Νέα

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Ευτυχία Γιαννάκη: «Είμαστε εξαρτημένοι από το ψεύδος των λέξεων».

    Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην Εφημερίδα Τα Νέα και στη νέα στήλη Συστάσεις, με αφορμή την κυκλοφορία της Πόλης στο φως, του τρίτου μέρους της Τριλογίας της Αθήνας με ήρωα τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.  Η τελευταία φορά που συγκινήθηκα με μια ολοκληρωμένη αφήγηση ήταν… πριν από λίγες µέρες όταν συνάντησα τη Μαρία που τάιζε τις αδέσποτες γάτες έξω από το Αρχαιολογικό Μουσείο, ενώ έχει χάσει τη δουλειά της και όλα όσα είχε και ψάχνει να πουλήσει το κράνος της για δέκα ευρώ, γιατί δεν έχει πια µηχανάκι, οπότε τι να το κάνει το κράνος, αλλά δεν έχει και κινητό γιατί της το έκλεψαν και που πολλές φορές δεν έχει ούτε να φάει, αλλά υπάρχει ένας τυροπιτάς που την βοηθάει στο τέλος της µέρας. Αν και ελλειπτική η αφήγηση, ολοκληρωνόταν από τις σιωπές, τις µατιές και τη συνένοχη συνύπαρξη σε αυτή την πόλη που όλα τα αλέθει και όλα τα χωνεύει εδώ και αιώνες, εντός κι εκτός του Αρχαιολογικού της Μουσείου µε τρόπο που ακόµη και για τις αφηγήσεις δεν έχει καµία σηµασία αν είναι αληθινές ή όχι. Απλά είναι ο οµφαλός του δικού µου ή µάλλον του δικού µας κόσµου.Αν μπορούσα να γράφω μετά μουσικής θα επέλεγα… να ακούω κλασική µουσική. Αυτόν τον καιρό θα µπορούσα να ακούω για ώρες το «Αποµεσήµερο ενός φαύνου» του Ντεµπισί ή την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» του Στραβίνσκι ή τα «Νυχτερινά» του Σοπέν που κάποτε έπαιζα. Οχι όπως τα έπαιζα εγώ, όπως τα εκτελεί η Brigitte Engerer κατά προτίµηση.Το πιο οδυνηρό στη διαδικασία της συγγραφής… είναι ότι κάποια στιγµή βγαίνεις από τον φανταστικό κόσµο που δηµιουργείς, δηλαδή από τον δικό σου Κήπο της Εδέµ και βρίσκεσαι ξανά στον πραγµατικό κόσµο τον οποίο συνειδητοποιείς ότι δεν έπρεπε ποτέ να αποχωριστείς. Την εποµένη επαναλαµβάνεις το ίδιο όχι από βλακεία, αλλά από ανάγκη. Είσαι εξαρτηµένος από το ψεύδος των λέξεων. Είσαι εξαρτηµένος από τον εαυτό σου. Καµιά ανώτερη δύναµη δεν νοιάζεται να σε σώσει από το γραπτό σου και αυτή η συνειδητοποίηση είναι οδυνηρή και αναπόφευκτη µ' έναν τρόπο.Τρία βιβλία που θα πρότεινα οπωσδήποτε για μια βιβλιοθήκη Λυκείου θα ήταν… ο «Ξένος» του Καµί, η «Δίκη» του Κάφκα και το «1984» του Οργουελ. Τα διάβασα πρώτη φορά στην εφηβεία και ήταν αρκετά για να αντιληφθώ ότι η λογοτεχνία δεν θα είναι ποτέ απλή υπόθεση στη ζωή µου.Η κριτική που αποδέχομαι αφορά… κάθε είδους άποψη και µατιά. Οταν είναι τεκµηριωµένη µπορεί να ανοίξει επιπλέον ένας γόνιµος διάλογος, όταν δεν είναι τεκµηριωµένη, µπορεί να κλείσει µε έναν ενδιαφέροντα µονόλογο. Σε κάθε περίπτωση την επιδιώκω.Η αυτοκριτική ξεκινάει από… τη λέξη, πάει στην πρόταση, στην παράγραφο, στο κεφάλαιο, στο βιβλίο, στα βιβλία. Κοιτάζω πάντοτε το µέρος, αλλά και το όλον να έχει κάποιο νόηµα για να υπάρξει και να διαβαστεί σε βάθος χρόνου.Η αρχή ενός κλασικού βιβλίου που ζηλεύω είναι… η εναρκτήρια πρόταση της «Κυρίας Νταλαγουέι» της Βιρτζίνια Γουλφ. Δεν τη γράφω όµως για να την αναζητήσετε.Οταν ακούω για την «κρίση της λογοτεχνίας» ή τη «λογοτεχνία της κρίσης» σκέφτομαι… όσους κρίνουν χωρίς να διαβάζουν και όσους διαβάζουν χωρίς να κρίνουν.Μάθετε περισσότερα για την Ευτυχία Γιαννάκη εδώ: www.giannaki.com
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Γιάννης Ευθυμιάδης: Πατρίδα, εικόνα του εαυτού μας μέσα από τον «άλλο».

    Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Γιάννης Ευθυμιάδης στην Πόλη Κρημνιώτη για την εφημερίδα Αυγή, με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή Πατρείδα. «H επανάσταση θα 'ρθει από βαθύ σκοτάδι» αποφαίνεται ο Γιάννης Ευθυμιάδης στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο του «Πατρείδα». Ποίηση εσωτερική, αρκούντως πολιτική, ανανοηματοδοτεί τη σχέση του ποιητή με την έννοια πατρίδα, που αντιμετωπίζεται πλέον στη βάση της επαναπροσέγγισης του ανθρώπου ως εαυτού και ως συλλογικού υποκειμένου. «Θα πω για μένα είναι Πατρείδα όσα αγαπάω κι όσα είδα» γράφει ο ποιητής στην πρώτη από τις τέσσερεις ενότητες στα οποία δομείται η ποιητική σύνθεση."Σ' αυτή τη σύνθεση επιχειρώ να αποτυπώσω την εικόνα μιας πατρίδας έτσι όπως όλοι την έχουμε βιώσει τις τελευταίες δεκαετίες και μέσα από τη συλλογική μας μνήμη αλλά και μέσα από την αγαπητική σχέση των ανθρώπων.Μέσα απ' αυτή την απόπειρα συνειδητά άρχισα να επαναπροσδιορίζω την έννοιά της, να την αποσυνδέω από τη στενή έννοια του τόπου και να τη συνδέω με τους ανθρώπους, τη βιωμένη εμπειρία είτε όσων γεννήθηκαν εδώ είτε όσων βρέθηκαν στον τόπο αυτό, και τον έκαναν πατρίδα τους. Έτσι η έννοια πατρίδα βγαίνει από τα στενά γεωγραφικά της όρια και επανακαθορίζεται σε ένα πολύ πιο ευρύ πλαίσιο, ως εικόνα πλέον του εαυτού μας μέσα από τον άλλο" επισημαίνει ο Γιάννης Ευθυμιάδης.Στην ομότιτλη πρώτη ενότητα η ματιά του ποιητή στρέφεται πάνω στους ανθρώπους και τα πράγματα που συγκροτούν την πατρίδα, στη δεύτερη -«Η εβδομάδα των βυθών»- αναδεικνύεται η διαπίστωση του ζοφερού μας κόσμου έτσι όπως αποτυπώνεται στα χρόνια της βαθιάς κρίσης στη χώρα μας και παγκόσμια.Η τρίτη ενότητα είναι μια ελεγεία «όχι όμως με την έννοια του θρήνου της παραίτησης, αλλά της διαπίστωσης, το κομβικό σημείο δηλαδή που σε κάνει να συνειδητοποιήσεις ότι πρέπει να αντιδράσεις» λέει ο Γιάννης Ευθυμιάδης. Στην τελευταία ενόητητα -«η επανάσταση θα 'ρθει από βαθύ σκοτάδι»- ο ποιητής παρακινεί σε δράση όχι από υπεραισιοδοξία, αλλά από συνειδητότητα. Όπως λέει άλλωστε «η ποίηση δεν οφείλει τίποτε, οι ποιητές όμως οφείλουν πολλά».Σε μια εποχή μεταιχμιακή, στο ρευστο διεθνές περιβάλλον και στο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο όπου τα όρια χάνονται και οι ταυτότητες αλλοιώνονται, ο Γιάννης Ευθυμιάδης αντλεί από την ποιητική παράδοση του τόπου, παίζει με τη ρίμα και το μέτρο αναδεικνύοντας την εσωτερική δομή και τον ρυθμό που διατρέχουν τη σύνθεση.«Ο ρυθμός είναι στοιχείο στενά συνυφασμένο με τη σύγχρονη ποιητική μας παράδοση. Επέστρεψα στην πηγή γιατί όσο πιο βαθιά σκάβει κανείς τόσο πιο οικουμενικά μιλάει. Με τρομάζει η εποχή μας, γιατί έχει χαθεί η ταυτότητα η προσωπική και η συλλογική, είτε ως πράξη είτε ως προσδοκία ή όραμα, έχουν αλλοιωθεί και έχουν παραχαραχτεί θεμελιώδεις αξιακοί κώδικες, πράγμα που μας αποπροσανατολίζει, μας φέρνει να κυνηγάμε κίβδηλα όνειρα. Η παντοκρατορία του χρήματος έχει βάλει στο περιθώριο την ανθρωπιά μας, την αισθητική μας, την ηθική μας, έχει διαταράξει την ιεράρχηση των αξιών της ζωής μας».