Νέα
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΓιάννης Ψυχοπαίδης: «Ζούμε σε μια εγκαταλελειμμένη και διαλυμένη Αθήνα».
Ο Αθηναίος εικαστικός αφηγείται τη ζωή του στη LIFO και στον Γιάννη Πανταζόπουλο με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Στον βυθό των ονείρων-Εικόνες από την Οκτάνα του Ανδρέα Εμπειρίκου, αλλά και την έκθεση των έργων του στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη (διαθέσιμη μέχρι το Σάββατο 31/3). Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα παρακάτω: Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFOΓεννήθηκα στην Αθήνα το 1945. Το πατρικό μας σπίτι βρισκόταν στον αριθμό 23 της οδού Υψηλάντου στο Κολωνάκι. Αυτή η μεγάλη κατοικία, που σήμερα πια έχει κατεδαφιστεί, ήταν ο παράδεισος της παιδικής περιπέτειας και των εξερευνήσεων, όλο σκοτεινές γωνιές, κρυφούς χώρους και μια μεγάλη, γυριστή, ξύλινη σκάλα που συνέδεε τους ορόφους. Ήταν μια σκάλα σε κάθε στροφή της οποίας παραμόνευαν περίεργοι ήχοι, ψίθυροι, αγωνίες και φόβοι των παιδικών μας φαντασιώσεων.Μεγάλωσα με γονείς μου αγαπούσαν πολύ την ποίηση και τη λογοτεχνία. Είχαν μια φυσική σχέση με τη λογιοσύνη και όλος αυτός ο πλούτος μεταδόθηκε και σ' εμάς, χωρίς ποτέ να μας επιβάλλεται ως υποχρέωση. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα και ο πατέρας μου δικηγόρος. Έτσι, το σπίτι μας ήταν ένας χώρος ιδεών και το διάβασμα η αυτονόητη πραγματικότητα.Από τα πρώτα μου γυμνασιακά χρόνια είχα ξεκαθαρίσει τι θα κάνω στη ζωή μου και με τι θα ασχοληθώ. Ίσως ένα ανερμήνευτο ένστικτο είναι αυτό που σε οδηγεί στο «κάτι». Σπούδασα χαρακτική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και στη συνέχεια ζωγραφική με υποτροφία του γερμανικού κράτους στην Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μονάχου. Όμως θεωρώ ότι το ταλέντο υπάρχει μόνο με τη σκληρή εργασία. Μπορεί κάποιος να κατέχει την πρωτογενή δύναμη που τον κατευθύνει στη μεγάλη εικόνα, αλλά προκειμένου να μετατραπεί αυτή σε συνείδηση, χρειάζεται ένα πλαίσιο, ένα περιβάλλον και μια καλλιέργεια. Στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια ταξίδεψα πολύ στη Γερμανία. Αναμνήσεις από πολλά παιδικά καλοκαίρια αφορούν αυτήν τη χώρα. Έζησα εμπειρίες που με συνέδεσαν με έναν πολιτισμό και μια κουλτούρα που συνέβαλαν στη δημιουργία της ταυτότητάς μου. Μετέπειτα, από το 1977 έως το 1986, έζησα στο Βερολίνο, ενώ έως το 1992 ζούσα και εργαζόμουν στις Βρυξέλλες.