Νέα
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραSebastian Barry: «Η θρησκεία μου είναι να στηρίζω τον γκέι γιο μου».
Διαβάστε παρακάτω την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησε ο Sebastian Barry στον Μιχάλη Μητσό για την εφημερίδα Τα Νέα, με αφορμή το μυθιστόρημά του Μέρες δίχως τέλος (μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου). Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που σε μαγνητίζουν και σε σημαδεύουν από την πρώτη στιγμή που έρχεσαι σε επαφή μαζί τους. Που δεν σ’ αφήνουν να ησυχάσεις αν δεν τελειώσεις το βιβλίο τους και που το μόνο που αποζητάς στη συνέχεια είναι να διαβάσεις το επόμενο. Δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ακριβώς ανήκουν, ξέρω όμως ότι τους αισθάνομαι πολύ κοντά μου. Τους ίδιους και τους ήρωές τους.Ηταν δικός μου άνθρωπος ο Ινίας Μακνάλτι, από τις περιπέτειες του οποίου ξεκίνησα την περιπλάνησή μου στον κόσμο του ιρλανδού συγγραφέα Σεμπάστιαν Μπάρι. Συνέπασχα μαζί του όταν τον καταδίωκε ο IRA τη δεκαετία του 1920, μετά τον ιρλανδικό εμφύλιο. Ηταν δικός μου και ο Γουίλι Νταν, που πολέμησε μερικά χρόνια νωρίτερα στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου: οι περιγραφές των μαχών στις σελίδες τού «Μακριά, πολύ μακριά» είναι από τα πιο δυνατά πράγματα που έχω διαβάσει στη ζωή μου. Οπως ένιωσα φυσικά πολύ κοντά μου και τον Τόμας Μακνάλτι, πρόγονο του Ινίας χωρίς αμφιβολία, ο οποίος γνώρισε τον έρωτα μερικές ακόμη δεκαετίες νωρίτερα, μέσα στη φρίκη των ινδιάνικων πολέμων και του αμερικανικού εμφυλίου. Το να ανήκεις σε μια σεξουαλική μειονότητα σε καιρό πολέμου δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα, το έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και στη Συρία.«Είδα έναν οδοιπόρο κουρασμένο,/ ταλαίπωρο, κουρελιασμένο»: με αυτό το μότο του αμερικανού ποιητή Τζον Ματίας ξεκινά ο 63χρονος Μπάρι το τελευταίο του βιβλίο για μια σπουδαία φιλία δύο αγοριών, που θα εξελιχθεί στη συνέχεια σε ευτυχισμένη οικογένεια με την προσθήκη μιας όμορφης Ινδιάνας. Κι όπως μου λέει στη συνέντευξη που ακολουθεί, προς τιμήν αυτού του δίστιχου θα τραγουδούσε το «Πάλιωσε το σακάκι μου» του Τσιτσάνη αν διάβαζε δημοσίως αποσπάσματα του βιβλίου στην Αθήνα.«To κάθε παιδί πρέπει να σηκωθεί και να χορέψει, να χορέψει ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια, να χορέψει γερνώντας τη δύσκολη, πονεμένη καντρίλια του τέλους». Η ζωή είναι λίγο σκληρή, έτσι δεν είναι; Εντάξει, αλλά εξακολουθεί να είναι ένας χορός. Και δεν είμαι καν σίγουρος αν λευκοί μεσοαστοί Ιρλανδοί όπως εγώ μπορούν να μιλούν με κάποιο κύρος για φτώχεια. Υπάρχουν πολλοί στην Ιρλανδία που περνούν εξαιρετικά δύσκολα, ανάμεσά τους και πολλά παιδιά, κάτι το απογοητευτικό σε μια ανακάμπτουσα οικονομία. Ο Ινίας Μακνάλτι είναι φυγόδικος. Ο Γουίλι Νταν είναι ένας «άπατρις στρατιώτης».Ο Τόμας Μακνάλτι είναι ένας ομοφυλόφιλος μετανάστης. Αυτό που σας υποκινεί είναι η μοναξιά; Ή η Ιστορία γράφεται από τις μειονότητες;Υπάρχει μια χρήσιμη και όμορφη αμερικανική λέξη που προτιμώ από τη «μοναξιά». Είναι η «μοναχικότητα», μια κατάσταση της ύπαρξης που μπορεί να νιώσει ακόμη κι ένα άψυχο αντικείμενο. Το ίδιο το σύμπαν είναι χωρίς αμφιβολία ένα εμφανώς μοναχικό οικοδόμημα. Σε γενικές γραμμές, όμως, για μένα ως συγγραφέα, ο χαρακτήρας που εξαναγκάζεται συνεχώς να φύγει από έναν τόπο κοιτάζει πίσω πολύ έντονα και ειλικρινά αυτόν τον τόπο και τον λατρεύει ή τον απεχθάνεται με μια παράξενη ακρίβεια.Τι σήμαινε να είσαι γκέι στην Αμερική του 19ου αιώνα;Σίγουρα όχι αυτό που εννοούμε σήμερα. Εξ όσων γνωρίζω δεν υπήρχε καν αυτή η λέξη, και αν υπήρχε δεν ήταν υποτιμητική ή αφηρημένα βιβλική. Σε αυτόν τον τόπο της αφετηρίας και του ξεκινήματος που ήταν η Αμερική του 1850, μεγάλα δεινά ξεκίνησαν πλάι πλάι με μεγάλες δυνατότητες, κάτι που φαίνεται να εξακολουθεί να προσδιορίζει την Αμερική. Μια από τις μεγάλες δυνατότητες ήταν η γέννηση της ελευθερίας να είσαι γκέι – στην πραγματικότητα να είσαι οτιδήποτε σε κάνει η φύση και το τραγούδι της δημιουργίας. Μπορεί να το δει κανείς αυτό να λαμπυρίζει και να τρεμοφέγγει στην ανθρώπινη Ιστορία – έστω και αχνά.Η «Guardian» έγραψε ότι το γεγονός πως χωρέσατε σε 260 σελίδες την ιρλανδική μετανάστευση, την ομοφυλόφιλη ταυτότητα και τη δημιουργία της Ευρώπης είναι ένα θαύμα. Αλήθεια, πώς τα καταφέρατε;Πραγματικά δεν έχω ιδέα! Ακολουθούσα τη φωνή του Τόμας με όλη την αφοσίωση και πίστη που μπορούσα να επιστρατεύσω ως ανθρώπινο ον. Στην ιστορία του είναι αναπόφευκτα μπλεγμένα όλα αυτά τα πράγματα, και όπως ακριβώς είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε μέρα με τη μέρα – «Πού αλλού να ζήσουμε εκτός από τις μέρες;» έλεγε ο Φίλιπ Λάρκιν – έτσι κι ένα βιβλίο γράφεται ευτυχώς σελίδα με τη σελίδα, ειδάλλως θα είχαμε εγκαταλείψει έντρομοι το πεδίο της μάχης.Εχετε μιλήσει στον Τύπο για την ημέρα που ο γιος σας ο Τόμπι σάς είπε ότι είναι γκέι. Από τότε, είπατε, σας μύησε στη «μαγεία της ζωής των γκέι». Φαίνεται λοιπόν πως δεν ακολουθήσατε τη συμβουλή του Πάπα, ο οποίος είπε ότι οι γονείς πρέπει να ζητούν ψυχιατρική βοήθεια για τα ομοφυλόφιλα παιδιά τους…Και φανταστείτε ότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαμε τόσο καλή γνώμη για τον Πάπα στο σπίτι μου – κι ας είναι ένα σπίτι κατά το ήμισυ αγνωστικιστικό και κατά το άλλο ήμισυ προτεσταντικό. Αυτός ο υποβόσκων ζήλος ορισμένων να συνεχίζουν να λένε ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με το να είσαι γκέι είναι εγκληματικός και ήταν πάντα εγκληματικός. Τους περνούν άραγε από το μυαλό οι συνέπειες αυτών που λένε; Είναι σαν να προσφέρουν μια φτηνή δικαιολογία για να είσαι ομοφοβικός, ένα ξεδιάντροπο διαβατήριο μίσους.Η χώρα σας έχει αλλάξει σε εντυπωσιακό βαθμό. Ποιο είναι το μυστικό; Η εξωστρέφεια; Η σεμνότητα; («επειδή τα ρούχα είναι κουρελιασμένα», όπως λέτε κάπου) Η ταπεινοφροσύνη;Να μερικοί καλοί λόγοι! Θα ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να κατανοήσει κανείς τα άγνωστα, χωρίς αμφιβολία, και σύνθετα μαθηματικά της αλλαγής μιας χώρας. Και το βέβαιο είναι ότι το πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος έχει να κάνει με ένα σωρό μυστηριώδεις αριθμούς. Εξωστρέφεια, σεμνότητα, ταπεινοφροσύνη – ένα ωραίο μπουκέτο λέξεων κάτω από το όνομα οποιασδήποτε δημοκρατίας. Θα έπρεπε να τις υιοθετήσουμε αμέσως.