Νέα

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Λεονόρ ντε Ρεκοντό: «Η τέχνη είναι ένα σύνολο» | Συνέντευξη στο ΒHMAgazino

    Η πολυβραβευμένη συγγραφέας και διακεκριμένη βιολονίστρια εξηγεί στο ΒΗΜΑgazino και τον Γιώργο Νάστο πώς συνδυάζει τις δύο ιδιότητές της και μιλάει για το καινούργιο μυθιστόρημά της Η μεγάλη πυρά, το οποίο διαθέτει ελληνικό άρωμα.Πολυτάλαντη και δημιουργική, η Λεονόρ ντε Ρεκοντό έδειξε από πολύ νωρίς τις καλλιτεχνικές της ανησυχίες, οι οποίες δεν πρέπει να εξέπληξαν κανέναν, καθώς γεννήθηκε το 1976 στο Παρίσι σε οικογένεια καλλιτεχνών, με μητέρα ζωγράφο και πατέρα γλύπτη. Αρχισε να παίζει βιολί σε ηλικία πέντε ετών. Από τότε ακολούθησε μια λαμπρή μουσική καριέρα με διεθνείς εμφανίσεις και δισκογραφία με έμφαση στο μπαρόκ. Της άρεσε ωστόσο πολύ και να γράφει. Ως συγγραφέας πρωτοεμφανίστηκε το 2010 με το μυθιστόρημα «La Grâce du cyprès blanc». Εκτοτε εκδόθηκαν οκτώ ακόμα βραβευμένα βιβλία, μεταξύ των οποίων και η «Μεγάλη Πυρά», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ικαρος και ζωντανεύει, με πάθος και αφοσίωση στις ιστορικές λεπτομέρειες, τη Βενετία των αρχών του 18ου αιώνα.Πώς βρίσκετε την ισορροπία μεταξύ της δουλειάς σας ως συγγραφέως και του πάθους σας για το βιολί;  Οι δύο αυτές μορφές τέχνης αλληλοσυμπληρώνονται;«Είμαι βιολονίστρια εδώ και πολύ καιρό. Ξεκίνησα στην ηλικία των πέντε ετών και πάντα ήξερα ότι ήθελα να κάνω καριέρα στη μουσική. Γύρω στην ηλικία των είκοσι, ειδικεύθηκα στο ρεπερτόριο του 17ου και του 18ου αιώνα και στη συνέχεια άρχισα να παίζω μπαρόκ. Κοντά στα τριάντα μου αποφάσισα ότι η λογοτεχνία έπρεπε πραγματικά να βρει μια θέση στη ζωή μου. Μέχρι εκείνη την εποχή διά- βαζα πολύ και έγραφα μικρά ποιητικά κείμενα. Αλλά τίποτα ουσιαστικό. Και τότε, μια μέρα, έκανα το πρώτο βήμα και ήμουν αρκετά τυχερή ώστε το παρθενικό μου μυθιστόρημα να εκδοθεί. Σήμερα η ζωή μου μοιράζεται μεταξύ συναυλιών και βιβλίων. Υπάρχουν περίοδοι γεμάτες ζωντανές εμφανίσεις και πρόβες και περίοδοι που είμαι περισσότερο επικεντρωμένη στη λογοτεχνία. Είναι ένα είδος εναλλαγής. Ακόμα κι αν μερικές φορές όλα μπλέκονται μεταξύ τους. Η μουσική είναι η τέχνη της συλλογικότητας. Η συγγραφή, από την άλλη πλευρά, είναι κάτι μοναχικό. Μου αρέσει να κάνω πότε το ένα και πότε το άλλο».Μπορείτε να μας πείτε πώς οι εμπειρίες σας ως μουσικού επηρέασαν το συγγραφικό σας ύφος;«Είναι δύσκολο να απαντήσει κανείς αντικειμενικά σε αυτό το ερώτημα. Μπορώ να πω ότι ένας μουσικός αμφισβητεί πολύ τον εαυτό του, τίποτα δεν θεωρείται ποτέ δεδομένο και αισθάνεται σαν να πρέπει συχνά να ξεκινάει από την αρχή. Με τον ίδιο τρόπο προσεγγίζω και το γράψιμο. Απλώς δουλεύω πολύ και πάλι από την αρχή. Αυτό όσον αφορά το πρακτικό κομμάτι. Από υφολογική άποψη, η εμπειρία μου στη μουσική με κάνει να προσέχω πολύ τον ρυθμό και την “αναπνοή” του κειμένου».Η μουσική και η λογοτεχνία είναι και οι δύο ισχυροί τρόποι έκφρασης συναισθημάτων. Πιστεύετε ότι ο ένας σάς επιτρέπει να εκφραστείτε πιο ελεύθερα από τον άλλον;«Αισθάνομαι πολύ ελεύθερη και στα δύο. Αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Στη μουσική, είμαι μια ερμηνεύτρια. Δίνω φωνή στη μουσική κάποιου άλλου. Και γενικά το κάνω αυτό και με τους άλλους μουσικούς. Συνεργαζόμαστε και η στιγμή της συναυλίας είναι μια ουσιαστική ανταλλαγή μεταξύ ημών και του κοινού. Ζούμε το παρόν, και μερικές φορές αυτό είναι εξαιρετικά ευχάριστο. Οσον αφορά τη λογοτεχνία, είμαι μόνη μου, δεν έχω να λογοδοτήσω σε κανέναν, πηγαίνω όπου θέλω, γράφω ό,τι θέλω. Ενέχει μια απίστευτη ελευθερία. Η μοναξιά είναι δύσκολη, γιατί αναγκάζεσαι να παλεύεις συνεχώς με αμφιβολίες, αλλά ξέρω ότι είναι αναγκαία».Θεωρείτε ότι η ζωντανή εκτέλεση μουσικής προσφέρει μια διαφορετική αίσθηση ευαλωτότητας σε σύγκριση με την έκδοση ενός βιβλίου; Πώς διαχειρίζεστε αυτές τις στιγμές;«Είναι αλήθεια ότι μια συναυλία αποτελεί μια στιγμή μεγάλης ευαλωτότητας και ευαισθησίας. Δουλεύεις γι’ αυτή τη στιγμή και μετά τελειώνει. Ακόμα και αν η συναυλία ηχογραφηθεί, η εμπειρία έχει ολοκληρωθεί. Η ομορφιά μιας συναυλίας είναι αυτή η εφήμερη φύση της. Η δυσκολία δημιουργίας ενός μυθιστορήματος έγκειται στη διατήρηση της προσπάθειας για μεγάλο χρονικό διάστημα. Χρειάζονται μήνες ή και χρόνια για να γράψεις ένα βιβλίο και πρέπει να κρατηθεί η ίδια πνοή από την αρχή μέχρι το τέλος. Εκεί έγκειται ο δικός μου κόπος: στο να διατηρώ την επιθυμία να συνεχίσω. Γι’ αυτό είμαι πάντα πολύ χαρούμενη όταν επιστρέφω στη μουσική, η οποία μού δίνει αυτόν τον αυθορμητισμό, αυτή την αίσθηση της ομορφιάς που είναι τόσο φευγαλέα».