Η οδός Υψηλάντου, στην προέκτασή της, συνέδεε το «πολιτισμένο» Κολωνάκι με τον μαγικό και παραμυθένιο κόσμο του πάρκου του Ευαγγελισμού, όπου ανάμεσα στα πράσινα παρτέρια και στα αγάλματα δέσποζε με την υπαίθρια μηχανή του ο Βασίλης, ο φωτογράφος. Ένας αγαπημένος φύλακας της μαυρόασπρης μνήμης, τριγυρισμένος από φωτογραφίες, αρνητικά και στημένες πόζες σε ζωγραφισμένα πανό ή σε λουλουδιασμένο φόντο για τα κρυφά ειδύλλια των αδειούχων φαντάρων με τις υπηρέτριες των γύρω σπιτιών.Τα μπαλκόνια του σπιτιού μας βλέπανε αντίκρυ στην Αγγλική Πρεσβεία και στους κήπους της. Τα καλοκαίρια παρακολουθούσαμε από ψηλά τις υπαίθριες δεξιώσεις, τις αφίξεις των επισήμων με τις τουαλέτες και τα φράκα ανάμεσα στους φοίνικες, σαν εικόνες από τις μυθικές σκηνές των πρώτων έγχρωμων ταινιών. Για χρόνια πιστεύαμε πως ο Άγγλος πρέσβης δεν ήταν άλλος από το πλουμιστό άνθρωπο με τη χρυσή στολή. Πολύ αργότερα μας αποκαλύφθηκε πως, παρ' όλο τον στόμφο του, ήταν ένας απλός οδηγός και ο πραγματικός πρέσβης το φαινομενικά ασήμαντο, γκρίζο ανθρωπάκι που τον συνόδευε. Ήταν μια αναντιστοιχία που είχε τη σημασία της για την κατοπινή συνειδητοποίηση του κόσμου. Και αυτό φάνηκε πιο πολύ στα σχολικά χρόνια, όταν είχα εμπλακεί από τρυφερή ηλικία σε σχέσεις ερωτικού ενδιαφέροντος με τη μικρή κόρη του οδηγού της πρεσβείας, που κατοικούσε κι εκείνη στην πτέρυγα του υπηρετικού προσωπικού.Η αποκάλυψη των πραγματικών ρόλων και της ταυτότητας των προσώπων μάς προσγείωσε δραματικά σε μια πραγματικότητα, όπου, μέσα από τη σκληρότητα της ερωτικής απαξίωσης, διδαχτήκαμε σχετικά νωρίς την περίπλοκη σχέση μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι, της φανερής και της συσκοτισμένης αλήθειας του κόσμου, της προφανούς και της συγκαλυμμένης κοινωνικής εξουσίας.Στην γωνιά του σπιτιού μας, Υψηλάντου και Λουκιανού, στο τετράγωνο της Αγγλικής Πρεσβείας ξύπνησε πρώτη φορά η πολιτική μας συνείδησης, όταν μέσα σε μια νύχτα το κάτω κομμάτι της οδού Λουκιανού άλλαξε ξαφνικά όνομα και μετονομάστηκε σε Καραολή - Δημητρίου. Πιο πάνω, δίπλα στο μικρό γαλατάδικο της Λυκόβρυσης, στην πάνω πλευρά της πλατείας Κολωνακίου, βρισκόταν η μυστηριώδης μορφή ενός ηλικιωμένου που καθόταν χειμώνα-καλοκαίρι πάνω σ' ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο. Πουλούσε πολύτιμους θησαυρούς του παιδικού αναγνωστικού μας κόσμου, όπως μεταχειρισμένα τεύχη των «Μικρών Ηρώων». Ο μυθικός αυτός άνθρωπος μού έφερνε στον νου ένα έργο του Μαγκρίτ: Μια καθιστή αντρική φιγούρα με καπέλο, μέσα από την ανοιχτή μπέρτα της οποίας βλέπεις στη θέση του σώματος ένα κλουβί μ' ένα πουλί.Διαβάστε τη συνέχεια εδώ. -
Συνεντεύξεις
Περισσότερα«Ο πόθος καταλύει την ανθρώπινή μου υπόσταση»: Η αγαπημένη φράση της Λίνας Ρόκου από το βιβλίο της.
