Νέα
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΜαριαλένα Σεμιτέκολου: «Η σχέση μου με την λογοτεχνική παράδοση είναι μάλλον άτακτη και παιγνιώδης».
Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου, με αφορμή τη νουβέλα της Οι Κυριακές, το καλοκαίρι, παραχώρησε συνέντευξη στη Σοφία Ζήση για το Τετράγωνο. Διαβάστε την παρακάτω:Στο βιβλίο σας χρησιμοποιείτε τον ενεστώτα χρόνο και λιτό λεξιλόγιο, πράγμα που προσδίδει μια αμεσότητα στην αφήγησή σας. Είναι στόχος για σας η απλότητα στο ύφος; Τι νόημα θα είχε μια ιστορία της οποίας η γοητεία και το ενδιαφέρον θα εξαντλούνταν στο εξεζητημένο ύφος της αφήγησης; Θαυμάζω τις ιστορίες στις οποίες το ύφος υπηρετεί τις ανάγκες της αφήγησης και όχι το αντίστροφο. Η Κυριακή της Μαρίνας είναι μια λιτή Κυριακή, και κυρίως ενεστωτική στον τρόπο που βιώνεται από αυτήν, παρά τις αναδρομές της στο παρελθόν και τις ονειρικές της διαδρομές. Η Μαρίνα είναι μια ηρωίδα απλή, χωρίς ναρκισσισμούς και πόζες. Είναι μια ηρωίδα που σχεδόν συνειδητά απαρνιέται το ‘βάθος’ της ή την αφηγηματική της υπόσταση. Ελπίζω η αμεσότητα και η λιτότητα που διακρίνατε στο ύφος της αφήγησής μου να αποδίδουν πιστά την ιδιαίτερη αυτή φύση της ηρωίδας μου και της καλοκαιρινής Κυριακής της.Κάθε μία από τις ενότητες του βιβλίου (Πρωί, Μεσημέρι, Απόγευμα, Βράδυ, Δευτέρα) ξεκινάει με τους στίχους ενός τραγουδιού εν είδει επιγράμματος. Πώς επιλέξατε τα συγκεκριμένα τραγούδια; Τα συγκεκριμένα – αγαπημένα – τραγούδια αναδύθηκαν αυθορμήτως μεν, αλλά καθόλου τυχαία, φαντάζομαι. Οι στίχοι τους συνδέονται άμεσα με το κείμενο: το κοιτούν λοξά ή/και το ειρωνεύονται (Πρωί, Δευτέρα), το περιγράφουν, δίνοντάς του μια νότα εσωτερική (Μεσημέρι), κάνουν για χάρη του κειμένου μια επίκληση /προσευχή (Απόγευμα) και συνηχούν μαζί του, συνοψίζοντάς το με εξαιρετική απλότητα (Βράδυ).Πόσος καιρός χρειάστηκε για να γράψετε την ιστορία της Μαρίνας; Η ιστορία γράφτηκε σε δύο φάσεις (πρωί – μεσημέρι και απόγευμα-βράδυ-Δευτέρα). Κάθε μία από τις φάσεις αυτές γράφτηκε μάλλον γρήγορα, σχεδόν εντατικά. Όμως μεταξύ των δύο φάσεων κύλησε πολύς χρόνος και υπήρξε μια μεγάλη παύση, έτσι που τελικά η Κυριακή της Μαρίνας είχε διάρκεια πολύ μεγαλύτερη από 24 ώρες…Η αφήγησή σας δίνει την εντύπωση πως συνειδητά αποφεύγει το κυνήγι της πρωτοτυπίας. Υπάρχουν στιγμές που σας ελκύει η ιδέα να γράψετε κάτι που δεν έχει γραφτεί ποτέ ξανά με τον ίδιο τρόπο; Δεν είμαι σίγουρη τι εννοείτε με τη λέξη «πρωτοτυπία» ή αν μπορεί κανείς να μιλά ακόμα για «πρωτότυπη γραφή». Με ελκύει η ιδέα να γράφω με ένα ύφος που δεν ποζάρει και δε μιμείται μηχανικά. Θέλω να αποφεύγω συνειδητά την αίσθηση της ανίας, του μονοκόμματου και του πρόχειρου, κάτι που νιώθω να συμβαίνει όταν χάνω τον συναισθηματικό μου συντονισμό με ό,τι γράφω.Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει το βιβλίο σας νοσταλγικό, εξομολογητικό, συνειρμικό, μινιμαλιστικό. Εσείς πώς θέλετε να χαρακτηριστεί; Θα μου αρκούσαν τρεις λέξεις για τον χαρακτηρισμό του βιβλίου: ειλικρινές, λεπτοδουλεμένο, συγκινητικό. Θα τις ήθελα και τις τρεις σφικτά πλεγμένες τη μια με την άλλη. Μου αρέσουν, επίσης, πολύ όλοι οι χαρακτηρισμοί που επιλέξατε!Νιώθετε πως η γραφή σας τοποθετείται στο πλαίσιο κάποιου λογοτεχνικού ρεύματος; Ποια η σχέση σας με την λογοτεχνική παράδοση εντός και εκτός Ελλάδας; Νιώθω πως η ερώτησή σας είναι φιλολογικής φύσης. «Κουμπώνομαι», λοιπόν, απέναντί της, επειδή δεν προέρχομαι από τον χώρο αυτό των γραμμάτων, που θα μου επέτρεπε να απαντήσω με την ακρίβεια και την επάρκεια που θα ήθελα. Επιπλέον δεν ξέρω σε τι θα με βοηθούσε η αυτό-ένταξή μου σε κάποιο λογοτεχνικό ρεύμα. Η σχέση μου (ως αναγνώστρια) με την λογοτεχνική παράδοση εντός και εκτός Ελλάδας είναι μάλλον άτακτη και παιγνιώδης: κάνω τις διαδρομές μου από βιβλίο σε βιβλίο, χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα και χωρίς κάποια αυστηρή προσήλωση στο τι «πρέπει» ή όχι να διαβαστεί. Αυτή η επιλογή μού έχει κοστίσει φαντάζομαι κάποιες ίσως σοβαρές αναγνωστικές ελλείψεις, αλλά τις αναπληρώνω, νιώθοντας την πολυτέλεια ενός ερασιτέχνη, και όχι ενός επαγγελματία (της γραφής και της ανάγνωσης).