Το μεγάλο θέμα της εποχής μας είναι η ταυτότητα. Αυτό φαίνεται καθαρά και στις «Μέρες δίχως τέλος». Ποια είναι η άποψή σας για την πολιτική του ταυτοτισμού;Είμαι πατέρας ενός ομοφυλόφιλου παιδιού που είναι σήμερα 21 ετών και ανθίζει ως καλλιτέχνης, ως φοιτητής και ως ανθρώπινο ον: αυτή είναι η μόνη μου θρησκεία. Η θρησκεία που επιλέγω είναι να στηρίζω τον γιο μου. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν όλοι οι γονείς των ομοφυλόφιλων παιδιών. Το να είσαι γκέι είναι ένα παράδειγμα ανθρώπινης ακτινοβολίας. Ετσι νιώθω εγώ γι’ αυτό.Τι ανακαλύψατε στον έναν χρόνο που έχει περάσει από τότε που τιμηθήκατε με την ανώτατη διάκριση των Ιρλανδικών Γραμμάτων (Irish Fiction laureate);Στο διάστημα αυτό μου δόθηκε η ευκαιρία να επισκεφθώ με τη λέσχη βιβλίου στην οποία ανήκω μέρη στα οποία δεν θα μπορούσα ποτέ να μπω, όπως το Κεντρικό Ψυχιατρικό Νοσοκομείο, διάφορες νοσοκομειακές μονάδες, καθώς και το Κέντρο Επιτυχημένης Γήρανσης στο Δουβλίνο. Εκανα επίσης διάφορες διαδικτυακές εκπομπές με άλλους ιρλανδούς συγγραφείς, και γοητεύτηκα από τους ανοιχτούς τους ορίζοντες, από τη σεμνότητα, την ταπεινοφροσύνη και την ευγένειά τους απέναντί μου. Ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα από όλα αυτά.Πώς επηρέασε τους ιρλανδούς συγγραφείς η χρηματοπιστωτική κρίση;Η μεγάλη αλλαγή για τους συγγραφείς ήταν πιθανότατα η δραστική μείωση των προκαταβολών από τους εκδότες, καθώς περίμεναν πτώση των πωλήσεων. Στην Ιρλανδία οι καλλιτέχνες απαλλάσσονταν παλιότερα εντελώς από τη φορολογία. Αυτό έχει πλέον αλλάξει και έχει θεσπιστεί ένα αφορολόγητο ποσό. Αυτή είναι η πρακτική πλευρά του πράγματος. Νομίζω πως είναι λίγο σκληρό να το πω, αλλά θα το πω έτσι κι αλλιώς: η κρίση φάνηκε να ενθαρρύνει ιδιαίτερα τους ιρλανδούς συγγραφείς να καταβάλλουν μεγαλύτερες προσπάθειες και να πετυχαίνουν περισσότερα πράγματα, με νέες φωνές να αναδύονται από τη θολή θάλασσα των προβλημάτων δίπλα σε τόσους πλήρως ανεπτυγμένοι θεούς – τη Σάλι Ρούνεϊ, τη Σάρα Μπομ, την Αϊμίαρ Μακμπράιντ κ.λπ. κ.λπ. Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια ώρα για τα καλύτερα ονόματα της νέας ιρλανδικής λογοτεχνίας και να μην αναφέρουμε ούτε έναν άνδρα!Μόλις τελείωσα το «Normal People», το καινούργιο βιβλίο της Σάλι Ρούνεϊ. Μια καταπληκτική περιγραφή των χαρακτήρων, και η συγγραφέας είναι μόλις 27 ετών…Ακριβώς, όπως είναι κι ένας λαμπρός και πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Απολύτως αυτόνομη, ευφυής και αξιοθαύμαστη. Αρχικά τη συνέκρινα με την Ελίζαμπεθ Μπόουεν και τη Μαρία Ετζγουορθ – τώρα μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον εαυτό της.Τι σημαίνει «ιρλανδικότητα στη λογοτεχνία; Στην πραγματική ζωή;Να μια δύσκολη ερώτηση. Υπάρχει ένας κλάδος της λογοτεχνίας που προσπάθησε και προσπαθεί, μερικές φορές ακόμη και με πονηριά, να εμπλουτίζει συνεχώς το μάλλον περιορισμένο σύνολο των επιθέτων που προσδιόριζαν άλλοτε την ιρλανδικότητα. Ως ένας άνθρωπος που τα επίθετα τα οποία τον προσδιορίζουν – κάτοικος της πόλης, μεσοαστός, αγνωστικιστής κ.λπ. – δεν φάνηκαν να μεταδίδουν ποτέ στους άλλους τη δική μου αίσθηση επείγουσας ιρλανδικότητας, πασχίζω να το κάνω μόνος μου επί σαράντα χρόνια. Ελπίζω λοιπόν η ιρλανδικότητα στη λογοτεχνία να τείνει συνεχώς προς την ιρλανδικότητα στη λεγόμενη πραγματική ζωή. Περπατώντας αργόσυρτα προς τη Βηθλεέμ…«Η Οδύσσεια του Ινίας Μακνάλτι» είναι το πρώτο σας βιβλίο που διάβασα. Μπροστά στον κίνδυνο να ανοίξουν ξανά οι πληγές στην Ιρλανδία εξαιτίας του Brexit, θα λέγατε ότι οι περιπέτειες του ήρωα δεν έχουν τελειώσει ακόμη;Η ερώτηση αυτή με τρομάζει. Ακόμη και για εμάς τους Νότιους, οι ταραχές στον Βορρά βρίσκονταν πάντα εκεί, μια βίαιη παρουσία στο πίσω μέρος του μυαλού. Και αποτελούσαν μια παράξενη και σχεδόν σουρεαλιστική επανάληψη των ταραχών στην Ιρλανδία την εποχή του εμφυλίου πολέμου και μετέπειτα. Ενα άσβεστο μίσος που ούτε η δύναμη του καλού μπορούσε να σταματήσει. Προσεύχομαι, προσεύχομαι, άνθρωποι σαν τον Ινίας να συνεχίσουν να αναπαύονται στους συχνά άγνωστους και χωρίς διακριτικά τάφους τους.Πριν από μερικά χρόνια, σε μια συνέντευξή σας στο «Βήμα», είχατε πει ότι οι μεγαλύτεροι αδελφοί σας είναι ο Τζόζεφ Κόνραντ, ο Τόμας Χάρντι και ο Καβάφης. Είχατε πει επίσης ότι αγαπάτε τον Τσιτσάνη, τον Ζακ Τατί και τον Μπέργκμαν. Εχουν και οι συγγραφείς της νέας γενιάς τόσο πολλά σημεία αναφοράς;Α, ο Τσιτσάνης… Ελπίζω πως ναι. Ισως όχι τη συγκεκριμένη ομάδα σημείων αναφοράς, γιατί είμαι 63 ετών και παιδί μιας ιδιαίτερης στιγμής. Γνώρισα τον Τσιτσάνη σε ένα μικρό παραθαλάσσιο εστιατόριο στον Δρυό της Πάρου επειδή τα παιδιά που το είχαν, κάτι υπέροχοι άνθρωποι από τα Τρίκαλα, είχαν κολλήσει εκείνες τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες στο πίσω μέρος του καφέ… Μου κίνησαν την περιέργεια. Κι ύστερα ένιωσα αυτή τη δυνατή φωτιά της μουσικής του, που καίει ακόμα!Tι κάνατε, αλήθεια, έναν χρόνο στην Πάρο; Θα ξαναπηγαίνατε να ζήσετε εκεί;Ηθελα να πάω σε ένα φτηνό μέρος για να γράψω. Ηταν το 1980. Εκείνη την εποχή, αν είχες χίλιες λίρες στην τσέπη μπορούσες να ζήσεις στην Ελλάδα για έναν χρόνο. Τώρα μπορείς να ζήσεις τρεις μέρες! Ο πατέρας μου πήγαινε στην Πάρο από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, κι έτσι όταν έφτασα στο νησί είχα τουλάχιστον μια επαφή. Αλλά στην πραγματικότητα δεν τη χρειαζόμουν. Η Νάουσα πριν από την Ευρωπαϊκή Ενωση ήταν στο μεταίχμιο της οικονομικής αλλαγής, αν και καταλάβαινε κανείς τις μεγάλες αλλαγές μετά τη φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το τέλος της καταστολής από τη στρατιωτική δικτατορία. Αυτό που δεν περίμενα μέσα στην αθωότητά μου ήταν η έφοδος ενός είδους ομορφιάς που αλλάζει το DNA σου, τα αστραφτερά νερά, η αρχαία νεωτερικότητα. Οι δυνατές φιλίες. Και ο ανοιχτός χαρακτήρας, η σεμνότητα και το αίσθημα φιλοξενίας των ανθρώπων. Ημουν 25 ετών και γνώριζα μόνο την ψυχρή καρδιά της Βόρειας Ευρώπης, την αδιαφορία μιας πόλης σαν το Παρίσι. Αλλαξα ένα γράμμα (Paris – Paros) και βρήκα τον Παράδεισο. Επιστρέφω κάθε τόσο, αλλά κάτι από τον 25χρονο εαυτό μου παραμένει πάντα εκεί, και πηγαίνει στις Κολυμπήθρες με το ξεχαρβαλωμένο του ποδήλατο ακολουθώντας έναν χωματόδρομο που δεν υπάρχει πια.Οταν διαβάζετε δημοσίως τα βιβλία σας συνηθίζετε να τραγουδάτε. Τι θα τραγουδούσατε αν διαβάζατε το «Μέρες χωρίς τέλος» στην Αθήνα;Ισως το «Πάλιωσε το σακάκι μου» του Τσιτσάνη, προς τιμήν του μότο του μυθιστορήματος. Δεν θα τα κατάφερνα όμως ποτέ με τα κορδελάκια στο τέλος των στίχων – σαν ελικοειδή όστρακα. Πρέπει να είσαι Ελληνας για να τραγουδήσεις ελληνικά τραγούδια, δυστυχώς. Θα μπορούσα όμως να το σιγομουρμουρίσω – τρυφερά, σιωπηλά. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΤα γλυκόπικρα graphic novels του Soloúp | Συνέντευξη στη LIFO.