Η Λίνα Ρόκου, με αφορμή την έκδοση του πρώτου της μυθιστορήματος, Το τέλος της πείνας, έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο Womantoc.gr και στην Έφη Αλεβίζου. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Λίνα έχει ζωηρά, κόκκινα μαλλιά και σπαρταριστή γραφή. Καταπιάνεται με πολλά. Από ποίηση μέχρι ρεπορτάζ πόλης και από συνεντεύξεις μέχρι τις εκάστοτε τρέχουσες τάσεις. Είναι αυτό που -χάριν συντομίας- θα περιγράφαμε με τη φράση «παιδί της εποχής της».Μια εποχή αλλόκοτη και νευρώδη, αλέγρα και ζοφερή. Μια εποχή που αλλάζει ταχύτατα και καινούργια ερωτήματα της ύπαρξης ξεπηδούν για να μπερδευτούν στη λίστα με τα ήδη αναπάντητα και θεμελιώδη: Πώς αποδομείς τον άλλον για να φτάσεις στον πυρήνα του; Μπορείς να αγοράσεις τους φρονιμίτες του και σε ποια τιμή; Ένα γλειφιτζούρι μπορεί να αποτελεί οικονομικό αντίτιμο; Το πρώτο της βιβλίο, το Τέλος της πείνας, ενδεχομένως να έχει όλες τις απαντήσεις. Εάν, φυσικά, αυτές υπάρχουν, τελικά.-Ποιο είναι το στόρι του Τέλους της Πείνας;Μια περίεργη σειρά συναλλαγών ξεκινά ανάμεσα στην άνεργη Έμμα και στον παλιατζή Σαν όταν η πρώτη πουλάει στον δεύτερο όργανα και κομμάτια του κορμιού της ενώ η σκιά ενός παλιού έρωτα πέφτει πάνω στη σχέση που δημιουργείται. Πώς αποδομείται το σώμα, η λογική και το συναίσθημα όταν δινόμαστε σε κάποιον; Υπάρχει αντίτιμο για τη χαρά του έρωτα; Πώς το ξεπληρώνουμε; Θα τη χαρακτήριζα ως μια ιστορία της διπλανής πόρτας με ισχυρές δόσεις παρανοϊκού ρομαντισμού.-Δώσε μου μία περίληψη της ιστορίας σου. Από που έρχεσαι και που πηγαίνεις;Έχω μεγαλώσει στην Κέρκυρα, μέχρι τα 19 μου χρόνια. Οι γονείς μου ζουν εκεί κι έτσι επιστρέφω συχνά. Η σχέση μου με την Κέρκυρα με έχει καθορίσει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στη ζωή μου. Για μένα η Κέρκυρα είναι ζωντανός οργανισμός∙ με τρέφει, με ταλαιπωρεί, με θεραπεύει. Καλύτερα όμως από μακριά. Οι τόσο έντονες σχέσεις δεν αντέχουν πολύ στην καθημερινότητα. Αγαπώ το Παγκράτι και το Μετς. Νομίζω πώς δε θα μπορούσα να ζήσω πουθενά αλλού στην Αθήνα. Εργάζομαι στην Popaganda, κυκλοφορώ πολύ στην πόλη, προσπαθώ να εκμεταλλεύομαι όσα μου προσφέρει. Δεν έχω ιδέα που πηγαίνω. Με ενδιαφέρει το παρόν, αναλογίζομαι το παρελθόν αλλά δεν το νοσταλγώ, σκέφτομαι το μέλλον αλλά αναγνωρίζω ότι δεν μπορώ να το προκαθορίσω, ίσως μόνο να το χτίσω κι αυτό πάλι σε κάποιο βαθμό.-Είσαι μια πολυγραφότατη δημοσιογράφος. Τι σημαίνει το γράψιμο για σένα;Ως δημοσιογράφος το να γράφω είναι η δουλειά μου. Μια δουλειά που επέλεξα και αγαπώ. Είναι μαρτύριο, νομίζω, να κάνεις επαγγελματικά κάτι που δεν σου αρέσει γιατί σκέψου πόσες ώρες της ημέρας εργαζόμαστε. Σχεδόν παρομοιάζω το να κάνω μια δουλειά που δεν γουστάρω με το να κοιμάμαι με έναν άνδρα που δεν επιθυμώ.