“Είναι ζήτημα που απασχολεί την ποίηση διεθνώς;”, τον ρωτάμε. «Τα ζητήματα που αναδεικνύει η εποχή μας απασχολούν τους ποιητές, τους δημιουργούς, τους καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο. Νομίζω όλοι βρισκόμαστε σε περίοδο αναζήτησης και επαναπροσδιορισμού, ψάχνουμε να βρούμε ξανά το νήμα από εκεί που το αφήσαμε όταν κατέρρευσε το μεταπολεμικό κοινωνικό όραμα. Η επανασύνδεση με τη φόρμα και μια πιο δομημένη μορφή είναι ένα φαινόμενο που αναζητούν οι ποιητές σε όλο τον κόσμο σήμερα, για να μπορέσουν να δομήσουν πιο στέρεα μια νέα ποιητική πραγματικότητα. Είναι και μια υγιής αντίδραση στη χαοτική ελευθεριότητα στην οποία οδήγησε η παρανάγνωση του μεταμοντέρνου».Υπ' αυτή την έννοια αναδεικνύεται η πολιτική διάσταση της ποίησης. "Η ποίηση από τη γένεσή της είναι ένα βαθιά πολιτικό φαινόμενο, έχει μέσα της τη σύγκρουση και την επανάσταση, πρώτα προς τον εαυτό μας, προς κάθε βεβαιότητα, είτε αυτή την έχουμε προσδιορίσει εμείς είτε συμβαίνει ερήμην μας.Πάντα μιλάμε στην ποίηση πολιτικά, ακόμα και στα πιο λυρικά της ξεσπάσματα, αν σκεφτεί κανείς ότι ο ποιητικός λόγος έρχεται να αντιπαρατεθεί με το στενό οικονομοτεχνικό πλαίσιο της εποχής. Ίσως, και μάλλον, η ποίηση δεν μπορεί να δώσει τις λύσεις, μπορεί όμως να μας δώσει τη δύναμη να τις βρούμε".Ίσως γι' αυτό ο Γιάννης Ευθυμιάδης κλείνει την ελεγεία του με τη στέρεη τοποθέτηση «στους άνυδρους καιρούς βαθαίνει η ρίζα...».
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Συνέντευξη της Μαριαλένας Σεμιτέκολου στις "Σελίδες για βιβλιόφιλους".

    Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου, με αφορμή την έκδοση της πρώτης της νουβέλας  Οι Κυριακές, το καλοκαίρι, παραχώρησε συνέντευξη στην Σοφία Πολίτου-Βερβέρη των βιβλιοπωλείων Νάκας. Διαβάστε την παρακάτω:Δυναμικό το ντεμπούτο σας με το βιβλίο σας «Οι Κυριακές, το καλοκαίρι», ένα βιβλίο πολύ εκφραστικό με μια ηρωίδα που μας παρασύρει μέσα στη βαριά της απραξία. Μιλήστε μας για την επιλογή σας να παρουσιάσετε τη Μαρίνα, την πρωταγωνίστρια του βιβλίου σας, μέσα στην καλοκαιρινή ατμόσφαιρα μιας πόλης.Το καλοκαίρι δεν είναι μια "εύκολη" εποχή. Το επέλεξα για τη Μαρίνα ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο. Είναι η εποχή όπου οι άνθρωποι -ανήλικοι και ενήλικοι- μεγαλώνουμε. Το μεγάλωμά μας δεν έχει μόνο χαρές, έχει πόνο και ματαιώσεις. Με μια περίεργη αντίφαση, όμως, ο χρόνος του καλοκαιριού -που μας μεγαλώνει- μοιάζει να αναστέλλεται, δε σου κάνει το χατίρι: αργεί να βραδιάσει, οι μέρες διαρκούν περισσότερο, κι έχει κανείς την αίσθηση ότι     η βραδύτητα του καλοκαιρινού χρόνου σού ζητάει συνέχεια κάτι. Αυτή, λοιπόν, η αντίφαση του ταυτόχρονου μεγαλώματος και της αναστολής του     ήταν μάλλον που με οδήγησαν στο καλοκαίρι. Και μάλιστα ένα αστικό καλοκαίρι που επιτείνει την παραπάνω αίσθηση και της δίνει την εικόνα μιας παρατεταμένης παύσης, αντί να την εμπλουτίζει, πράγμα που θα συνέβαινε σε ένα τοπίο της φύσης, λουσμένο στο καλοκαιρινό φως.