Νέα

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Ισμήνη Καπάνταη: «Είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία»

    Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ισμήνη Καπάνταη στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος και στην Ελένη Γκίκα, με αφορμή το νέο της ιστορικό μυθιστόρημα, Το βρωμερόν ύδωρ της λήθης.Η μεγάλη Κυρία του Ιστορικού μυθιστορήματος, Ισμήνη Καπάνταη, μιλώντας στον Φιλελεύθερο εξηγεί πρώτα απ’ όλα γιατί καταφεύγει σε ιστορικές περιόδους ανιχνεύοντας τα προβλήματα και τα αγκάθια των ημερών μας. Και μας εξηγεί γιατί πάντα επιλέγουμε «κάπου να ανήκουμε» από το να είμαστε ελεύθεροι, ξεχνώντας το ότι αποτελούμε όλοι μας ένα κομμάτι από το μεγάλο παζλ της κοινωνίας:«Η ένταξη σε έναν χώρο δημιουργούσε ανέκαθεν και δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας, δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας μόνον, όταν όμως κάποιος εντάσσεται ψυχή τε και σώματι σε μια συγκεκριμένη ομάδα αντιμετωπίζει (ευτυχώς όχι πάντα) τον οποιονδήποτε άλλον που δεν ανήκει στον ίδιο χώρο εξ ορισμού ανάξιο και εχθρό.» Θα πει η κυρία Καπάνταη, αναφερόμενη ταυτοχρόνως και στους μεγάλους κινδύνους:«Θεωρώ ότι όταν επιλέξουμε κι εμείς να ενταχθούμε σ’ έναν συγκεκριμένο χώρο, είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία. Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε ότι, από ένα σημείο και ύστερα, βλάπτοντας τον άλλο, βλάπτουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.»Τα ερεθίσματα μάς δόθηκαν από το καινούργιο της μυθιστόρημα «Το βρωμερόν ύδωρ της ιστορίας» το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος κι αποδεικνύει τον αυτοκαταστροφικό εαυτό μας σε καιρό ειρήνης. Το πώς γεννήθηκε, τελικά, ο Νεοέλληνας.-Κυρία Καπάνταη, γράφετε: «…για ποια κοινή πατρίδα της μιλούσε; Την πατρίδα ποιανού και ακόμα τι ήτανε επιτέλους το έθνος που το μεταχειρίζονταν πάντα σαν τελικό επιχείρημα; Τι σχέση μπορεί να έχει το έθνος με την συγγένεια και την οικογένεια, τον μοναδικό (του το ‘λεγε και του το ξανάλεγε( ναι, τον μοναδικό χώρο που σου εξασφαλίζει ασφάλεια;» Μας κυνηγά εξ αρχής αυτός ο διαχωρισμός, οι μέσα και οι έξω και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, γιατί όμως αυτός ο διαχωρισμός; Γιατί αδυνατούμε να νοιώσουμε ως μέρος ενός συνόλου και μας ασφαλίζει μόνον ο χώρος μας;)Σ᾽ αυτήν την ερώτηση την απάντηση την έδωσαν και την δίνουν οι ιστορικοί· η δική μου άποψη, άποψη πολίτου του εικοστού, εικοστού πρώτου αιώνα διαμορφώνεται τόσο από τα διαβάσματά μου όσο και από τις προσωπικές μου εμπειρίες. Πού καταλήγω; Θεωρώ ότι όταν επιλέξουμε κι εμείς να ενταχθούμε σ’ έναν συγκεκριμένο χώρο, είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία. Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε ότι, από ένα σημείο και ύστερα, βλάπτοντας τον άλλο, βλάπτουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.-Κυρία Καπάνταη, να σταθούμε στον υπέροχο τίτλο; «Το βρωμερόν ύδωρ της λήθης»; Φοβάμαι ότι οι περισσότεροι απ’ αυτό πίνουμε, εντός κι εκτός Ελλάδος…Σωστά, αλλά ευτυχώς έχουμε και τις καλές μας ώρες, όχι μόνον καλές, κυριολεκτικά λαμπρές, πράγμα που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την προσπάθεια να κατανοήσει κανείς την τάση μας για το αλληλοφάγωμα που ανέφερα πιο πάνω.-Να πούμε γιατί επιλέξατε αυτή την ειρηνική και δημοκρατική εποχή για να αναδειχθεί ο Νεοέλληνας;Ανατρέχοντας και σε άλλες ιστορικές περιόδους, που δεν θα τις έλεγε κανείς ειρηνικές ούτε και δημοκρατικές, όπως το Βυζάντιο και η Τουρκοκρατία (Επτά φορές το δαχτυλίδι, Που πια Καιρός, Το Άλας της Γης, Σικελικός Εσπερινός, Απειρωτάν και Τούρκων) το ίδιο επιχειρούσα να κάνω και στο παρελθόν. Προσπαθώ να μας κατανοήσω. Ερωτήματα θέτω.-Κυρία Καπάνταη, τι είναι αυτό που μας κάνει ήρωες στα δύσκολα και εχθρούς ακόμα κι απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας, στην ειρήνη;Δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό, αν κάποτε το ανακαλύψω θα γράψω σίγουρα ένα καινούργιο μυθιστόρημα.-«Όσο για τον Άρχοντα… αλήθεια πού θα τοποθετούσε κανείς τον Άρχοντα; Σε ποιόν χώρο ανήκε; Τι αντιπροσώπευε; Και ο Νικόλας, ο νεαρός και τόσο όμορφος Νικόλας; Το αίνιγμα, έτσι τον σκέφτονταν, ο Νικόλας ήταν το αίνιγμα, που για κείνην παρέμενε άλυτο ακόμα». Κι αυτή η μανία μας για το πού ανήκει ο άλλος; Τι είναι; Η τεμπελιά μας και η ευκολία μας; Μας ασφαλίζει να λέμε ότι ανήκουμε εδώ ή εκεί, ανεξαρτήτως του πώς πράττουμε, ποιοι είμαστε;Η ένταξη σε έναν χώρο δημιουργούσε ανέκαθεν και δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας, δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας μόνον, όταν όμως κάποιος εντάσσεται ψυχή τε και σώματι σε μια συγκεκριμένη ομάδα αντιμετωπίζει (ευτυχώς όχι πάντα) τον οποιονδήποτε άλλον που δεν ανήκει στον ίδιο χώρο εξ ορισμού ανάξιο και εχθρό.