-Πόσο δύσκολο είναι να γράψει κάποιος ένα βιβλίο; Τι άλλο εκτός ικανότητα στη συγγραφή απαιτείται;Δεν ξέρω αν είναι εύκολο ή δύσκολο, γενικώς. Για εμένα το πιο στρωτό κομμάτι ήταν αυτό της γραφής και το πιο απαιτητικό αυτό της σύνθεσης και της διόρθωσης. Διάβασα άπειρες φορές το βιβλίο, διόρθωνα, άλλαζα, πείραζα. Κυρίως με απασχόλησε το «μοντάζ», εννοώ δηλαδή ότι δε γράφτηκε όλη η ιστορία γραμμικά. Προχώρησα τόσο με τη λογική μου όσο και με το ένστικτο. Υπήρξαν ωστόσο κεφάλαια που γράφτηκαν με μια ανάσα και δεν τα πείραξα σχεδόν καθόλου. Νομίζω ότι απαιτείται αφοσίωση. Να σε απασχολεί η συγγραφή του βιβλίου σου όχι μόνο όταν επιδίδεσαι σε αυτήν αλλά και τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας. Κατά κάποιο τρόπο, το βιβλίο γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι σου, δεν μπορείς να το βγάλεις από το μυαλό σου. Credit: Δημήτρης Κουλελής-Πες μου τρία βιβλία σύγχρονης λογοτεχνίας που σε έχουν αφήσει με το στόμα ανοιχτό.«Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα», η συλλογή διηγημάτων του Πάνου Τσίρου που μου προκαλεί ταχυκαρδία κάθε φορά που τη διαβάζω. Το «Αμπερλουδαχαμίν», εκτενές ποίημα του Σαμσών Ρακά, του σημαντικότερου ποιητή της γενιάς μας. Τρίτο, «Τα μαλλιά του Φιν», της Εύας Στεφανή για το πηγαίο παράδοξο που αναβλύζουν.-Πόσες ώρες την ημέρα δούλευες το βιβλίο σου και σε τι χρονικό διάστημα το ολοκλήρωσες;Δεν υπήρχε συγκεκριμένο ωράριο. Υπήρχαν ημέρες που δεν έγραφα τίποτα (αλλά το σκεφτόμουν διαρκώς) και άλλες που έκλεινα ώρες, με τα απαραίτητα διαλείμματα, μπροστά στην οθόνη. Ξεκίνησα να γράφω τον Μάρτιο του 2014 και ολοκλήρωσα το πρώτο draft τον Αύγουστο του 2014. Το έπιασα όμως και το δούλεψα ξανά εντατικά από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου. Κι ακόμη μία φορά, στις αρχές του 2017 όπου μάλιστα άλλαξα και το τέλος. Ευτυχώς!-Μία φράση του βιβλίου σου που σημαίνει πολλά για σένα.«Ο πόθος καταλύει την ανθρώπινή μου υπόσταση. Αγαπώ τις μαργαρίτες και τους σκαντζόχοιρους. Όταν με πλησιάσεις, θα σου γρυλίσω. Μη φοβηθείς. Είναι η φύση μου.» Διαβάστε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΣυνέντευξη των δημιουργών του graphic novel «Γρα-Γρου» στη ραδιοφωνική εκπομπή της ΕΡΤ3 «Καλημέρα».
Ακούστε την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που παραχώρησαν οι συντελεστές του graphic novel Γρα-Γρου Τάσος Ζαφειριάδης, Γιάννης Παλαβός, Θανάσης Πέτρου και Μιχάλης Σιγανίδης στη ραδιοφωνική εκπομπή της ΕΡΤ3 «Καλημέρα» στις 31/1/2018.Η δημοσιογράφος Αναστασία Γρηγοριάδου, συνομιλεί με τους συντελεστές της έκδοσης για την ατμοσφαιρική ιστορία τους με φόντο το ομώνυμο εστιατόριο στο Βέρμιο, έξω από το χωριό Καστανιά, σημείο αναφοράς μιας ολόκληρης εποχής για τη Βόρεια Ελλάδα. Στην εκπομπή ακούστηκε επίσης και η μουσική που έγραψε για το βιβλίο ο Μιχάλης Σιγανίδης.Το υλικό προέρχεται από το Αρχείο Ε.Ρ.Τ Α.Ε. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΚυριάκος Μαργαρίτης: «Αντιλαμβάνομαι τα πάντα ως ένα απέραντο μυθιστόρημα».