Υπάρχουν συγκεκριμένοι συνθέτες, συγγραφείς ή άλλοι καλλιτέχνες που σας εμπνέουν τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη μουσική σας; Πώς έχουν διαμορφώσει τη δημιουργική σας πορεία;«Οι γονείς μου είναι εικαστικοί. Οταν μεγάλωνα, υπήρχαν πάντα πολλοί καλλιτέχνες στο σπίτι. Για εμένα, η τέχνη είναι ένα σύνολο. Αγαπώ την ιταλική αναγεννησιακή ζωγραφική και την ισπανική τέχνη, καλλιτέχνες όπως ο Γκόγια. Εχω μεγάλο πάθος για τον Ελ Γκρέκο, ο οποίος γεννήθηκε στην Κρήτη, αλλά και για τον Φράνσις Μπέικον. Διαβάζω πολύ, και τα βιβλία της Βιρτζίνια Γουλφ είναι πάντα κοντά μου. Εχει μια εξαιρετική αίσθηση του χρόνου στα μυθιστορήματά της. Ο χρόνος στις σελίδες τους διαστέλλεται. Η ανακάλυψη της μουσικής του Αρκάντζελο Κορέλι, ενός βιολιστή των αρχών του 18ου αιώνα που έζησε στη Ρώμη, ήταν μια αποκάλυψη για εμένα. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με την μπαρόκ μουσική ακούγοντας τις sonate da chiesa του. Υπάρχει μια ομορφιά και μια απλότητα στις συνθέσεις του που είναι μοναδικές».Πώς ξεκινήσατε την έρευνα για την περίοδο που διαδραματίζεται η «Μεγάλη Πυρά»; Υπήρχαν συγκεκριμένες ιστορικές λεπτομέρειες ή γεγονότα που διαμόρφωσαν την εξέλιξη της ιστορίας;«Η Πιετά είναι το κεντρικό κτίριο του βιβλίου. Το ίδρυμα αυτό, το οποίο είναι ένα είδος ορφανοτροφείου, άνοιξε τις πόρτες του το 1347 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί τόπο κοινωνικής υποδοχής για τις γυναίκες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Ηθελα να καταλάβω πώς λειτουργούσε. Θεωρώ εξαιρετικό το γεγονός ότι ο χώρος αυτός όχι μόνο έσωσε τη ζωή των γυναικών και των παιδιών τους, αλλά τους προσέφερε και ένα πολύ υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης. Τον 18ο αιώνα οι μουσικοί της Πιετά ήταν οι καλύτεροι στην πόλη. Είχαν εξαιρετικούς δασκάλους στο άσυλο αυτό, συμπεριλαμβανομένου του Αντόνιο Βιβάλντι. Η Πιετά ήταν ένα δημόσιο ίδρυμα, δεν ήταν συνδεδεμένο με την Εκκλησία. Ζούσε από τις επιχορηγήσεις και την αιγίδα της πόλης. Η Βενετία έπαιρνε πολύ σοβαρά υπόψη της την εκπαίδευση των φτωχότερων κοριτσιών της. Με συγκίνησε πολύ αυτό».Ηθελα να σας ρωτήσω για τον Βιβάλντι. Γιατί επιλέξατε να τον συμπεριλάβετε στους χαρακτήρες του μυθιστορήματός σας;«Ο Βιβάλντι είναι ένας από τους μεγαλύτερους βιολιστές όλων των εποχών και η μουσική του είναι γνωστή σε όλους. Κυρίως οι “Τέσσερις Εποχές”. Υπήρξε δάσκαλος στην Πιετά. Η συμπερίληψη ενός ιστορικού προσώπου στο μυθιστόρημά μου μού επέτρεψε να το τοποθετήσω ακόμα πιο σταθερά στην πραγματικότητα. Και με ενδιέφερε να αναλογιστώ τι είδους δάσκαλος θα μπορούσε να ήταν. Εκανα μεγάλη έρευνα για να γράψω αυτό το βιβλίο».Η ιδέα της φωτιάς μπορεί να είναι τόσο κυριολεκτική όσο και μεταφορική. Πώς υφάνθηκε αυτή η έννοια μέσα στην ιστορία και τι σημαίνει για εσάς;«Η φωτιά είναι η ζωή με τη μεταφορική έννοια. Η φωτιά δεν υπάρχει χωρίς αναπνοή, όπως και η ζωή. Ο θάνατος είναι η φλόγα που σβήνει. Στα γαλλικά, το να φλέγεσαι για κάποιον σημαίνει να τον ερωτεύεσαι. Οταν παίζουμε μουσική, νιώθουμε επίσης αυτή την ανάφλεξη των αισθήσεων. Το να μιλάμε για φωτιά στη Βενετία είναι σαν να τονίζουμε μια αντίθεση – αυτή η πόλη περιβάλλεται της, και η μουσική τής δίνει την ευκαιρία να εκφραστεί, να νιώσει, και ακόμα και να ξεφύγει από την Πιετά, τόσο με την κυριολεκτική όσο και με τη μεταφορική έννοια. Ολοι αναζητούμε χώρους στη ζωή μας που μας επιτρέπουν να είμαστε ελεύθεροι και να αισθανόμαστε ζωντανοί».«Η τραγωδία δεν είναι ο θάνατος, αλλά το τι κάνουμε με την ανάμνηση» λέτε. Θα μπορούσατε να το αναλύσετε αυτό;«Υπήρξαν πολλοί θάνατοι στην οικογένειά μου. Και πάντα έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν είναι ο θάνατος των αγαπημένων προσώπων που είναι πιο δύσκολο να αντέξω. Ο θάνατος είναι μόνο μια στιγμή. Αλλά τι κάνουν οι ζωντανοί με τις αναμνήσεις; Νιώθω ότι είμαι γεμάτη φαντάσματα και γράφω για να δώσω φωνή σε αυτά τα φαντάσματα. Είναι ο δικός μου τρόπος να κρατήσω τη μνήμη ζωντανή και να αφήσω ίχνη αυτών που έφυγαν. Μερικές φορές δεν ξέρεις τι να κάνεις με τις αναμνήσεις, σε κατακλύζει η θλίψη και το γεγονός ότι δεν θα ξαναδείς ποτέ τους ανθρώπους σου. Αυτό λοιπόν είναι μια τραγωδία. Ολοι ψάχνουμε έναν τρόπο να κρατήσουμε ζωντανή τη μνήμη των νεκρών μας στο σώμα και το μυαλό μας».Η Ελλάδα παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο σας, ιδίως το νησί της Τήνου. Εχετε επισκεφθεί την Τήνο ή την Κρήτη; Ποια είναι τα αισθήματά σας για τη χώρα μας;«Εχω γράψει ένα βιβλίο για τον ζωγράφο Ελ Γκρέκο και αρκετές σκηνές διαδραματίζονται στην Κρήτη. Εχω επισκεφθεί την Ελλάδα και την αγαπώ. Την ομορφιά της φύσης και των νησιών. Η Ελλάδα είναι το λίκνο του πολιτισμού μας, τόσο για τη φιλοσοφία όσο και για την τέχνη. Αλλά δεν έχω πάει ποτέ στην Κρήτη ή την Τήνο. Ελπίζω να τις επισκεφθώ σύντομα!».  