-Κυρία Καπάνταη, τι πρέπει να έχει ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ηρωίδα σας;Νομίζω ότι πρέπει να έχει όλα όσα επιδιώκουν όλοι οι γράφοντες όταν γράφουν, δηλαδή να εμπεριέχουν αλήθεια.-Και μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας; Ή μάλλον μια εποχή για να φωτίσει την εποχή μας; Διότι τα δικά μας δεινά αναδεικνύονται στα ιστορικά σας μυθιστορήματα.Έχετε δίκιο. Στην ουσία αυτὸ που κάνω είναι να μεταθέτω ό,τι έχω εισπράξει ζώντας στα χρόνια μας, σε μιαν άλλη ιστορική περίοδο, προσπαθώντας έτσι να δω τί κρύβεται στο βάθος, κάτω από την επιφάνεια, και μας ωθεί όλους, αδιάφορο σε ποιά εποχή ζούμε, να πράττουμε κατά τον Α η Β τρόπο, αφού ο ανθρώπινος πυρήνας παραμένει πάντα ο ίδιος.-Υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;Γράφω στο γραφείο μου, παλιά με γραφομηχανή, τώρα στον υπολογιστή. Δεν έχω επιχειρήσει ποτέ, επειδή άλλωστε δεν χρειάστηκε, να γράψω σε άλλο μέρος. Ούτε υπάρχει συγκεκριμένος χρόνος· όταν αρχίζω να γράφω, γράφω.-Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;Μπορεί να υπάρχει κάτι, εικόνα, ήχος κάποια παραπομπή, γεγονός όμως παραμένει ότι πάντα, όταν αρχίζω να γράφω το κάνω επειδή προσπαθώ να βρω την απάντηση σ’ ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Δεν γράφω επειδή γνωρίζω, αναρωτιέμαι. Ούτε υπάρχει πλάνο, ποτέ δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, και βεβαίως ποτέ δεν ξέρω ποιό θα είναι το τέλος.-Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο; Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν με το «έτσι θέλω» τους και σας επιβλήθηκαν;Άλλα βιβλία μπορεί να με δυσκόλεψαν περισσότερο κι άλλα λιγότερο, οι ἠρωές μου όμως και οι ηρωίδες μου, όλοι, αφ’ ης στιγμής με πείσουν ότι υπάρχουν, τότε μου επιβάλλονται, είναι πλέον ο εαυτός τους.-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;Εμμονές; Νομίζω πως όχι, δεν έχω. Εκτὀς αν θεωρήσουμε ως εμμονή πως όταν γράφω, μόλις ολοκληρώνεται μια πρόταση πρέπει να την διαβάσω δυνατά, ν’ ακούσω τον ήχο της, και όχι μόνον, το ίδιο επαναλαμβάνεται στις παραγράφους, στα κεφάλαια και τελικά σ’ όλο το κείμενο.-Αυτή η αχαρτογράφητη εποχή που διανύουμε, μας κάνει καλύτερους συγγραφείς ή ανθρώπους;Το μέλλον θα δείξει.-Υπάρχει βιβλίο ή βιβλία που καταφεύγετε στα δύσκολα; Τι κάνετε όταν αμφιβάλετε ή όταν φοβάστε;Τί κάνω όταν αμφιβάλλω ή φοβάμαι; Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα αγαπημένα μου βιβλία. Στάθηκα τυχερή επειδή μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι όπου υπήρχαν βιβλιοθήκες κι έμαθα από μικρή να διαβάζω, όχι για να μαθαίνω αλλά για να περνώ καλά. Σ’ όλη μου τη ζωή το διάβασμα ήταν το στήριγμά μου.– Κυρία Καπάνταη, οι ιστορικές περίοδοι και τα επί μέρους ζητήματα των βιβλίων σας;Το “Επτά φορές το Δαχτυλίδι” 1989, αφορά ισάριθμους ξεσηκωμούς των σκλαβωμένων Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κυκλοφόρησε αργότερα και με την ιστορία της Κύπρου ως “Οκτώ Φορές το Δαχτυλίδι”, 2007. Το “Απειρωτάν και Τούρκων”, 1990, αφορά τους εξιλασμούς, πολλές φορές ομαδικούς και πώς η ομαδική συνείδηση διαμορφώνει τα γεγονότα που μεταδίδονται στους μεταγενέστερους σύμφωνα με τις επιτακτικές ανάγκες της ώρας εκείνης, όχι “οία ην” αλλά “οία είναι δει”. “Η Φλώρια των Νερών”, 1999, είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά κυρίως είναι η ιστορία του “άλλου”. Εκεί θίγω πρώτη φορά και κάτι που με απασχολεί ιδιαίτερα, το πρόβλημα του ανήκειν. Στο “Πού πια Καιρός”, 1995, οι ήρωές μου κινούνται στη χρονική περίοδο λίγο πριν από την πτώση της Πόλης. Είναι η εποχή που λόγω του “αλληλέγγυου” οι μεγαλοκτήμονες αγοράζουν κοψοχρονιάς από τους ακρίτες, που αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους, τα κτήματά τους και τα σύνορα ερημώνονται. Οι άνθρωποι, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην ανθρώπινη ιστορία, δεν αντιλαμβάνονται ότι βαδίζουν στον γκρεμό. Δεν παίρνουν τα μηνύματα ή όπως λέει ο ποιητής: “… ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά), άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους – πού πια καιρός- μας συνεπαίρνει. Στο “Άλας της Γης”, 2002, χρόνος είναι το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, χώρο η Θεσσαλονίκη. Θέμα του η εμφύλια διαμάχη των εκπροσώπων της άρχουσας τάξη για την εξουσία, που παίρνει ωστόσο τη μορφή ταξικού αγών, ειδικά στις πόλεις, εξαιτίας του ότι οι δυο αντίπαλες ομάδες αντλούν τη δύναμή τους από διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους. Εκδηλώνεται τότε το βαθύ μίσος που έτρεφαν, όχι άδικα, οι κάτοικοι των πόλεων και της υπαίθρου εναντίον μιας αριστοκρατίας, η οποία, ευνοημένη εκτός των άλλων από μια κατάφωρα άδικη φορολογική νομοθεσία, συσσώρευε πλούτο εις βάρος των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων.Στο “Εμείς Έχουμε Εμάς” ο χρόνος είναι πάλι Τουρκοκρατία, χώρος η Ήπειρος, τα Επτάνησα και η Ιταλία και θίγεται κι εδώ το πρόβλημα του “άλλου” και το πρόβλημα του “ανήκειν”.