Είναι μοναχική δουλειά για σας το γράψιμο; Χρειάζεται να απομονωθείτε για να γράψετε; Δυσκολεύομαι να φανταστώ το γράψιμο ως κάτι συντροφικό! Χρειάζεται να είμαι «μόνη», όταν γράφω, είτε κυριολεκτικά, είτε στο μυαλό μου (ενόσω κάνω άλλα, άσχετα πράγματα). Όμως δεν απομονώνομαι απαραίτητα. Έχει τύχει, ας πούμε, να γράψω μια ολόκληρη σελίδα ενώ δίπλα μου έπαιζε με φωνές και γέλια μια παρέα μικρών παιδιών ή αρκετές φορές, στριμωγμένη μέσα στο λεωφορείο, να γράφω προτάσεις με το νου μου. Πρόκειται για μια συνθήκη μοναδικής συγκέντρωσης, πολύτιμης και σχεδόν μαγικής, που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σε επισκεφτεί.Μια φράση από το βιβλίο σας που θεωρείτε ότι το συνοψίζει (εκτός από τον τίτλο του); «Ανιχνεύει με τα μάτια της τους τοίχους γύρω γύρω, τους σαρώνει με το βλέμμα, τους ψηλαφίζει με τα χέρια να βρει κάποια τρύπα, ένα άνοιγμα ν’ αρχίσει να το ανασκαλεύει υπομονετικά για να το μεγαλώσει και να μπει λίγος αέρας, να φωτίσει μια χαραμάδα φωτός». -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραGeorgi Gospodinov: «Ο Μινώταυρος ήταν ένα εγκαταλειμμένο παιδί».
Διαβάστε παρακάτω την αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε ο Georgi Gospodinov στον Γρηγόρη Μπέκο για το Βήμα, με αφορμή το μυθιστόρημά του Περί φυσικής της μελαγχολίας (μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου). Μεταμοντέρνα βαλκανική λογοτεχνία. Σε πολλούς φαντάζει παράταιρη η σύνδεση αυτών των λέξεων. Αλλωστε και οι τρεις βαρύνονται από παρανοήσεις ή προκαταλήψεις. Η αλήθεια όμως είναι ότι ανέκαθεν υπήρχαν συγγραφικές μονάδες στη Νοτιανατολική Ευρώπη που υπηρετούσαν μια λογοτεχνία ποιοτική, πειραματική και συγχρόνως απαιτητική, ενίοτε στην αιχμή των καλλιτεχνικών αναζητήσεων. Οσοι λ.χ. έχουν διαβάσει έργα του Ντανίλο Κις, του Μίλοραντ Πάβιτς ή της Ντούμπραφκα Ούγκρεσιτς, σίγουρα θα καλωσορίσουν την πρώτη εμφάνιση στα ελληνικά ενός βιβλίου του Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ.Μύθος και βιογραφίαΟ βούλγαρος συγγραφέας, γεννημένος το 1968 στην πόλη Γιάμπολ, ένας από τους πλέον μεταφρασμένους και αναγνωρισμένους στο εξωτερικό, μας συστήνεται με το μυθιστόρημά του Περί φυσικής της μελαγχολίας. Πρόκειται για ένα γοητευτικό και παράξενο βιβλίο που οργανώνεται (και επεκτείνεται διακλαδιζόμενο) γύρω από μια κεντρική εικόνα, τον Μινώταυρο. Αποτελεί ουσιαστικά μια ιδιαίτερη μείξη μύθου και βιογραφίας (με την πιο διασταλτική έννοια του όρου η τελευταία, γιατί δεν είναι μόνο ατομική, αλλά οικογενειακή και κοινωνική, εν τέλει εθνική).Τις προάλλες, όταν συνομίλησε με «Το Βήμα», ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ είχε μόλις προσγειωθεί με το αεροπλάνο από ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Ισπανία. Στις αρχές του εφετινού καλοκαιριού είχε επιστρέψει στη Σόφια από τη Νέα Υόρκη, όπου πέρασε έναν ολόκληρο χρόνο ως υπότροφος της περίφημης Δημόσιας Βιβλιοθήκης (NYPL) και του Cullman Center.«Στην πραγματικότητα δεν είμαι και τόσο σίγουρος αν έχω επιστρέψει. Στο μεταξύ κυκλοφόρησε και το καινούργιο μου βιβλίο «Ολα τα σώματά μας». Περιλαμβάνει πολύ μικρές ιστορίες, η μικρότερη είναι τρεις λέξεις και η εκτενέστερη είναι περίπου μιάμιση σελίδα. Μάλιστα, σε μια παρουσίαση, στο Μπουργκάς, συνάντησα έναν έλληνα μεταφραστή και μου είπε πως κατάφερε να δημοσιεύσει διηγήματά μου σε κάποιες ανθολογίες. Κοντολογίς, είναι κάπως χαοτική τούτη η εποχή. Το φθινόπωρο μου αποσπά την προσοχή. Περιμένω τις βροχές ώστε να συνεχίσω να γράφω απρόσκοπτα το νέο μου μυθιστόρημα».