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Irene Solà: «Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει».

    Η βραβευμένη συγγραφέας, ποιήτρια και καλλιτέχνις από την Καταλονία επανέρχεται με το βιβλίο Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι, ένα ακαταμάχητο, χειμαρρώδες έργο, το οποίο ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου για το ΒΗΜΑgazino. Ανοίγεις το βιβλίο της και σε αρπάζει σε μια δίνη. Σε ταξιδεύει σε μέρη γοητευτικά, οικεία αλλά και απόκοσμα, σε ένα σκοτεινό σόμπαν φαντασίας με απρόσμενες εκρήξεις φωτός, που στέκεται εκτός χρόνου. Στο βιβλίο της 34χρονης Ιρένε Σολά Μάτια σου έδωσα κι εσύ κοίταξες το σκοτάδι (εκδ. Ικαρος, μτφρ. Ευρυβιάδης Σοφός), το τρίτο της και δεύτερο που κυκλοφορεί στα ελληνικά, η υπογραφή της είναι πλέον διακριτή: στοιχεία αντλημένα από μύθους, δοξασίες, λαϊκά παραμύθια και θρύλους μπλέκονται για να μεταφέρουν στο χαρτί με αναζωογονητική ζωντάνια, φρεσκάδα και λυρισμό την ιστορία μιας γυναικοκρατούμενης οικογένειας που ζει στη σκιά της οροσειράς των Γκιλιερίες στην Καταλωνία - στο δεύτερο βιβλίο της, με τίτλο «Τραγουδώ εγώ και το βουνό χορεύει» (εκδ. Ικαρος), που την έκανε διεθνώς γνωστή, το γεωγραφικό σημείο αναφοράς ήταν (τα καταλανικά) Πυρηναία. «Εγώ επικεντρώνομαι στο να λέω ιστορίες. Οι θρύλοι ή τα λαϊκά παραμύθια μπορούν να διαδραματίζονται οπουδήποτε και μπορούν να γίνουν κατανοητά από όπου και αν προέρχεται ο/η αναγνώστηςάριά τους» θα σχολιάσει στο BHMAgazino υποβαθμίζοντας λίγο τη σημασία των γεωγραφικών αναφορών στη δουλειά της που, όπως και να έχει, συμβάλλουν στη συγκρότηση του πρωτότυπου DNA της. Αλλωστε, οδηγήθηκε στη συγγραφή του βιβλίου μέσα από μια κλασική αφηγηματική ιδέα που αγαπούν τα λαϊκά παραμύθια: τη συμφωνία με τον διάβολο. «Είναι ένα premise που εμφανίζεται σε πολλές διαφορετικές ιστορίες, ειδικά στην καταλανική παράδοση: να θέλεις κάτι και να δίνεις ως αντάλλαγμα την ψυχή σου για να το αποκτήσεις. Ηθελα να αναπτύξω ένα βιβλίο γύρω από αυτή την ιδέα. Μια γυναίκα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, εν προκειμένω γύρω στον 16ο αιώνα, κάνει μια συμφωνία με τον διάβολο. Ηθελα να αφηγηθώ την ιστορία της, όπως και της οικογένειάς της».Αναμενόμενα, τον λόγο παίρνουν λοιπόν οι γυναίκες που συνδέονται με μια αλυσίδα αίματος αρκετά συγκεχυμένη, όπως και ο χωροχρόνος στον οποίο μπαινοβγαίνει η αφήγηση, από τον 16ο αιώνα στον παρόντα χρόνο, κάτι για το οποίο δεν προβληματίζεσαι, δεδομένου ότι όλο το κείμενο είναι εμποτισμένο με το άρωμα των θρύλων και των λαϊκών παραμυθιών - αν και δεν λείπουν και οι ιστορικές αναφορές. Η Σολά συνθέτει μια πολυφωνική αφήγηση όπου τον λόγο δεν τον έχουν μόνο άνθρωποι αλλά και υβριδικά όντα, διχοτομημένα ανάμεσα στην ανθρώπινη και στη ζωώδη φύση τους. Γυναίκες που είναι ηλικιωμένες, γυναίκες που είναι δύσμορφες, γυναίκες που αφήνουν το σώμα τους να ακολουθήσει τις σαρωτικές ορμές του, γυναίκες που δεν νιώθουν πόνο. «Ενα μυθιστόρημα μπορεί να αντανακλά το ζήτημα της οπτικής της Ιστορίας. Ποιος την έχει γράψει, ποιος έχει αποφασίσει τι μας αφορά και τι όχι, ποιος έχει υπάρξει κομμάτι της και ποιος όχι, ποιος έχει πρωταγωνιστήσει κ.τ.λ. Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους οι βασικοί χαρακτήρες αυτού του βιβλίου είναι, γενικά μιλώντας, εκείνες που δεν είναι βασικοί ή σημανπκοί χαρακτήρες στην Ιστορία αλλά και στους θρύλους. Τους δίνω φωνή και αυτό μού επιτρέπει να διερευνήσω θεματικές όπως η ελευθερία, η σεξουαλικότητα, το σώμα, η μητρότητα, η κατασκευή της ρομαντικής αγάπης, της βίας, και να στοχαστώ πάνω στην αντιμετώπιση που είχαν αυτές οι γυναίκες τόσο στην Ιστορία όσο και στη λογοτεχνία».  Το γράψιμο ως ένας τόπος εξερεύνησηςΑυτό που επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία η Σολά είναι ότι τα βιβλία της γράφονται με οργανικό τρόπο, και ότι κομβικό ρόλο παίζει στο έργο της η ενδελεχής έρευνα που προηγείται της συγγραφής: «Το πρώτο πράγμα που με απασχολεί όταν ξεκινώ να δουλεύω ένα βιβλίο είναι να αναζητήσω τι είναι εκείνο που με ενδιαφέρει, τι μου εξάπτει το ενδιαφέρον για να το εξερευνήσω: Με ποιες ιδέες, ποια τοπία, ποιες εικόνες θέλω να δουλεύω για τους επόμενους μήνες; Η έρευνά μου περικλείει πολλά: διάβασμα, επίσκεψη σε βιβλιοθήκες, μουσεία και αρχεία, αλλά και σε συγκεκριμένους γεωγραφικούς τόπους, συναντήσεις με ανθρώπους που ξέρουν πράγματα τα οποία εγώ δεν γνωρίζω, είτε είναι ειδικοί είτε κάτοικοι της περιοχής που με ενδιαφέρει. Περιλαμβάνει δηλαδή υλικό και στοιχεία που με έναν λιγότερο ή περισσότερο προφανή τρόπο μπορούν να τροφοδοτήσουν αυτό το αρχικό ενδιαφέρον. Στοιχεία που συγκεντρώνω για να χτίζω μια δεξαμενή πληροφορίας ώστε να πηδήξω μέσα της και να "κολυμπήσω", κοινώς να κατασκευάσω την ιστορία και τους χαρακτήρες. Είναι μια διαδικασία που δεν τελειώνει σχεδόν ποτέ. Ποτέ δεν μαθαίνεις τα πάντα, ποτέ δεν εξαντλούνται όλα τα ερεθίσματα που προκαλεί αυτή η διαδικασία. Για εμένα η συγγραφή σχετίζεται με την περιέργεια, τη διάθεση για εξερεύνηση, για μάθηση, για την αμφισβήτηση παγιωμένων πεποιθήσεών μου και έχει ως αποτέλεσμα μια βαθύτερη γνωριμία με τον εαυτό μου. Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύω. Και θεωρώ εξίσου σημαντικό να περνάω πολύ καλά μέσα από αυτή τη διαδικασία. Οταν ξεκινάω να γράφω, δεν έχω αποφασίσει τι βιβλίο θα κάνω, πώς θα ξεκινήσει και πώς θα τελειώσει. Ακούω τις ανάγκες του ίδιου του πρότζεκτ, ακολουθώ τον ρυθμό του και έχω υπομονή ώστε να μπορώ να το κατανοήσω σε βάθος και να ανπληφθώ τι χρειάζεται, τι γλώσσα ή τι δομή θα έχει και πώς πρέπει να το συνεχίσω». Ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτΗ έρευνα της Σολά αποδίδει πολλούς πρωτότυπους καρπούς. Οπως, για παράδειγμα, την εικόνα του ιδιαίτερα επιτυχημένου όσο και παραστατικού εξωφύλλου του βιβλίου της, το οποίο διατηρείται και στην ελληνική έκδοση. Πρόκειται για τρεις χαρακτήρες καθισμένους «καρτερικά» σε ένα τραπέζι κουζίνας μέσα στο ανοιχτό στόμα μιας διαβολικής μορφής, ένα έργο από το The Morgan Library & Museum της Νέας Υόρκης που βρήκε σπς αρχειακές αναζητήσεις της και πρόσθεσε στη «δεξαμενή» της: «Πάντα συγκεντρώνω πολλές εικόνες που με βοηθούν να στοχάζομαι πάνω στο βιβλίο και τις θεματικές του. Είχα λοιπόν εκατοντάδες εικόνες που μου άρεσαν, η συγκεκριμένη όπως μού "μίλησε", γιατί διέκρινα ότι έχει ομοιότητες με όσα έγραφα. Την εκτύπωσα και την είχα δίπλα μου στο γραφείο μου όσο έγραφα. Δεν την αποχωρίστηκα ποτέ, οπότε σκέφτηκα στο τέλος ότι πρέπει να γίνει το εξώφυλλο του βιβλίου».Η Σολά, που έχει σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης, ενώ έκανε μεταπτυχιακά πάνω στη Λογοτεχνία, τον Κινηματογράφο και τον οπτικό πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ στην Αγγλία, αντιλαμβάνεται τα βιβλία της ως ολιστικά καλλιτεχνικά πρότζεκτ που παίρνουν τη μορφή μυθιστορήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει αναφέρει ως επιρροές της ετερόκλητους καλλιτέχνες, εικαστικούς, κινηματογραφίστριες ή μουσικούς όπως ο Μαρκ Ντίον, η Λουκρετσία Μαρτέλ ή η Rosalía ως επιρροές της. Βέβαια, όπως θα πει, αυτό που την ελκύει στη δουλειά ενός δημιουργικού ανθρώπου είναι η βαθιά, απενοχοποιημένη αφοσίωσή του σε αυτό που κάνει, ιδίως όταν όλο αυτό συνοδεύεται με μεγάλη ελευθερία: «Θυμάμαι ότι σε κάποια φάση, στη διάρκεια των σπουδών μου, δούλευα με τα εικαστικά μέσα του βίντεο και της εγκατάστασης ακολουθώντας και τότε παρόμοιες ερευνητικές διαδικασίες προκειμένου να οδηγηθώ στη δημιουργία των έργων. Συνειδητοποίησα όμως ότι ήθελα να χρησιμοποιήσω τις λέξεις, το κείμενο, το υλικό δηλαδή που χρησιμοποιούσα για να σκεφτώ, ως τη materia prima της δουλειάς μου». 
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Ilja Leonard Pfeijffer: «Η νοσταλγία είναι ο πυρήνας της ευρωπαϊκής ταυτότητας» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Το Βήμα»

    Ο βραβευμένος ολλανδός συγγραφέας Ilja Leonard Pfeijffer, με αφορμή την πρόσφατή του επίσκεψή του στην Ελλάδα για το 3ο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, μίλησε στον Γρηγόρη Μπέκο και στην εφημερίδα «Το Βήμα» για το μυθιστόρημά του Grand Hotel Europa, το παρελθόν και το παρόν της Γηραιάς Ηπείρου, την Ακροδεξιά, αλλά και για τον μαζικό τουρισμό. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα που μου έστειλε (για να κανονίσουμε τη συνομιλία μας μέσω Zoom) υπέγραψε ως «Ηλίας». Βέβαια, σπούδασε κλασική φιλολογία και ως το 2004 εργάστηκε ως δάσκαλος αρχαίων ελληνικών. «Εντάξει, ξέρω να σας καλημερίσω, ξέρω να γράψω και το αλφάβητο, μέχρι εκεί ωστόσο». Ο Ιλια Λέοναρντ Πφέιφερ, εκτός από βραβευμένος συγγραφέας, είναι ένας Ολλανδός (ευπροσήγορος, με σπαρταριστό χιούμορ) που δεν ανταποκρίνεται στα στερεότυπα που ακολουθούν τους Βορειοευρωπαίους. Κάθε άλλο, «νομίζω ότι είμαι πιο πολύ ένας μεσογειακός τύπος», κάτι που επιβεβαιώθηκε και από την πορεία του βίου του, καθώς τα τελευταία 15 χρόνια μένει (και δημιουργεί) στη Γένοβα. «Να, ορίστε, ο καθεδρικός έξω από το παράθυρό μου, δεν είναι πανέμορφος;» είπε και έστρεψε σταθερά την κάμερα ώστε να δούμε τον ναό απέναντι από το σπίτι του. Ο ίδιος έχει επισκεφθεί κάμποσες φορές την Ελλάδα. