζήτησής του είναι τόσο κεντρική;«Για τους βασικούς ήρωές μου, το σπίτι σταδιακά παύει να είναι κάτι χειροπιαστό και συγκεκριμένο νωρίς στη ζωή τους. Συνήθως θεωρούμε σπίτι είτε έναν τόπο είτε τους ανθρώπους που αγαπάμε, την οικογένεια και τους φίλους μας. Αλλά οι χαρακτήρες μου τα χάνουν όλα αυτά από νωρίς και πρέπει να ξαναφτιάξουν μια εστία πολλές φορές στη ζωή τους. Αυτή είναι συχνά η εμπειρία των μεταναστών, ειδικά όσων η μετακίνηση δεν ήταν επιλογή τους. Ακόμη και καθώς επιβιώνουν από τα τραύματα που υπέστησαν, αναζητούν μια ζωή που να ορίζεται πέρα από την απλή επιβίωση. Θέλουν να βρουν ένα “σπίτι”, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για εκείνους. Ωστόσο, δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει ποτέ πλήρως τους ανθρώπους και τους τόπους που αγάπησε προηγουμένως. Και όμως, η καρδιά τους πάντα νοσταλγεί εκείνα που έχασαν. Η αρχική έμπνευση για τον τίτλο προήλθε από την κινεζική λέξη “tanqin”, που στις ταϊβανέζικες κοινότητες χρησιμοποιείται για τις επανενώσεις των στρατιωτών (και άλλων που πήγαν στην Ταϊβάν μετά τον εμφύλιο) με τις οικογένειές τους μετά από δεκαετίες. Ο όρος χωρίζεται στα δύο: “tan” (ψάχνω, αναζητώ) και “qin” (εγγύτητα, οικογένεια), κάτι που για εμένα συνεπάγεται και το “σπίτι”. Πιστεύω πως αποτυπώνει απόλυτα την αιώνια ανάγκη τους να βρουν ξανά την οικειότητα και την αίσθηση ότι ανήκουν κάπου».Ποιοι συγγραφείς ή έργα έχουν επηρεάσει περισσότερο το στυλσας και γιατί;«Δεν έχω προσωπικά επηρεαστεί από κάποιον συγγραφέα συγκεκριμένα, αλλά μερικά βιβλία στα οποία επιστρέφω συχνά είναι τα εξής: “Autobiography of Red” της Aν Κάρσον, “Krik? Krak!” και “The Farming of Bones” της Εντουίτζ Νταντικά, “The Chronology of Water” της Λίντια Γιούκναβιτς, “Ο Χορευτής” του Κόλουμ Μακ Καν, “Τα απομεινάρια μιας μέ- ρας” του Καζούο Ισιγκούρο, το “Do Not Say We Have Nothing ” της Μάνταλιν Θιέν, “Ο δρόμος” του Κόρμακ Μακ Κάρθι, η “Λολίτα” του Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, “Ο άγγλος ασθενής” του Μάικλ Οντάατζε, “Ο Θεός των μικρών πραγμάτων” της Αρουντάτι Ρόι, “The Paper Menagerie” του Κεν Λιου, “Long Live the Tribe of Fatherless Girls” της Τ. Κίρα Μάντεν, “The Tenth Muse” της Κάθριν Τσανγκ, “Εμμονή” της Α. Σ. Μπάιατ και “Οι αόρατες πόλεις” του Ιταλο Καλβίνο. Πάνω απ’ όλα, εμπνέ- ομαι από την ποίηση: Πάμπλο Νερούδα, Τζακ Γκίλμπερτ, Κιμίκο Χαν και Ντέρεκ Γουόλκοτ, μεταξύ άλλων, μου δείχνουν πώς η γλώσσα μπορεί να δονείται με νόημα και εικόνες. Μαθαίνω τόσα για την παρατήρηση του κόσμου από τους ποιητές».Πάνω σε τι δουλεύετε τώρα; Εξετάζετε παρόμοια θέματα ή ανοίγεστε σε νέα μονοπάτια;«Δουλεύω ένα πολύ πρόσφατο πρότζεκτ – λίγων μόνο εβδομάδων –, οπότε δεν ξέρω ακόμα αν θα ολοκληρωθεί. Μετά από δεκαετή εκτεταμένη έρευνα για ένα μεγάλο ιστορικό μυθιστόρημα, αυτή τη φορά θέλω κάτι πιο εσωτερικό και σύγχρονο, που να μην απαιτεί το να παρακολουθώ ημερομηνίες και πολιτικές εξελί- ξεις. Μπορώ όμως να αποκαλύψω πως σχετίζεται με πλατωνικές φιλίες ανάμεσα σε στρέιτ άνδρες και γυναίκες οι οποίες διαλύονται. Αλλά η ιστορία βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση».Στο βιβλίο αναφέρετε πόσο σημαντική είναι η πρόσβαση στην πληροφορία. Ποια θεωρείτε τη μεγαλύτερη απειλή σήμερα – την παραπληροφόρηση, τη λογοκρισία ή κάτι άλλο;«Δεν είμαι ειδική, αλλά ανησυχώ για τον συνδυασμό παραπληροφόρησης και λογοκρισίας, για τους αλγορίθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και για τη διαφαινόμενη εξάρτησή μας από την AI – όλα αυτά υπονομεύουν την κριτική μας σκέψη. Θυμάμαι πως διάβασα κάπου ότι πολλοί φοιτητές στις ΗΠΑ μπαίνουν στο κολέγιο χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ ολόκληρο βιβλίο! Μπαίνεις από περιέργεια να δεις ένα βίντεο και ο αλγόριθμος σου φέρνει όλο και πιο ακραίο περιεχόμενο, σε εγκλωβίζει σε ένα παράξενο bubble. Με την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης, γίνεται δυσκολότερο να ξεχωρίσουμε το αληθινό από το κατασκευασμένο, κάτι που μπορούν εύκολα να εκμεταλλευτούν οι ισχυροί. Από την άλλη, η τεχνολογία και το Διαδίκτυο επιτρέπουν την εξά- πλωση ειδήσεων που θα έθαβαν κυβερνήσεις ή τα παραδοσιακά μέσα – οι επαναστάσεις που ξεκίνησαν χάρη στα social media το αποδεικνύουν. Αλλά είναι δίκοπο μαχαίρι: ο καθένας μπορεί να ανεβάσει οτιδήποτε, χωρίς έλεγχο, και η κοινωνία μας δεν έχει ακόμη μάθει να διαχειρίζεται υπεύθυνα όλη αυτή την πληροφορία».Ποια κόλπα ή τελετουργίες έχετε για να ξεπερνάτε τα δημιουργικά μπλοκαρίσματα;«Οταν πραγματικά “κολλάω”, διαβάζω. Εχω αγαπημένα βιβλία που με κάνουν να θέλω να γράψω – όπως βλέπει κανείς κάτι νόστιμο και του τρέχουν τα σάλια, κάποιες σελίδες με ξυπνούν δημιουργικά. Αν αυτό δεν αρκεί, το αφήνω. Πιστεύω ότι η ζωή και οι εμπειρίες είναι εξίσου σημαντικές με τη γραφή: οι βόλτες, οι συζητήσεις, το παιχνίδι με το παιδί μου – όλα αυτά θρέφουν το υποσυνείδητο και κάποια στιγμή κάτι βγαίνει στην επιφάνεια».Πώς βλέπετε μεγάλες παγκόσμιες προκλήσεις – μετανάστευση, πολιτική, κλίμα – να διαπλέκονται με τις προσωπικές σας αφηγήσεις;«Παρά το ότι το μυθιστόρημά μου βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν δεκαετίες πριν, κατά κάποιον τρόπο είναι επί- καιρο: οι πόλεμοι συνεχίζονται, οι άνθρωποι εκτοπίζονται. Προβλέπω αύξηση της μετανάστευσης λόγω κλιματικών αλλαγών, κα- θώς πολλοί τόποι γίνονται μη βιώσιμοι. Στις δημόσιες συζητήσεις, οι μετανάστες αναφέρονται ως ανώνυμα πλήθη – κάποιες φορές με οίκτο, άλλες φορές με εχθρό- τητα –, σαν να μην μπορούσε αυτό που τους συμβαίνει να τύχει και σε εμάς. Δεν έγραψα το βιβλίο για να παρακαλέσω ειδικά για περισσότερη κατανόηση, αλλά ελπίζω ότι όταν οι αναγνώστες το διαβάσουν, θα κατανοήσουν καλύτερα την ανθρώπινη πλευρά όσων συναντούν στη ζωή τους».