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Ευτυχία Γιαννάκη: «Ο φόβος θεραπεύεται με την αγάπη» | Συνέντευξη στην εφημερίδα "Τα Νέα"

    Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην εφημερίδα Τα Νέα και στον Νίκο Κουρμουλή, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα, Η νόσος του μικρού θεού, με ήρωα τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Από τις πρώτες συστάσεις με τις οποίες εισήλθε στον χώρο της πεζογραφίας μέχρι σήμερα οι πιο συχνές για την Ευτυχία Γιαννάκη είναι ότι δίνει νέα πνοή στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Οι αναγνώστες της 44χρονης συγγραφέως είχαν την - καλή - ευκαιρία να διαπιστώσουν του λόγου το ασφαλές στην τριλογία της Αθήνας (Στο πίσω κάθισμα, Αλκυονίδες μέρες, Πόλη στο φως, όλα από τον Ικαρο, 2016 - 2018). Η συνέχεια ήρθε με το πρόσφατο βιβλίο Η νόσος του μικρού θεού (επίσης από τις εκδ. Ικαρος), όπου στήνει ένα σύμπαν που κινείται στο ημίφως. Εδώ συναντάμε τον Χάρη Κόκκινο να ζει αποτραβηγμένος στην Πάρο. Ενα δισεπίλυτο έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις ταράζει την περιφραγμένη κοινωνία. Απληστία, εκδίκηση, ναρκισσισμός. Οι τρεις πληγές της εποχής μας. Στην κουβέντα που ακολουθεί, η συγγραφέας ξεδιπλώνει τις σκέψεις της για τη ζωή και τα γράμματα.Πότε κατέληξες στη συνειδητή απόφαση ότι ήθελες πάνω απ' όλα να γράψεις αστυνομικό;Αποφάσισα να δοκιμάσω αυτή τη φόρμα όταν διαπίστωσα ότι μπορεί να ξεφύγει από τα στενά όρια ενός γρίφου με καλοδουλεμένο ρυθμό και ανατροπές για να αποτελέσει τη βάση ανάπτυξης πολυεπίπεδων αφηγήσεων με αφορμή ένα έγκλημα. Στην πρώτη τριλογία πολλοί αναγνώστες έλεγαν ότι πρόκειται για κοινωνικά μυθιστορήματα που χρησιμοποιούν την αστυνομική πλοκή για να θίξουν ζητήματα, τώρα έρχονται μάλλον αντιμέτωποι με ένα μεγάλο κοινωνικό ψυχογράφημα. Με ενδιαφέρει μεταξύ άλλων η ίδια η ρευστότητα των λογοτεχνικών ορίων και η αλήθεια είναι ότι δοκιμάζω τα όρια του αστυνομικού σε αυτή την τριλογία. Είναι καιρός να ασχοληθούμε με το βάθος μιας αφήγησης που καταφέρνει να έχει ταυτόχρονα σφιχτή πλοκή. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται αστυνομικό, κοινωνικό μυθιστόρημα ή απλώς λογοτεχνία.Στο νέο σου μυθιστόρημα μας βρίσκει στην Πάρο. Κάτω από τον ανελέητο ήλιο, σχεδόν σε κοινή θέα, ένας καλά σχεδιασμένος φόνος. Τι σε κινητοποίησε στο να βρεθείς εκεί και αν τελικά υπάρχει αυτό που ονομάζουμε "τέλειο έγκλημα" τουλάχιστον σε επίπεδο σχεδιασμού. Γράφω συνήθως για μέρη που με συγκινούν και τα γνωρίζω καλά που έχουν κάποια ρίζα, μια εγγραφή μέσα μου. Η Πάρος είναι ένας τέτοιος τόπος και επελέγη για το ανελέητο μεσογειακό φως που λειτουργεί αντιστικτικά με το εσωτερικό μας σκοτάδι, αλλά και για τα χαρακτηριστικά της μικρής κοινωνίας που την σφιχταγκαλιάζει η ευρωπαϊκή κοινότητα απορροφώντας τα σύμβολα του πολιτισμού της. Από τη μία έχουμε ένα κυκλαδικό ειδώλιο και από την άλλη έναν πίνακα του Ρόθκο. Τόση διαδρομή για να οδηγηθούμε στην αρχή, στην αφαίρεση των περιττών και την επαναφορά στο ανθρώπινο μέτρο. Είναι λοιπόν το σαρωτικό φως των Κυκλάδων αυτή τη φορά που επιχειρεί να τρυπώσει στο βυθό μας. Τον διαρκώς μεταβαλλόμενο βυθό μας, τον ρευστό εαυτό μας που ευτυχώς δεν είναι τέλειος και ως εκ τούτου δεν μπορεί να σχεδιάσει τίποτε τέλειο. Το κυνήγι της τελειότητας εκτός από αδιέξοδο είναι και επικίνδυνο, τόσο για τον κυνηγό, όσο και για την ιδέα-θήραμα που σε αυτή την περίπτωση κατοικεί ευτυχώς μόνο στον κόσμο των πλατωνικών ιδεών.