Νέα

News List, News Categories, Events

  • Συνεντεύξεις

    Κική Δημουλά: «Είμαι ακόμα πεινασμένη για ζωή».

    H ελληνίδα ποιήτρια και ακαδημαϊκός, Κική Δημουλά, με αφορμή την έκδοση της ποιητικής της συλλογής Άνω τελεία, έδωσε μια εκ βαθέων συνέντευξη στον Γιώργο Αρχιμανδρίτη για το περιοδικό Κ της εφημερίδας Καθημερινή, μιλώντας για τον χρόνο, τον θάνατο, τον έρωτα και την κυρίαρχη αβεβαιότητα.Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε την Κυριακή 6 Νοεμβρίου και μπορείτε να τη διαβάσετε παρακάτω: Άνω τελεία. Σημείο στίξης μεταφυσικό, που εμπεριέχει το τέλος στη λιγότερο τετελεσμένη του μορφή. Σημείο στίξης συνώνυμο μιας στάσης προσωρινής. Με αφορμή την ομώνυμη ποιητική της συλλογή, που συμπυκνώνει όλους τους νόμους του ποιητικού της κόσμου και σκιαγραφεί με τρόπο συνολικό την ανθρώπινη κατάσταση, η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις, τις αγωνίες και τα ερωτήματα ενός ανθρώπου μπροστά στην τέχνη της ποίησης και τη μοίρα του ανθρώπου.Κική Δημουλά, σ' ένα ποίημά σας λέτε: «Μακρύ κουραστικό ταξίδι/ το πεπρωμένο/ μα το χειρότερο/ πας ή έρχεσαι δεν ξέρεις». Έρχεσαι από πού και πας πού;Διαδίδεται ότι μετά απ' αυτή τη ζωή υπάρχει μια άλλη. Εγώ ούτε το πιστεύω αυτό, αλλά ούτε και με παρηγορεί. Γι' αυτό λέω «δεν ξέρεις». Ξεκινάς να πας στην άλλη ζωή ή έρχεσαι από την άλλη κι αυτή είναι η καινούργια; Το πεπρωμένο είναι άγνωστο, αλλά και βέβαιο ταυτόχρονα. Κι αυτό το πιστεύω χωρίς να έχω καμία απόδειξη και κανένα επιχείρημα. Με εντυπωσιάζει όμως ότι όλα εφαρμόζονται σαν να είναι προμελετημένα. Και εφαρμόζονται με τόση ακρίβεια, που δεν μπορώ να το πω τυχαίο. Δεν μπορώ να πω «έτυχε». Το «έτυχε», βέβαια, το θεωρώ υπεύθυνο για πολλές δημιουργίες, του δίνω πολύ μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι στο προγραμματισμένο. Αλλά στην περίπτωσή μας, όπου υπάρχει ζωή υπάρχει και θάνατος. Αυτό δεν θα το αλλάξει ποτέ κανείς.Θεωρείτε ότι υπάρχει κάποιος εντολέας;Ναι. Και είναι ο ρυθμός. Ο ρυθμός της ζωής. Δεν βλέπω άλλο. Και δεν μπορώ να ενοχοποιήσω, βέβαια, κανέναν Θεό. Αν υπήρχε και αν υπάρχει, πιστεύω ότι δεν είναι τόσο σκληρός όσο το πεπρωμένο. Διότι το πεπρωμένο είναι σκληρό. Από τη στιγμή που προβλέπεται θάνατος την ώρα που έχεις μάθει να ζεις, την ώρα που έχεις συνηθίσει αυτό το πράγμα το φοβερό, αν θέλεις και το ανούσιο -γιατί στα γεράματα η ζωή δεν έχει και πολύ νόημα- εντούτοις το προτιμάς απ' το να πεθάνεις, απ' το να πας προς αυτό το άγνωστο. Αλλά δεν είναι τόσο ότι δεν θέλεις το άγνωστο. Είναι ότι δεν θέλεις να χάσεις το γνωστό. Διότι αυτό γνωρίσαμε εμείς. Εμείς εδώ ήρθαμε μέσω της ζωής, δεν ήρθαμε μέσω του θανάτου. Και αυτή είναι η μεγάλη μπαμπεσιά από μέρους της φύσης: ότι μας έστειλε εδώ απροετοίμαστους να αντιμετωπίσουμε αυτό που θα γίνει.Τον φοβάστε τον θάνατο;Τον τρέμω. Πραγματικά τον τρέμω. Γιατί ξέρω ότι τότε δεν θα συμβαίνει τίποτα απ' αυτά που συμβαίνουν τώρα. Αυτός είναι ο παντοδύναμος τελικά και όχι άλλος τις. Σκέψου ότι από τη στιγμή που γεννιέσαι, είσαι ετοιμοθάνατος. Διότι περί αυτού πρόκειται. Αυτό εγώ δεν το συνήθισα και δεν το συγχώρησα. Και είμαι ακόμα πεινασμένη για ζωή. Ίσως και η κίνηση να γράφω ακόμα ποιήματα στα ογδόντα πέντε μου να είναι η έκφραση αυτής της απροθυμίας μου να πεθάνω, της αδυναμίας μου να φανταστώ τι μπορεί να υπάρξει όταν ένα σώμα νεκρωθεί. Διότι, κακά τα ψέματα, ποια ψυχή χωρίς σώμα; Χωρίς σώμα ποια ψυχή; Το σώμα είναι το επιχείρημα της ψυχής για να υπάρχει.Το επιχείρημα και ο τόπος της.Ναι. Μέσα σ' αυτό το σώμα καλλιεργείται και καλλιεργεί. Βέβαια, δεν αποκλείεται να έχει ποιήσει τα πάντα εν σοφία, δεν είμαι σε θέση να το αποκλείσω. Απλώς δεν είμαι ενθουσιώδης θιασώτης όλου αυτού του πράγματος και όλης αυτής της αβεβαιότητας που δεν ξέρεις ποιος είναι ο κατασκευαστής μας. Αυτό θα ήθελα να το ξέρω. Εκτός αν δεν έπρεπε ή δεν πρέπει να ξέρω. Τελικά, η ίδια η ζωή είναι επιφυλακτική απέναντι μας. Ούτε μας προδίδει τίποτα, ούτε μας προλέγει τίποτα, ούτε μας αποκαλύπτει τίποτα. Ό,τι έρχεται είναι σαν να το ζούμε πρώτη φορά, ενώ ενδεχομένως το έχουμε ξαναζήσει.