Από την ποίηση στο μυθιστόρημαΤα πράγματα όμως δεν ήταν πάντα έτσι. Γιατί ο Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ ξεκίνησε ως ποιητής, και μάλιστα βραβευμένος. Τι τον έσπρωξε στο μυθιστόρημα; «Αχ, τότε που έγραφα μόνο ποίηση ήταν η χρυσή εποχή. Κι ακόμα αναρωτιέμαι γιατί στην ευχή κάποιος αποφασίζει να γράψει μυθιστορήματα. Ο ανθρώπινος βίος είναι εξαιρετικά μικρός για τα πραγματικά μεγάλα μυθιστορήματα· τα σπουδαία εννοώ, όχι τα πολυσέλιδα. Πολλώ δε μάλλον για κάποιον που γράφει αργά όταν καταπιάνεται με αυτό το είδος, όπως εγώ. Ουσιαστικά όμως δεν νομίζω ότι εγκατέλειψα ποτέ την ποίηση. Ακόμα κι όταν γράφω μυθιστορήματα, τα οποία είναι αρκούντως τρελά, πάντοτε προσπαθώ να περάσω σ’ αυτά την ποίησή μου, κρυφά και λαθραία. Το πρώτο μου, το «Φυσικό μυθιστόρημα», υπήρξε άμεσο απότοκο αυτών που σας λέω. Ποτέ δεν είχα γράψει πεζά στο παρελθόν. Είπα μέσα μου πως είχα το δικαίωμα να αποτύχω, αισθανόμουν ελεύθερος, ήθελα να το αποπειραθώ και μετά να ξαναγυρίσω στην ποίηση. Και εντελώς απρόσμενα, το μυθιστόρημα άρχισε να διασχίζει τα σύνορα και μεταφράστηκε σε περίπου 20 γλώσσες, γεγονός που με εξέπληξε λιγάκι. Δεν μου άρεσε, βέβαια, το καλούπι μιας τέτοιας δουλειάς, να περιοριστώ σε ένα είδος και να βγάζω ένα μυθιστόρημα κάθε δύο χρόνια. Γι’ αυτό ακριβώς συνέχισα να γράφω ποίηση, διηγήματα, θεατρικά έργα, ένα λιμπρέτο για όπερα ή ένα graphic novel. Ωσπου να συσσωρευτούν επαρκείς ιστορίες για το επόμενο μυθιστόρημα. Το καλό με το μυθιστόρημα είναι, όπως εγώ το καταλαβαίνω, ότι μπορεί να συμπεριλάβει όλα τα υπόλοιπα είδη σαν μια μήτρα. Το μυθιστόρημα είναι όπως η Κιβωτός του Νώε. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναδύθηκε και το «Περί φυσικής της μελαγχολίας».Η ιστορία της μελαγχολίαςΤο βιβλίο αυτό έχει λαβυρινθώδη μορφή. Γιατί; «Ο λαβύρινθος είναι η φυσική μορφή που λαμβάνουν οι αφηγήσεις μας αλλά και οι ζωές μας. Αρχίστε λ.χ. να λέτε μια ιστορία και σύντομα θα διαπιστώσετε πόσες φορές σταματάτε, ξαναγυρνάτε πίσω, παρεκκλίνετε ασυναίσθητα προς άλλες κατευθύνσεις, μπαίνετε σε πλάγιους διαδρόμους. Αυτή είναι η φόρμα! Και θέλησα το μυθιστόρημά μου να την ακολουθήσει επειδή υπάρχει μια φωνή στο βιβλίο, αυτή του πρωταγωνιστή, η οποία διηγείται σε πρώτο ενικό πρόσωπο τις ιστορίες του πατέρα και του παππού, την ιστορία του Μινώταυρου αλλά και την ιστορία της μελαγχολίας, όχι μόνο του 20ού αιώνα αλλά και τη σημερινή. Πείτε μου, υπήρχε τρόπος όλα αυτά να μην είναι ένας λαβύρινθος; Ο λαβύρινθος τοποθετείται πιο κάθετα στον χρόνο απ’ ό,τι στον χώρο. Εδώ επομένως δεν υπάρχουν μεταμοντέρνες παγίδες. Αντιθέτως απευθύνομαι ευθέως στους αναγνώστες και τους λέω «εδώ σταματάμε». Διότι πλέον δεν γράφουμε τα μυθιστορήματά μας όπως στον 19ο αιώνα, κι αυτό το λέω με κάποια απογοήτευση. Το μυθιστόρημα πάντως δεν είναι ένα τρένο που αναχωρεί από το σημείο Α για να φτάσει γραμμικά στο σημείο Β. Το μυθιστόρημα είναι ένας λαβύρινθος στον οποίο μπαίνουμε όλοι οικειοθελώς για να απελευθερώσουμε εκεί μέσα, στους διαδρόμους του, τους δικούς μας Μινώταυρους, τους δαίμονες και τους φόβους μας. Υπάρχουν μοναχικοί Μινώταυροι που λουφάζουν μέσα στον καθένα μας».Η παιδική εγκατάλειψηΟ Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ μας αναγκάζει να δούμε μια όψη του Μινώταυρου που πολλοί δεν είχαμε καν σκεφτεί, δηλαδή την «αποσιωπημένη ιστορία» του. «Αν διαβάσουμε τον μύθο προσεκτικά, με λίγη συμπόνια, θα ανακαλύψουμε μια απίστευτη αδικία που αποκρύπτεται επί μακρόν. Ο Μινώταυρος ήταν, στην πραγματικότητα, ένα εγκαταλειμμένο παιδί, που σε ηλικία 3-4 ετών κλειδώθηκε από τον πατέρα του, τον Μίνωα, στο υπόγειο. Εχω διαβάσει τα πάντα στην αρχαία γραμματεία σχετικά με τον Μινώταυρο και δεν βρήκα ούτε μια στάλα έλεος για εκείνον, πέρα από «τέρας», «ντροπή» κ.τ.