Η γραφή μπορεί να είναι άσκηση ευαλωτότητας. Πώς διαχειρίζεστε τον φόβο να μοιραστείτε προσωπικό ή συναισθηματικά ωμό περιεχόμενο; «Το ότι το “Homeseeking” ήταν μυθιστόρημα με βοήθησε πολύ. Με τα προσωπικά δοκίμια νιώθω πιο εκτεθειμένη. Και στις δύο περιπτώσεις, αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να είμαι όσο πιο συναισθηματικά ειλικρινής γίνεται στα γραπτά μου. Μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, αλλά το να είμαι έτσι ανοιχτή και ειλικρινής με έχει διευκολύνει στο να μοιρά- ζομαι τα έργα μου με τον κόσμο, γιατί μπορώ να σταθώ πίσω από αυτά ολόψυχα, χωρίς να νιώθω ότι έχω παραποιήσει τον εαυτό μου. Παραδέχομαι ότι είμαι ένα ελαττωματικό άτομο που κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί και νομίζω πως αυτό είναι το μόνο που μπορεί να κάνει ο καθένας μας. Νομίζω ότι οι αναγνώστες αντιλαμβάνονται πότε ένας συγγραφέας είναι ανοιχτός και τρωτός. Φυσικά πάντα σκέφτομαι καλά αν είμαι εντάξει με το να τυπωθεί κάτι ιδιαίτερα ευαίσθητο για εμένα και να βρίσκεται εκεί έξω στον κόσμο, αλλά προσπαθώ να το κρίνω όσο πιο ψύχραιμα γίνεται».Υπάρχουν τάσεις, στυλ ή νέες φωνές στη λογοτεχνία που σας ενθουσιάζουν; Ποιες νέες κατευθύνσεις σας ελκύουν περισσότερο;«Μιλώντας για την αμερικανική σκηνή, όταν ξεκίνησα την έρευνα για το βιβλίο μου, τα ασιατοα μερικανικά έργα δεν ήταν πολλά. Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει – υπάρχουν πολύ περισσότερα βιβλία και ποικίλες φωνές της ασιατικής διασποράς που αγαπιούνται από το κοινό. Είμαι ενθουσιασμένη για αυτό. Επίσης, λατρεύω τη διάχυση των ειδών· μυθιστορήματα με έντονα στοιχεία φαντασίας, τρόμου ή sci-fi που αναγνωρίζονται ως σοβαρή λογοτεχνία. Οταν ήμουν νεότερη, φαινόταν ότι οι βραβεύσεις απαιτούσαν ένα συγκεκριμένο στυλ μυθιστορήματος, ενώ οι εμπορικές επιτυχίες ήταν άλλες. Τέτοιοι διαχωρισμοί αμβλύνονται ολοένα και περισσότερο και αυτό με χαροποιεί».Συμμετείχατε στο «Indelible in the Hippocampus: Writings from the MeToo Movement». Ποια ήταν η αρχική σας αντίδραση όταν σας ζήτησαν να συμβάλετε και πώς αποφασίσατε την προσέγγισή σας; Πώς βλέπετε σήμερα το κίνημα;«Χαίρομαι πολύ που συνέπραξα στην ανθολογία. Τότε, η ανάγκη των γυναικών να μοιραστούν τις εμπειρίες τους στο πλαίσιο του #MeToo ήταν επείγουσα. Ωστόσο, δυσκολευόμουν να βρω τι να γράψω – η σεξουαλική κακοποίηση ήταν πέρα από όσα είχα θίξει έως τότε. Δοκίμασα πιο αποστασιοποιημένες προσεγγίσεις, που δεν δούλεψαν, μέχρι που αποφάσισα να γράψω για ένα προσωπικό γεγονός που δεν είχα μοιραστεί ξανά. Ηταν άβολο και τραυματικό, αλλά ένιωσα το βάρος και την ορμή πίσω από τα λόγια μου. Κατά τη γραφή, συνειδητοποίησα την αντίδραση του σώματός μου, μια τραυματική σωματική απόκριση, που αισθάνθηκα ότι έπρεπε να συμπεριλάβω. Το δοκίμιο στράφηκε εν μέρει στο ίδιο το γράψιμο ως μέσο επεξεργασίας της εμπειρίας. Πιστεύω πως το κίνημα ήταν εξαιρετικά σημαντικό για την αλλαγή της συζήτησης γύρω από την κουλτούρα του βιασμού και την τοξική αρρενωπότητα. Εχουμε προχωρήσει πολύ από τότε, αλλά πάντα υπάρχουν περισσότερα να γίνουν. Ελπίζω ότι το μέλλον του φεμινισμού θα αποκτήσει ακόμη πιο ευρεία διατομεακή οπτική, συμπεριλαμβάνοντας και τις τρανς γυναίκες, για να καλύψει όλες μας τις εμπειρίες». 
    Περισσότερα

NEWSLETTER

Καλάθι αγορών

(0)

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Ξεκινήστε τις αγορές

Ref.

Στοιχεία αποστολής