Ο Soloúp, με αφορμή την έκδοση του νέου του graphic novel Ο Συλλέκτης-Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο, παραχώρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στη Μαρία Παππά για τη LIFO.Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Μετά το βραβευμένο «Αϊβαλί», ένα graphic novel που συζητήθηκε αρκετά πριν από τέσσερα χρόνια και έβαλε τον δημιουργό του σε νομικές περιπέτειες, ο Soloúp επέστρεψε με τον «Συλλέκτη», ένα γλυκόπικρο κόμικ για τη διάλυση ενός γάμου και τη γονική αποξένωση μέσα από τα μάτια εξωτερικών παρατηρητών. Συχνά, ο Αντώνης Νικολόπουλος, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, διαστρεβλώνει τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας για να μιλήσει για πιο «σοβαρά», υπαρξιακά θέματα. Με εμπειρία χρόνων στη γελοιογραφία και ως σκιτσογράφος, ο Soloúp έχει περάσει απ' όλα τα στάδια όσων δημιουργών προσπαθούν να κάνουν κόμικς στην Ελλάδα. Ένα από τα κύρια έργα του, τα «Ελληνικά Κομικς», ήταν η πιο λεπτομερής έρευνα που έχει γίνει ποτέ για την εγχώρια σκηνή των κόμικς. Αυτό το διάστημα ετοιμάζει μια μεγάλη έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη με πρωτότυπα σχέδια από τη νέα του δουλειά, εκτυπώσεις, μουσαμάδες, βίντεο και κατασκευές αλλά και πολλές παράλληλες δράσεις. Τα εγκαίνια είναι στις 23 Ιανουαρίου. — Είναι καλύτερο να υπογράφεις με ψευδώνυμο; Άρχισα να υπογράφω ως «Soloúp» το 1986, όταν ήμουν φοιτητής στο Πάντειο. Είχα την εντύπωση πως οι περισσότεροι σκιτσογράφοι χρησιμοποιούν κάποιο ψευδώνυμο κι έτσι έκανα κι εγώ. Πιθανότατα σε αυτή την απόφαση να βοήθησε και μια κοσμοφοβία που με τυραννούσε από τότε και νόμιζα πως έτσι θα απέφευγα την έκθεση. Τελικά, δεν γλίτωσα από την κοσμοφοβία μου και μου έμεινε και το Soloúp.— Πώς σκέφτηκες να γράψεις μια κοινωνική ιστορία; Όσο μεγαλώνεις, τις κοινωνικές ιστορίες και τα κοινωνικά θέματα μάλλον δεν τα ψάχνεις, έρχονται και σε βρίσκουν εκείνα. Έτσι συνέβη με το «Αϊβαλί» και τον «Συλλέκτη». Είναι πράγματα που με τη γελοιογραφία, τα χιουμοριστικά κόμικς ή τα στριπάκια δεν μπορείς να τα πεις, δεν μπορείς να τα αγγίξεις σε βάθος. Έτσι, λόγω της ανάγκης μου να μπορέσω να δώσω σχήμα σε αυτές τις ιστορίες, καταπιάστηκα με τη φόρμα των κόμικς που, σωστά ή λάθος, αποκαλούμε πλέον graphic novel.— Είναι αληθινοί οι ήρωες; Νομίζω πως η βάση των περισσότερων αφηγήσεων στην τέχνη, στα σενάρια του κινηματογράφου, για παράδειγμα, ή στη λογοτεχνία, το πρωταρχικό υλικό στο μυαλό των συγγραφέων είναι εικόνες της ζωής τους, είτε τις έζησαν οι ίδιοι είτε τις είδαν να συμβαίνουν γύρω τους. Αυτό το πρωτογενές υλικό που προέρχεται από την αληθινή ζωή και μετατρέπεται σε πηγή έμπνευσης υπάρχει ακόμα και σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας με εξωγήινους. Από την πραγματικότητα όμως μέχρι τους ήρωες μιας έντεχνης αφήγησης υπάρχει μια τεράστια διαδρομή φίλτρων, κοινωνικών επιρροών και υποκειμενικών διαθλάσεων που καταλήγουν σε έναν κόσμο αυθύπαρκτο, στο κλειστό σύμπαν ενός βιβλίου, ενός θεατρικού έργου ή μιας ταινίας. Στην περίπτωση του «Συλλέκτη», στην ιστορία του Διονύση και της Φωτεινούλας. — Πώς την εμπνεύστηκες; Στο παράδειγμα που σου ανέφερα με τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αν παρατηρήσεις, ακόμα και οι εξωγήινοι έχουν ανθρώπινα πάθη. Ερωτεύονται, πεθαίνουν, νιώθουν ζήλια, μίσος, έχουν αδυναμίες. Οι συγγραφείς τους είναι πιθανότερο να εμπνεύστηκαν τέτοιες συμπεριφορές από έναν γείτονα ή τον κουρέα τους παρά από έναν αυθεντικό εξωγήινο. Θα έλεγα, λοιπόν, πως η βάση των περισσότερων περιστατικών σε ένα σενάριο ή κείμενο είναι πράγματα που οι συγγραφείς κάποια στιγμή τα είδαν να συμβαίνουν στη ζωή τους. Δεν νομίζω πως απασχολεί τον αναγνώστη τόσο το αν οι ήρωες του «Συλλέκτη» είναι πραγματικοί ή όχι όσο το ότι αυτό το βιβλίο θίγει ένα ζήτημα που βρίσκεται παντού γύρω μας και είναι πέρα για πέρα αληθινό. Τα περιστατικά γονικής αποξένωσης ανάμεσα σε γονείς και παιδιά μετά από ένα διαζύγιο είναι, δυστυχώς, χιλιάδες. — Πόσο αυτοαναφορικός είσαι στις δουλειές σου; Εξαρτάται. Την εποχή που σκίτσαρα για το περιοδικό «Βαβέλ», στις ιστορίες του Ανθρωπόλυκου και του Μήτσου Κυκλάμινου δηλαδή, θα βρεις αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία. Τα αστεία και οι γκάφες του Μήτσου ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσαρκαστικά, δικές μου γκάφες. Στο πιο ώριμο «Αϊβαλί», από την άλλη, υπάρχουν κεφάλαια που είναι εντελώς αυτοβιογραφικά, με πραγματικά γεγονότα και στοιχεία, όπως οι αναφορές στους παππούδες και τις γιαγιάδες μου με καταγωγή από τη Μικρά Ασία. Στον «Συλλέκτη» πάλι, ως συγγραφέας βρίσκομαι στη θέση του παρατηρητή. Παρακολουθώ τον Διονύση και το περιβάλλον του. Όμως ας μην ξεχνάμε πως και ο παρατηρητής, ο κάθε παρατηρητής, από τη στιγμή που καταγράφει τις σκέψεις του, αποτυπώνει τις δικές του ιδέες, τη δική του αντίληψη για τα πράγματα. Κι αυτό έχει σε κάποιο βαθμό στοιχεία αυτοαναφορικότητας.