Ούτε μας υπόσχεται;Όχι. Ο πόθος μας μας υπόσχεται. Ο πόθος μας παριστάνει τη φωνή της ζωής. Η ίδια είναι αμέτοχη και ηθική. Και καθόλου ψεύτρα. Δεν υπόσχεται η ζωή. Εμείς φανταζόμαστε. Η ζωή απλώς υπάρχει και σε αφήνει να τη δεις όπως θέλεις. Γι' αυτό και άλλοι άνθρωποι είναι πάρα πολύ ευτυχισμένοι όπως είναι διαμορφωμένος ο κόσμος κι άλλοι είναι απογοητευμένοι και δυστυχείς. Το θέμα είναι να αναλύσει κανείς και να αξιολογήσει αυτό που δεν μπορεί να μη συμβαίνει αλλιώς. Γι' αυτό γράφουμε ποιήματα με την ψευδαίσθηση ότι θα αλλάξουμε αυτό που συμβαίνει ή θα το πούμε κάπως αλλιώς.Πόσο βέβαιη έχετε αισθανθεί απέναντι στην ποίηση;Εγώ δεν αισθάνθηκα ποτέ βέβαιη για τίποτα. Ποτέ. Μόνο για το ότι θα πεθάνω. Και την ποίηση τη θεωρώ εξαιρετικά ύπουλη κατάσταση και θανατηφόρα. Δεν σου λέει ότι την πάτησες. Δεν σου λέει ότι αυτό το έχεις ξαναπεί. Δεν σου λέει ότι επαναλαμβάνεσαι. Τίποτα. Σε παρασύρει, σε βάζει σε μια παγίδα και εσύ νομίζεις ότι αυτή τη φορά το είπες κάπως αλλιώς απ' την προηγούμενη, ενώ το έχεις πει έτσι.Είναι πλανεύτρα δηλαδή λίγο κι αυτή, όπως η ζωή;Ναι. Τη βοηθάμε, βέβαια, εμείς σ' αυτό. Της δίνουμε ένα πρόσωπο που η καημένη μπορεί να μην έχει. Με το που υπήρξε η ποίηση, υπήρξε και η προσποίηση. Η ποίηση είναι μια ηθοποιία. Κάτι παίζεις την ώρα που γράφεις, κάποιους ρόλους φτιάχνεις. Δεν μπορώ να σκεφτώ αλλιώς αυτή την επιμονή ή ακόμα και τη φιλοδοξία - γιατί σου υπόσχεται ότι κάποιοι άνθρωποι θα σε συζητούν, θα τους απασχολείς, θα τους επηρεάζεις. Αλλά δεν είναι αυτό. Είναι μια δύναμη που δεν μπορώ να την αναχαιτίσω. Και το γεγονός ότι γράφω ακόμα είναι ίσως μια κίνηση απογνώσεως για να απομακρύνω τα γεράματα. Γιατί η ποίηση είναι ένας τρόπος να μην καταλαβαίνεις τον χρόνο. Να τον ξοδεύεις, προσπαθώντας να γράψεις και νομίζοντας ότι αυτό είναι αποταμίευση τελικά και όχι έξοδο.Μέσα από την προσποίηση αυτή δεν αποκαλύπτεται, όμως, τελικά μια αλήθεια;Δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια. Είναι ένα άλλο προσωπείο. Εγώ πιστεύω ότι όλα όσα κυκλοφορούν, ό,τι εμφανίζουμε, ό,τι χρησιμοποιούμε, είναι ένα προσωπείο. Τι πραγματικά και ποιοι είμαστε ή δεν το ξέρουμε ή δεν θέλουμε να το ξέρουμε. Διότι και η ποίηση είναι αποτέλεσμα μιας αίσθησης ανεπάρκειας. Γιατί να φτιάξεις αλλιώς τον κόσμο δηλαδή; Διότι αυτό είναι η ποίηση: επιχειρείς να δημιουργήσεις έναν νέο κόσμο. Ποιος, όμως, θα τον πιστέψει τον κόσμο αυτό και ποιος θα τον κατοικήσει;Δεν αρκεί να τον κατοικήσει ο δημιουργός του; Η ποίηση δεν είναι ένας τρόπος μεγέθυνσης της ζωής;Είναι μάλλον μια ψευδαίσθηση ότι μ' αυτόν τον τρόπο καταπολεμάς τον θάνατο του να φύγεις και να ξεχαστείς ολότελα. Εδώ είναι η πλάνη, πώς δεν θα ξεχαστείς. Και τι έγινε αν θυμάται κανείς στιγμιαία τον σπουδαίο Τάσο Λειβαδίτη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη ή τον Καβάφη μου, εμένα, τον δικό μου; Τι αλλάζει; Εγώ ξέρω ότι έχουμε ο καθένας έναν χαρακτήρα διαφορετικό, τον οποίο πάση θυσία υπηρετούμε. Έτσι, ένας άνθρωπος που είναι απαισιόδοξος, δεν είναι από βίτσιο. Είναι οι ορμόνες του που το φτιάχνουν αυτό. Ούτε είναι γιατί θα άξιζε να έχει μια άλλη ζωή - ούτε ξέρει ποια ζωή θέλει. Απλώς είναι γεννημένος να ανησυχεί. Κι αυτή την ανησυχία κάπου πρέπει να την εμπιστευτεί. Και την εμπιστεύεται, νομίζω, στα ποιήματα.Μιλήστε μου για την πρώτη λέξη ενός ποιήματος. Πόσο σημαντική είναι αυτή η πρώτη λέξη;Η λέξη αυτή είναι «Εσύ». «Εσύ», ο συνομιλητής μου ή αυτός που ονειρεύομαι και θέλω να συγκινήσω ή να πονέσω. Διότι πάντα ο στόχος είναι ο Άλλος. Το εγώ σου δεν μπορεί να είναι απλαισίωτο, όσο κι αν εσένα εξυπηρετεί. Είναι δυνατόν να θέλεις να είσαι μόνος; Άλλωστε, ο ίδιος ο ποιητής δεν νομίζω να είναι σε θέση να αναλύσει τα ποιήματα του, γιατί γίνεται μοιραία επιεικής προς αυτά. Αν και εγώ ευχαρίστως τα αποκεφαλίζω. Ο αναγνώστης, όμως, δεν θα ήθελα να μου τα αποκεφαλίσει. Τέλος πάντων. Μία είναι η θεότης εδώ: η αβεβαιότητα. Όχι μόνο στα ποιήματα. Παντού. Αυτή είναι και η κινητήρια δύναμη. Αυτή είναι η θεά. Μπορεί να είναι βασανιστική θεά, αλλά, από την άλλη, δίνει τόση γοητεία σ' αυτό που δεν σου προσφέρει μετά σιγουριάς, που τελικά την αγαπάς. Είναι σοφή. Σε προφυλάσσει από την πλήξη. Γιατί είναι μια πλήξη να ξέρεις τι θα συμβεί. Δεν πρέπει να ξέρεις.