Δεν έχουμε ένα σύνηθες χάπι εντ στο βιβλίο σας, ποια ήταν η πρόθεσή σας όταν ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας «Οι Κυριακές, το καλοκαίρι»;Γνώριζα την τελευταία φράση του βιβλίου κι ήμουν απολύτως προσανατολισμένη σε αυτήν, πολύ πριν γράψω όσα προηγούνται. Επομένως, ίσως είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε από το τέλος προς την αρχή κι όχι το αντίστροφο. Από την άλλη, δε γνωρίζω πόσο συνήθη είναι τα χάπι εντς, πόσο διαρκούν, πώς ορίζονται ή τι σημαίνουν τελικά... Στην περίπτωση, ας πούμε, της Μαρίνας, τι είδους ανατροπή στην Κυριακή της θα έφτιαχνε "ένα σύνηθες χάπι εντ"; Δεν ξέρω...Πολλές φορές αναρωτηθήκαμε αν η Μαρίνα πάσχει από κατάθλιψη. Όπως επίσης προβληματιστήκαμε αν η συμπεριφορά της αντικατοπτρίζει ένα μεγάλο ποσοστό των νέων της χώρας μας. Εσείς τι θα μας λέγατε;Είμαι σκεπτική στην "ευκολία" με την οποία αποφαινόμαστε ότι κάποιος πάσχει από κατάθλιψη. Έχω, δηλαδή, την αίσθηση ότι το ρήμα "πάσχει" ακολουθούμενο από μια διάγνωση αποτελεί σημείο των καιρών που ζούμε, κι ότι κλείνει τους ανθρώπους και δεν τους βοηθά να μεγαλώσουν. Τι σημαίνει, ας πούμε, κατάθλιψη στην περίπτωση της Μαρίνας; Προτιμώ να την περιγράψω ως μια γυναίκα που αφήνεται στη σαγήνη της μελαγχολίας που έχουν εξ' ορισμού όλες οι Κυριακές. Αν πάσχει από κάτι, φαντάζομαι ότι πάσχει από το γεγονός ότι είναι ζωντανή... όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό. Με την έννοια αυτή, ναι. Αντικατοπτρίζει ένα μεγάλο ποσοστό των νέων ανθρώπων, και των μεγαλύτερων βεβαίως σε ηλικία, που είναι ζωντανοί. Αυτό που δεν ξέρω είναι κατά πόσο, οι νέοι αλλά και οι μεγαλύτεροι, αντέχουμε να κυλήσουμε σε αυτό που κυλάει η Μαρίνα, αντί να κάτσουμε μπροστά από μια οθόνη, χαζεύοντας ή πληκτρολογώντας.Τι πιστεύετε πως είναι αυτό που πραγματικά λείπει από τη Μαρίνα για να την ενεργοποιήσει, να την απομακρύνει από τη στείρα παθητικότητά της;Δε θα ήθελα με τίποτα να χαρακτηρίσω την παθητικότητα της Μαρίνας, στείρα. Την αγαπώ πολύ και θα την αδικούσα αν το έκανα. Η "παθητικότητα" της Μαρίνας εγκυμονεί ένα σωρό πράγματα, που είτε θα τη μεγαλώσουν, είτε θα την αφανίσουν. Δεν ξέρω την έκβαση της εγκυμοσύνης αυτής, παρόλο που μέσα μου θα ήθελα να ισχύσει η πρώτη εκδοχή, και φοβάμαι για τη δεύτερη!Οι σπουδές σας στην ψυχολογία πόσο σας βοήθησαν στο χτίσιμο της προσωπικότητας της Μαρίνας και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κινείται;Φοβάμαι ότι δε γνωρίζω την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Φαντάζομαι πως οι σπουδές στην ψυχολογία βόηθησαν με κάποιον τρόπο. Θα μπορούσε όμως να ισχύει και το αντίστροφο. Μου αρέσει πολύ να παρατηρώ τους ανθρώπους και να τους περιγράφω από μέσα μου, και γι' αυτόν τον λόγο αποφάσισα, ίσως, να σπουδάσω ψυχολογία. Αν πρέπει πάντως να πω τι ήταν εκείνο που με βόηθησε πιο πολύ να γράψω αυτή την ιστορία, θα έλεγα ότι είναι όλα τα καλοκαίρια που έχω περάσει, στην πόλη, διαβάζοντας τις ιστορίες των άλλων ή βλέποντάς τες στο σινεμά.