λ. Το θέμα της παιδικής εγκατάλειψης είναι ένα από τα βασικότερα του βιβλίου. Η πρώτη εικόνα που ανακάλεσα όταν άρχισα να το γράφω ήταν μια ανάμνηση του εαυτού μου, εγώ, ως πιτσιρικάς, σε μια μικρή πόλη του βουλγαρικού Νότου στη δεκαετία του 1970. Κάθομαι δίπλα στο παράθυρο. Το σπίτι μας ήταν ένα δωμάτιο όλο κι όλο, που βρισκόταν στο υπόγειο, για την ακρίβεια στο ημιυπόγειο. Το παράθυρο έφτανε στο επίπεδο του δρόμου, οι γονείς μου δεν είχαν γυρίσει ακόμα από τη δουλειά, ήμουν μόνος και φοβισμένος, είχα κουλουριαστεί στο περβάζι και παρατηρούσα το τελευταίο φως του προχωρημένου απογεύματος. Πίσω μου, στο εσωτερικό του χώρου, απλωνόταν ένα πηχτό σκοτάδι. Εισήλθα σε αυτή την ανάμνηση καθώς σκεφτόμουν το μυθιστόρημα και, κάποια στιγμή, συνειδητοποίησα πως υπήρχε κι άλλο ένα τέτοιο πλάσμα που ζούσε μοναχό του μέσα σε έναν σκοτεινό λαβύρινθο. Με αυτόν τον τρόπο συναντήθηκαν στο κείμενό μου το αγόρι Μινώταυρος του μύθου και το αγόρι Μινώταυρος από τη δεκαετία του ’70. Από εκεί άρχισαν όλα. Είναι όμως και ένα μυθιστόρημα που αναδεικνύει, πιστεύω, και την αλλαγή στην οπτική μας γωνία, αλλά και τη σημασία της ενσυναίσθησης που μας βοηθά να δούμε τον άλλον με ανανεωμένη ματιά» υπογράμμισε ο βούλγαρος συγγραφέας.Ο αφηγητής του στο βιβλίο, το alter ego του, πάσχει από «παθολογική ενσυναίσθηση ή εμμονικό ενσυναισθητικό-σωματικό σύνδρομο». Μπορεί να ακούγεται τρομακτικό, πλην όμως είναι απολύτως απαραίτητο. «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσε κανείς να γράψει λογοτεχνία χωρίς αυτή την υπερ-ενσυναίσθηση. Στο μυθιστόρημα, αυτή η ικανότητα ή αρρώστια είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ήρωας μπαίνει μέσα στις ιστορίες των προγόνων του αλλά και στα σώματα των υπόλοιπων ζωντανών πραγμάτων».Τότε συζητήσαμε με τον Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ την απίστευτη σκηνή όπου περιγράφει το «ζωντανό μουσείο του σοσιαλισμού» με τους συμπατριώτες του. Παλαιότερα ο ίδιος είχε επιμεληθεί έναν τόμο με τον χαρακτηριστικό τίτλο Εζησα τον σοσιαλισμό – 171 προσωπικές ιστορίες. Υπάρχει θετική και αρνητική νοσταλγία;«Ως συγγραφέας, το να συλλέγω προσωπικές ιστορίες είναι για μένα εξόχως σημαντικό. Ο βουλγαρικός «υπαρκτός σοσιαλισμός» φαινόταν ήσυχος και ήπιος, πλην όμως, όπως κάθε ολοκληρωτικό καθεστώς, διέβρωσε και διέφθειρε κάθε άτομο ξεχωριστά. Στην πραγματικότητα οι άνθρωποι νιώθουν νοσταλγία για το παρελθόν τους και τη νιότη τους, αλλά κατά έναν ανόητο τρόπο θεωρούν, ή τους έχουν διαμορφώσει έτσι ώστε να θεωρούν, ότι τα νιάτα τους και ο «υπαρκτός σοσιαλισμός» είναι συνυφασμένα φυσικώ τω τρόπω. Ε, λοιπόν, δεν είναι!» τόνισε ο συγγραφέας που, επιπροσθέτως, προβαίνει σε κάποιες εύστοχες παρατηρήσεις για τα «μικρά έθνη» και τα σύνδρομά τους.Υπάρχουν, αντιστοίχως, και τέτοια λογοτεχνικά σύνδρομα; «Η περιφέρεια είναι γεμάτη ιστορίες και, πολλές φορές, ο τρόπος με τον οποίο τις αφηγούνται οι συγγραφείς της είναι πολύ πιο θαρραλέος απ’ ό,τι του κέντρου. Το πρόβλημα είναι τα στερεότυπα. Για παράδειγμα, μια φορά έλαβα την ακόλουθη απάντηση από έναν δυτικό εκδοτικό κολοσσό για το «Περί φυσικής της μελαγχολίας»: το μυθιστόρημά σας είναι πολύ καλό αλλά δεν είναι αρκετά ανατολικοευρωπαϊκό».Το σύνδρομο των γειτόνωνΣτο τέλος αναρωτηθήκαμε μαζί γιατί, ενώ είμαστε τόσο κοντά, ξέρουμε τόσο λίγα ο ένας για τον άλλον. «Η αρχαία ελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία αποτέλεσαν μέρος της φιλολογικής μου εκπαίδευσης και στην πορεία ενσωματώθηκαν στα προσωπικά μου ενδιαφέροντα. Ειδικά από τον εικοστό αιώνα, ο Καβάφης, ο Σεφέρης και ο Καζαντζάκης υπήρξαν ουσιαστικό κομμάτι των νεανικών μου αναγνώσεων. Για να είμαι ειλικρινής όμως, δεν γνωρίζω καλά τη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα των τριών τελευταίων δεκαετιών, όπως φαντάζομαι ότι κι εσείς δεν ξέρετε πολλά για τη σύγχρονη βουλγαρική λογοτεχνία. Αυτό συνιστά ένα τυπικό σύνδρομο των γειτόνων, συνήθως δεν πολυενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλον. Ελλειμμα περιέργειας και πλήθος στερεοτύπων. Πριν από λίγο καιρό, ένας συγγραφέας από την Κεντρική Ευρώπη είπε, με περισσή αλαζονεία, ότι κανείς δεν περιμένει ένα μεγάλο μυθιστόρημα από τη Βουλγαρία, το πολύ-πολύ καμιά ντομάτα εξαιρετικής ποιότητας. Ετσι μιλάς αν έχεις εσωτερικεύσει τα στερεότυπα. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι η κατάσταση έχει αρχίσει να αλλάζει. Αν είσαι ένας Βούλγαρος που ταξιδεύει με μεγαλύτερη συχνότητα στην Ελλάδα, ή το αντίθετο, ένας Ελληνας που επισκέπτεται συχνά τη Βουλγαρία, και έχεις δοκιμάσει ένα καλό κρασί, τα ψάρια ή τις ντομάτες του τόπου, έρχεται μοιραία ίσως η στιγμή που αναζητάς και κάτι παραπάνω, κάτι να διαβάσεις απ’ αυτή τη χώρα ή να γίνεις λίγο πιο περίεργος για άλλα ζητήματα που την αφορούν. Εχω την αίσθηση ότι σε αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε τώρα, Βούλγαροι και Ελληνες». -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΜαριαλένα Σεμιτέκολου: «Η λογοτεχνία είναι ένας ζωντανός οργανισμός».
Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου, με αφορμή τη νουβέλα της Οι Κυριακές, το καλοκαίρι, παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα Τα Νέα. Διαβάστε την παρακάτω:Η τελευταία φορά που συγκινήθηκα με μια ολοκληρωμένη αφήγηση ήταν… προχθές, σε ένα μάθημα μπαλέτου, ακούγοντας ένα κομμάτι στο πιάνο, τεσσάρων μόλις λεπτών, με το όνομα «Porz Goret», που νόμιζα ότι αναφέρεται σε κάποιον αινιγματικό τύπο, αλλά ανακάλυψα τελικά ότι πρόκειται για το όνομα μιας τοποθεσίας.Αν μπορούσα να γράφω μετά μουσικής, θα επέλεγα… κάποιο soundtrack. Αγαπώ το ότι στα soundtracks μπορείς να ακούσεις τα πιο φαινομενικά «αταίριαστα» είδη μουσικής συνταιριασμένα σε ένα αρμονικό, αφηγηματικό σύνολο.Το πιο οδυνηρό στη διαδικασία της συγγραφής… είναι το πριν και το μετά από αυτή. Στο πριν σού έρχονται εικόνες, λέξεις, σκέψεις και πρόσωπα, ασυναρμολόγητα και χωρίς υπόσταση. Και δεν ξέρεις τι να τα κάνεις, πώς θα τα ταιριάξεις ή τι σώμα θα τους φτιάξεις. Στο μετά, όταν έχεις γράψει και την τελευταία λέξη, καταλαβαίνεις ότι την τελευταία λέξη την έχει τελικά το κείμενο. Οχι εσύ. Την ώρα που γράφεις δεν έχει οδύνη. Εχει μια μαγική συγκέντρωση που προεκτείνει το παρόν στο πάντα.Τρία βιβλία που θα πρότεινα οπωσδήποτε για μια βιβλιοθήκη λυκείου θα ήταν… «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα: ένα έργο μοντέρνο, οδυνηρά επίκαιρο, πολλαπλών αναγνώσεων και συζητήσεων. «Ο φύλακας στη σίκαλη» του Ντέιβιντ Σάλιντζερ: επειδή σε κάνει να πιστέψεις ότι ο ήρωας ενός βιβλίου μπορεί, αν το θελήσεις, να γίνει σύντροφος ζωής. «Το διπλό βιβλίο» του Δημήτρη Χατζή: η τρυφερότητα και ο σεβασμός με τα οποία ο συγγραφέας περιγράφει τη μεγαλοσύνη των «ταπεινών» του ηρώων αποτελούν ένα σπουδαίο μάθημα.Η κριτική που αποδέχομαι αφορά… περιγραφές και όχι αξιολογήσεις, παρατηρήσεις και όχι κατηγοριοποιήσεις, προτάσεις που δεν σχετίζονται με τις λέξεις «καλό» ή «κακό» και που λιμάρουν τις γωνίες τους για να περικλείσουν και όχι για να αποκλείσουν.Η αυτοκριτική ξεκινάει από… τη στιγμή που διακόπτει την ύπουλη συναναστροφή της με την αυτομομφή και την αυτολύπηση και δίνει το χέρι της στην προσωπική ευθύνη και στην ανάληψη δράσης. Σε άλλη περίπτωση, η ενέργειά της δεσμεύεται στη δημιουργία ατέρμονων βρόγχων αυτοακύρωσης.Η αρχή ενός κλασικού βιβλίου που ζηλεύω είναι… «Κάποτε την άνοιξη, την ώρα ενός απίθανα ζεστού δειλινού, στη Μόσχα, στις λίμνες του Πατριάρχη, εμφανίστηκαν δύο πολίτες» από τον «Μετρ και τη Μαργαρίτα» του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Δεν ζηλεύω φυσικά. Νιώθω δέος απέναντι στην τρομακτική ικανότητα της λογοτεχνίας να δημιουργεί παράλληλα σύμπαντα στα οποία κάθε φορά που μπαίνεις γνωρίζεις ότι θα βγεις διαφορετικός.Όταν ακούω για την «κρίση της λογοτεχνίας» ή τη «λογοτεχνία της κρίσης» σκέφτομαι… αρχικά τη λέξη «κρίση» και τη σημασία της. Στην ανάπτυξη, οι κρίσεις, παρά την ταραχή και την αποσταθεροποίηση που επιφέρουν, είναι αναπόφευκτες και αναγκαίες προκειμένου ένας ζωντανός οργανισμός να εξελιχθεί και, κυρίως, να ανελιχθεί. Και η λογοτεχνία είναι (ή οφείλει να είναι) ένας ζωντανός οργανισμός, είτε είναι η ίδια σε κρίση είτε περιγράφει μια κρίση. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραGeorge Saunders: Βιώνω την έμπνευση σαν ευτυχία.