— Γενικά, σου αρέσει ο συμβολισμός; Πόσο χρειάζεται σε τέτοιου είδους ιστορίες; Συνηθίζω να αναφέρομαι σε άλλα έργα. Σε άλλα κείμενα, μουσικές, πίνακες ζωγραφικής, σε ταινίες. Ζούμε σε έναν παγκοσμιοποιημένο πολιτισμό ιδεών. Πολλά έργα, δικαίως ή αδίκως, έχουν ταυτιστεί με κάποιες ευρύτερες έννοιες. Έτσι, για παράδειγμα, η αναφορά σε ένα άλλο κείμενο, όπως συμβαίνει στον «Συλλέκτη» με τη «Δίκη» του Κάφκα, σε άλλες εικόνες, όπως αυτή του καπελά και του λαγού από την «Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», ή σε άλλες παραπομπές, όπως η αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα, δίνουν άλλο βάθος πεδίου στην πρόσληψη από την πλευρά του αναγνώστη. Ανοίγουν παράλληλα παράθυρα εννοιών και σκέψεων. — Υπάρχει ανάγκη για τέτοιες ιστορίες; Εννοείς ιστορίες για προβλήματα, όπως η γονική αποξένωση; Νομίζω πως οι πρώτες αντιδράσεις των αναγνωστών και ο τρόπος που έχουν αγκαλιάσει τον «Συλλέκτη» τα λέει όλα. Δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για μακρινές ιστορίες του παρελθόντος. Ζούμε στο παρόν, σε μια καθημερινότητα γεμάτη δύσκολα, «κρυφά» προβλήματα. Το να ρίχνουμε προβληματισμούς στον μύλο της σκέψης βοηθάει, πάνω απ' όλα, εμάς.— Γιατί διάλεξες το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας; Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι από τα πλέον γνωστά παραμύθια παγκοσμίως, με άπειρες διαφορετικές καταγραφές. Το παράξενο με τη συλλογή παραμυθιών των αδελφών Γκριμ είναι πως συναντάμε δύο παραλλαγές του παραμυθιού. Η πρώτη είναι η πλέον γνωστή και εικονογραφημένη. Η δεύτερη, όμως, αναφέρει πως η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα είναι εκείνη που σκότωσε τον κακό λύκο, πνίγοντάς τον στο πηγάδι. Ακριβώς αυτή ήταν, λοιπόν, που χρειαζόμουν αφηγηματικά κι έτσι το παραμύθι μετατράπηκε στο κλειδί που ξεκλειδώνει όλον τον «Συλλέκτη» και τις άλλες πέντε αφηγήσεις του βιβλίου.— Το βασικό θέμα του Συλλέκτη είναι η αποξένωση. Τι αποξενώνει τους ανθρώπους; Υπάρχουν άπειρες δικαιολογίες. «Φταις εσύ», «όχι φταις εσύ» και τα γνωστά. Εκείνο που συμβαίνει, όμως, στις ανθρώπινες σχέσεις και οδηγούνται στην αποξένωση ‒και μιλώ για ερωτικές σχέσεις, φιλίες, συγγενείς, γονείς και παιδιά‒ είναι από κάποια στιγμή κι έπειτα τον έναν δεν τον αφορά πια τι κάνει ο άλλος. Δεν τον ενδιαφέρει να προσπαθήσει να μπει στη θέση του.— Γιατί άφησες τόσο ανοιχτή την ερμηνεία του χωρισμού του ζευγαριού; Το ζητούμενο δεν είναι να αποδώσουμε ευθύνες στον έναν ή στον άλλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, άλλωστε, όλοι, λίγο-πολύ, είναι θύματα των καταστάσεων. Κυρίως τα παιδιά αλλά και οι γονείς, ειδικά αν δεν συνειδητοποιούν το πρόβλημά τους. Εδώ είναι που λέμε πως χρειάζονται και οι ψυχολόγοι, αλλιώς γινόμαστε έρμαια του θυμικού και των εγωισμών μας. Το ζητούμενο στο βιβλίο ήταν, λοιπόν, η αποτύπωση του πόνου και της βουβής βίας που υφίστανται οι άνθρωποι όταν βρεθούν σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις. Ένα κοινωνικό και θεσμικό πλαίσιο, όπως η απαρχαιωμένη σε τέτοια ζητήματα Δικαιοσύνη, που αδιαφορεί για τον ανθρώπινο πόνο. Δίκες που σέρνονται για χρόνια, στηρίζοντας παράλογα μόνο τη μία πλευρά και αδιαφορώντας για την ψυχολογική και συναισθηματική φθορά των αντιδίκων. Μια Δικαιοσύνη που, αντί να προσφέρει λύσεις, γίνεται μέρος του προβλήματος. — Από τη γελοιογραφία μέχρι το graphic novel, ποιο είναι πιο δύσκολο είδος και ποιες οι διαφορές τους για έναν δημιουργό; Κάθε είδος υπηρετεί διαφορετικές εκφραστικές ανάγκες. Στην πολιτική γελοιογραφία πρέπει να πεις κυριολεκτικά «χίλιες λέξεις σε μια εικόνα», δηλαδή περίπου όσο είναι το κείμενο σε μια σελίδα εφημερίδας. Πρέπει να αποτυπώσεις το ρεπορτάζ και την άποψη του συντάκτη με ελάχιστα έως καθόλου λόγια στα μπαλονάκια του σκίτσου. Από την άλλη, στο μέσο των κόμικς και στην επιμέρους φόρμα τους, στα graphic novels, έχεις να αναμετρηθείς με άλλα πράγματα, με το σενάριο και το ξεδίπλωμα της αφήγησης, με τους χαρακτήρες, τη σχεδιαστική απόδοση κ.λπ. Το καθένα έχει τις δυσκολίες και, φυσικά, τις χάρες του. Καταλαβαίνεις, βέβαια, πως ο όγκος της δουλειάς για ένα graphic novel είναι τεράστιος. Μπορεί να δουλεύεις ακόμα και χρόνια για να το ολοκληρώσεις. Αυτό από μόνο του έχει έναν επιπρόσθετο βαθμό δυσκολίας.— Πόσο δύσκολο είναι να κάνεις κόμικς στην Ελλάδα; Το δύσκολο να ζήσεις από τα κόμικς στην Ελλάδα, όχι να τα κάνεις. Γι' αυτό έχουμε πάρα πολλούς εξαιρετικούς, αλλά φτωχούς δημιουργούς κόμικς που για να ζήσουν όλο και περισσότερο καταφεύγουν σε συνεργασίες με το εξωτερικό. Το να κάνεις σήμερα κόμικς στην Ελλάδα είναι ταυτόσημο με το να κάνεις κόμικς στον πλανήτη Γη. Είναι πλέον μια παγκόσμια επιμέρους κουλτούρα, με το δικό της φανατικό κοινό και τις δικές της αναφορές. — Διάβασα ότι είχες νομικά προβλήματα με το «Αϊβαλί». Τελικά, λύθηκαν; Ναι. Υπήρχε μια παρεξήγηση από την πλευρά των κληρονόμων του Φώτη Κόντογλου, ότι καπηλεύομαι το έργο του. Ήταν όμως εξαιρετικά έντονη η δημόσια αντίδραση, από αναγνώστες, καλλιτέχνες και πανεπιστημιακούς, μια και το ζήτημα αφορά στη βάση του τη χρήση της τέχνης μέσα στην τέχνη. Ταυτόχρονα, υπήρξε και η αμέριστη συμπαράσταση άλλων κληρονόμων συγγραφικών δικαιωμάτων. Τελικά, οι κατηγορίες κατέπεσαν και νομικά. Στη συνέχεια, βρεθήκαμε με τους κληρονόμους, δόθηκαν φιλικές εξηγήσεις και το θέμα έληξε. Νομίζω πως το έργο του μεγάλου δημιουργού Φώτη Κόντογλου είχε μόνο να κερδίσει από το «Αϊβαλί» παρά να χάσει. Στη βιβλιοθήκη της Μυτιλήνης, για παράδειγμα, μετά την έκδοσή του από τον Κέδρο, τα βιβλία του Κόντογλου ήταν επί μήνες συνεχώς δανεισμένα. — Ποια θεωρείς την πιο απαιτητική δουλειά σου μέχρι σήμερα και για ποιον λόγο; Και ποια την καλύτερη; Όλες οι δουλειές ‒κι αυτό ισχύει για κάθε δημιουργό‒ είναι παιδεμένες, πονεμένες και ταυτόχρονα αγαπημένες. Καθεμιά είναι κομμάτι της προσωπικής του ζωής, των σκέψεων και όσων του συνέβησαν τα χρόνια που τις δούλευε. Η πιο «δύσκολη» δουλειά, λοιπόν, δεν ήταν ακριβώς κάποιο βιβλίο με κόμικς αλλά η επτάχρονη έρευνά μου για τα κόμικς. Μια απαιτητική έρευνα που κατέληξε επιτυχώς σε ένα διδακτορικό και σε ένα βιβλίο, «Τα ελληνικά κόμικς», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος. Καλύτερη είναι πάντα, και υποκειμενικά, η πιο πρόσφατη, ο «Συλλέκτης», στου οποίου τους ρυθμούς ζω πλέον, ένα τυπογραφικά εξαιρετικό βιβλίο που επιμελήθηκαν με ιδιαίτερη φροντίδα οι εκδόσεις Ίκαρος, και τις ευχαριστώ γι' αυτό.— Πιστεύεις ότι έχουν καλυτερέψει τα πράγματα τελευταία για τη σκηνή των κόμικς; Υπάρχει σκηνή; Φυσικά και υπάρχει. Περιορισμένη, με έναν φανατικό κύκλο αναγνωστών, που, όμως, ολοένα μεγαλώνει. Έχουμε εξαιρετικούς δημιουργούς και γίνονται πράγματα.