Ο Κυριάκος Μαργαρίτης έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο Tetragwno.gr και στην Εύα Φίλιου με αφορμή την έκδοση του πιο πρόσφατου βιβλίου του Κρόνακα. Μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: κ. Μαργαρίτη, ποιο γεγονός αποτέλεσε το έναυσμα για να ξεκινήσετε να γράφετε; Θα έλεγα ότι ήταν όλη η παιδική μου ηλικία. Είχα την ευλογία να μεγαλώσω σε μιαν αυλή από ιστορίες: οι διηγήσεις του παππού, η μυθολογία, ο Όμηρος, η Βίβλος, εκείνες οι ωραίες διασκευές του Δουμά, του Σκοτ, του Στήβενσον, τα κόμικς, οι ταινίες, ακόμα και η μουσική, αυτά με έμαθαν να προσλαμβάνω τον κόσμο με όρους αφηγηματικής οικονομίας, ως μυθιστόρημα στο οποίο το κάθε τι βρίσκεται σε διαρκή σχέση με όλα τα υπόλοιπα. Μέχρι τα δώδεκα προσπαθούσα να το “γράψω” με ζωγραφιές και με κόμικς, αλλά εκείνη την εποχή διάβασα το έργο του Ξενόπουλου, Η ζωή μου σαν μυθιστόρημα, από μια έκδοση του Μπίρη, και ένιωσα τη γραφή ως ένα είδος μοίρας. Έκτοτε, εδώ και είκοσι τέσσερα χρόνια, δεν έχω σταματήσει να γράφω. Θα μπορούσα να πω: ζω ένα μυθιστόρημα. Η τελευταία σας συγγραφική δημιουργία με τίτλο Κρόνακα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος έχει κεντρικό άξονα την ιστορία της Κύπρου. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα; Ποιο ήταν το κίνητρο για να γράψετε το βιβλίο; Κοιτάξτε, η Κρόνακα είναι η εισαγωγή σε ένα μάλλον ισόβιο εγχείρημα, το οποίο στεγάζω υπό τον ίδιο τίτλο. Το σχέδιό μου, προφανώς θρασύ, περιλαμβάνει καμιά τριανταριά τόμους – ό,τι προλάβω. Ασφαλώς, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να προκύψει αιφνιδίως. Όπως είπα, αντιλαμβάνομαι τα πάντα ως ένα απέραντο μυθιστόρημα. Το κίνητρό μου βρίσκεται στην προηγούμενη απάντηση, είναι η ζωή μου, η σχέση με τον κόσμο. Το διεκδικώ συνειδητά από το 2003. Ό,τι έχω γράψει ήταν εισαγωγή σε έναν ευρύτερο μυθιστορηματικό κύκλο. Κάποια κατέρρευσαν, ενώ ορισμένα προχώρησαν αλλά δεν εκδόθηκαν ποτέ. Όλα, όμως, διοχετεύτηκαν στην Κρόνακα (τη σειρά) περί το 2013. Η κυπριακή ιστορία δεν είναι ακριβώς ο άξονας αλλά η αφετηρία, το σημείο αναφοράς και η θρυαλλίδα για τις κατοπινές εξελίξεις, οι οποίες πιστεύω να είναι συναρπαστικές, ειδικά αν αναλογιστείτε ότι ο περίπατος σημαδεύει την Αποκάλυψη – το μόνο happy end που αναγνωρίζω: την απαρχή.Στο μυθιστόρημα γίνεται διάλογος μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Πόσο δύσκολο είναι να συνδυάσει κανείς την ιστορία με προσωπικά βιώματα ή και με μυθοπλαστικά στοιχεία; Πιστεύω ότι ο συνδυασμός που αναφέρετε (ο σύνδεσμος, η συνάφεια, η σχέση) είναι δεδομένος, εφόσον ζούμε μέσα στον κόσμο, συνομιλώντας, εκουσίως ή όχι, με όλα τα περιεχόμενά του, με την Ιστορία και τις ιστορίες του. Η δυσκολία δεν έγκειται στην πράξη του συνδυασμού (τότε κινδυνεύουμε από αχταρμάδες) όσο στον εντοπισμό του, την ανάδειξη της ερωτικής επαφής στην οποία διατελούν τα πάντα, όσα έγιναν, γίνονται και θα γίνουν. Ίσως μιλάμε για την εγρήγορση που απαιτείται ώστε να αφήσεις ελεύθερο