Ο George Saunders με αφορμή την επίσκεψή του στην Ελλάδα παραχώρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Γιώργο Νάστο για το περιοδικό ΒΗΜΑgazino κατά την οποία μίλησε για τις άπειρες εκδοχές της Ιστορίας και για τη θέση του χιούμορ και της καλοσύνης στα βιβλία και στη ζωή. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω:Κύριε Σόντερς, έχετε κάνει προφανώς ενδελεχή έρευνα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου. Μάθατε στο πλαίσιό της κάτι που σας ξάφνιασε;«Υπάρχει πράγματι κάτι. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, ο Λίνκολν άρεσε πολύ στις γυναίκες – παρ’ όλο που ήταν άσχημος, ήταν ψηλός και χαρισματικός και οι γυναίκες τού ρίχνονταν. Ηθελε ωστόσο να είναι καλός σύζυγος, οπότε είχε βρει έναν τρόπο να τις κρατάει σε απόσταση, γιατί αφενός η γυναίκα του ήταν πολύ ζηλιάρα, αφετέρου τη σεβόταν και την αγαπούσε. Απέπνεε έντονη σεξουαλική ενέργεια, αλλά δεν την άφηνε να εκδηλωθεί. Αυτό ήταν κάτι που δεν γνώριζα για εκείνον και επιβεβαίωσε και μια αίσθηση που είχα ότι ήταν απόμακρος άνθρωπος, πειθαρχημένος. Δεν ήταν ιδιαιτέρως θερμός, αλλά είχε έναν τρόπο να ελέγχει το περιβάλλον του».Παραθέτετε στο πόνημά σας πολλές αντικρουόμενες μεταξύ τους ιστορικές μαρτυρίες. Μπορούμε να εμπιστευόμαστε τη μνήμη και, κατ’ επέκταση, την Ιστορία;«Αν σε δέκα χρόνια ρωτήσουν και τους δυο μας για αυτήν την ημέρα θα την περιγράψουμε αμφότεροι λάθος, θα μας φαίνεται πιθανώς ζωντανή στη μνήμη αλλά θα έχει μετατραπεί σε κάτι άλλο. Εχω υπάρξει επιστήμονας και μέρος τού να είναι κανείς καλός επιστήμονας είναι να γνωρίζει τα όρια του αντικειμένου του. Σαφώς και μπορούμε να εμπιστευόμαστε την Ιστορία, ωστόσο όταν ασχολείσαι με τις λεπτομέρειες πρέπει να λαμβάνεις υπόψη τους περιορισμούς που θέτει η μνήμη. Τώρα πλέον ακόμη και οι ειδικοί πιστεύουν πως αλλοιώνουμε τις αναμνήσεις μας για να επιβεβαιώνουν την κοσμοθεωρία μας, είτε λοιπόν μιλάμε για την Ιστορία είτε για τη ζωή, καλό θα είναι να βλέπουμε λίγο ταπεινά τη σιγουριά μας ότι θυμόμαστε. Υπάρχει κάτι που το βρίσκω πολύ όμορφο: το ότι γίνεται, ας πούμε, ένα πάρτι και μόλις τελειώσει είναι σαν να έχουν γίνει τόσα πάρτι όσοι και οι καλεσμένοι – ο καθένας θυμάται τη δική του εκδοχή και η αλήθεια τελικά είναι όλες αυτές οι εκδοχές μαζί, δεν υπάρχει κάτι πιο αντικειμενικό».Κυοφορούσατε για πολλά χρόνια την ιδέα για το «Λήθη και Λίνκολν». Γιατί αργήσατε τόσο να γράψετε τελικά ετούτο το μυθιστόρημα;«Ενας σπουδαιότερος από εμένα συγγραφέας έχει πει πως αν κάποιος γραφιάς μάθει τη διαφορά ανάμεσα στις ιδέες που θα γίνουν βιβλία και σε εκείνες που πρέπει όντως να γίνουν βιβλία θα γλιτώσει καμιά δεκαπενταριά χρόνια σκληρής δουλειάς. Ηταν ένα δύσκολο στοίχημα από τεχνικής άποψης και δεν ήξερα αν θα μπορούσα να είχα αντεπεξέλθει νωρίτερα. Συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι όλοι οι λόγοι που με απέτρεπαν θα έπρεπε κανονικά να με είχαν πείσει. Αποτελεί ενδιαφέρον γεγονός πως αν μια ιδέα είναι δύσκολη τότε κατά πάσα πιθανότητα θα είναι και πολύ καλή. Διότι έχει κάτι να σου μάθει. Μερικά βιβλία μάς διαστέλλουν, αυτό ήταν ένα τέτοιο βιβλίο. Οσο μεγαλώνουμε βολευόμαστε στις ευκολίες μας. Υπάρχει φυσικά πάντα ο κίνδυνος όταν ρισκάρεις να τα κάνεις τελείως θάλασσα. Είσαι όμως κάπως σαν νεκρός αν δεν προσπαθείς».