Μετά τη Μαρίνα μέσα στο κατακαλόκαιρο, τι να περιμένουμε από εσάς; Έχετε κάποια ιδέα που στροβιλίζει το μυαλό σας, για να ξεκινήσετε το γράψιμο;Μου ασκεί μεγάλη έλξη η ιδέα των παράλληλων μονολόγων που 'απαντούν' ο ένας στον άλλον, χωρίς ωστόσο να το γνωρίζουν ή να το μαθαίνουν ποτέ. Έχω την εντύπωση ότι η ιδέα αυτή θα με βασανίσει περισσότερο από ό,τι η ιδέα της Μαρίνας. Η Μαρίνα ήταν εξαιρετικά ευγενική και γενναιόδωρη απέναντί μου.Πού μπορούμε να σας συναντήσουμε διαδικτυακά αλλά και από κοντά;Θα ήθελα πολύ να σας πω ότι θα με συναντήσετε σε μπαρ και σε καφέ στο κέντρο της πόλης. Ακόμα περισσότερο ότι θα βρίσκομαι πάντα στην ταράτσα ενός καλοκαιρινού σινεμά ή/και στη σκοτεινή αίθουσα ενός χειμερινού, περιμένοντας τους τίτλους πολυαναμενόμενης ταινίας... Το πιθανότερο, όμως, είναι να με συναντήσετε σε κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς από και προς το κέντρο ή να με δείτε να περπατώ στη γειτονιά μου, κάνοντας όλες εκείνες τις καθημερινές δουλειές που βοηθούν τις οικογένειες να λειτουργούν...
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    George Saunders: «Ο υλισμός κερδίζει την πνευματικότητα».

    Ο George Saunders με αφορμή την επίσκεψή του στην Ελλάδα παραχώρησε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη στον Σάκη Ιωαννίδη για την εφημερίδα Καθημερινή. Διαβάστε την παρακάτω:Ενα από τα πρώτα κόλπα του Χάρι Χουντίνι ήταν να ελευθερωθεί από ένα ζευγάρι χειροπέδες. Ο σιδεράς που τις έφτιαξε δούλευε πέντε χρόνια για να τελειοποιήσει τον μηχανισμό ασφαλείας και πράγματι πήρε πάνω από μία ώρα για να αποδράσει ο πολυμήχανος ταχυδακτυλουργός. Στους ώμους του πλήθους που ζητωκραύγαζε, ο βασιλιάς της απόδρασης έκλαιγε.Ο Αμερικανός διηγηματογράφος Τζορτζ Σόντερς φέρνει συχνά τον Χουντίνι στον νου του. Ο μάγος που έβαζε στον εαυτό του κάθε φορά ένα πιο δύσκολο πρόβλημα. Αν δεν ξεκλείδωνε τις αλυσίδες του θα αποτύγχανε, αν όμως ελευθερωνόταν τότε το πρόβλημα γινόταν κόλπο, παράσταση. Το τελευταίο του βιβλίο και πρώτο του μυθιστόρημα, «Λήθη και Λίνκολν» (μτφρ. Γιώργος - Ικαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ικαρος), του χάρισε το βραβείο Μπούκερ το 2017. Πρόκειται για ένα ταξίδι συναισθημάτων, χιούμορ, αγάπης, μάχης μεταξύ του καλού και του κακού στο «ενδιάμεσο», σε μια πνευματική κατάσταση μεταξύ ζώντων και νεκρών, που εκτυλίσσεται καθώς ο Αβραάμ Λίνκολν επισκέπτεται τον τάφο του μόλις εντεκάχρονου υιού του Γουίλι στο κοιμητήριο της Τζορτζτάουν. Συχνά, ο κ. Σόντερς ένιωθε τον φόβο του Χουντίνι που πάλευε να ελευθερωθεί από τα δεσμά του.