Διότι δεν μπορείς να εξηγήσεις;Ακριβώς. Γι' αυτό λέω «με σιγαστήρα σε καθαρίζει το ανεξήγητο/ κι άντε να το συλλάβεις». Αυτό δεν κάνουμε; Δεν αγωνιζόμαστε να συλλάβουμε κάτι το οποίο είναι ανεξήγητο; Και το ανεξήγητο σε πονάει, σε σκοτώνει. Όλα τα ανεξήγητα που συμβαίνουν στη ζωή μας, όσο κι αν έχουνε το βάρος και τη σημασία ενός καινούργιου ενδύματος, παραλλαγές είναι. Μόνο ο θάνατος διαφοροποιεί. Αν σκεφτείς, και ο έρωτας είναι ένας θάνατος -δικός του- ο οποίος θα συμβεί οπωσδήποτε. Ρωτώ λοιπόν τον Ύψιστο, ρωτώ κι εσένα: «Γιατί πεθαίνουμε;». Πώς έγινε δηλαδή αυτό; Να μου το πει κάποιος. Η οδύνη του θανάτου δεν έπρεπε να είναι μέσα στο πεπρωμένο του ανθρώπου. Και είναι. Είναι μια οδύνη που δεν την έχει ξαναζήσει. Ούτε στους έρωτες που πεθαίνουνε. Αυτά είναι μεγάλα λόγια. Οδυνηρός θάνατος είναι μόνο το τέλος της ζωής. Τον έρωτα τον ξαναδημιουργείς - γιατί και ο έρωτας πλαστός είναι, μόνοι μας τον φτιάχνουμε. Τη ζωή όμως δεν την ξαναφτιάχνεις.Τα «όνειρα και ο έρωτας», όμως, όπως λέτε σε κάποιο ποίημα σας, είναι μέρος αυτής της ζωής.Είναι πολύ φθαρτά, πολύ μικρής αντοχής. Να ήταν όλη η ζωή ένας έρωτας, αυτό ήθελα εγώ. Όλη η ζωή. Κάποτε θα τελείωνε βεβαίως, αλλά αυτό το πολύ στιγμιαίο των παράφορων καταστάσεων μας πονάει. Μας δημιουργεί έναν φόβο η ενδεχόμενη απώλειά του. Και όλο αυτό το πράγμα νομίζω ότι, εν τέλει, όπως είναι φτιαγμένο, έχει μια σοφία. Γιατί, αν δεν ήταν έτσι, ίσως να επικρατούσε τελικά μια κούραση, η οποία τώρα δεν προφταίνει να δράσει. Έρχεται το νέο πλάσμα, το ξεκούραστο, το διψασμένο να ζήσει αυτό όλο το ψέμα που είναι ο βίος μας. Γιατί περί ενός ψέματος πρόκειται, ενός ψέματος το οποίο διαρκεί άλλοτε πολλά χρόνια, άλλοτε λίγα. Βέβαια, αν μου λέγανε, θα ήθελες τώρα να ξαναγεννηθείς και να μην είσαι μπλεγμένη με αυτό το ψέμα; Τώρα ναι, δεν θα είμαι, γιατί είμαι δεμένη με ό,τι υπήρξε.Αυτό που υπήρξε το αγαπήσατε;Βεβαίως. Και πρώτα πρώτα τις πράξεις μου. Και οι πράξεις μου είναι να έχω γεννήσει παιδιά και να τα έχω μεγαλώσει όπως τα μεγάλωσα. Μία πράξη μου δεν αγαπώ; ότι μεγάλωσα εγώ. Τελικά πιστεύω ότι δικός μας, και όχι ολότελα, είναι μόνο ο εαυτός μας. Ο εαυτός μας και τα σφάλματά μας. Γι' αυτό κάπου λέω: «Σοφή δεν είναι η πείρα/ απλώς έχασε τη δύναμη να σφάλλει». Διότι με το σφάλμα δεν σε νοιάζει τίποτα. Τολμάς. Εγώ, όμως, τώρα πώς να σφάλλω; Τι πειρασμούς έχω πια να αντιμετωπίσω;Τον πειρασμό να πιστέψετε, παρ' όλα αυτά, στη ζωή.Μα αν τρέμω τον θάνατο, είναι γιατί πιστεύω σ' αυτήν. Και «πιστεύω» δεν θα πει «της έχω εμπιστοσύνη». Θα πει «την αγαπάω». Πιστεύουμε κάποιον που αγαπάμε. Εγώ θα ήθελα να ξέρω, θα ήθελα να έχω δει το πρόσωπο του Θεού. Και, θα μου πεις, έχει αξία η πίστη όταν πατάει σε μια βεβαιότητα; Μα δεν μπορώ να καταλάβω πώς θα είναι πιστός κανείς σε μια αβεβαιότητα. Γενικά η ζωή σού το διδάσκει να θέλεις να θέσεις το δάχτυλο «επί τον τύπον», δεν το έβγαλες εσύ από ατέλειές σου. Η ζωή σού λέει: «Θέλω να το πιάσω αυτό που με εξουσιάζει». Διότι υποτίθεται ότι απάνω είναι εξουσία όλος ο ουρανός.Και ο χρόνος; Πώς θα χαρακτηρίζατε σήμερα τη σχέση σας με τον χρόνο;Κακή. Πολύ κακή. Δεν κοιτάζω το ρολόι μου, αλλά θα σου πω το εξής. Αν είχα ένα παλιό ρολόι που πάει συνεχώς δύο δευτερόλεπτα πίσω, αυτή την καραβάνα θα φορούσα. Ακριβώς διότι, αν πολλαπλασιάσεις δύο δευτερόλεπτα κάθε μέρα πίσω, σκέψου πόσο χρόνο κερδίζεις. Ο χρόνος είναι κάτι που δεν κερδίζεται με τίποτα παρά μόνο εάν ξεχάσεις. Διότι μαζί μ' αυτό θα έχεις ξεχάσει ότι χάνεται κι αυτός. Η καλή μέθοδος είναι να ξεχνάς. Αν πάλι ξεχνάς, είσαι ένα κενό δοχείο που δεν ξέρεις σε τι χρησιμεύει. Δηλαδή ποτέ δεν είναι έτσι και μόνο έτσι τα πράγματα. Είναι έτσι και αλλιώς. Και ό,τι σε τραβήξει, το γεμάτο ή το άδειο. Και για την επιλογή σου αυτή δεν φταις εσύ. Η φύση σε κάνει έτσι, τα χιλιάδες κύτταρα που προηγήθηκαν, που σε προγραμμάτισαν, που σε άλλαξαν και σε διαμόρφωσαν. Όλο αυτό το μυστηριώδες πράγμα.Που ονομάζουμε πεπρωμένο.Και όπου, να το ξανατονίσω, αν «πας ή έρχεσαι, δεν ξέρεις». Και αυτό κουράζει πολύ περισσότερο από τη λέξη την ίδια, που είναι από μόνη της πολύ κουραστική.