το Χάος, να μην το στριμώξεις σε πρόχειρες ιδέες, και να παρακολουθήσεις τον χορό του ως εκείνη την εσχατολογική στιγμή Αρμονίας, που δεν είναι κάποιο μελλοντικό φινάλε αλλά η υψηλή πύκνωση, σε νόημα, της κάθε μας μέρας: μια αποκαλυπτική καθημερινότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η μυθοπλασία περιττεύει. Το μόνο που με απασχολεί είναι η όραση και οι συνεπικουρούσες αισθήσεις, κυρίως η αφή – με τη διευκρίνιση ότι αναφέρομαι προ πάντων στην αφή του Φωτός, του αχειροποίητου.Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Αρσένιος Θησέας που αναλαμβάνει να διερευνήσει την ιστορία και τη μυθολογία του νησιού. Μπορείτε να μας τον παρουσιάσετε; Ποιον αντιπροσωπεύει; Τι να αντιπροσωπεύει κι αυτός; Θυμάστε εκείνο τον στίχο στην «Αφήγηση» του Σεφέρη; Δεν αντιπροσωπεύει τίποτα, απλώς, κάπως θέλω να μιλήσω κι εγώ, τώρα που όλα τα έχουμε συνηθίσει. Ας σημειώσω μόνο ότι ο Αρσένιος, που η πρώτη του εμφάνιση έγινε προ δεκαετίας, στο κείμενο Ρέκβιεμ για τους απόντες, δεν είναι κάποιο alter ego, αλλά ο αφηγητής μου ως ίσκιος του συγγραφέα, ίσως η ψυχή ή ο πιο αληθινός εαυτός του, που η γραπτή ομιλία μού επιτρέπει να τον πλησιάζω. Κάποτε θα συναντηθούμε, πού θα πάει; Όσο για την παρουσίασή του, θα τη βρείτε στην Κρόνακα, σε ένα παράθεμα από τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, με το πορτρέτο του ντετέκτιβ. Και θα ξέρετε, βέβαια, ότι ο Τσάντλερ περιγράφει, επί της ουσίας, τον σερ Γκάλαχαντ, τον πιο αγνό ιππότη του Αρθούρου. Αυτός (θέλει να) είναι ο Αρσένιος, με την προσθήκη της ιερατικής αφοσίωσης, στοιχείο που τον καθιστά (μια αγαπημένη μου λέξη) καλογηροϊππότη. Κι εγώ αυτό θέλω. Ποια διαδικασία ακολουθείτε για να γράψετε ένα βιβλίο και πόσο χρόνο σας παίρνει συνήθως; Η αλήθεια είναι ότι, όσο περνά ο καιρός, τα κείμενα (οι τριάντα τόσοι τόμοι που λέγαμε) αναπτύσσονται στα τετράδιά μου σχεδόν ταυτόχρονα: το ένα φέρνει τ’ άλλο, κυριολεκτικά. Κάποια στιγμή, ένα απ’ όλα αυτά έρχεται στο επίκεντρο, με κριτήρια την οικονομία της σειράς και τη δική μου ψυχική κατάσταση. Τότε, η συρροή των σκέψεων στρέφεται πιο έντονα στο κυρίαρχο θέμα, οι σημειώσεις πληθαίνουν, καταρτίζονται οι λίστες με τις αναφορές που θα χρησιμοποιήσω, και σχεδιάζεται ένας πίνακας με τη θέση κάθε “μικρό-αφηγήματος” στο συνολικό πλαίσιο. Το καθαυτό γράψιμο, στο κομπιούτερ, μπορεί να διαρκέσει ένα μήνα ή ένα εξάμηνο, εξαρτάται από τα περιεχόμενα κτλ. Ας πω, επίσης, ότι το σχέδιο είναι αυστηρά χαλαρό, ώστε να παρεισφρέει στο κείμενο και οποιοδήποτε κρίσιμο στιγμιότυπο συμβεί κατά τη διάρκεια της συγγραφής: σαν να κρατώ ημερολόγιο, όπως το δηλώνει ο τίτλος της εργασίας μου: η Κρόνακα, τουτέστιν το Χρονικό.