Η απληστία και οι συνέπειες της αποτελούν ένα από τα κύρια μοτίβα του βιβλίου. Ποια είναι τα συστατικά της κατά τη γνώμη σου; Ο ναρκισσισμός και η ανάγκη για εξουσία προκειμένου να καλυφθούν κενά, τραύματα, ανασφάλειες. Η ψευδαίσθηση ότι με τα εργαλεία που έχουμε στα χέρια μας, ακόμη και τα πιο ευγενή, την τέχνη, τον έρωτα και τα ίδια τα παιδιά μας θα κατακτήσουμε την αθανασία. Στη ρίζα όλων βρίσκεται πάντοτε η μάχη με την φθορά, την απώλεια και τον θάνατο. Η ζωή όμως είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός. Ευτυχώς όλα τα καταπίνει και όλα τα επαναφέρει μια διαρκής ανακύκλωση. Φέρνουμε διαρκώς κύκλους, ενώ νομίζουμε ότι τρέχουμε κατοστάρι σε ευθεία.Ποια μπορεί να είναι για σένα τα κατάλληλα κλειδιά για την καλή κατασκευή της πλοκής, όπως στην "Νόσο";Η αντίληψη ότι δεν θα ξεγελάσω τον αναγνώστη με κόλπα και ασκήσεις εντυπωσιασμού μια κατασκευής που θα με φέρνει διαρκώς ένα βήμα μπροστά από τον ίδιο. Με ενδιαφέρει το συναίσθημα αυτού που χάνεται στον μικρόκοσμο που του συστήνω και όχι να παίξω απλώς με το μυαλό του σε επίπεδο γρίφου. Για εμένα η πλοκή γεννιέται από τους ίδιους τους χαρακτήρες. Οι χαρακτήρες και το βάθος τους είναι η ουσία και το βάθος της αφήγησης. Η εξιχνίαση θα γίνει όπως και να ’χει, θα μάθουμε το πως και το γιατί, αλλά οι χαρακτήρες και κυρίως το συναίσθημα που ενεργοποιούν είναι αυτό που θα εγγραφεί στον αναγνώστη.Στα βιβλία σου κινείσαι στην μεταίχμιο χώρο μεταξύ άσπρου και μαύρου. Οι ήρωες σου διακατέχονται από τραύματα ή και ενοχές. Δεν είναι αλώβητοι. Σε συγκινεί η το ότι ο άνθρωπος κατά βάθος μπορεί να είναι ευάλωτος;Με συγκινεί η ρευστότητά του, η ικανότητά του να είναι όλοι οι τόνοι και οι αποχρώσεις ανάμεσα στο λευκό και στο μαύρο. Θύτης και θύμα ταυτόχρονα, ικανός για το καλύτερο και το απεχθέστερο. Με ενδιαφέρει πως νιώθει σε αυτό το ταξίδι του καθώς εξελίσσεται και ο ένας εαυτός του καταπίνει τον επόμενο, η μια ιστορία του, την επόμενη. Όλα ρέουν κι εμείς ρέουμε μέσα τους. Με ενδιαφέρει το ταξίδι και η αλλαγή μας όσο αυτό το ταξίδι διαρκεί και η ενότητά μας με τον κόσμο που μας περιβάλλει. Η αντίληψη ότι όλοι είμαστε εκφάνσεις και προσωπεία της ίδιας ρίζας.Που αποδίδεις το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια το αστυνομικό είναι εκείνο, που οδηγεί τις βιβλιοπωλήσεις παγκοσμίως και συνεχώς διευρύνει το κοινό του;Είναι δύσκολο να πούμε κάθε φορά τι είναι αυτό που μας αρέσει σε ένα έργο τέχνης. Μπορούμε να βρούμε χίλια δυο λογικά επιχειρήματα, αλλά είναι τελικά το συναίσθημα που θα καθορίσει τη σχέση μας μαζί του. Προφανώς το αστυνομικό καταφέρνει και γεννά έντονα συναισθήματα στους αναγνώστες του. Γιατί τα γεννά; Ίσως γιατί ευθυγραμμίζεται με την ρευστότητα, την αγριότητα, την ασάφεια, αλλά και την ανάγκη για ομορφιά, για τακτοποίηση, για εξιχνίαση, για κατανόηση του ακατανόητου της εποχής. Ο φόβος θεραπεύεται με την αγάπη. Γράφω αστυνομικά γιατί πολεμώ αυτόν τον φόβο, γιατί επιχειρώ να σκύψω με τρυφερότητα στο απόμακρο, το ξένο. Νομίζω ότι οι αναγνώστες μπαίνουν με την ίδια λογική σε μια τέτοια αφήγηση.Ποιους συγγραφείς θαυμάζεις ή έχεις επηρεαστεί και γιατί; Θαυμάζω εκατοντάδες συγγραφείς και με έναν τρόπο αγαπώ όλα τα βιβλία που έχω διαβάσει, τα θεατρικά έργα που έχω δει, τη μουσική που έχω ακούσει, τους πίνακες, όλα αυτά διαπλέκονται κάπως μέσα μου και είναι δύσκολο να ξεχωρίσω ονόματα. Η αναγνωστική διαδρομή μας ή η διαδρομή μας στην τέχνη καθορίζεται από επιλογές, από την τύχη, από ένα λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό κλαδί που πιάνουμε και συνεχίζουμε, το αφήνουμε και πιάνουμε ένα άλλο. Αν έπρεπε να πω κάποια ονόματα που επανέρχονται θα ήταν Ντοστογιέφσκι, Κάφκα, Φόκνερ, Φαλάντα, Καμί, Μπέρνχαρντ, Γέλινεκ, Ουελμπέκ και από το αστυνομικό Χάισμιθ, Κρίστι, Σιμενόν, Καμιλέρι και Ιζζό, αλλά αυτοί είναι απλώς ενδεικτικοί κρίκοι μιας μακριάς αλυσίδας που σε όλο το μήκος της σέρνει την αντίληψή μου για τον κόσμο και τον εαυτό μου.
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Ευτυχία Γιαννάκη: «Μου αρέσουν όσοι βγάζουν τη γλώσσα τους στον τρόμο».

    Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στον Φιλελεύθερο και στην Ελένη Γκίκα, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα, Η νόσος του μικρού θεού, με ήρωα τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Η συγγραφέας - «μητέρα» του αστυνόμου Χάρη Κόκκινου, μιλάει για τη νουάρ λογοτεχνία αλλά και για την εποχή μας, «που είναι χαοτική, σύνθετη και συχνά ακατανόητη».Το πρώτο ραντεβού μας ήταν στα τυφλά, όμως από την αρχή φάνηκε ότι κάτι έβραζε ανάμεσά μας. Γι' αυτό και πήρε το επίθετο Κόκκινος. Από το αίμα που ρέει, που κοχλάζει, που δίνει και παίρνει τη ζωή. Μετά από μερικές χιλιάδες λέξεις μαζί του μπορώ να πω ότι αυτό που έχει σημασία είναι να σκύβεις πάνω από όλους τους χαρακτήρες με τρυφερότητα, σε βαθμό συγκίνησης, ώστε να ανακαλύπτεις όλους τους τόνους, τις αποχρώσεις και ό,τι πάλλεται εντός τους και εντός σου».Και κάπως έτσι γεννήθηκε ο αστυνόμος Χάρης Κόκκινος. Η Ευτυχία Γιαννάκη, η οποία αμέσως ξεχώρισε στο ελληνικό νουάρ και όχι τυχαία, επιμένει: «Βεβαίως η ρίζα του εγκλήματος βρίσκεται πάντοτε εντός μας, στην ίδια την ανθρώπινη φύση μας. Άρα, είναι η ανθρώπινη κατάσταση που μας αφορά και στην αστυνομική λογοτεχνία, η δημόσια, η ιδιωτική και η μυστική ζωή μας, οι υπαρξιακοί φόβοι μας. Μια αστυνομική αφήγηση με ουσία και βάθος παίζει με τα μύχια, με τη ζωή και τον θάνατο κορώνα - γράμματα». Και μιλώντας στον «Φιλελεύθερο» για τους ήρωές της, τις ιστορίες της, την εποχή μας και τις νουάρ συνθήκες της, θα μας αποκαλύψει: «Γράφω αστυνομικά γιατί με ενδιαφέρει η αγάπη ως απάντηση στον φόβο».Κυρία Γιαννάκη, υπάρχουν τόποι που ευνοούν το κακό;Οι τόποι εντός μας είναι μάλλον εύφοροι τόσο σε άνθη του κακού, όσο και σε άνθη του καλού. Τα όρια αυτών των δύο κήπων είναι μάλλον ρευστά, άλλοτε μένουν στο σκοτάδι κι άλλοτε έρχονται απότομα στο φως. Εξαρτάται και πώς τους ποτίζεις. Ξέρετε συχνά η αστυνομική λογοτεχνία μοιάζει να δένεται με συγκεκριμένους ήρωες και τόπους, δείτε για παράδειγμα την Μασσαλία του Ιζό ή την φανταστική Βιγκάτα του Καμιλλέρι, τις Ηνωμένες Πολιτείες του Ελρόι ή την παγωμένη Σκανδιναβία με τα ρεύματα που μας έρχονται από το Βορρά τα τελευταία χρόνια. Οι τόποι είναι εκεί, είναι όμως το ψυχικό πεδίο των χαρακτήρων, του ίδιου του δημιουργού που συστήνει κάθε φορά έναν νέο μικρόκοσμο, μια πόλη μέσα στην πόλη ή και έξω, πάνω από αυτήν, χαρίζοντας στον αναγνώστη ένα μικρό σύμπαν όπου μπορεί να καθρεφτίσει το δικό του φως και το σκοτάδι, τους δικούς του κήπους.Οι χαρακτήρες στα βιβλία σας έχουν ήδη συζητηθεί, είναι πολύπλευροι, αρκετές φορές αμφιλεγόμενοι και αντιφατικοί, επαρκώς δραματουργημένοι, να μας συστήσετε τον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο και να μας πείτε πώς γνωριστήκατε;Κάθε ιστορία μου είναι μάλλον μια τοιχογραφία χαρακτήρων. Είναι ψηφίδες που διαθέτουν επαρκή πολυπλοκότητα ώστε αν τις κοιτάξεις από κοντά αλλάζουν χρώματα ανάλογα με τον τρόπο που τις φωτίζεις, αλλά όταν απομακρύνεσαι για να δεις το όλον διαπιστώνεις ότι από αυτές προκύπτει μια άλλη εικόνα, ίσως ένα νέο χρώμα, ένα μεγάλο κοινωνικό ψυχογράφημα που επιχειρεί να καθρεφτίσει την εποχή μας. Σε αυτό το πλαίσιο ο Αστυνόμος Κόκκινος είναι επαρκώς πολύπλευρος κι εμπεριέχει τόσες αποχρώσεις και τόνους, ώστε η επαναφορά του να έχει ουσία και βάθος από ιστορία σε ιστορία. Το πρώτο ραντεβού μας ήταν στα τυφλά, όμως από την αρχή φάνηκε ότι κάτι έβραζε ανάμεσά μας. Γι’ αυτό και πήρε το επίθετο Κόκκινος. Από το αίμα που ρέει, που κοχλάζει, που δίνει και παίρνει τη ζωή. Μετά από μερικές χιλιάδες λέξεις μαζί του μπορώ να πω ότι αυτό που έχει σημασία είναι να σκύβεις πάνω από όλους τους χαρακτήρες με τρυφερότητα, σε βαθμό συγκίνησης, ώστε να ανακαλύπτεις όλους τους τόνους, τις αποχρώσεις και ό,τι πάλλεται εντός τους και εντός σου. Είναι όλοι εξίσου σημαντικοί.