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Τα Νέα-Βιβλιοδρόμιο: Τέσσερις και μια γλώσσες για τον Οδυσσέα Ελύτη.

    Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, με αφορμή την πεντάγλωσση ανθολογία «Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!» του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού, συνομίλησε με τον Μανώλη Πιμπλή για την έκδοση αυτή αλλά και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη.Διαβάστε παρακάτω το εξαιρετικό κείμενο που δημοσιεύτηκε το Σάββατο 5 Νοεμβρίου στην εφημερίδα Τα Νέα, στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο: Πεντάγλωσση ανθολογία, ένα πλούσιο φωτογραφικό υλικό και δύο CD συνθέτουν μια επετειακή έκδοση για τον νομπελίστα ποιητή, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατο του.Μια νέα έκδοση για τον Οδυσσέα Ελύτη θα εμφανιστεί στις βιτρίνες των βιβλιοπωλείων τις μέρες αυτές. Είναι αποσπάσματα του έργου του ανθολογημένα από τον άνθρωπο στον οποίο ο ίδιος ο ποιητής ανέθεσε τη μετά τον θάνατό του φροντίδα του, από την ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο γεγονός ότι είναι πεντάγλωσση! Η ίδια ανθολογία υπάρχει, πέρα από τα ελληνικά, στα ιταλικά, τα ισπανικά, τα γαλλικά και τα αγγλικά. Περιέχει άφθονο φωτογραφικό υλικό, εν μέρει σπάνιο, στο οποίο περιλαμβάνονται τόσο απαθανατισμένες στιγμές της νεότητας του Ελύτη - μέχρι και της παιδικής ηλικίας - όσο και εικαστικά του έργα. Μάλιστα τα έργα δεν επαναλαμβάνονται, αλλά την κάθε μετάφραση τη συνοδεύουν διαφορετικά. Ταυτόχρονα, η έκδοση συνοδεύεται από δύο CD τα οποία περιέχουν ποιήματα του Ελύτη μελοποιημένα από τον Γιώργο Κουρουπό αλλά και αναγνώσεις ποιημάτων. Πρόκειται άλλοτε για ευρύτερες συνθέσεις και άλλοτε για τραγούδια, ερμηνευμένα από τον Τάση Χριστογιαννόπουλο και τη Θεοδώρα Μπάκα. Τα μουσικά όργανα είναι τέσσερα, με σολίστες τους Θανάση Αποστολόπουλο (πιάνο), Στέλλα Τσάνη (βιολί), Ηλία Σδούκο (βιόλα) και Λευκή Κολοβού (βιολοντσέλο). Τις αναγνώσεις κάνουν ο Δημήτρης Καταλειφός και η ίδια η ανθολόγος.Είναι μια πολυτελής έκδοση του Ίκαρου, η οποία όμως θα πωλείται σε ελκυστική τιμή χάρη σε χορηγία της Alpha Bank αλλά και χάρη στη διάθεση όλων για προσφορά, προκειμένου να εκδοθεί ένα τέτοιο βιβλίο ως τιμή στη μνήμη του νομπελίστα ποιητή, που συμπληρώνει φέτος είκοσι χρόνια απουσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο βιβλίο περιέχεται δουλειά τριάντα επτά διαφορετικών μεταφραστών. Δεδομένου ότι η ανθολόγηση δεν αλλάζει ανάλογα με τη γλώσσα, κάτι που επιτρέπει να δει ένας πολύγλωσσος αναγνώστης και τις διαφορετικές προσεγγίσεις στο έργο του Ελύτη των μεταφραστών, σε αρκετές περιπτώσεις χρειάστηκε ορισμένα κομμάτια της ανθολογίας να μεταφραστούν από την αρχή, και μάλιστα αυτά τα κομμάτια ήταν διαφορετικά σε κάθε γλώσσα, ανάλογα με το τι ήταν ήδη μεταφρασμένο ή όχι. Όπου υπήρχαν περισσότερες της μιας μεταφράσεις, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου επέλεξε να υπάρχει ποικιλία μεταφραστικού λόγου, περιλαμβάνοντας μεταφράσεις διαφορετικών εποχών. Επομένως το εγχείρημα είχε αρκετές οργανωτικές δυσκολίες και χρειάστηκε αρκετά μεγάλο διάστημα προκειμένου να υπάρξει ο κατάλληλος συντονισμός και να προκύψει το αποτέλεσμα. Ιδιαίτερα βοήθησαν τέσσερις μεταφραστές, οι Ντέιβιντ Κόνολι, Μπεατρίς Στελιό-Κόνολι, Πάολα Μινούτσι, Νίνα Αγγελίδου.  Processed with VSCO with c3 presetΤο βιβλίο, που έχει τον τίτλο «Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!» του Οδυσσέα Ελύτη με τη μουσική του Γιώργου Κουρουπού, περιλαμβάνει ποιήματα και πεζά από τα έργα Μαρία Νεφέλη, Ανοιχτά χαρτιά, Τα Ρω του Έρωτα, Προσανατολισμοί, Ήλιος ο Πρώτος, Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, Άξιον Εστί, Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, Το Μονόγραμμα, Τα Ελεγεία της Οξώπετρας, Τρία Ποιήματα με Σημαία Ευκαιρίας, Δυτικά της Λύπης, Τα Ετεροθαλή, Σηματολόγιον. Στόχος είναι να απευθυνθεί σε ένα διεθνές κοινό - και τα τραγούδια είναι μεν στα ελληνικά, αλλά ο ξένος ακροατής θα μπορεί ταυτόχρονα να παρακολουθεί τον λόγο μεταφρασμένο στη γλώσσα του. «Με τις επιλογές μου επιχείρησα να δώσω μια αίσθηση ευφρόσυνη, σε αντιδιαστολή με τη μουντή εποχή μας» λέει στο «Βιβλιοδρόμιο» η Ιουλίτα Ηλιοπούλου. «Οι επιλογές αυτές θέλουν ταυτόχρονα να υπενθυμίσουν το αξιακό σύστημα του Ελύτη, το οποίο περιλαμβάνει έννοιες χαμένες στη σημερινή μας καθημερινότητα».