Αντλήσατε έμπνευση από έναν άδικο, τραγικό θάνατο. Τι μας μαθαίνουν τέτοια γεγονότα;«Πριν από πολλά χρόνια ένας φίλος μας πέθανε νέος και σκεφτόμουν κάτι να γράψω στη γυναίκα του. Επρόκειτο για μια τραγωδία, είχαν ένα μικρό παιδάκι, δεν υπήρχε τίποτα καθησυχαστικό στην όλη ιστορία. Οι άνθρωποι ωστόσο που αγαπάμε συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας και να αλληλεπιδρούν μαζί μας, αλλάζουν κάτι στην παρουσία μας στον κόσμο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αλλάξεις τη ζωή ενός ανθρώπου, αν μπει ένας τύπος εδώ μέσα και αρχίσει να πυροβολεί και εσύ με σώσεις αυτό θα είναι σημαντικό και σε ευχαριστώ, αλλά αν κάνουμε μια ωραία συζήτηση και κάτι αρχίσει να δουλεύει μέσα μου τότε με έχεις επηρεάσει για όλη μου τη ζωή και ίσως να επηρεάσω κι εγώ άλλους. Ακούγεται λίγο new age, αλλά έχει μια δόση αλήθειας. Πιστεύω ότι οι θετικές και οι αρνητικές πράξεις μας έχουν έναν αντίστοιχο αντίκτυπο στον κόσμο».Οι περισσότεροι ήρωες του βιβλίου βρίσκονται σε μια παράξενη κατάσταση μεταξύ του θανάτου και της οριστικής ανυπαρξίας. Προσωπικά τι πιστεύετε ότι ακολουθεί την αποχώρησή μας από τα εγκόσμια;«Νομίζω πως υπάρχει κάτι και θεωρώ πως υπάρχουν αρκετές ενδείξεις – με τις μαρτυρίες για τις near death εμπειρίες, ας πούμε. Δεν πιστεύω δηλαδή ότι κατεβαίνει απλώς ένας διακόπτης και αυτό ήταν. Η Πατρίσια Πίρσον έχει γράψει ένα βιβλίο με θέμα την επικοινωνία με τα πνεύματα, σχεδόν σε πείθει με τα παραδείγματα που παραθέτει».Διαβάζοντας τις συνεντεύξεις σας μού έκανε εντύπωση πόση σημασία δίνετε στην ταπεινοφροσύνη…«Οι φορές που έχω νιώσει πραγματικά έξυπνος στη ζωή μου ήταν αυτές που ήμουν πεσμένος πραγματικά, δεν το παρίστανα όταν θεωρούσα ότι δεν ξέρω τίποτε. Είμαι πολύ καχύποπτος με την αυτοπεποίθηση, ειδικά όταν τη βλέπω στον εαυτό μου. Το βιβλίο μου πήγε καλά στην Αμερική και γύρισα όλη τη χώρα ακούγοντας επαίνους, οπότε έπρεπε να πω στον εαυτό μου ότι ειναι “full of shit”. Πρέπει να με τσεκάρω διαρκώς, γιατί η σιγουριά είναι κακός σύμβουλος».Εχετε ασπαστεί τον βουδισμό. Σας έχει βοηθήσει στη σχέση σας με τη θνητότητα;«Είμαι στην αρχή ακόμη. Ξέρετε, σκέφτομαι μερικές φορές ότι είμαι ισορροπημένος τύπος. Μέχρι να χάσουν την αποσκευή μου στο αεροδρόμιο – τότε συνειδητοποιώ ότι δεν είμαι καθόλου έτοιμος για τον θάνατο. Από τον λίγο διαλογισμό που έχω κάνει, καταλαβαίνω ότι υπάρχει τρόπος να αλλάξεις αυτή τη μηχανή που λέγεται εγκέφαλος και να αντιδράς καλύτερα στις αντιξοότητες. Γνωρίζω τα μικρά βήματα που μπορώ να κάνω και το προσπαθώ. Για εμένα είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός πως η ανθρώπινη εμπειρία βασίζεται σε μικρούς απολογισμούς. Αν αναρωτηθώ πώς είμαι, αν σκεφτώ ότι έχω γίνει συγγραφέας και ότι τα πάω καλά, αμέσως ηρεμώ. Κανείς ωστόσο δεν κρατάει βαθμολογία. Υπάρχεις μόνο εσύ και η στιγμή. Και μετά η επόμενη στιγμή. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο».Το λοξό χιούμορ είναι παρόν σε όλα τα κείμενά σας. Αποτελεί συγγραφική στρατηγική επιλογή ή μια βασική έκφανση του χαρακτήρα σας;«Προφανώς και τα δύο. Η διαδικασία της συγγραφής είναι μια επικύρωση και μια έκφραση της προσωπικότητας. Το πώς επεξεργάζεσαι τον κόσμο θα αντικατοπτριστεί και στο πώς επεξεργάζεσαι ένα βιβλίο. Βλέπω ότι διαθέτω ένα μυαλό που λειτουργεί ταυτοχρόνως συναισθηματικά και σαρκαστικά. Μπορώ να είμαι σε μια κηδεία, να είμαι πραγματικά θλιμμένος και να παρατηρήσω ότι το παντελόνι του νεκρού είναι ελαφρώς λερωμένο και αυτό να μου φανεί κωμικοτραγικό. Μαθαίνεις με τον καιρό να καταλαβαίνεις ποια πλευρά επικρατεί σε κάθε περίσταση. Οταν είμαι νευρικός, όταν αισθάνομαι ανεπαρκής γίνομαι σαρκαστικός, ξέρω όμως ότι δεν είμαι μόνο αυτό. Τίποτε από όλα αυτά δεν είσαι εσύ, είναι πλευρές του εαυτού σου στις οποίες έχεις πρόσβαση. Ενα αρχικό draft του βιβλίου μού είχε βγει πάρα πολύ σοβαρό και χρειαζόταν λίγο χιούμορ. Ηταν μια επιλογή στρατηγικής, αλλά ήταν και πιο κοντά στον εαυτό μου. Αυτό που προσπαθώ να κάνω όσο μεγαλώνω είναι να είμαι ανοιχτός σε ό,τι μου συμβαίνει. Οταν ήμουν νεότερος μού ήταν πολύ εύκολο να αστειεύομαι συνεχώς και στην ουσία να υποβαθμίζω κάθε κατάσταση. Θεωρούσα ότι ήμουν μέσα σε όλα και ειλικρινής, όμως απλώς τιμούσα μία μόνο διάσταση του χαρακτήρα μου».