— Τι πιστεύεις ότι λείπει από τα ελληνικά κόμικς; Η εμπιστοσύνη στο ίδιο το μέσο και στις δυνατότητές του. Δεν είναι δυνατόν, όταν έχουμε στη διάθεσή μας ένα τόσο εκφραστικό μέσο, να αναζητούμε δεκανίκια σε λογοτεχνικά και άλλα κλασικά έργα. Τα κόμικς δεν μπορεί είναι δημοφιλή και αποδεκτά ως τέχνη μόνο μέσα από λογοτεχνικές διασκευές. Μπορούν να πατήσουν στα πόδια τους, να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητές τους και να κάνουν πραγματικά σπουδαία πράγματα.— Διαβάζεις γενικά; Σου άρεσε κάποιο βιβλίο τελευταία; Διαβάζω πολύ, όλα τα χρόνια. Είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που μου συμβαίνουν στη ζωή. Ένα από τα βιβλία που τελείωσα πρόσφατα ήταν και το «τούβλο» «4321» του αγαπημένου Πολ Όστερ. Όμως αυτό το διάστημα τρέχω σαν τρελός για την προετοιμασία της έκθεσης του «Συλλέκτη» στο Μουσείο Μπενάκη. Δεν μένει καιρός για διάβασμα. Ξεκλέβω, όμως, κάποια βράδια για κινηματογράφο ή θέατρο. — Υπάρχει κάποιος άνθρωπος ή καλλιτέχνης που σε έχει επηρεάσει βαθύτερα και γιατί; Απ' αυτούς που συνάντησα, ο Γιάννης Καλαϊτζής. Ο Γιάννης κατάφερε να ταιριάξει στη ζωή του τον εμπνευσμένο καλλιτέχνη με τον αυτοσαρκαστικό χιουμορίστα, τον ουσιαστικό δάσκαλο με τον ταπεινό άνθρωπο και τον συνειδητό φίλο. Το μάθημά του; Δεν είναι μόνο το τι κάνεις αλλά και το πώς το κάνεις και πώς το προσφέρεις.— Η τωρινή πολιτική κατάσταση πιστεύεις ότι δίνει τροφή στους γελοιογράφους; Η πολιτική και οι πολιτικοί πάντα έδιναν τροφή στους γελοιογράφους. Το κοινό όμως δεν το βλέπω πια τόσο χαλαρό και έτοιμο ν' αποδεχτεί τη σάτιρα και το πολιτικό χιούμορ. Υπάρχει ένας φανατισμός και μια προκατάληψη στους αναγνώστες, που νομίζω πως είναι μεγαλύτερη από άλλες περιόδους. Ίσως, βέβαια, συμβάλλουμε κάποιες φορές και οι σκιτσογράφοι σε αυτό, που γινόμαστε καθρέφτες αυτής της προκατάληψης.— Πιστεύεις στην ελπίδα; «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα βρεις το ανέλπιστο που είναι ανεξερεύνητο και απλησίαστο», που λέει και ο Ηράκλειτος.— Τι φοβάσαι περισσότερο; Θέλεις όλο τον κατάλογο; Αντ' αυτού, θα έλεγα πως χαίρομαι πολύ όταν μου προσφέρονται τυχαία κάποιες μικρές χαρές της ζωής. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραSebastian Barry: «Αυτό που λέμε ιστορικό μυθιστόρημα δεν υπάρχει».
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Sebastian Barry στη Μάρω Βασιλειάδου για την Καθημερινή με αφορμή το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του Μέρες δίχως τέλος (μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου). Ο Ιρλανδός συγγραφέας Σεμπάστιαν Μπάρι είναι τόσο δημοφιλής και πολυβραβευμένος ώστε το έργο του δεν χρειάζεται συστάσεις. Οι κριτικές ξεχωρίζουν πάντοτε το μεστό λογοτεχνικό του ύφος, τη δεξιοτεχνία του να δημιουργεί υποβλητική ατμόσφαιρα, το ταλέντο του να πλάθει αληθινούς χαρακτήρες. Τον Φεβρουάριο τιμήθηκε με την ανώτατη διάκριση των ιρλανδικών γραμμάτων (Laureate for Irish Fiction), και το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του Μέρες δίχως τέλος έχει διαγράψει ήδη μια πλούσια σε διακρίσεις διεθνή διαδρομή. Προφανώς, λοιπόν, μια συνέντευξη μαζί του, με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία στην Ελλάδα του Μέρες δίχως τέλος από τις εκδόσεις Ίκαρος στη θαυμάσια μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου, είναι επιβεβλημένη.Δεν ήταν, όμως, αυτό το βασικό κίνητρο για να μιλήσουμε μαζί του. Ηταν πρωτίστως η επιθυμία του γοητευμένου αναγνώστη να «συναντήσει» τον συγγραφέα του, και να του θέσει τις ερωτήσεις που αποκρυπτογραφούν την τέχνη του. Ο Σεμπάστιαν Μπάρι έχει τη στόφα και τη δύναμη του μεγάλου αφηγητή. Οι ιστορίες του, συχνά γραμμένες σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, δεν περιγράφουν απλώς τόπους, ζωές, πάθη και περιπέτειες ανθρώπων. Γίνονται οι ίδιες τα μάτια και τα αυτιά ενός αυτόπτη μάρτυρα. Γίνονται η φωνή του που, σαν να μη μεσολαβούν ο μακρινός χρόνος και ο άγνωστος τόπος, σου μιλά την ώρα που διαβάζεις.Στην Αμερική του 1850Αυτή τη φορά, με το τελευταίο του μυθιστόρημα, η δέσμευση του Μπάρι να μας διηγηθεί την ιστορία δύο ιρλανδικών οικογενειών, των Νταν και των Μακ Νάλτι, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, τον οδηγεί μέχρι την Αμερική. Οι ήρωές του κατατάσσονται στον αμερικανικό στρατό τη δεκαετία του 1850 και παίρνουν μέρος στους πολέμους που σπαράσσουν τη χώρα εκείνη τη δεκαετία. Αυτό το ταξίδι στο άγνωστο γίνεται για τον συγγραφέα το μέσο για να μιλήσει ακόμη μία φορά για τη δύσκολη ζωή των ανθρώπων που πρέπει πάντα να αγωνιστούν και να κερδίσουν τη μοίρα τους. Με διαύγεια και ευαισθησία, με κραυγές και σιωπές, βίαια αλλά και τρυφερά αυτό το μυθιστόρημα αποτελεί μια διαδρομή προς την ωριμότητα. Και ταυτόχρονα μια αναζήτηση στο παρελθόν ενός έθνους που περιέχει θραύσματα από τις μνήμες άλλων λαών και άλλων ηπείρων. Η ιστορία ανασυντίθεται καθώς οι πρωταγωνιστές αναζητούν την προσωπική τους ταυτότητα. Εκείνοι που έφυγαν σπρωγμένοι από την ανάγκη βρίσκουν στον νέο τόπο μια ευκαιρία να ριζώσουν. Κι αν καταφέρουν να επιβιώσουν, τότε θα μπορέσουν να μοιραστούν σκόρπιες στιγμές ευτυχίας.Το παλιότερο μυθιστόρημά σας Μακριά, πολύ μακριά είναι η ιστορία του Ιρλανδού Γουίλι Νταν, όπως τη διηγείται από τις γραμμές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Τι σας παρακίνησε για να γράψετε ένα ακόμη μυθιστόρημα που έχει σχέση με τον πόλεμο, το Μέρες δίχως τέλος, που όμως διαδραματίζεται στην Αμερική στα χρόνια των πολέμων με τους Ινδιάνους και του εμφυλίου;Ο χαρακτήρας του Ουίλιαμ Νταν στο «Μακριά, πολύ μακριά» έχει τις ρίζες του στο φάντασμα ενός γιου σε ένα έργο μου που ονομαζόταν «The Steward of Christendom», και αφορούσε τις τελευταίες ημέρες της ζωής του πατέρα του. Ηταν, όμως, απλώς μια σκιά, ένα πέρασμα. Αυτό το έργο αναφερόταν με κάποιον τρόπο στον προ-προπάππο μου και ουσιαστικά αποκάλυψε ότι στην «πραγματική ζωή» ο άνδρας αυτός, ο μακρινός μου πρόγονος, είχε τρεις γιους που πήγαν στον πόλεμο. Στην ουσία λοιπόν το μυθιστόρημα ήταν μια προσπάθεια να βρω εκείνον τον θείο μου που ήταν στρατιώτης κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ομοίως, η ρίζα του χαρακτήρα του στο Μέρες δίχως τέλος βρίσκεται στον παππού μου, που λίγο πριν πεθάνει μου αποκάλυψε πως είχε ένα μακρινό θείο ο οποίος πολέμησε στον πόλεμο με τους Ινδιάνους. Ημουν μόνον δέκα χρόνων όταν μου το είπε. Συνηθίζαμε να μοιραζόμαστε το ίδιο κρεβάτι τους μεγάλους και κρύους ιρλανδέζικους χειμώνες, και μου είχε αφηγηθεί πολλές ιστορίες από τη ζωή του. Αλλά αυτό ήταν το μόνον στοιχείο που είχα: μια μικρή αναφορά σε εκείνον τον θείο, ούτε καν το όνομά του. Μου έφτασε, όμως, για να τον «αναζητήσω» 50 χρόνια αργότερα.