Πώς θα περιέγραφε η ίδια το αξιακό αυτό σύστημα; «Την ποίηση του Ελύτη τη διέπουν σταθερές αξίες, ενδεικτικά αναφέρω: η αθωότητα ως πρωτογενής πνευματική αξία, η εναντίωση στην τρέχουσα αντίληψη της ζωής, μια έντονη επαναστατική δύναμη, το όνειρο, συνδυαστική και ερευνητική φαντασία που οδηγεί από τη μια μεριά στην ανακάλυψη μιας βαθύτερης πραγματικότητας και από την άλλη στην ανασύνθεση της γύρω πραγματικότητας, αλλά και πίστη στην ελευθερία, στη δικαιοσύνη, στο μεγαλείο των ταπεινών στοιχείων, στη μεγαλοσύνη του ανθρώπου, στις δυνάμεις του πνεύματος. Προβολή της διαφάνειας σε ένα πνευματικό επίπεδο, της μαγείας μέσα στην ποιητική λειτουργία. Κάθε εικόνα, κάθε σύμπλεξη λέξεων παράγει κυριολεκτικά ή αλληγορικά αναγγελίες, επιβεβαιώσεις, προτροπές για τη ζωή.Η υπέρβαση, η γεωμέτρηση, η ανακατάταξη της πραγματικότητας, η πίστη στη διάρκεια, η χαριστική αντίληψη της ζωής, η ερωτική σύλληψη του κόσμου, η αγιοποίηση των αισθήσεων, η ηλιακή μεταφυσική ως μέθοδος αποκρυπτογράφησης του μυστηρίου της ύπαρξης είναι κάποια από τα σταθερά αξιώματα της σκέψης του ποιητή», μας λέει. Η Ιουλίτα Ηλιοπούλου διαπιστώνει ότι το διεθνές ενδιαφέρον για την ποίηση του Ελύτη παραμένει αμείωτο. «Πρόσφατα κυκλοφόρησε μια μεγάλη ανθολογία της ποίησής του στη Χιλή. Στην Ιταλία βγαίνουν συνεχώς βιβλία και υπάρχουν πολλοί μεταφραστές του Ελύτη, με προεξάρχουσα την Πάολα Μινούτσι. Τελευταία ήρθαν σε επαφή μαζί μου μεταφραστές που θέλουν να μεταφράσουν Ελύτη στην Αρμενία, στη Σερβία αλλά και στην Ιαπωνία. Πέρυσι έκανε μια ανθολόγηση και μετάφραση στα γαλλικά η Αγγελική Ιονάτος. Στη Γαλλία επίσης κυκλοφόρησαν τα "Ελεγεία της Οξώπετρας" σε βιβλιοφιλική έκδοση με χαρακτικά. Παρά το γεγονός πάντως ότι η γλώσσα την οποία γνώριζε και στην οποία έδινε ιδιαίτερη σημασία ο Ελύτης ήταν τα γαλλικά, οι γλώσσες που φάνηκαν να τον αγαπούν ιδιαίτερα είναι τα ισπανικά και τα ιταλικά. Το γεγονός πάντως ότι μεταφράζεται σε χώρες πολύ διαφορετικές, όπως η Κίνα και η Ιαπωνία ή η Ρωσία και η Αρμενία, δείχνει ότι πέρα από τα σύμβολα της γλώσσας του, που σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να κατανοηθούν πλήρως μόνο από έναν Έλληνα (ακόμα και η λέξη “θάλασσα" αλλιώς ακούγεται από έναν Έλληνα και αλλιώς από κάποιον που ζει σε ηπειρωτικό κράτος), οι αρχές και οι αξίες που χαρακτηρίζουν την ποίησή του έχουν διάσταση πανανθρώπινη. Βλέπω λοιπόν με ενδιαφέρον τις προτάσεις ξένων μεταφραστών, ιδίως των νέων. Είμαι υπέρ των πολλαπλών μεταφράσεων και κατά της αποκλειστικότητας. Ο ίδιος ο Ελύτης άλλωστε έλεγε ότι στην ποίηση η μετάφραση διασώζει όχι πάνω από το από το 20% του έργου.Η σημασία της συνέργειας των τεχνώνΜε αφορμή τις μουσικές συνθέσεις του Γιώργου Κουρουπού, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου υπογραμμίζει τη σημασία της συνέργειας των τεχνών. «Η μαγεία του λόγου αναδεικνύεται αβίαστα με τη μουσική, όταν και αυτή προσπαθεί να κάνει έναν ισότιμο διάλογο μαζί του. Πιστεύω ότι πολλές φορές μια ερμηνεία του έργου μπορεί να την προσφέρει καλύτερα μια άλλη τέχνη παρά η επιστήμη. Στο "Μονόγραμμα”, λ.χ., ο Κουρουπός αναδεικνύει κρυφές του πλευρές, ένα κοινωνικό στοιχείο που συνήθως δεν αναδεικνύεται. Με τη μουσική πολλές φορές νιώθει ο ακροατής αυτό που ξεχνάμε να αναδείξουμε». Ο Γιώργος Κουρουπός έχει άλλωστε επανειλημμένα μελοποιήσει Ελύτη. Το 1989 μελοποίησε τον «Μικρό Ναυτίλο» για λογαριασμό της Ορχήστρας των Χρωμάτων του Μάνου Χατζιδάκι, λίγο αργότερα το «Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμπόδιστου» από τα «Ελεγεία της Οξώπετρας», στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 μελοποίησε δέκα ακόμα ποιήματα για φωνή και πιάνο και το 2004 παρουσίασε το «Μονόγραμμα», συμφωνική σουίτα για φωνές, χορωδία και ορχήστρα. Στο συγκεκριμένο εγχείρημα, λόγω της μεγάλης ποικιλίας στη μορφή και στο περιεχόμενο των επιλεγμένων ποιημάτων, κινήθηκε και εκείνος με πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις, φτιάχνοντας από απλά τραγούδια που τραγουδιούνται στον δρόμο μέχρι απαιτητικές συνθέσεις. Όπως λέει και ο ίδιος στο μικρό σημείωμά του ειδικά για την έκδοση αυτή: «Γνωρίζοντας ότι η μουσική έχει τη δυνατότητα να υπογραμμίζει, να προβάλλει και να μεγεθύνει το συναισθηματικό αντίβαρο των λέξεων και των στίχων, προσωπική μου επιδίωξη είναι να προκαλέσω μια συγκινησιακή φόρτιση ικανή να οδηγήσει τον ακροατή σε μια βαθύτερη - ή έστω διαφορετική! - κατανόηση του έργου του ποιητή, αλλά επίσης μέσα από το παζλ φράσεων, ήχων και εικόνων να ξεπροβάλει αβίαστα, διαυγής και απέριττη η μορφή του Οδυσσέα Ελύτη».