Αλήθεια πώς μπήκε το νουάρ στη ζωή σας;Μάλλον παράδοξα, εκεί που δεν το περίμενα, όπως συμβαίνει με όλους τους μεγάλους έρωτες. Διάβασα και κόλλησα. Κι έτσι ενώ πίστευα για χρόνια ότι τα αστυνομικά είναι απλώς αφηγήσεις που στηρίζονται στον γρίφο, στο σασπένς, στην αυστηρή δομή και σε χαρακτήρες ελαφρώς καρικατούρες που υπηρετούν αυτή τη δομή, ξαφνικά ανακάλυψα τον πλούτο, το πολυεπίπεδο των σύγχρονων νουάρ αφηγήσεων, οπότε ένιωσα την ανάγκη βουτήξω σε αυτή την δομή φέρνοντας στο φως το κοινωνικό βάθος και την ψυχολογική πολυπλοκότητα που κλείνουν στο κουκούλι τους αυτές οι ιστορίες που προορίζονται να πυροδοτηθούν με αφορμή ένα έγκλημα και να δοκιμάσουν τα όρια του τρόπου σκέψης του αναγνώστη. Η τριλογία της Αθήνας που ολοκληρώθηκε και η τριλογία του Βυθού που ξεκινάει. Είναι άλλα τα ανομήματα της πρωτεύουσας άλλα όσα διαδραματίζονται στην «Νόσο του Μικρού Θεού», σε πρώτη φάση στην Πάρο, στις Κυκλάδες; Το έγκλημα, κυρία Γιαννάκη, δεν γνωρίζει από ήλιο;Το έγκλημα της Μεσογείου, γιατί γι’ αυτό μιλάω στα βιβλία μου, είτε έχουμε να κάνουμε με ένα αστικό κέντρο, είτε με την κλειστή κοινωνία ενός νησιού, καθρεφτίζει την κοινωνία στο σύνολό της, το χάος και την πολυπλοκότητά της, τα λάθη και τις παραλείψεις μας, τα κλειστά στόματα, την ανοχή μας στη μικρή και τη μεγάλη παραβατικότητα, το σκοτάδι, αλλά και το φως μας. Το έγκλημα και η κοινωνική παθογένεια που το γεννάει ή το επιτρέπει θα έλεγα ότι είναι το βασικό πρίσμα που διαθλά τις ακτίνες μιας αστυνομικής ιστορίας, οπότε ο ήλιος είναι απαραίτητος ως προς αυτό. Βεβαίως η ρίζα του εγκλήματος βρίσκεται πάντοτε εντός μας, στην ίδια την ανθρώπινη φύση μας. Άρα, είναι η ανθρώπινη κατάσταση που μας αφορά και στην αστυνομική λογοτεχνία, η δημόσια, η ιδιωτική και η μυστική ζωή μας, οι υπαρξιακοί φόβοι μας. Μια αστυνομική αφήγηση με ουσία και βάθος παίζει με τα μύχια, με την ζωή και τον θάνατο κορώνα - γράμματα.«Οικογένειες που αποτελούν το τέλειο εγκληματολογικό εργαστήριο και τελικά στον δικό του βυθό, εκεί που το φως μπλέκεται με το σκοτάδι», στον πυρήνα της οικογένειας, εκεί εκκολάπτονται όλα;Όντως, θεωρώ πως το μεγαλύτερο εκκολαπτήριο είναι η οικογένεια. Αυτός ο αρχέγονος πυρήνας που εξασφαλίζει την επιβίωση των μελών του, αφήνοντας όμως πολύ αίμα πίσω του, όπως συμβαίνει με κάθε μάχη.Στα βιβλία σας συνηθίζετε να θίγετε μεγάλες πληγές, αναβολικά, αρχαιοκαπηλία… αλήθεια τι πρέπει να έχει μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας και ένας φόνος για να γίνει… φόνος σας;Να δονείται εντός μου. Να εμπεριέχει αυτόν τον πυρήνα που θα πυροδοτηθεί με αφορμή ένα έγκλημα και θα εκραγεί στα χέρια μου για να με συγκινεί όσο θα γράφω την ιστορία. Συνήθως είναι ζητήματα που με απασχολούν βαθιά, που γυρεύουν απαντήσεις εντός μου, εκκρεμότητες ενδεχομένως που διαθέτουν επαρκή πολυπλοκότητα ώστε να κρατήσουν το ενδιαφέρον μου όσο κρατάει το εσωτερικό ταξίδι που είναι κάθε ιστορία. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Για μια καταβύθιση στον δικό μου εσωτερικό βυθό, στο φως και στο σκοτάδι του. Αν με συγκινεί αυτή η βουτιά συνεχίζω με την βεβαιότητα ότι θα αφορά και θα συγκινεί και τους αναγνώστες. Είμαστε όλοι ίδιοι και διαφορετικοί. Κάθε ιστορία είναι το σημείο συνάντησής μας, με την ηδονή και τη συγκίνηση που συνοδεύει αυτή τη συνάντηση.Ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ηρωίδα σας;Θα χρειαστεί ομοίως να μου γεννάει τη διάθεση να τον/την ανακαλύψω, όπως συμβαίνει με κάθε άνθρωπο που συναντάμε στη ζωή μας. Οι ίδιοι οι χαρακτήρες είναι το μυστήριο. Νομίζουμε ότι ψάχνουμε να δούμε τι έγινε με το έγκλημα, αλλά στην ουσία ψάχνουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει εντός μας. Με ενδιαφέρουν πολύ οι χαρακτήρες που είναι κόντρα στους ανθρώπους που θα επέλεγα να συναναστραφώ στην καθημερινότητά μου. Που έχουν χαρακτηριστικά που μπορεί να μου είναι ξένα ή ανυπόφορα. Με ενδιαφέρει να καταφέρω να σκύψω με τρυφερότητα ακόμη και σε αυτό που μου είναι ξένο, κυρίως σε αυτό θα έλεγα. Η ανεκτικότητα και η τρυφερότητα για κάθε τι ανθρώπινο είναι το ζητούμενό μου.Με το αστυνομικά, φαντάζομαι τα πράγματα είναι διαφορετικά, κυρία Γιαννάκη, για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;Ανάλογα με την ιστορία. Έχω δουλέψει και με τον έναν και με τον άλλον τρόπο. Τελικά, είναι οι ίδιοι οι χαρακτήρες που γίνονται πλοκή, η ατμόσφαιρα που δονείται εντός σου σε σχέση με μια ιδέα και το κυνήγι της ίδιας της γλώσσας, των λέξεων και του ρυθμού τους που επιβάλλει μια διαφορετική μέθοδο δουλειάς κάθε φορά ή άλλη εστίαση. Αυτό άλλωστε είναι και το ενδιαφέρον για εμένα, έχοντας το κεκτημένο ή την εμπειρία των προηγούμενων ιστοριών να ανακαλύπτω έναν νέο τρόπο έκφρασης, ένα νέο βάθος και να αποφεύγω την επανάληψη. Χαρτογραφώ την ιστορία στον βαθμό που μου είναι απαραίτητο και στη συνέχεια αφήνομαι στο αχαρτογράφητο που είναι και το συναρπαστικό κομμάτι της δουλειάς, αφού αγγίζει το αχαρτογράφητο εντός μου και το υλικό των ονείρων και των πιο μύχιων σκέψεων και συναισθημάτων.Υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;Γενικά όταν ξεκινώ να γράφω μια ιστορία είμαι πειθαρχημένη και δουλεύω συστηματικά. Όσο εκκολάπτεται η ιστορία και αποκτά κάποιο βασικό σχήμα εντός μου, πριν καν να βάλω την πρώτη λέξη στο χαρτί, είμαι πλήρως απείθαρχη, αποδιοργανωμένη και μ’ έναν τρόπο ελεύθερη. Όμως τα πράγματα σκουραίνουν όταν τα βάζω κάτω και αρχίζει η μάχη με τις τυπωμένες λέξεις. Γιατί εκεί δίνεται η πραγματική μάχη. Εκεί δεν σηκώνω κεφάλι. Περνούν μέρες, βδομάδες, μήνες έτσι, γράφοντας και ξαναγράφοντας, μια αιώνια επανάληψη, μέσα, έξω δεν έχει σημασία, παντού. Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;Δύσκολο να πω τι βρίσκεται στον πυρήνα. Ίσως η αναζήτηση νοήματος και ισορροπίας μέσα από έναν διαρκή πειραματισμό. Με ενδιαφέρει το παιχνίδι με τις λέξεις. Αυτό ναι, είναι μια εμμονή. Τα υπόλοιπα είναι μάλλον ρευστά, όσο ρευστός είναι ο εαυτός μου στον χρόνο.Οι ιστορίες σας, εκτός από τον αστυνομικό χαρακτήρα τους, είναι ταυτοχρόνως και υπαρξιακά δράματα, στην σύνθετη και αντιφατική εποχή μας, κυρία Γιαννάκη, βρίσκετε ότι ταιριάζει το νουάρ;Ναι, νομίζω ότι η εποχή μας είναι επαρκώς χαοτική, σύνθετη και συχνά ακατανόητη. Πολλές φορές νιώθουμε σαν πρωταγωνιστές σε νουάρ που προσπαθούν να βγάλουν άκρη σε ένα περίπλοκο μυστήριο. Οπότε ναι, δεν είναι τυχαία η άνθηση που γνωρίζει η αστυνομική αφήγηση με τους γρίφους της, αφού με αφορμή ένα έγκλημα επιχειρεί να τακτοποιήσει κάπως αυτό το χάος και να βρει απαντήσεις στο σκοτεινό, το απλησίαστο, το ακατανόητο ή το αδιανόητο.Και φτάνουμε στα αστυνομικά παιδικά σας: «Εξαφάνιση στο Πίτσι Πίτσου» και «Μυστήριο στη λίμνη Λαμπίκο», τα παιδιά αγαπούν το μυστήριο;Όλη η παιδική ηλικία είναι ένα μυστήριο και τα παιδιά είναι ακόμη φυτεμένα στην καρδιά αυτού του μυστηρίου. Τα παιδικά μου βιβλία λοιπόν, εμπεριέχουν όλα τα σχήματα της λογοτεχνίας ενηλίκων σε μια συνθήκη προσαρμοσμένη στην ρευστότητα της παιδικής φαντασίας που επιτρέπει στα παιδιά να αντιμετωπίσουν τους φόβους τους διασκεδάζοντας, χρησιμοποιώντας τη λογική, την παρατηρητικότητα, αλλά και το συναίσθημά τους. Αυτό ακριβώς δηλαδή που επιχειρούν και οι ενήλικες διαβάζοντας ένα αστυνομικό. Είμαστε όλοι μεγάλα παιδιά και τα παιδιά είναι πολύ πιο μεγάλα απ’ όσο υποθέτουμε.Οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; Ποιος ήταν ή ποια ήταν εκείνη που σας έκανε να πείτε «κι εγώ αυτό θέλω να γίνω»;Η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή όταν ήμουν παιδί. Εστίαζα ιδιαίτερα στο γεγονός ότι ήταν γυναίκες που έγραφαν, κάπως αυτό με ενέπνεε και με έκανε μάλιστα να πειραματίζομαι με τις ιστορίες τους, να αλλάζω το τέλος να βρίσκω άλλες λύσεις. Τι θράσος; Ίσως εκεί να φυτεύτηκε το πρώτο σποράκι. Στο αστυνομικό ομοίως εστιάζω σε δυο γυναίκες, την Αγκάθα Κρίστι και την Πατρίσια Χάισμιθ, για διαφορετικούς λόγους.
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Συνέντευξη της Ευτυχίας Γιαννάκη στo BHMAgazino

    Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στο ΒΗΜΑgazino και στον Γιώργο Νάστο, με αφορμή το νέο της αστυνομικό μυθιστόρημα, Η νόσος του μικρού θεού, με ήρωα τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Αν είστε φαν της αστυνομικής λογοτεχνίας και ψάχνετε το ιδανικό βιβλίο για να σας κρατήσει σε αγωνία το φετινό καλοκαίρι δεν έχετε παρά να αναζητήσετε το μυθιστόρημα Η νόσος του μικρού θεού της Ευτυχίας Γιαννάκη. Πρόκειται για το πρώτο μέρος της «Τριλογίας του βυθού» και εκτυλίσσεται στην Πάρο. Με αφορμή μια περίεργη δολοφονία, τα μυστικά και τα ψέματα που επιβιώνουν ακόμη και κάτω από τον δυνατό αιγαιοπελαγίτικο ήλιο αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Η ίδια η συγγραφέας πάντως δεν είχε εντρυφήσει από την αρχή της αναγνωστικής της διαδρομής στο είδος που υπηρετεί τόσο επιδέξια. «Ήμουν αυτό που λέμε αναγνώστρια της κλασικής κυρίως λογοτεχνίας. Με ενδιέφερε η φιλοσοφία και οι αφηγήσεις που αποτελούν πιο βαθιά ψυχογραφήματα, οπότε για χρόνια δεν διάβαζα αστυνομικά μυθιστορήματα. Έχω μεγάλη αγάπη στον Τόμας Μπέρνχαρντ και γενικά στους αυστριακούς συγγραφείς, αλλά και σε άλλους Ευρωπαίους, όπως ο Μισέλ Ουελμπέκ, επειδή αναδεικνύουν στα βιβλία τους τις κοινωνικές παθογένειες και τους ενδιαφέρει πολύ η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Τους καθιστά σημαντικούς η καταβύθισή τους στον ανθρώπινο ψυχισμό. Το βασικότερο ζήτημα της λογοτεχνίας είναι να καταφέρει να αναδείξει τις πιο εσωτερικές και πιο σκοτεινές πλευρές μας και να εξετάσει πόσο ρευστά είναι τα όρια μεταξύ αυτών που βαφτίζουμε καλό και κακό, παραβατικό, κοινωνικά αποδεκτό-όλες αυτές οι έννοιες είναι κατασκευασμένες. Οι συγγραφείς που ανέφερα ασχολούνται με αυτή τη θεματολογία και με έχουν επηρεάσει στην οπτική μου».