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος το μυθιστόρημά του Grand Hotel Europa (2018) που έχει πουλήσει εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα στην πατρίδα του και έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες. Πρόκειται για ένα πολύπλευρο και συναρπαστικό βιβλίο. Δύο είναι, πάντως, οι βασικοί του άξονες. Αφενός, ένα ξεπεσμένο ευρωπαϊκό ξενοδοχείο που έχει περάσει στην ιδιοκτησία ενός κινέζου επιχειρηματία. Αφετέρου, η προσπάθεια του κεντρικού αφηγητή (που είναι κι αυτός συγγραφέας) να επουλώσει πληγές μετά τον χωρισμό του από την ιστορικό τέχνης Κλίο, τον μεγάλο έρωτα της ζωής του. Ο Πφέιφερ συνθέτει μια αλληγορία (σοβαρή μα και διασκεδαστική, με την απαραίτητη ειρωνεία) για την πραγματικότητα και τη μοίρα της ευρωπαϊκής ταυτότητας που, μετά τις εφετινές ευρωεκλογές, φαντάζει ακόμα πιο επείγουσα. Το πολιτικό παραμύθι της Ακροδεξιάς «Τώρα αγωνιώ περισσότερο και η ανησυχία μου εντείνεται καθώς οι φόβοι μου φαίνεται να παίρνουν σάρκα και οστά. Στην Ιταλία ήδη κυβερνά η ακροδεξιά Τζόρτζια Μελόνι. Προς τα έξω καμώνεται τη μετριοπαθή και τη λογική, όσοι όμως βρισκόμαστε εδώ καταλαβαίνουμε ότι εφαρμόζει μια ατζέντα που σκοπό έχει την υπονόμευση και την ανατροπή της δημοκρατικής τάξης πραγμάτων. Το κάνει βήμα-βήμα, και αυτό είναι το πλέον επικίνδυνο, διότι είναι εύκολο και να το αγνοήσει και να το συνηθίσει κανείς. Αύξησαν δυνάμεις οι ακροδεξιοί σε όλη την Ευρώπη, αλλά, ευτυχώς, δεν έχουν ακόμα τη δύναμη, προσώρας τουλάχιστον, να ασκήσουν γενική εξουσία» δήλωσε στο «Βήμα» ο ολλανδός συγγραφέας. «Είναι περίπλοκη η κατάσταση. Οι παραδοσιακοί διαχωρισμοί Δεξιάς και Αριστεράς έχουν ατονήσει. Η παγκοσμιοποίηση έχει νικητές και χαμένους. Οι χαμένοι σημαδεύονται συγχρόνως από την κακή εκπαίδευση και την οικονομική ανασφάλεια. Επίσης, αντιδρούν και με ταυτοτικό τρόπο στην παγκοσμιοποίηση που τους απειλεί. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τους σημερινούς αποδιοπομπαίους τράγους (που είναι οι πρόσφυγες, τα βολικά θύματα), αντιλαμβάνεστε ότι το κοκτέιλ είναι τρομακτικό. Το κρίσιμο είναι ότι, δυστυχώς, η Αριστερά δεν έχει μια συνεκτική και ενδιαφέρουσα ιστορία να μας πει. Αντιθέτως, η Ακροδεξιά καθιστά το δικό της απλουστευτικό παραμύθι απολύτως πειστικό. Πολιτικό παραμύθι είναι να ισχυρίζεσαι ότι θα λύσεις προβλήματα επικαλούμενος μια παλιά ιδανική εποχή που δεν υπήρξε ποτέ. Το αναφέρω αυτό επειδή η σύγχρονη Ακροδεξιά είναι, συν τοις άλλοις, ένα νοσταλγικό κίνημα, εργαλειοποιεί δηλαδή διάφορα μυθεύματα για να πετύχει τους στόχους της» συμπλήρωσε εμφατικά ο Πφέιφερ. Ενας Ευρωπαίος στον Νότο Τον ρωτήσαμε, ύστερα, αν αποδέχεται και ως καλλιτέχνης τον χαρακτηρισμό «ρομαντικός του 21ου αιώνα», δεδομένης της καθόδου του από τον Βορρά προς τον Νότο. «Τον αποδέχομαι μόνο στον βαθμό που αναγνωρίζω ότι δεν είμαι αυθεντικός ρομαντικός. Δεν έχω καμία σχέση, ας πούμε, με τον Μπάιρον. Αυτή η κάθοδος (και η παρατεταμένη παραμονή εν συνεχεία) δεν ήταν προσχεδιασμένη αλλά μάλλον τυχαία. Κάτι ήθελα ίσως, κάτι άλλο έψαχνα. Εφυγα από το Λάιντεν, την πόλη μου μεταξύ Αμστερνταμ και Χάγης, ταξίδεψα (ενώ δεν φαίνεται από την κοψιά μου) με το ποδήλατό μου και μέσα σε σαράντα μέρες έφτασα μέσω Βελγίου και Γαλλίας στην Ιταλία» εξήγησε. Στη Γένοβα βρέθηκε για πρώτη φορά το 2008. Οι λίγες μέρες ξεκούρασης έγιναν μήνες (σε ενοικιαζόμενο χώρο) και χρόνια (σε δικό του σπίτι πια). Κάπως έτσι αναδιατάχτηκε η έμπνευσή του και προέκυψε αργότερα το μυθιστόρημα La Superba(2014), «όπου βλέπω αυτό το εμβληματικό λιμάνι ως διαχρονικό σημείο άφιξης και αναχώρησης, μιλώντας παράλληλα για το ζήτημα της μετανάστευσης (πολλοί οι Αφρικανοί που κομβικά περνούν από δω) και το αίσθημα της ξενότητας (οι προσδοκίες και τα όνειρα των ανθρώπων μοιάζουν πολύ, ακόμα κι αν τα δούμε ανάποδα). Πάντως, με την μετακίνησή μου στον Νότο άρχισα να νιώθω Ευρωπαίος, πριν δεν συνειδητοποιούσα τι ακριβώς σημαίνει αυτό» τόνισε ο Πφέιφερ. Ο κίνδυνος του «θεματικού πάρκου» Στο μυθιστόρημα Grand Hotel Europa ο ίδιος, ένα προοδευτικό μυαλό, διερευνά με πολιτισμικούς όρους «τη νοσταλγία ως συστατικό κομμάτι, ως πυρήνα της ευρωπαϊκής ταυτότητας». Διότι, τι να γίνει, «αν περικυκλώνουν την καθημερινότητά σου τα επιτεύγματα του παρελθόντος υπάρχει ο κίνδυνος να πιστεύεις, έστω και ασυνείδητα, ότι η ευδαιμονία είναι υπόθεση του παρελθόντος και μόνο. Ακόμα και οι αρχαίοι Ελληνες, την περίοδο που έβαζαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, πίστευαν περισσότερο στο παρελθόν. Τέλος