    Περισσότερα
  • Συνεντεύξεις

    Κική Δημουλά: «Το πρώτο Νόμπελ το δικαιούται ο xρόvos»

    Η κορυφαία ελληνίδα ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά, λίγο πριν την κυκλοφορία της νέας της ποιητικής συλλογής με τον τίτλο Άνω τελεία, συνομίλησε με τον δημοσιογράφο Μανώλη Πιμπλή.  Διαβάστε παρακάτω την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που δημοσιεύτηκε το Σάββατο 22 Οκτωβρίου στην εφημερίδα Τα Νέα, στο ένθετο Βιβλιοδρόμιο: Ας αρχίσουμε από τον τίτλο: «Άνω τελεία». Για ποιον λόγο τον επιλέξατε;Δεν τον επέλεξα, μου επεβλήθη. Ίσως τον ενθάρρυνε ότι στο ποίημα με τίτλο «Το Πολυτονικό» επαινώ τη σημασία των τόνων και της στίξης. Αν τώρα με ρωτήσετε γιατί άνω τελεία και όχι τελεία θα πω ότι την απέφυγα γιατί θα ήταν σαν να κατέθετα μια ληξιαρχική πράξη. Μελόδραμα δηλαδή. Το πιθανότερο όμως είναι ότι με μαγνήτιζε η λέξη: Άνω. Με τραβούσε κατά πάνω σαν για να με απομακρύνει από το αρπακτικό: Κάτω.Στο ποίημα «Στο τρένο» μιλάτε με τρυφερότητα για καταργημένους σταθμούς και για «ασεβή ταχύτητα» με την οποία διασχίζονται οι εκτάσεις. Ταυτόχρονα δηλώνετε ότι επιστρέφετε, χωρίς να λέτε καθαρά πού. Έχει άραγε την επιλογή ο σύγχρονος άνθρωπος να μην επιβιβασθεί στο τρένο μεγάλης ταχύτητας; Και πού πάει, επιτέλους, αυτό το τρένο;Έχει σημασία από πού έρχεται και πού πάει αυτό το τρένο. Πρόθεσή μου πάντως ήταν να τονίσω ότι το παρελθόν ταξιδεύει συνεχώς, με το μέσον της κατάργησης του και με μόνους τολμηρούς επιβάτες το παρόν και το μέλλον.Απομονώνω φράσεις και λέξεις σας: «νόσος της θλίψης», «μελαγχολία», «κλαμένοι καιροί». Ταυτόχρονα λέτε ότι γαντζωνόμαστε από φόβο επάνω στη ζωή. Είναι ο φόβος του θανάτου πιο δυνατός από κάθε θλίψη; Και μήπως όμως δεν είναι πιο δυνατός από κάθε χαρά; Οπότε είναι αυτή η εξήγηση της θυσίας;Κατά τη γνώμη μου ή μάλλον κατά τη δική μου φοβιτσιάρα ψυχολογία, ο κύριος υπεύθυνος για κάθε θλίψη αλλά και για την αναίτια ―συχνότατα― μελαγχολία είναι ο έμφυτος φόβος του θανάτου. Είναι δε τόσο επιθετικός, ώστε να υποπτεύομαι ότι η δημιουργία και η δημιουργικότητα έχουν ως κίνητρό τους την αποφυγή ή την απομάκρυνση του θανάτου. Θα προσθέσω ότι τουλάχιστον εγώ δεν γνώρισα καμιά μεγάλη χαρά που να μην τρέμει ευθύς εξαρχής τον θάνατο της. Υποπτεύομαι μάλιστα ότι τα ίδια τα ωραία και τόσο ενθουσιώδη αισθήματα γνωρίζουν το όριο της ζωής τους, ίσως και γι' αυτό είναι τόσο σπασμωδικά και ασταθή. Και αν αυτό ισχύει, τότε είναι μεγάλη γενναιότητα από μέρους τους ότι δέχονται να γεννηθούν και πρόθυμα θυσιάζονται προκειμένου να σκληραγωγηθεί ο χαϊδεμένος ψυχισμός μας.Λέτε κάπου: «Πάλι μνήμη, πάλι λήθη. Διαρκώς τις ίδιες λέξεις χρησιμοποιώ». Και στο πολύ ωραίο ποίημά σας «Το γνήσιο», για τις ανεπούλωτες πληγές, λέτε «επιφανειακά ξεχνάς». Υπάρχει τρόπος να νικηθεί η τραυματική μνήμη;Νομίζω ότι μόνον ένας τρόπος και άκρως εξευτελιστικός υπάρχει. Η άνοια. Αλλά και πού ξέρω αν η άνοια δεν είναι απλώς μια μυστικοπαθής μνήμη κι ότι στη μόνη που εμπιστεύεται τη φύλαξη των βιωμάτων της δεν είναι η λήθη;Στην επιστήμη της Ιστορίας τα τελευταία χρόνια γίνεται πολύς λόγος για τη μνήμη. Συχνά, δηλαδή, περισσότερο από το τι έγινε μας ενδιαφέρει το τι θυμόμαστε ότι έγινε. Κατασκευάζουμε τραύματα και εμείς οι ίδιοι;Θυμάμαι σημαίνει ως επί το πλείστον αναγκάζω κάτι που δεν συμβαίνει πια να παραστήσει ότι συμβαίνει, με τη συμπαράσταση βέβαια της νοσταλγίας που είναι η πλέον επώδυνη απόλαυση. Αλλά τη θέλουμε. Είναι η πρώτη ύλη για να δημιουργούμε άθελά μας νέα τραύματα, σαν από αυτά να αντλεί ο βασανισμός μας αντισώματα προστατευτικά της αντοχής του.