Η επιστροφή του Χάρη ΚόκκινουΠώς όμως ήρθε τελικά σε επαφή με τα αστυνομικά μυθιστορήματα; «Κάνοντας μια απαιτητική δουλειά που δεν μου άφηνε πολύ ελεύθερο χρόνο έψαχνα να βρω αφηγήσεις που να με κρατούν ξύπνια το βράδυ. Έτσι ανακάλυψα την αστυνομική λογοτεχνία. Αρχικά νόμισα ότι πρόκειται για γρίφους που παίζουν με το μυαλό σου, εν τέλει βέβαια ανακάλυψα ότι και σε αυτά τα βιβλία μπορεί να κρύβεται ένας πλούτος, ειδικά όταν καταφέρνουν πέρα από το πρώτο επίπεδο της πλοκής να αποτελούν και κοινωνικό σχόλιο. Τη ρωτώ αν, για παράδειγμα, της αρέσει ο Αντρέα Καμιλέρι. «Ο Καμιλέρι είναι ένας εκπρόσωπος του μεσογειακού νουάρ λίγο επιφανειακός» απαντά. «Μου αρέσει πολύ ο Ζαν Κλοντ Ιζό και «Η τριλογία της Μασσαλίας». Έχω ωστόσο διαβάσει τα πάντα, και τα σκανδιναβικά ρεύματα, τους βρετανούς, γάλλους και αμερικανούς μετρ του είδους. Βεβαίως, αυτό που κάνω εγώ είναι πιο κοντά στο μεσογειακό νουάρ. Προσπαθώ να εστιάζω λιγότερο στο κομμάτι του σασπένς, το οποίο έχει συχνά κινηματογραφικά χαρακτηριστικά. Είναι απαραίτητο, αλλά δεν θέλω να γίνεται  αυτοσκοπός. Η πατρίδα της συγγραφής είναι πάντοτε η ανάγνωση―όπου νιώσεις οικεία ως αναγνώστης, εκεί  επιχειρείς να προσγειωθείς και συγγραφικά. Στο αστυνομικό μυθιστόρημα έχουμε αφηγήσεις που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον, αυτό μου αρέσει, όμως το μεγάλο στοίχημα για μένα ήταν να δω πώς θα καταφέρω να δώσω λογοτεχνικό βάθος σε κάτι που έχει πολύ έντονα τα στοιχεία της κατασκευής και συχνά λειτουργεί σε επίπεδο καρικατούρας». Ο δικό της Πουαρό είναι ο Αστυνόμος Χάρης Κόκκινος. Δεν θα ήταν πιο εύκολο να είχε επιλέξει ως κεντρικό ήρωα μια εκπρόσωπο του γυναικείου φύλου; «Το έχω σκεφτεί πάρα πολύ ξεκινώντας  και ο λόγος που δεν το έκανα ―παρόλο που ενδεχομένως να μου ήταν πιο οικείο και ίσως πιο εύκολο―είναι το ότι ήθελα να παίξω με χαρακτήρες που ίσως εγώ στην καθημερινότητά μου να μην τους είχα πολύ κοντά μου. Είναι ζητούμενο για έναν συγγραφέα να αντιμετωπίζει με τρυφερότητα ό,τι δεν γνωρίζει και δεν αναγνωρίζει σε αυτό στοιχεία από τον εαυτό του. Η επιλογή του Χάρη Κόκκινου ήταν στρατηγικής σημασίας, διότι έπρεπε να αντλήσω υλικό από πηγές που δεν βρίσκονταν κοντά στην καθημερινότητα ή στις συνήθειές μου. Μέσω του γραψίματος φώτισα πτυχές του εαυτού μου που μου ήταν άγνωστες πριν την εμπλοκή μου σε αυτό το εσωτερικό ταξίδι αυτογνωσίας».Το σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία το ήξερε καλά: «Γενικά μου αρέσει να γράφω για τόπους τους οποίου γνωρίζω και έχει “γράψει” η ατμόσφαιρά τους μέσα μου. Η Πάρος είναι ένα πολύ αγαπημένο μου μέρος, έχω περάσει πολλά καλοκαίρια εκεί και, βέβαια, παρότι είναι ένας πολυπολιτισμικός τουριστικός προορισμός με πολύ ενδιαφέρουσα ανθρωπογεωγραφία τους καλοκαιρινούς μήνες, τον χειμώνα παραμένει απομονωμένη, με όλα τα χαρακτηριστικά της μικρής και κλειστής κοινωνίας». Στην πλοκή του βιβλίου εντάσσεται η παράνομη διακίνηση ελληνικών αρχαιοτήτων από τις Κυκλάδες στην Κεντρική Ευρώπη. «Αυτή η σκέψη πυροδοτήθηκε σε ένα ταξίδι στην Ελβετία, όταν βρέθηκα σε μία γκαλερί και εντόπισα έναν αμφορέα του 5ου αιώνα π.Χ. ο οποίος πωλούνταν κανονικά, σε μια τιμή σχετικά ελκυστική. Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν και αλλού διαθέσιμα τέτοια αντικείμενα, όχι μόνο ελληνικά αλλά και αιγυπτιακά, και άρχισα να ψάχνω και να ρωτάω για την προέλευσή τους. Μου έδειχναν χαρτιά που έλεγαν, για παράδειγμα ότι το 1842 ένας Βρετανός ευγενής πούλησε την τάδε αρχαιότητα σε ένα γερμανό αριστοκράτη. Πρόκειται για μια το λιγότερο θολή ιστορία, για προϊόντα σκοτεινών αγοραπωλησιών, και μου φάνηκε εξωφρενική η όλη υπόθεση. Πέφτοντας πάνω σε κάποια κυκλαδίτικα ειδώλια έπιασα το νήμα της ιστορίας αντίστροφα και άρχισα να μαθαίνω τι συμβαίνει εδώ και δεκαετίες». Περισσότερες λεπτομέρειες στις σελίδες του βιβλίου.
    Περισσότερα

NEWSLETTER

Καλάθι αγορών

(0)

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Ξεκινήστε τις αγορές

Ref.

Στοιχεία αποστολής