πάντων, η Ευρώπη οφείλει να επινοήσει εκ νέου τον εαυτό της, με συλλογικότητα και αλληλεγγύη, αν είναι να βρει μια ουσιαστική θέση σε αυτόν τον απρόβλεπτο κόσμο και να μη μετατραπεί σε ένα τεράστιο “θεματικό πάρκο” για τους τουρίστες του υπόλοιπου πλανήτη. Σήμερα ο μαζικός τουρισμός, μπορεί να αποφέρει χρήματα, εντάξει, αλλά προκαλεί και κοινωνικές ανισορροπίες, αλλάζει τη δομή πόλεων και χωρών. Οφείλουμε να αποφασίσουμε τι θέλουμε να είμαστε. Δεν χρησιμοποιώ αστόχαστα το παράδειγμα της Βενετίας στο βιβλίο, πρόκειται για μια πόλη που (κυριολεκτικά και συμβολικά) βυθίζεται σιγά-σιγά. Ξέρετε υπάρχει μια κόκκινη γραμμή που, αν την ξεπεράσεις, δεν υπάρχει επιστροφή» εκτίμησε ο Πφέιφερ. Credit: Stephan Vanfleteren Το 2023 εξέδωσε ένα ογκωδέστατο βιβλίο που τιτλοφορείται Alcibiades (2023), ένα πολυσέλιδο ιστορικό μυθιστόρημα. «Η τρέχουσα δημαγωγία, ο λαϊκισμός και η αμφισβήτηση της δημοκρατίας με έπεισαν ότι η αφήγηση της καθηλωτικής (αλλά μάταιης) διαδρομής του Αλκιβιάδη μπορεί να αντηχήσει στο παρόν μας. Στο κείμενό μου αφηγητής είναι ο ίδιος και με όπλο τη ρητορική, ευρισκόμενος στην Περσία, όταν πλησιάζει στο τέρμα, προσπαθεί να πείσει τους Αθηναίους να τον εμπιστευτούν ξανά. Η αμφισημία του Αλκιβιάδη προσφέρεται ως παλέτα για τη δημιουργία ενός εντυπωσιακού μυθιστορηματικού ήρωα». Πλην όμως «τα πάντα ενυπάρχουν ήδη στον Ομηρο, τον οποίο λογαριάζω ως τον σπουδαιότερο δάσκαλό μου» κατέληξε ο Πφέιφερ και έστρεψε πάλι την κάμερα για να μας δείξει περήφανα την προτομή του Ομήρου που κοσμεί μια γωνιά του γραφείου του. «Αν δεν ήταν τυφλός, θα την τοποθετούσα πάνω στον ώμο μου, ξέρετε, για να με προσέχει όποτε γράφω» αστειεύτηκε.
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Sebastian Barry: «Στη μυθοπλασία κάνεις λάθη για να φτάσεις σε μια αλήθεια» | Συνέντευξη στην εφημερίδα «Τα Νέα»

    Ο σημαντικός ιρλανδός συγγραφέας μιλάει στον Δημήτρη Δουλγερίδη και την εφημερίδα Τα Νέα για το μυθιστόρημά του Τον καιρό του θεού, τη συλλογική μνήμη για τα εγκλήματα της Καθολικής Εκκλησίας, την επιρροή του Αϊνστάιν και τα βιβλία, η ανάγνωση των οποίων δεν σταματά ποτέ. Να κάθεσαι ακίνητος, ευτυχής και άχρηστος». Αυτή είναι η πεμπτουσία της συνταξιοδότησης που επιθυμεί ο χήρος αστυνομικός Τομ Κετλ όταν μετακομίζει σ’ ένα παράσπιτο δίπλα σε ένα βικτωριανό αρχοντικό και απολαμβάνει τη θέα και το αντιμάμαλο της θάλασσας. Δεν θα είναι, όμως, ούτε ακίνητος ούτε άχρηστος χάρη στη συγγραφική έμπνευση του Σεμπάστιαν Μπάρι, που με το μυθιστόρημα «Τον καιρό του Θεού» (μτφ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου) παραδίδει μια ακόμη ιστορία για το σκοτεινό ιρλανδικό παρελθόν και τη μνήμη που στοιχειώνει τους ζωντανούς (διόλου τυχαία, χαρακτήρες συμπλέκονται με ονόματα ηρώων από προηγούμενα βιβλία του, όπως οι ΜακΝάλτι). Ο μίτος αρχίζει να ξετυλίγεται όταν χτυπάνε το κουδούνι του δύο νεότεροι συνάδελφοί του ζητώντας του συνδρομή για μια παλιότερη υπόθεση που αφορά τη σεξουαλική βία των καθολικών ιερεών εις βάρος παιδιών τη δεκαετία του 1960, στα περιβόητα άσυλα ανηλίκων. Με τον τρόπο αυτόν τον γυρίζουν πίσω: «στη φρίκη, στο βρώμικο σκοτάδι, στη βία... Στη σιωπή».Η κακοποίηση παιδιών από τα «Πλυντήρια της Ντροπής» της Καθολικής Εκκλησίας είναι ένα τραύμα που επανέρχεται συνεχώς στην ιρλανδική λογοτεχνία, αλλά και στον κινηματογράφο. Είναι μια ιστορία με την οποία η ιρλανδική κοινωνία εξοικειώνεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια ή έμενε θαμμένη στη συλλογική μνήμη;Θα έλεγα πως παρέμενε πάντα στη συλλογική μνήμη, αλλά κάποιες φορές ήταν πολύ βαθιά και δεν μπορούσαμε να τη φέρουμε στην επιφάνεια. Έγραψα πρόσφατα μια ιστορία για έναν άντρα που την πέφτει σε ένα αγόρι σε ένα απομονωμένο τένις κλαμπ. Βασίζεται σε αληθινή ανάμνηση και μέχρι σήμερα δεν γνωρίζω τι ήθελε να κάνει εκείνος ο άντρας, επειδή έτρεξα αμέσως. Η σκληρή αλήθεια είναι ότι δεν θα μπορούσα να κρυφτώ και τόσο μακριά αν δεν βρισκόταν το σπίτι μας σε κοντινή απόσταση. Με σοκάρει πλέον όταν σκέφτομαι πόσο διάχυτος και καθημερινός ήταν ο κίνδυνος για ένα παιδί που μεγάλωνε στην Ιρλανδία τη δεκαετία του 1960. Για ορισμένους από τους ιερείς που δίδασκαν στο σχολείο μου είχαμε πολλές υποψίες. Πώς να επικρατήσει η αθωότητα σε ένα τέτοιο περιβάλλον; Κι ύστερα, διαβάζοντας τις μαρτυρίες όσων «επιβίωσαν» από εκείνη τη συνθήκη δεν μπορούσα παρά να τους κατανοήσω, να τους «νιώσω». Όπως τον Πίτερ Τάιρελ, που έγραψε το «Founded on fear» και τελικά αυτοκτόνησε στο Χάμστεντ Χιθ χάνοντας κάθε ελπίδα για κατανόηση και συμπόνια. Με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες περιγράφει όσα του συνέβησαν στο τρομερό μέρος που λεγόταν Λέτερφρακ (σ.