Μιλάτε υπονομευτικά για την πείρα, δηλώνοντας ότι δεν πρέπει κανείς να την εμπιστεύεται, αλλά και για την παντογνωσία που πάντα θα εξευτελίζεται από το Άγνωστο και θα πρέπει να «σκίζει τη φήμη της». Ποια είναι η θέση που έχει για σας στη ζωή η γνώση, αλλά και η νεανική ορμή;Προσπαθώ να είμαι ο ειρηνοποιός στον ασίγαστο πόλεμο μεταξύ γνώσης και νεανικής ορμής. Δεν τα καταφέρνω όμως. Και με βρίσκω πάντα στο στρατόπεδο της νεανικής ορμής, ως εθελόντρια ανακούφισης των τραυμάτων της.Την όμορφη πλευρά της ζωής την περιγράφετε με δύο λέξεις: όνειρα και έρωτας (με αυτή τη σειρά). Εννοείτε ίσως ότι και ο έρωτας είναι υποκατηγορία του ονείρου; Και η μόνη άρα πραγματικότητα είναι αυτή που δεν ζούμε;Όχι ακριβώς έτσι. Μάλλον το όνειρο είναι υποκατηγορία του έρωτα. Και ναι, η μόνη μαγευτική, γενναιόδωρη, ποθητή πραγματικότητα είναι αυτή που δεν ζούμε. Και από τούτη τη δική σας διατύπωση μαντεύω ότι είστε συν τοις άλλοις και ποιητής.Η Ελλάδα, σταυροδρόμι, όπως λέγεται, Ανατολής και Δύσης, επέλεξε πολιτικά, με ισχυρά λογικά επιχειρήματα, το περίφημο «ανήκομεν εις την Δύσιν». Είναι, πιστεύετε, και η ψυχή της εκεί;Απλώς υποπτεύομαι ότι πηγαινοέρχεται.Η σημερινή Ευρώπη τι συναισθήματα σάς προκαλεί; Ασφάλειας, εμπιστοσύνης ή, αντίθετα, ανησυχίας και φόβου;Απειλής και συγχρόνως ονείρου καθησυχαστικού.Ένα από τα ζητήματα που κάνουν τα θεμέλιά της να τρίζουν είναι το Προσφυγικό. Πώς επεξεργάζεστε μέσα σας αυτή την πραγματικότητα των γεμάτων με πρόσφυγες καρυδότσουφλων που έζησε πρόσφατα και ζει ακόμη η Ελλάδα στο Αιγαίο;Είναι τόσο τραγικό το θέμα, που αλίμονο αν το πιάσουν στο στόμα τους τα μεγάλα λόγια και τα αισθήματα συμπόνιας. Δεν έχω την ικανότητα να αιτιολογήσω τέτοιο κατατρεγμό που υπερβαίνει τα ανθρώπινα, όσο κι αν και η Ελλάδα βρέθηκε στο παρελθόν σε παρόμοια οδυνηρή μετακίνηση.Σε άλλους αιώνες, την πρωτοκαθεδρία του λόγου την είχε η ποίηση – και το θέατρο, βέβαια. Σήμερα φαίνεται να την έχει η πεζογραφία. Πώς το ερμηνεύετε αυτό και πώς αισθάνεστε τη θέση σας στον κόσμο των Γραμμάτων;Ίσως η πεζογραφία δίνει περισσότερο χώρο στη γλώσσα να επεκταθεί απ' όσο η ποίηση, όπου εκεί η γραφή είναι φυλακισμένη σε κάποιους κανόνες, όσο κι αν έγιναν ελαστικότεροι για χάρη των νέων καιρών, διευκολύνοντας ή παραπλανώντας το αποτέλεσμα. Όσο για μένα ― ειλικρινά απαντώ ― είμαι τόσο ανασφαλής που δεν οραματίζομαι καμιά «θέση» στα Γράμματα, όσο κι αν την επιθυμώ ως φθαρτός άνθρωπος που είμαι.Η γενιά του '30 που έβγαλε και δύο Νομπέλ έχει αποκτήσει μυθικές διαστάσεις στο συλλογικό υποσυνείδητο, θα βαστήξει, πιστεύετε, η μυθολογία της στον χρόνο;Δεν ξέρω αν ο χρόνος θα έχει την ανωτερότητα να συντηρεί το δίκαιο γόητρο του Νομπέλ, το οποίον θα έπρεπε να έχει πάρει πρώτος ο ίδιος ο χρόνος για την ασίγαστη δημιουργικότητά του σε θαύματα.Και μια και ο λόγος στα Νομπέλ: πώς σας φάνηκε η απονομή του φέτος στον Μπομπ Ντίλαν;Μου προκάλεσε ένα ξάφνιασμα. Αλλά δεν θέλω να το σχολιάσω περισσότερο.Αισθάνεστε να έχετε αντλήσει από κάποιες ποιητικές πηγές περισσότερο από άλλες; Υπάρχει μια γραμμή ποιητικού ύψους και περιεχομένου του παρελθόντος που πιστεύετε ότι ανιχνεύεται στην ποίηση σας; Ποιους παλαιότερους ποιητές νιώθετε αδελφούς;Για να έχω το θράσος να αισθανθώ αδελφούς κάποιους ποιητές θα έπρεπε να ξέρω αν και εκείνοι με αναγνωρίζουν ως αδελφή τους. Αλλά έχουν άραγε τόσο στενές συγγένειες οι αξίες; Συμφέρουν την τέχνη οι ομοιότητες; Όσο για τις επιρροές, ναι, υφίστανται αναπόφευκτα, αλλά δρουν και επηρεάζουν όταν νυχτώνουν οι ιδιοσυγκρασίες και αισθάνονται μόνες και αβοήθητες.