«Αν θέλεις ως καλλιτέχνης να ασχοληθείς με κάτι δύσκολο πρέπει να σκεφθείς νέα κόλπα, τα παλιά δεν θα λειτουργήσουν», μας λέει. «Ιστορικό μυθιστόρημα, ο θάνατος ενός παιδιού, ο Λίνκολν, είναι σαν να λέω “θα γράψω ένα μυθιστόρημα από την οπτική ενός κοτόπουλου”. Στην αρχή θα πεις, χμ, ναι εντάξει, αλλά αν τα καταφέρεις θα είσαι σαν τον Χουντίνι», μας λέει.Η ανησυχίαΟπως όλα τα πράγματα στη συγγραφική του ζωή, έτσι και το τελευταίο του βιβλίο ξεκίνησε με τα προβλήματα. «Οταν ξεκινάω ένα πρότζεκτ, το μυαλό μου κάνει μία λίστα με προβλήματα, όπως ότι μπορεί να βγει κακό, μπανάλ, κουραστικό και τότε ξέρω ότι έχω ένα πρότζεκτ. Ανησυχούσα αλλά σε αυτό το σημείο της καριέρας μου το να μην ανησυχείς είναι επικίνδυνο. Ξέρω πώς να γράφω μια ιστορία και αυτός είναι ο κίνδυνος», μας λέει.O Tζορτζ Σόντερς γεννήθηκε το 1958 στο Αμαρίλο του Τέξας, με ελληνική ρίζα από τον προπάππο του που φτάνει ώς την Κρήτη. Μεγάλωσε λίγο έξω από το Σικάγο σε μια οικογένεια με πολύ χιούμορ και αστείες ιστορίες. Σπούδασε μηχανικός και για ένα διάστημα δούλεψε σε μια πετρελαϊκή εταιρεία που τον έστειλε στη Σουμάτρα της Ινδονησίας. Μέχρι το κολέγιο δεν είχε βγει από τις ΗΠΑ και τα ταξίδια που έκανε μετά άλλαξαν τις απόψεις του και από συντηρητικός μετακινήθηκε στο πολιτικό φάσμα της αμερικανικής Αριστεράς. Το 1986, σε ηλικία 28 ετών, έγινε δεκτός στο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου Σίρακιουζ με δάσκαλό του και μέντορα τον συγγραφέα Τομπάιας Γουλφ.Πίνοντας μικρές γουλιές καφέ από το χάρτινο ποτήρι, ντυμένος με ένα σκουρόχρωμο κοντομάνικο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι που ανασηκώνει συχνά –ξέχασε να πακετάρει τις ζώνες του– νευρικός και χειμαρρώδης μιλάει για την εποχή του Σίρακιουζ, τις ιστορίες του Τσέχοφ, τον θαυμασμό του για τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ, τον Ρέιμοντ Κάρβερ και την εικόνα που είχε για το τι εστί συγγραφέας. «Ημουν νέος και νόμιζα ότι ο συγγραφέας έπρεπε να είναι σκληρός, μεθυσμένος, ασυμβίβαστος και ο Τόμπι (σ.σ. Τομπάιας Γουλφ) δεν ήταν τίποτα από αυτά. Ηταν σκληρός αλλά γλυκός και απλώς τον παρατηρούσα με την οικογένειά του, πως ερχόταν και έκανε ένα υπέροχο μάθημα, που έγραφε τις όμορφες ιστορίες του και κάτι σε όλο αυτό ήταν απελευθερωτικό. Μπορούσες να είσαι ο εαυτός σου, έπρεπε απλώς να έχεις μια αυθεντική ιδέα», μας λέει.Ο κ. Σόντερς διδάσκει σήμερα στο Πανεπιστήμιο Σίρακιουζ, στο πρόγραμμα δημιουργικής γραφής, τους φερέλπιδες Αμερικανούς συγγραφείς. Κάθε χρόνο γίνονται περίπου 650 αιτήσεις για μόλις έξι θέσεις και τον ρωτάμε για την παράδοση των Αμερικανών συγγραφέων στη μικρή φόρμα του διηγήματος. Στην Αμερική των «πραγματιστών», μας λέει, υπάρχει μια παράδοση εναντίον των διανοουμένων που κάνει τους νέους συγγραφείς να νιώθουν άβολα με τα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας, ένας παράγοντας, επισημαίνει, που ευνόησε την ανάπτυξη του διηγήματος. «Νιώθουν καλύτερα με την πρακτική του Χέμινγουεϊ, να φτιάχνουν κάτι μικρό και όμορφο και να αφήνουν την αλήθεια να πετάγεται από μέσα. Ο άλλος λόγος είναι οικονομικός. Τα προγράμματα δημιουργικής γραφής είναι μια μεγάλη ευκαιρία για τους νέους συγγραφείς να απολαύσουν μερικά χρόνια ελευθερίας και ευνοούν τις μικρές ιστορίες, λειτουργούν καλύτερα στη μικρή φόρμα», τονίζει.