Όταν δεν ασχολείστε με τη συγγραφή, ποια είναι η καθημερινότητά σας; Θα έχετε μαντέψει, πια, ότι η καθημερινότητά μου είναι κυρίως το μυθιστόρημα, η αδιάλειπτη εργασία. Ένας καλός φίλος με αποκαλεί, ως προς αυτό, καλογέρι. Μακάρι να έχει δίκιο! Το βέβαιο είναι ότι τίποτα δεν έκανα επίτηδες. Η ζωή μου περιήλθε σε αυτή την κατάσταση λιγότερο από ατομική πρωτοβουλία και πιο πολύ ως λυτρωτική αναγκαιότητα: ήταν ο μόνος τρόπος που είχα να επιζήσω πνευματικά στην Αθήνα. Και, ξέρετε, την αγαπώ πολύ την Αθήνα. Όταν δεν γράφω και δεν μελετώ, κυρίως περπατώ για ώρες στην πόλη. Φέτος κατήργησα και τα μέσα μεταφοράς, όλα έχουν γίνει περίπατος, καίτοι οι προορισμοί είναι ελάχιστοι: δυο καφενεία, τρία μπαρ, το βιβλιοπωλείο Πολιτεία, και οι ναοί μου, κυρίως η Ζωοδόχος Πηγή στην Ακαδημίας, το Σιμωνοπετρίτικο Μετόχι στον Βύρωνα, οι Άγιοι Ανάργυροι στη Σόλωνος κ.ά. Επίσης, βλέπω συνέχεια ταινίες, και μερικά απ’ αυτά τα απίθανα σήριαλ, και ακούω πολλή μουσική. Με έκπληξη, δε, αρχίζω να υποψιάζομαι τι έκανε ο Μπαχ, κι αυτό είναι καλό σημάδι, θα πει ότι η καθημερινή περιπέτεια βρίσκει τον ρυθμό της Φούγκας: τον αναχωρητισμό.Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία σήμερα έχει περάσει στο περιθώριο επειδή η πραγματικότητα που μας κατακλύζει έχει ξεπεράσει κάθε φαντασία; Μη με παρεξηγήσετε, αλλά δεν με ενδιαφέρει η λογοτεχνία έτσι όπως συνήθως την εννοούμε. Εγώ πιστεύω στην Τέχνη του Λόγου, μιαν εργασία προσευχής (δέηση, ευχαριστία, δοξολογία), τη λειτουργία των λέξεων να μάς ρίχνουν σε περιχώρηση με τον αΐδιο Λόγο της ύπαρξης, κι εκεί να σωπαίνουν, να μπαίνουν στη μουσική. Η δική μου λογοτεχνία, οι συγγραφείς που αγαπώ, δεν είχαν ποτέ σχέση με τη φαντασία – εκτός κι αν νομίζει κανείς ότι ο Ντοστογιέφσκι ή ο Παπαδιαμάντης, ή τόσοι άλλοι, κάθονταν να επινοήσουν ιστορίες. Φοβάμαι, επιπλέον, ότι αυτή η πραγματικότητα που λέτε ότι μας κατακλύζει (και έχετε δίκιο), είναι ήδη η φαντασία, που έγινε εμπράγματη. Βλέπετε, η φαντασία είχε ανέκαθεν την εξουσία, και εξακολουθεί. Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της ήταν το Άουσβιτς, τα Γκουλάγκ, η Χιροσίμα. Η πραγματικότητα δεν έχει σχέση με τον τρέχοντα και πρόχειρο κόσμο μας. Ανήκει αλλού, στον Κόσμο ως Κόσμημα.Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της λογοτεχνίας στην Ελλάδα; Ναι, έχω απεριόριστες ελπίδες, γιατί είμαι πεπεισμένος ότι αυτό το μέλλον θα κατοικείται από έργα και ανθρώπους που δεν τους έχουμε υποψιαστεί ακόμα, όπως ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο Φώτης Κόντογλου, ο Τάκης Παπατσώνης, και άλλοι, που είναι πάντα καθοδόν.Έχετε κατά νου το επόμενο σας μυθιστόρημα; Όλα τα έχω κατά νου, και τα τριάντα! Από το 2014, όταν γράφτηκε η Κρόνακα, έχουν προκύψει άλλα τέσσερα, και σκέφτομαι ότι αυτό που δουλεύω φέτος, αν υπολογίσω διάφορες άλλες εργασίες, όχι αμιγώς μυθιστορηματικές, ίσως εκδοθεί στα τέλη της μεθεπόμενης δεκαετίας, οπότε τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: ποιος ζει;, ποιος πεθαίνει; Επειδή πιστεύω μόνο στην Ανάσταση, θα απαντήσω και στα δύο αρνητικά (κανένας), και θα επιμείνω στην ιδιορρυθμία μιας μεταθανάτιας καθημερινής περιπέτειας: γουδί, γουδοχέρι, γράψιμο, διάβασμα, περίπατοι κ.λπ. Προ παντός, μουσική, ρυθμός, αρμονία. Εσείς τι λέτε: θα προλάβω;