Βλέπω ότι λέτε πως έχετε συναισθηματικό εγκέφαλο και όχι πως είστε συναισθηματικός. Ολα είναι θέμα χημείας του οργάνου που βρίσκεται στο κεφάλι μας;«Πιστεύω στις νευρολογικές διαδικασίες. Υπάρχει ένα σύστημα χημικών αντιδράσεων μέσα μας που όταν είσαι νέος νομίζεις ότι ταυτίζεται με τον εαυτό σου, μετά θεωρείς ότι είναι ο κόσμος και κάποια στιγμή συνειδητοποιείς γιατί οι αντιδράσεις σου είναι προβλέψιμες, τις έχεις αποκωδικοποιήσει. Εχω καταλήξει σε ένα πολύ απελευθερωτικό συμπέρασμα: Δεν είμαστε απλώς οι σκέψεις μας. Είμαστε πολύ περισσότερα».Η ομιλία σας στην τελετή αποφοίτησης του Πανεπιστημίου Σίρακιουζ, όπου διδάσκετε δημιουργική γραφή, η οποία έχει εκδοθεί με τον τίτλο «Mε τα συγχαρητήριά μου – Σκέψεις για την καλοσύνη», μιλάει για την καλοσύνη προς τους άλλους. Αποτελεί ένα πρώτο βήμα η καλοσύνη προς τον εαυτό μας;«Αυτόν τον λόγο τον έγραψα βιαστικά, μέσα σε τρεις ημέρες, οπότε μένει λίγο στην επιφάνεια. Στην Αμερική η καλοσύνη ταυτίζεται με το να είσαι καλός και δεν συμφωνώ με αυτή την ερμηνεία. Ο ορισμός που δίνω πλέον είναι η πνευματική κατάσταση που σου επιτρέπει να έχεις τις λιγότερες αυταπάτες. Γιατί γινόμαστε εγωιστές; Επειδή θεωρούμε ότι είμαστε φοβεροί, ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αν αυτή η αντίληψη χαλαρώσει λίγο, θα γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι. Αν αναγνωρίσουμε την παροδικότητά μας θα γίνουμε πιο φυσικά καλοσυνάτοι, πιο ευσπλαχνικοί. Με το να είσαι ταπεινός, όχι με το να αυτομαστιγώνεσαι, διότι και αυτό επιτρέπει στο “εγώ” σου να κάνει κουμάντο, ορίζεις σωστά τη σημασία σου στον κόσμο και φέρεσαι τελικά καλά στον εαυτό σου».Κάποιοι ορίζουν την έμπνευση ως την απόλυτη σύνδεση με τον κόσμο. Εσείς τι λέτε;«Εγώ τη βιώνω σαν ευτυχία. Πώς μερικές φορές ξυπνάς το πρωί και έχεις καλή διάθεση χωρίς λόγο; Μου συμβαίνει όταν γράφω – ακόμη κι αν ασχολούμαι με μια θλιβερή σκηνή, αν νιώθω κάπως χαρούμενος ξέρω ότι κάνω καλύτερη δουλειά. Πάντως δεν έχει νόημα να κυνηγάς διαρκώς τη μούσα, αν δεν τη νιώθω κάνω τα πιο μπανάλ πράγματα, πάω για ψώνια, κάνω βόλτες, βλέπω φίλους, όταν νιώσω καλύτερα στρώνομαι στη δουλειά. Βεβαίως δεν την περιμένεις εντελώς άπραγος, η λογοτεχνία ειδικά χρειάζεται και πολλή εξάσκηση».Ποιες είναι οι πιο καθοριστικές λογοτεχνικές επιρροές σας;«Ενας συγγραφέας στον οποίο επιστρέφω είναι ο Νικολάι Γκόγκολ. Αν και δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ να περιγράψω τι μου αρέσει σε αυτόν, πάντα προσπαθώ να γράψω σαν αμερικανός Γκόγκολ. Ο Τσέχοφ αποτελεί μια επιρροή, οι Μόντι Πάιθον επίσης. Αναρωτιέμαι τελευταία αν υπάρχει κάτι που έχω μάθει για τον κόσμο και δεν έχει εκφραστεί με σωστό τρόπο – νιώθω ότι δεν έχω πολύ χρόνο μπροστά μου, ίσως έφτασε η στιγμή να γράψω τη δική μου αλήθεια. Από την άλλη, αισθάνομαι “poorly educated” όσον αφορά τη λογοτεχνία. Εύχομαι να είχα τη δυνατότητα να σταματούσα τον χρόνο και μόνο να διάβαζα για είκοσι χρόνια, δεν γίνεται δυστυχώς και οι περιορισμοί στη δουλειά μου προέρχονται από εκεί. Ποτέ δεν είναι αργά. Ισως αναπτυχθεί γρήγορα η ρομποτική και αρχίσουμε να ζούμε έως τα 180».Φαντάζομαι πως ίσως έχετε κουραστεί να απαντάτε σε αυτή την ερώτηση, αλλά πώς βλέπετε την κατάσταση με τον Ντόναλντ Τραμπ ως πρόεδρο των ΗΠΑ;«Αρρωστημένη. Σοκαριστική. Δεν υπάρχει τίποτε καλό. Και το να βλέπεις να καταρρέει αυτό το μεγάλο αμερικανικό οικοδόμημα εξαιτίας αυτού του τύπου είναι τραγικό. Ως συγγραφέας, προσπαθώ να καταλάβω γιατί δεν το είδα να έρχεται. Εχω αρκετούς φίλους και συγγενείς που τον ψήφισαν και προσπαθώ να τους ακούσω, να κατανοήσω. Ο Τραμπ είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου παρακμής, καταναλωτισμού και φτωχής εκπαίδευσης. Και ίσως η επιλογή μιας γενιάς κακομαθημένης. Που δεν αντιμετώπισε ποτέ μια πραγματική δυσκολία γι’ αυτό και βάζει φωτιά στο σπίτι μόλις ζοριστεί έστω και λίγο. Γιατί δεν έχει βρεθεί ποτέ μέσα σε σπίτι που καίγεται».