Ο Τζορτζ Σόντερς θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Αμερικανούς διηγηματογράφους, ωστόσο ο ίδιος διώχνει από πάνω του τα «μεγάλα ζητήματα» που απασχολούν άλλους συγγραφείς και μένει «σιωπηλός» όταν συνάδελφοί του μιλούν για «ιδέες». «Συγγραφείς όπως ο Ροθ μπαίνουν από την μπροστινή πόρτα και αλλάζουν το σπίτι. Εγώ μπαίνω από το παράθυρο του υπογείου και αλωνίζω εκεί μέσα. Είμαι σαν τον κλέφτη, κοιτάω το σπίτι και σκέφτομαι από ποιο παράθυρο μπορώ να τρυπώσω. Νομίζω μπορώ να συνεισφέρω κάτι σχετικά με ταξικά ζητήματα. Εχω γράψει γι’ αυτό και θα ξαναγράψω. Προέρχομαι από μια οικογένεια μεσαίας τάξης, στα 20 μου έζησα πιο χαμηλά και νομίζω καταλαβαίνω αρκετά σ’ αυτό το θέμα που είναι σημαντικό και έχει παραμεληθεί. Αλλά όταν βλέπω συγγραφείς όπως ο Ροθ, ο Γουάλας, ο Φλάνερι Ο’ Κόνορ, νομίζω είναι απλά υπέροχοι. Εγώ κάνω παιχνίδι σε ένα πιο χαμηλό επίπεδο αλλά το κάνω με πάθος και ίσως μπορώ να προσφέρω κάτι», μας λέει.Η δημόσια σιωπή του, ωστόσο, εξαφανίζεται όταν μπαίνει σε διαδικασία συγγραφής, όπου θέτει τα ερωτήματα χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων τις απαντήσεις. Ετσι το «Λήθη και Λίνκολν» αγγίζει ζητήματα που βρίσκονται στην καρδιά της Αμερικής, όπως της δουλείας και του ρατσισμού τοποθετώντας στην αφήγηση μαύρους νεκρούς, θαμμένους σε έναν απομονωμένο μαζικό τάφο. «Δεν ήθελα να ασχοληθώ αρχικά με τη δουλεία, το θεωρούσα δύσκολο για μένα. Αλλά μετά σκέφτηκα ότι είμαστε στον Εμφύλιο, υπάρχει ο Λίνκολν, χρειάζονται μερικές μαύρες φωνές. Υστερα γίνεται μηχανικά, πού βρίσκονται, γιατί δεν επιτρέπεται να είναι με τους άλλους, γιατί υπάρχει ένα σύνορο, ξαφνικά έχεις όλες τις ιστορίες τους. Αν ξεκινήσεις αυτή τη διαδικασία και αποφασίσεις να είσαι ειλικρινής, ο κόσμος θα πλημμυρίσει στο βιβλίο σου είτε το θέλεις είτε όχι», τονίζει.«Οι ιδέες του ανθρωπισμού και της καλοσύνης δεν υπάρχουν»Ο Αβραάμ Λίνκολν είναι κάτι σαν τον Ιησού για την αμερικανική πολιτική ιστορία και όχι μόνον. Πρόκειται για μια αναγνωρίσιμη φιγούρα σε όλο τον κόσμο, που διαχειρίστηκε τις τύχες της Ενωσης στον αμερικανικό εμφύλιο, κατήργησε τη δουλεία, εκσυγχρόνισε την οικονομία, το πρόσωπό του βρίσκεται ακόμη σε αφίσες, μπλούζες και στα αμερικανικά χαρτονομίσματα. Ο θάνατος του μικρού Γουίλι, του τρίτου παιδιού της οικογένειας, από τυφοειδή πυρετό, σημάδεψε τον Λίνκολν, ο οποίος επισκέφθηκε μόνος του τον τάφο του παιδιού μετά την κηδεία του.