σ.: χωριό στη Δυτική Ιρλανδία).Ο Τομ θυμάται στο βιβλίο κορίτσια να δραπετεύουν από τα «Πλυντήρια», αγόρια να φεύγουν από τα ορφανοτροφεία και όλα κάποια στιγμή να επιστρέφουν διά της βίας εκεί. Γιατί υπήρχε τόση αδιαφορία μπροστά σε αυτές τις τακτικές της Εκκλησίας, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1990;Μια από τις τρομακτικές ανωμαλίες αφορούσε το γεγονός ότι σε κανένα καταστατικό ή νόμο δεν αναγραφόταν ότι μπορούσε κάποια οικογένεια να στέλνει τα παιδιά της στα εκκλησιαστικά ιδρύματα: αντιθέτως, ήταν μια εθιμική κοινωνική συμφωνία. Κι όμως, τα δικαστήρια έστελναν τα παιδιά στο άσυλο και η ιρλανδική Αστυνομία είχε πρωτεύοντα ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Εάν κάποιο παιδί κατάφερνε να αποδράσει, οι αστυνομικοί το επέστρεφαν στο άσυλο, πολύ συχνά για να υποφέρει την υπερβολική τιμωρία που, αν τη γνωρίζατε εξ ολοκλήρου, θα σας θύμιζε την τιμωρία των σκλάβων στον αμερικανικό Νότο. Αρκετές φορές φάνηκε ότι χτυπούσαν τα παιδιά μέχρι θανάτου και πολύ εύκολα «κουκούλωναν» τις υποθέσεις, επειδή κανείς φυσικά δεν ενδιαφερόταν για τίποτε. Οι άνθρωποι που κατά τ’ άλλα υποτίθεται πως σε προστάτευαν ως μικρό πολίτη, δηλαδή οι ιερείς, οι μοναχές, οι δικαστές, οι αστυνομικοί, ήταν αντιθέτως οι προδότες σου.Οπότε θα έλεγα ότι υπήρχε απάθεια μεν, αλλά σίγουρα υπήρχε και συνέργεια, συμπαιγνία. Οι ιερείς θεωρούνταν «άγιοι άνθρωποι» και πολλοί πατεράδες ξεφορτώνονταν τα κορίτσια τους που περίμεναν παιδί με τη βοήθεια των παπάδων και των καλογριών. Όταν κοιτάζεις αυτή την άβυσσο της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν υπάρχει τίποτε χριστιανικό ή καθολικό. Οι Ιρλανδοί της εποχής παραδίδονταν αμαχητί στα πόδια των κληρικών, δεν τους καταλόγιζαν τίποτε αρνητικό. Ο ίδιος μου ο ξάδερφος Τζέιμς Ντιουν, βοηθός επίσκοπος στο Δουβλίνο, υπήρξε το δεξί χέρι του αρχιεπισκόπου Τζον Τσαρλς ΜακΚουέιντ, ο οποίος για τον Τομ Κετλ είναι μια εκδοχή του Διαβόλου. Και το κατάλαβα αυτό όταν διάβασα τις αναφορές για την κακοποίηση εκ μέρους των κληρικών - έβλεπα εκεί το όνομά του, το «αίμα μου», ακριβώς στο επίκεντρο της φρίκης. Κάτι τέτοιο μπορεί να δώσει ασταμάτητη ώθηση σε έναν συγγραφέα να μείνει καθαρός και έντιμος, ακόμη και να «καθαρίσει» τα πράγματα που δεν επιδέχονται κάθαρση.Στο μυθιστόρημα αναγνωρίζουμε τις αναφορές στο Βιβλίο του Ιώβ - ήδη από το επίγραμμα -, αλλά από πού προέρχεται η γκόθικ διάσταση με τη βικτωριανή έπαυλη, τα φαντάσματα και τους μυστηριώδεις γείτονες ΜακΝάλτι; Να φανταστούμε τον Χένρι Τζέιμς σε κάποιο σημείο;Είμαι ένας από τους «συνήθεις υπόπτους» που αγαπάει πραγματικά το «Στρίψιμο της βίδας» του Τζέιμς. Την αποτελεσματική ατμόσφαιρα τρόμου και μυστηρίου σε εκείνο το σπίτι. Αλλά εξίσου σημαντικό θεωρώ και τον άλλο Τζέιμς: τον Μ.Ρ. Τζέιμς (σ.σ.: άγγλο λόγιο, ειδικό στον Μεσαίωνα, συγγραφέα ιστοριών με φαντάσματα) τον οποίο λάτρευε η μητέρα μου. Η μις ΜακΝάλτι είναι προφανώς ένα «μπερδεμένο» και ανακριβές πορτρέτο της μητέρας μου στη δεκαετία του 1960 κι εγώ είμαι εκείνο το μικρό αγόρι στον Πυργίσκο (σ.σ.: εκεί μένει η μητέρα ΜακΝάλτι με τα παιδιά της). Μια άλλη παράδοξη επιρροή θα μπορούσε να είναι η Θεωρία του Χρόνου του Αϊνστάιν - όλα τα πράγματα που συμβαίνουν παντού την ίδια στιγμή και για πάντα. Ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη, επειδή, αν το σκεφτείτε, ο Τομ θέλει να επιστρέψει στη δεκαετία του 1960 - είναι ήδη ένας ηλικιωμένος στη δεκαετία του 1990. Πώς θα μπορούσα να τον στείλω εκεί, στην αγαπημένη του σύζυγο Τζουν, χωρίς τον Αϊνστάιν; Ο Μπερξόν είχε πει ότι η θεωρία του Αϊνστάιν είναι ανεδαφική, χωρίς κανέναν πρακτικό αντίκτυπο, αλλά διαφωνώ ξεκάθαρα!Παρόλο που υπάρχουν αρκετές μικρές «τραγωδίες» μέσα στο μυθιστόρημα, ο τόνος είναι μάλλον τραγικωμικός. Αισθάνεστε περισσότερο σαν στο σπίτι σας όταν υποδεικνύετε το άσπρο και το μαύρο της ζωής;Κοιτάξτε, το χιούμορ είναι το άλας και η ανταμοιβή μας στη ζωή. Ακόμη και ο Άγιος Πέτρος μπορεί να ακούσει ένα αστείο στις περίφημες πύλες. Και, από την άλλη, ένα καλό αστείο μπορεί να σε στείλει στον Παράδεισο. Νομίζω πως δεν υπήρξε ποτέ Ιρλανδός που να έζησε τη ζωή του μόνο τραγικά χωρίς καταφυγή στο χιούμορ. Για παράδειγμα οι στρατιώτες στα χαρακώματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που έμειναν στην Ιστορία για τις ακαταμάχητες πνευματώδεις ατάκες τους, παρόλο που μπορεί η λάσπη και τα ποντίκια να τους έφταναν μέχρι τη μέση.