Πώς καταφέρνετε να περιγράφετε τις εμπειρίες, τα συναισθήματα και τις σκέψεις ενός στρατιώτη ως αυτόπτης μάρτυρας, χωρίς να έχετε αναγκαστεί ποτέ να πολεμήσετε;Δεν πήγα ποτέ στον πόλεμο, αλλά μοιράστηκα το κρεβάτι μου με κάποιον που πήγε! Ο παππούς Ο’ Χάρα, του οποίου το μυθιστόρημα ονομάζεται The Temporary Gentleman, ήταν ασυρματιστής στο αγγλικό εμπορικό ναυτικό, και κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε ως αξιωματικός στο βασιλικό μηχανικό, με ειδικότητα στην εξουδετέρωση βομβών. Εκανε δύο θητείες στην Αγγλία και επίσης έφτασε μέχρι τη Βόρεια Αφρική και την Ινδία. Του άρεσε να μου διηγείται ζωντανά ιστορίες για όλα αυτά. Αλλά πέρα από αυτό, μου αρέσει να πιστεύω ότι οι πρόγονοί μας καιροφυλακτούν μέσα μας, τυλιγμένοι στις σπείρες του DNA και στη μοριακή δομή μας. Βρίσκονται κάπου στα σήματα των συνάψεων του εγκεφάλου. Μολονότι, λοιπόν, εγώ ποτέ δεν πήρα μέρος στους πολέμους των Ινδιάνων ή στον αμερικανικό εμφύλιο, ίσως ήταν εκεί ο μακρινός μου θείος. Και έτσι μπορεί να έχω πρόσβαση στη ζωή του και σε όσα εκείνος είδε. Αλλωστε αυτό που αποκαλούμε ιστορικό μυθιστόρημα, δεν υπάρχει. Δεν μπορείς να επιστρέψεις στο παρελθόν σαν να μην έχει υπάρξει το μέλλον, ή σαν να είναι άγνωστο αυτό που εμείς πλέον γνωρίζουμε καλά. Κάνεις απλώς μια προσπάθεια να επαναφέρεις εκείνο το «αθώο» παρόν, έτσι όπως συνέβαινε τότε. Προφανώς για να το καταφέρεις πρέπει να διαβάσεις εκατοντάδες βιβλία και μετά να προσπαθήσεις να τα ξεχάσεις, έτσι ώστε οι απαραίτητες λεπτομέρειες να αναδυθούν στη γραφή σαν να ήταν δικές σου εμπειρίες.Πιστεύω ότι ο Τόμας Μακ Νάλτι είναι ένας από τους πιο αυθεντικούς και τολμηρούς σύγχρονους λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Τι σας ενέπνευσε να τον δημιουργήσετε;Λοιπόν, σκεφτόμουν τον Τόμας Μακ Νάλτι πολύ καιρό. Βασικά ανησυχούσα επειδή ήταν Ιρλανδός, και οι δικοί του είχαν υποστεί 700 χρόνια αποικιοκρατίας, κάποιες φορές σε μια ανάλογη ατμόσφαιρα εθνοκαθάρσεων και εκτοπίσεων του ντόπιου πληθυσμού. Επρεπε, λοιπόν, αυτός ο χαρακτήρας να βρεθεί στην Αμερική και λίγο ώς πολύ να εμπλακεί σε μια κατάσταση που του ήταν σχεδόν οικεία. Επιπλέον, ήμουν για ένα σύντομο διάστημα φίλος με τον Πίτερ Μάθισεν, τον Αμερικανό συγγραφέα, που δούλεψε πολύ πάνω στο θέμα των ιθαγενών της Αμερικής. Ωστόσο, την τελική ώθηση στη δημιουργία του Τόμας έδωσε ο αγαπημένος και καταπληκτικός γιος μου Τόμπι, που στα 16 του μας αποκάλυψε ότι είναι γκέι. Ετσι έγινε η έμπνευσή μου, ο οδηγός για την καρδιά του Τόμας. Γι’ αυτόν τον λόγο το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε εκείνον.Ο πόνος όσο μεγαλύτερος είναι, τόσο πιο αόρατο σε κάνειΤο Μέρες δίχως τέλος είναι ένα σκληρό βιβλίο, που διαδραματίζεται στην αμερικανική δύση. Παρ’ όλα αυτά ο αναγνώστης δεν νιώθει ούτε στιγμή πως αυτή η μακρινή ιστορία –ξένος τόπος, ξένος χρόνος– δεν τον αφορά.Τα τελευταία χρόνια η χώρα σας, όπως και η Ελλάδα, αντιμετώπισε μια πολύ δύσκολη οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Ωστόσο, επιλέγετε να αντλείτε τα θέματά σας από το παρελθόν αντί του παρόντος. Γιατί;Εζησα στην Ελλάδα, στην Πάρο, από το 1980 ώς το 1981. Η χώρα μόλις συνερχόταν από τα χρόνια της πολιτικής καταπίεσης και ετοιμαζόταν να μπει στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ηταν φτωχή, αλλά άρχιζε να ανακτά τις δυνάμεις της. Οι άνθρωποι μας υποδέχθηκαν θερμά σαν Ιρλανδοί! Η ήσυχη ομορφιά του νησιού σού προκαλούσε πόνο. Ηταν ένας τόπος που έγινε για μένα περισσότερο οικείος και από σπίτι μου. Ταράχθηκα, λοιπόν, πάρα πολύ αυτά τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης με τον τρόπο που μιλούσαν για την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αλλού. Το βάσανο από αυτή τη νέα φτώχεια πρέπει να είναι τεράστιο. Αλλά ο πόνος όσο μεγαλύτερος είναι τόσο πιο αόρατο σε κάνει. Αρχίζεις να εξαφανίζεσαι, μολονότι εξακολουθείς να αναπνέεις. Υπάρχει κάτι από αυτά στο Μέρες δίχως τέλος, που είναι η ιστορία δύο αγοριών, και στη συνέχεια δύο ανδρών, οι οποίοι δεν έχουν τίποτε δικό τους. Και σαν μικροί θεοί, πρέπει να δημιουργήσουν έναν κόσμο από το τίποτε. Εκτός αυτού όμως, δεν διαθέτω το είδος της φαντασίας που ανταποκρίνεται σε εκείνο που θα λέγαμε «το παρόν παρόν». Αυτό είναι το πεδίο, η ικανότητα και η ανάγκη της δημοσιογραφίας. Πρέπει, όμως, να πω ότι χωρίς τη δημοσιογραφία και παραδόξως για την εποχή, τη φωτογραφία της δεκαετίας του 1860 στην Αμερική, δεν θα μπορούσα να γράψω το Μέρες δίχως τέλος. Παρ’ όλα αυτά, το παρόν παραμένει ένα μυστήριο για μένα, και τόσο άγνωστο όσο και το μέλλον. Δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει, δεν είναι ορατό.Στα βιβλία σας μιλάτε πάντοτε για την Ιρλανδία και τους Ιρλανδούς με μεγάλη τρυφερότητα αλλά και ειλικρίνεια, χωρίς ποτέ να τους κολακεύετε. Πώς σας αντιμετωπίζουν;Οι Ιρλανδοί διαθέτουν αυτοκριτική, παραδόξως. Ίσως είναι ένα νέο χαρακτηριστικό μας, ή τέλος πάντων πρόσφατο. Για πάρα πολύ καιρό αντιμετωπίζαμε τους εαυτούς μας ως θύματα της Ιστορίας, και κατηγορούσαμε τους Εγγλέζους. Όμως, τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουμε αναθεωρήσει τον δικό μας ρόλο στις ατυχίες μας. Αναφέρομαι στη συμπεριφορά μας προς τις γυναίκες, τους ομοφυλόφιλους, τους φτωχούς ανθρώπους, τα παιδιά. Ετσι, ποτέ δεν αντιμετώπισα κάποια εχθρότητα στην Ιρλανδία εξαιτίας των μυθιστορημάτων μου. Αντιθέτως, τα έχουν αγκαλιάσει με θέρμη. Ίσως θα έπρεπε να ανησυχώ γι’ αυτό. Μάλιστα, πρόσφατα ξαφνιάστηκα όταν τιμήθηκα με την ανώτατη διάκριση των ιρλανδικών γραμμάτων (Laureate for Irish Fiction), που απονέμεται από τον πρόεδρο της χώρας. Από την άλλη, βεβαίως, έχουμε ένα θαυμάσιο πρόεδρο, που είναι και ποιητής. Τώρα που το σκέφτομαι, όταν τον συναντάς, σε αγκαλιάζει πολύ ζεστά!