Η ιδέα να γράψει με αφορμή το τραγικό περιστατικό γυρόφερνε στο μυαλό του Τζορτζ Σόντερς για 20 χρόνια. «Υπάρχει μια στιγμή αλήθειας που συνειδητοποιείς ότι αντιστέκεσαι σε κάτι επειδή είναι δύσκολο. Αν το κάνεις αυτό σημαίνει το τέλος της καριέρας σου. Εμπιστεύθηκα το συναίσθημα του τρόμου που αισθανόμουν, αυτό που νιώθεις όταν βλέπεις ένα όμορφο άτομο και φοβάσαι να του μιλήσεις», μας λέει.Η έκδοση του βιβλίου συνέπεσε με την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ και ενώ ο ίδιος φοβόταν ότι το βιβλίο θα κρινόταν ως υπερπατριωτικό (πίστευε ακράδαντα στην εκλογή της Χίλαρι Κλίντον), ο κόσμος είδε με άλλη ματιά τον Λίνκολν και την Αμερική. «Σαν να έλεγαν “κοίτα αυτό το ωραίο πράγμα που είχαμε, το πήραμε για δεδομένο και τώρα αλλάζει”».Οι ιστορικές πηγές συνυπάρχουν με τα φαντάσματα, που δίνουν το ιδιαίτερο χρώμα του βιβλίου, τη συγκίνηση και το χιούμορ. Αρέσουν στον συγγραφέα διότι υπενθυμίζουν ότι ο κόσμος φαίνεται ολοκληρωμένος «επειδή οι αισθήσεις μας είναι περιορισμένες».Η απώλεια και η διαχείριση του πένθους διατρέχει το βιβλίο του κ. Σόντερς και στην ερώτηση εάν η αντιμετώπιση του θέματος μέσα από το μυθιστόρημα τον βοήθησε να συμφιλιωθεί με την ιδέα της θνητότητας, η απάντηση έρχεται αβίαστα: «Μόνο επειδή δεν συνέβη σε εμένα!».Νευρωτικός και νευρικόςΠριν από χρόνια σε μια πτήση ρουτίνας, η μία μηχανή του αεροσκάφους στο οποίο επέβαινε ο κ. Σόντερς έπαθε βλάβη και έσβησε στον αέρα. «Το μόνο που θυμάμαι είναι να λέω “όχι, όχι, όχι, όχι”, σαν να ήθελα να πάω πίσω στον χρόνο και ο κόσμος να έλεγε όχι, δεν δουλεύει έτσι το πράγμα», σημειώνει. Δεν έχει συμφιλιωθεί με πολλά πράγματα γενικά, παραμένει νευρωτικός και νευρικός, λέει, ενώ όσο μεγαλώνει καταλαβαίνει ότι αν φτάσει μέχρι το τέλος χωρίς βαριές απώλειες, υγεία και κάποια αίσθηση εκπλήρωσης, «είναι καθαρή τύχη, δεν είναι κάτι που το κερδίζεις».Η «διαβρωτική ιδέα» του αμερικανικού καπιταλισμού συμπυκνώνεται, τονίζει, στον απλουστευμένο συλλογισμό ότι αν έχεις ένα ωραίο αυτοκίνητο το κέρδισες, αν δεν έχεις τότε είναι δικό σου το πρόβλημα. «Δεν υπάρχει οίκτος σε αυτήν τη λογική· η αίσθηση ότι όλα μπορούν να συμβούν στον καθένα. Αυτό ισχύει και στις πολιτικές της Αμερικής, αν είσαι άτυχος υπάρχει η αίσθηση πως η ευθύνη είναι μόνο δική σου», σημειώνει.Μεγαλωμένος με τις διδαχές της Καθολικής Εκκλησίας σε μιαν εποχή που η ιδέα του πνευματικού ανθρώπου ερχόταν πρώτη, βλέπει σήμερα τον κόσμο να αποστρέφεται την πνευματικότητα. «Στη διάρκεια της ζωής μου είδα τον υλισμό να κερδίζει την πνευματικότητα», σημειώνει ο κ. Σόντερς ο οποίος έχει στραφεί στις διδαχές του βουδισμού. Η τυφλή πίστη στο σύνθημα «Πρώτα η Αμερική» είναι κάτι τρομακτικό, επισημαίνει. «Οι ιδέες που θα έπρεπε να ακολουθούν, του ανθρωπισμού, της καλοσύνης, της πνευματικότητας, δεν υπάρχουν. Δεν εννοώ μόνο τον Τραμπ, όλη η κυβέρνηση είναι έτσι. Αυτό δεν δείχνει κάποια σοβαρή κουλτούρα», καταλήγει.
    Περισσότερα

NEWSLETTER

Καλάθι αγορών

(0)

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Ξεκινήστε τις αγορές

Ref.

Στοιχεία αποστολής