«Η ομίχλη τραβήχτηκε απ’ την ακτή της σκέψης του, άνοιξε μπροστά του η θάλασσα σαν σκηνή θεάτρου» γράφετε όταν ο Τομ θυμάται την Τζουν. Και κάπου αλλού ένας ήρωας λέει τα λόγια του «λες κι η ζωή του ήταν θεατρικό έργο και σ’ αυτή τη σελίδα, αυτή τη στιγμή, έλεγε αυτά τα λόγια». Υπάρχει μονίμως ένα θεατρικό εφέ στο μυθιστόρημα...Ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πιστεύω ότι σίγουρα υπάρχει ένας σαιξπηρικός απόηχος που περνά υπογείως στις περιγραφές. Κι εγώ προσωπικά έχω ξοδέψει πολύ χρόνο στο θέατρο ανεβάζοντας διάφορα έργα, ενώ η μις ΜακΝάλτι είναι ηθοποιός μέσα στο βιβλίο. Τα σύγχρονα μυθιστορήματα ακολουθούν συχνά τη δομή των δύο πράξεων, όπως ένα σενάριο ή ένα θεατρικό. Αλλά και η θέα από το δωμάτιο του Τομ, το οποίο αγαπά πολύ, ανοίγεται σε μια μικρή προβλήτα. Σε μια τέτοια η ηρωική αδελφή μου κι εγώ αυτοσχεδιάζαμε σε μικρά «θεατρικά» όταν ήμασταν παιδιά.Δουλεύετε πάντα τις προτάσεις ώστε να ακούγεται μεμονωμένα ένας ρυθμός; Πρέπει να ακούτε τη «μουσική της φράσης»; Γιατί και στην ελληνική μετάφραση υπάρχει ένας τέτοιος απόηχος.Ναι, προσπαθώ πάντοτε να ανακαλύψω το «κελάηδισμα» του βιβλίου, τη μελωδία του. Μπορεί να κρατήσει για πολλά χρόνια, παραδόξως. Αλλά όταν το βρεις, πηγαίνεις μπροστά. Αν μπορείς να βρεις την πρώτη πρόταση με την κατάλληλη εσωτερική «μουσική», το υπόλοιπο βιβλίο στέκεται πίσω από αυτήν. Και την ακολουθεί σε περίπτωση που την πειράξεις ή την αλλάξεις.Σας έχει προκαλέσει ποτέ αγωνία η διαχείριση τραυματικών αναμνήσεων, ώστε να πρέπει να επανέρχεστε συνεχώς σε αυτές;Όχι όσο έγραφα το βιβλίο, επειδή η διαδικασία της συγγραφής είναι συναρπαστική και μυστηριώδης. Όταν γράφεις, τίποτε δεν είναι ούτε αγαθοποιό ούτε απειλητικό - απλώς υπάρχει μπροστά σου. Είχα αποφασίσει ότι θα ήμουν όσο το δυνατόν πιο σαφής, αν όχι για ό,τι αφορούσε τη μνήμη του Τομ, τουλάχιστον για τις λεπτομέρειες της προσωπικής οδύνης του, όπως και την οδύνη της Τζουν - το ίδιο όμως θα ίσχυε και για τη μεγάλη τους ευτυχία. Αργότερα, όμως, και ενώ επισκεπτόμουν τη Βρετανία και την Ιρλανδία συζητώντας για το βιβλίο, ένιωσα ένα είδος μικρής αναστάτωσης. Υπάρχει πάντοτε μια διαφορά ανάμεσα στον συγγραφέα και τον άνθρωπο που εμφανίζεται δημοσίως να μιλήσει για το βιβλίο. Στο Κέιμπριτζ η φίλη μου Αλι Σμιθ μοΰ είχε περάσει κάποτε στο τζάκετ μια καρφίτσα με μια τίγρη σαν φυλαχτό λέγοντας ότι θα με προστατεύει.Η πληθώρα τίτλων από σύγχρονους Ιρλανδούς συγγραφείς σημαίνει ότι υπάρχει αντιστοίχως και μεγάλο αναγνωστικό κοινό στην πατρίδα σας;Πρόκειται για ένα από τα θαύματα της σύγχρονης εποχής. Οι αναγνώστες φαίνονται πάντα πιο έξυπνοι, πιο επιτήδειοι, πιο διεισδυτικοί από τους συγγραφείς, γεγονός που είναι θετικό. Συμμετέχουν ψυχή τε και σώματι στη λογοτεχνία της εποχής μας.Με ποιες φωνές της σύγχρονης ιρλανδικής λογοτεχνίας θέλετε να κρατάτε επαφή και να παρακολουθείτε την πορεία τους;Η Κλερ Λουίζ Μπένετ είναι σχεδόν μια ιδιοφυία. Κι ύστερα υπάρχουν τόσο πολλοί. Ο Κολμ Τομπίν κι εγώ είμαστε συνομήλικοι και φίλοι, οπότε κοιτάζω πάντοτε τη δουλειά του. Μου έρχεται τώρα στο μυαλό και ο Ρόντι Ντόιλ, αλλά για να πω την αλήθεια υπάρχουν δεκάδες ιρλανδοί συγγραφείς παγκόσμιας κλάσης. Μου είναι μάλιστα πολύ χρήσιμο στα 68 μου να μπορώ να «κλέβω» πράγματα απ' αυτούς αθόρυβα όταν μπορώ να τη βγάζω καθαρή. Αυτό με ρωτούσε πάντα ο Σίμους Χίνι όταν είχα πρεμιέρα σε ένα θεατρικό έργο: «Την έβγαλες καθαρή;». Σαν να είναι πάντα ο συγγραφέας μια μορφή Τζέσε Τζέιμς (σ.σ.: ο ληστής-θρύλος του Μιζούρι, ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών). Πράγμα που πιστεύω ότι είναι.Αισθάνεστε ότι η λογοτεχνία απειλείται όταν διαφορετικοί φορείς απαιτούν να ξαναγραφτούν συγκεκριμένα αποσπάσματα βιβλίων ή να «προσαρμοστούν» κάποιοι τίτλοι στα σημεία των καιρών;Πρόκειται για μεγάλη έλλειψη σεβασμού και τεράστιο λάθος. Οφείλουμε να εμπιστευόμαστε τους συγγραφείς με την έννοια ότι θα επιδείξουν τη δική τους αίσθηση ευθύνης - ακόμη και αν κάνουν λάθος. Η μυθοπλασία είναι η τέχνη όπου κάνεις όλα τα λάθη για να φτάσεις σε μια αλήθεια που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν απρόσιτη. Ελπίζω να μην ακούγεται πολύ στομφώδες αυτό.Υπάρχουν βιβλία τα οποία συνεχίζετε να «διαβάζετε» ακόμη και όταν γυρνάτε την τελευταία σελίδα; Διάβασα το «Νοστρόμο» του Τζόζεφ Κόνραντ στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Δεν έχω τελειώσει ακόμη με αυτό το βιβλίο και πιθανότατα δεν θα τελειώσω ποτέ.
    Περισσότερα

NEWSLETTER

Καλάθι αγορών

(0)

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Ξεκινήστε τις αγορές

Ref.

Στοιχεία αποστολής