Ποια είναι η ρουτίνα σας τις περιόδους που γράφετε;Εργάζομαι και διαβάζω για περίπου έναν χρόνο προσπαθώντας να παραμείνω ήρεμος. Κατά την περίοδο που γράφω συμβαίνουν μερικά πολύ περίεργα πράγματα. Είναι τόσο μεγάλη η ανάγκη να συνδεθώ με την εποχή που περιγράφω, ώστε μοναδικός σκοπός μου είναι να βρίσκομαι εκεί. Τα μέσα για να ταξιδέψω ώς εκεί είναι η σύνταξη, η γραμματική, η γλώσσα, τα τραγούδια. Αυτά είναι η δική μου μηχανή του χρόνου. Ό,τι βλέπω και ακούω σε αυτά τα ταξίδια, είναι η ιστορία μου. Δεν φαίνεται κάπως ανόητο, κάπως παιδικό; Ετσι νομίζω. Και όμως, είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΗ Κοκκινοσκουφίτσα στη Σπηλιά του Πλάτωνα | Συνέντευξη του Soloúp στην Εφημερίδα των Συντακτών.
Ο Soloúp, με αφορμή την έκδοση του νέου του graphic novel Ο Συλλέκτης-Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο, παραχώρησε συνέντευξη στον Γιάννη Κουκουλά για την Εφημερίδα των Συντακτών. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Πριν από λίγο τελείωσα την ανάγνωση του βιβλίου σου και δεν σου κρύβω ότι χάλασα πολλά χαρτομάντιλα σκουπίζοντας τα δάκρυά μου. Ηταν στις προθέσεις σου να προκαλέσεις τέτοια συγκίνηση;Οταν προσπαθείς να αφηγηθείς μια τόσο φορτισμένη ιστορία, αυτή κατακλύζει πρώτα απ’ όλα εσένα που τη γράφεις. Δεν σκέφτεσαι αν η συγκεκριμένη αφήγηση θα συγκινήσει και άλλους. Το εύχεσαι και το ελπίζεις, βέβαια, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν σε απασχολεί και τόσο. Κυριαρχεί η έγνοια να διατυπώσεις με σαφήνεια τα ερωτήματα που «τρώνε» τον ήρωά σου και μετά να τον βάλεις μπροστά σε αυτά.Εκείνο που με απασχολούσε όσο δούλευα τον «Συλλέκτη» ήταν το τι στάση θα κρατούσε ο Διονύσης απέναντι στις παράλογες καταστάσεις που προέκυπταν στη ζωή του αλλά και τη γραφειοκρατική, σχεδόν καφκική, δικαιοσύνη που θεωρεί τους πατεράδες εξ αρχής «ενόχους μέχρι αποδείξεως του εναντίου». Ο αγώνας του ήρωα να σταθεί όρθιος χωρίς ταυτόχρονα να απομακρυνθεί από το παιδί του, τη Φωτεινούλα, είναι μάλλον εκείνα που προκαλούν τη συγκίνηση. Για να δούμε.Είσαι από τους πρώτους αναγνώστες του «Συλλέκτη» κι έτσι μου δίνεις ελπίδες ότι το graphic novel «λειτουργεί». Περιμένω με αγωνία τις αντιδράσεις των αναγνωστών.Πώς προέκυψε, ιδιαίτερα μετά το «Αϊβαλί» και την αιρετική ματιά σου πάνω στην πολυτάραχη ιστορία των σχέσεων Ελλάδας και Τουρκίας, ένα βιβλίο για την οικογένεια και τον αποχωρισμό;Εχω στα σκαριά αρκετά σενάρια που συνομιλούν με την Ιστορία. Το ένα μάλιστα είναι έτοιμο από την εποχή που δούλευα το «Αϊβαλί» και διαδραματίζεται την ίδια περίοδο. Ελπίζω μια μέρα να το δείτε ολοκληρωμένο. Προς το παρόν ήθελα συνειδητά ν’ αποφύγω τη γνωστή παγίδα που πέφτουν οι συγγραφείς καθώς, ύστερα από ένα πετυχημένο έργο, προσπαθούν να επαναλάβουν τον εαυτό τους.Ηταν πρόκληση λοιπόν το να ασχοληθώ με κάτι εντελώς διαφορετικό, πόσο μάλλον με ένα καυτό κοινωνικό ζήτημα όπως η ψυχολογική -και όχι μόνο- «κακοποίηση» των εμπλεκομένων σ’ ένα διαζύγιο.Τι σχέση έχει ο Αντώνης Νικολόπουλος με τον Διονύση της ιστορίας; Εχει το βιβλίο αυτοβιογραφικά στοιχεία ή είναι μια μυθοπλασία;Οπως ακριβώς το διατυπώνεις, εγώ λέγομαι Αντώνης, ο ήρωας, Διονύσης. Η ζωή είναι πάντα κάτι διαφορετικό από ένα βιβλίο. Η ιστορία ενός βιβλίου αποτελεί ένα κλειστό σύμπαν. Η ζωή, πάλι, είναι ανοιχτή. Αχαρτογράφητη, ανατρεπτική και απρόβλεπτη. Αυτά ακριβώς τα παράλογα -όπως τα περιγράφει ο Καμί- χαρακτηριστικά της «πραγματικότητας» είναι την ίδια στιγμή εκείνα που δίνουν τροφή στη μυθοπλασία και την έντεχνη δημιουργία: στα μυθιστορήματα, στα σενάρια, στις μουσικές και στους πίνακες ζωγραφικής.Θα έλεγα λοιπόν πως δεν έχει σημασία για κάποιον αναγνώστη αν η ιστορία ενός βιβλίου, όπως ο «Συλλέκτης», αφορά τον συγγραφέα όσο το ότι τα προβλήματα που θίγονται υπάρχουν παντού εκεί έξω. Ιστορίες που συχνά είναι πολύ πιο τραυματικές και επώδυνες από αυτήν του Διονύση και δηλητηριάζουν τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων.Υπάρχουν προβληματικά διαζύγια που αποξενώνουν τα παιδιά από τους γονείς τους, χωρίς καμιά ουσιαστική μέριμνα από τους θεσμούς (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κ.λπ.) και μια δικαιοσύνη που καταλήγει ν’ αποτελεί μέρος του προβλήματος και όχι τη λύση του. Ενα ζήτημα που όλοι οι φορείς το γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν μιλάει ανοιχτά γι’ αυτό.Οι ήρωες λοιπόν μπορεί να είναι φανταστικοί, τις καταστάσεις όμως που βιώνουν χιλιάδες άνθρωποι σαν τον Διονύση και δυστυχώς σε όλο τον κόσμο, μόνο μυθοπλασία δεν μπορείς να τις χαρακτηρίσεις. Το ξέρω πως θα γίνω αδιάκριτος αν ρωτήσω ποια είναι η κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας στην οποία αφιερώνεις το βιβλίο. Αλλά θα το κάνω, μια και έχεις δημιουργήσει ολόκληρο κεφάλαιο γι' αυτήν.Το πέμπτο κεφάλαιο του graphic novel ξαναδιαβάζει το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας. Υπάρχουν άπειρες παραλλαγές του παραμυθιού, από τις πρώτες λαϊκές αφηγήσεις και την καταγραφή του Perrault μέχρι τις μέρες μας.Η πλέον διαδεδομένη και εικονογραφημένη εκδοχή είναι εκείνη των αδελφών Grimm. Το ενδιαφέρον είναι πως στην καταγραφή των Grimm –«συλλέκτες» παραμυθιών οι ίδιοι– παραθέτουν και μια δεύτερη παραλλαγή, σύμφωνα με την οποία είναι η ίδια η Κοκκινοσκουφίτσα εκείνη που σκοτώνει τον κακό λύκο.Αυτή η δεύτερη «Κοκκινοσκουφίτσα» γίνεται στο graphic novel η βάση για μια νέα ανάγνωση του παραμυθιού με αποδέκτη έναν σύγχρονο θεατή, την κόρη της Κοκκινοσκουφίτσας, δηλαδή. Είναι εκείνη που θα μπορούσε, με τη σχετική απόσταση από τις εντάσεις, να κατανοήσει πως τα σύγχρονα παραμύθια δεν έχουν μόνο καλούς και κακούς.Γιατί στον υπότιτλο χρησιμοποιείς τον χαρακτηρισμό «κακός λύκος» για τον πρωταγωνιστή σου;Τα πράγματα στη ζωή δεν είναι ή άσπρα ή μαύρα. Το ίδιο και οι άνθρωποι γύρω μας δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Κάθε χαρακτήρας κρύβει πολλές προσωπικότητες και συναισθήματα. Από την άλλη, η περιγραφή των πραγμάτων εξαρτάται από το σημείο στο οποίο στεκόμαστε και τα βλέπουμε.«Κακός» είναι ένας λύκος γιατί κάποιος θέλει να τον δει ως τέτοιο. Κάποιος άλλος μπορεί να τον βλέπει αλλιώς. Γι’ αυτό και στα έξι κεφάλαια του graphic novel προσπάθησα να παρακολουθήσω την ίδια ιστορία του Διονύση, μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες: του γείτονα, ενός καναρινιού, του παππού και της γιαγιάς, του λαγού και στο τέλος βέβαια να παρουσιάσω την ίδια την υποκειμενική ματιά του Διονύση για όσα βιώνει.Στο βιβλίο σου μπλέκεται αξεδιάλυτα η πραγματικότητα με τη φαντασία. Η Κοκκινοσκουφίτσα, η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ένας πρόσφυγας που πασχίζει να σώσει ένα πουλάκι, ένα τεράστιο κλουβί στην κορυφή της Ακρόπολης, η Μικρή Λουλού γίνονται στοιχεία μιας πολυεπίπεδης αφήγησης. Εσύ πώς θα περιέγραφες με 100 λέξεις το βιβλίο σου;Δεν χρειάζονται τόσες λέξεις. Μόνο δύο αρκούν για να περιγράψουν τα συναισθήματα του κεντρικού χαρακτήρα του βιβλίου, στη βροχή κάτω από μια ομπρέλα: «Σιωπηλή κραυγή».Και το σπήλαιο του Πλάτωνα; Είμαστε όλοι δεμένοι και βλέπουμε μόνο σκιές; Και ποιοι είναι αυτοί που μας τις δείχνουν παραπλανώντας μας;Στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα υπάρχει η εξαιρετική αλληγορία της σπηλιάς. Ενα κείμενο που γράφτηκε σχεδόν 2.500 χρόνια πριν και περιγράφει με ανατριχιαστική διαύγεια –θα λέγαμε προφητικά– τους «ισμούς» που στη συνέχεια παρέλασαν στις ανθρώπινες κοινωνίες. «Ισμοί» που διαχρονικά θρέφουν ανθρώπους και θρέφονται από τα μυαλά και τις σάρκες τους. Θρησκείες και ιδεολογίες που μέσα από θέσφατα, αφορισμούς, τσιτάτα και απόλυτες αλήθειες καλύπτουν τις ανησυχίες των μαζών προσφέροντάς τους εξιδανικευμένες λύσεις ή λυτρώσεις.Δεν έχει τόση σημασία, λοιπόν, σύμφωνα με τον ίδιο τον Πλάτωνα, ποιοι είναι κάθε φορά οι «παραπλανητές», όσο το ότι αυτό που γεννά και αναπαράγει τη συγκεκριμένη συνθήκη είναι η αδυναμία των ανθρώπινων κοινωνιών να αντικρίσουν κατάματα την αλήθεια της ύπαρξης.Στην προμετωπίδα χρησιμοποιείς μια φράση από τη «Δίκη» του Κάφκα: «Και τώρα σας συμβουλεύω να πάτε στο δωμάτιό σας, να κάτσετε ήσυχα και να περιμένετε τι θα αποφασίσουν για εσάς». Πώς προέκυψε η επιλογή αυτή;Οταν σε νεότερη ηλικία πρωτοδιάβαζα Κάφκα, μου φαινόταν υπερβολικός. Μεγαλώνοντας όμως, διαπιστώνω όλο και πιο συχνά πόσο «καφκικές» μπορεί να αποδεικνύονται αρκετές καταστάσεις στην πραγματική ζωή. Ενας πατέρας, για παράδειγμα, σαν τον Διονύση ο οποίος εντελώς αδικαιολόγητα δεν μπορεί να επικοινωνεί με το παιδί του, ενώ ταυτόχρονα είναι δέσμιος μιας παράλογης περιπέτειας δικαστικών αναβολών, δεν διαφέρει πολύ από τον Γιόζεφ Κ. στη «Δίκη» του Κάφκα, καθώς τον παρακολουθούμε να οδεύει προς την προδιαγεγραμμένη καταδίκη του.Μεταξύ άλλων, επιφυλάσσεις και μια σκληρή κριτική γεμάτη πικρία για την ελληνική δικαιοσύνη και την αστυνομία. Πόσο μπορεί να εμπιστευτεί ένας πολίτης σήμερα αυτούς τους θεσμούς;Εξαρτάται από ποια θέση κοιτάς, του θύτη ή του θύματος. Παρά το ότι αποτελούν ολοφάνερα και οι δύο θεσμικές εκφάνσεις τής εκάστοτε εξουσίας, τις αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά ως άτομα όταν καλείς, ας πούμε, το «100» και προστρέχεις στον αστυνομικό για να σε προστατέψει από μια αδικία, και διαφορετικά όταν σε βαράει ένας «μπάτσος» σε μια διαδήλωση. Από την άλλη, είναι παροιμιώδεις οι συμβάσεις, οι θεατρινισμοί και τα κατά συνθήκη ψεύδη που διαδραματίζονται στις αίθουσες των δικαστηρίων, με τα νομικά τερτίπια, τους τακτικισμούς των δικηγόρων, τους δασκαλεμένους ψευδομάρτυρες και τη γραφειοκρατία.Το σίγουρο πάντως, σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα, είναι πως η ελληνική δικαιοσύνη βρίσκεται αρκετά πίσω από τις εξελίξεις στην Ευρώπη και στον κόσμο.Το σύνδρομο «γονικής αποξένωσης», για παράδειγμα, ταξινομήθηκε πρόσφατα από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας του ΟΗΕ (WHO) ως νόσος. Εδώ κανείς δεν νοιάζεται. Εγκλωβισμένη σε προκάτ αποφάσεις, αγνοώντας την έννοια της συνεπιμέλειας που κερδίζει παντού έδαφος και ρίχνοντας με ευκολία τα βάρη στους πατεράδες, η δικαιοσύνη όχι μόνο δεν προσφέρει λύσεις αλλά παραμένει μάλλον μέρος του προβλήματος.Είσαι ένας έμπειρος πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός χιουμοριστικών κόμικς εδώ και σχεδόν 30 χρόνια. Ξαφνικά προέκυψε το «Αϊβαλί» και τώρα ο «Συλλέκτης». Μήπως συνειδητοποίησες ότι μεγαλώνεις και θέλεις να προλάβεις να πεις κι άλλα πράγματα εκτός από το να κάνεις τους αναγνώστες να γελάνε;Η ζωή είναι απρόβλεπτη και χωράει τα πάντα, τόσο κωμωδίες όσο και δράματα. Κάθε νέα κατάσταση που συναντούμε, μας προβληματίζει διαφορετικά και απαιτεί άλλη αντιμετώπιση. Τα σκίτσα ύστερα από τόσα χρόνια μάλλον έχουν μετατραπεί στο μυαλό μου σε ενστικτώδη τρόπο σκέψης και αντίδρασης.Θα περιέγραφα λοιπόν ως ευτυχή συγκυρία το να σκιτσάρω χρησιμοποιώντας διαφορετικούς τρόπους -το χιούμορ, την πολιτική σάτιρα, τα graphic novels-, για πράγματα που μας απασχολούν όλους. Μια συνθήκη που σου παρέχει τη δυνατότητα σκέψης κι έκφρασης ενώ ταυτόχρονα σε αποστασιοποιεί από τις καταστάσεις.Είναι τα κόμικς ένα κατάλληλο μέσο και εργαλείο για να αφηγηθεί κάποιος τόσο δύσκολες ιστορίες, από πολιτικά και ιστορικά θέματα μέχρι τραυματικές προσωπικές εμπειρίες;Με έκπληξη μέσα από αυτά που ανακαλύπτω σιγά σιγά στη δουλειά μου αλλά και με τα όσα βλέπω, απολαμβάνω και θαυμάζω στις δουλειές τόσων σκιτσογράφων παντού στον κόσμο, ναι! Τα κόμικς, ώριμα πια, είναι ένα θαυμάσιο έντεχνο μέσο που συνεχίζει να εξελίσσεται, συνδυάζοντας τον λόγο με την εικόνα, ανακαλύπτοντας διαρκώς νέα αφηγηματικά μονοπάτια.Στην Ελλάδα μάλιστα βιώνουμε σήμερα την αξιοσημείωτη άνθησή τους, οφείλοντας τις γερές τους ρίζες στα χρόνια της «Βαβέλ» και του «Παρά Πέντε».Μετά τον «Συλλέκτη» τι να περιμένουμε: Εχεις βάλει μπροστά το επόμενο σχέδιό σου;Ο «Συλλέκτης» μόλις ξεκίνησε και το «Αϊβαλί» έχει ακόμα πολύ δρόμο. Ετοιμάζονται όμορφα πράγματα και για τα δύο. Από την άλλη, χρειάζεται μια χρονική απόσταση για να καταλάβεις τι είναι εκείνο που θα πάρει σειρά. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν ήδη πολλά διαφορετικά σενάρια σε αρκετά προχωρημένο στάδιο που περιμένουν.