    Περισσότερα
  • Παιδικό βιβλίο · Συνεντεύξεις

    Ο Θοδωρής Παπαϊωάννου σε α΄ πρόσωπο

    Ο Θοδωρής Παπαϊωάννου, συγγραφέας των παραμυθιών Ανάποδα και Απέναντι, μίλησε σε α΄ πρόσωπο στο diastixo.gr για τα πρώτα βήματά του στη συγγραφή.Αναδημοσιεύεται εδώ το κείμενό του:Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, βρίσκομαι σ’ ένα σχολείο. Μαθητής, φοιτητής, δάσκαλος. Περικυκλωμένος από μολύβια, γόμες, στυλό, τετράδια, βιβλία και σημειωματάρια. Ε, δεν θέλει και τίποτε άλλο για να αρχίσει να γράφει κανείς. Γράφω από παιδί. Από ραβασάκια μέχρι ιστορίες, διηγήματα, θεατρικά και ποιήματα. Παραμύθια άρχισα να γράφω μεγάλος. Όταν ήμουν μικρός, μου τα διάβαζαν ή μου τα αφηγούνταν. Αργότερα, τα διάβαζα μόνος μου. Ποτέ δεν ήθελα να τελειώσει το σχολείο. Δεν ξέρω γιατί. Μου άρεσε που σταματούσε για τις διακοπές, αλλά πάντα ήθελα να ξαναρχίσει. Ο μόνος τρόπος λοιπόν για να συνεχιστεί το σχολείο ήταν να περάσω «Απέναντι», κι από μαθητής να γίνω δάσκαλος. «Ανάποδα» πράγματα δηλαδή. Νομίζω πως τελικά δεν έγιναν έτσι ακριβώς τα πράγματα, γιατί τις περισσότερες φορές που μπαίνω στην τάξη κάθομαι σε θρανίο. Νιώθω καλύτερα στο θρανίο με τα παιδιά τριγύρω. Αχ, τα παιδιά. Χωρίς αυτά, μάλλον δεν θα έγραφα. Μάζευω τις προτάσεις και τις λέξεις τους σε χαρτάκια, σε ημερολόγια, στην παλάμη μου... Οι κουβέντες τους είναι τις περισσότερες φορές αφορμή για να αρχίσει μια ιστορία ή ένα παραμύθι. Πολύ θέλει;Όταν πίστεψα πια πως οι ιστορίες μου θα μπορούσαν να διαβαστούν από περισσότερα παιδιά, άρχισα να χτυπώ τις πόρτες των εκδοτικών οίκων. Τις χτυπούσα με μεγάλους ταχυδρομικούς φακέλους χρώματος μουσταρδί, μα αυτές δεν άνοιγαν. Θυμήθηκα έτσι πως πρέπει να έχω υπομονή. (Το ‘χα πάθει και με τη μουσική, μαθαίνοντας κιθάρα.) Γιατί εγώ υπομονή δεν είχα, ήθελα όλα να γίνονται αμέσως. Στο πι και φι, που λέμε. Κάποια στιγμή βρέθηκε ένας άνθρωπος –αυτό που λέμε «χορηγός»– κι έτσι εκδόθηκε σε περιορισμένα αντίτυπα το πρώτο μου βιβλίο με δυο θεατρικά έργα για παιδιά. Ασπρόμαυρο ήτανε, αλλά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Συνέχισα να στέλνω τους μουσταρδί φακέλους μπας κι ανοίξει καμιά πόρτα. Η άσκηση υπομονής συνεχιζότανε. «Ωραίο μάθημα, δεν λέω, αλλά πόσο θα κρατήσει;», αναρωτιόμουν. Τελικά αποφάσισα να φτιάξω κι εγώ έναν φάκελο με όλες τις απαντήσεις από τις κλειστές πόρτες. Όλες έλεγαν περίπου το ίδιο. «Φχαριστούμε, πολύ ωραίο, αλλά δεν θα πάρουμε διότι...». Ο φάκελος όσο πήγαινε γινότανε και πιο χοντρός. Έπειτα από μερικά χρόνια, ένας φάκελος τα κατάφερε, η πόρτα άνοιξε κι έγινε το βιβλίο! Με τα χρώματά του, με τα τραγούδια του, με τα όλα του. Μεγάλη χαρά! Αυτή η αναμονή, με τις αναποδιές της, γέννησε το Ανάποδα, που είναι και το πρώτο μου βιβλίο που βραβεύτηκε από τον Κύκλο του Παιδικού Βιβλίου το 2015.Με τα χρώματα της Ίριδας να στολίζουν τη φύση και τον Μέλιο το σκαθάρι, ήταν πια φανερό πως μετά την υπομονή και την επιμονή το ταξίδι άλλαζε ρότα. Ήρθε την επόμενη χρονιά και το Απέναντι με τα τραγούδια του, πήρε το βραβείο βιβλιοπωλών από το Public και μπήκε κι αυτό στο καράβι. Ε, μετά ήρθαν κι άλλα παραμύθια, ένα εφηβικό μυθιστόρημα, άλλα είναι στο δρόμο, άλλα είναι στα χαρτιά κι άλλα στο μυαλό. Νιώθω τυχερός γιατί έχω πολύτιμους συνταξιδιώτες: Ο Βίκτωρας, η Σοφία, ο Κώστας, η Λήδα, η Ίριδα, η Μαριλένα, η Ρούλα, η Βίκυ, η Χριστίνα, η Μυρτώ και φυσικά ο γιος μου ο Ορέστης που γράφει τη μουσική για τα τραγούδια των παραμυθιών.Όταν παρουσιάζω ή αφηγούμαι κάποιο παραμύθι κι είμαι ανάμεσα σε παιδιά, νιώθω πως μόνο αυτό ήθελα να κάνω από πάντα. Να είμαι ανάμεσα σε παιδιά. Μου αρέσει που λένε την αλήθεια χωρίς δεύτερη σκέψη, που είναι αυθόρμητα. Που γελάνε με την ψυχή τους όταν κάτι τους φαίνεται πραγματικά αστείο. Το να σε αφήνουν τα παιδιά να μοιραστείς μαζί τους μια ιστορία σου, είναι πραγματικά μεγάλη τιμή. Όταν τους αρέσει κιόλας και περνάνε καλά, είναι μαγεία.Όταν ξεκίνησα να γράφω, έλεγα πως έστω κι ένα παιδί να αποκοιμηθεί διαβάζοντας μια ιστορία μου, εγώ θα νιώθω ευτυχισμένος. Τώρα που είμαι σίγουρος πως αυτό έχει γίνει, μπορώ να πω πως είμαι. Όταν με ρωτάνε κάποιοι φίλοι «Μα πώς τα σκέφτεσαι; Πού τα βρίσκεις;» και κάτι τέτοια, τους απαντώ: Παντού. Στα δέντρα, στα φυτά, σε μια βόλτα στο βουνό, στα γέλια των παιδιών, σε μια φωτογραφία, σ’ ένα ταξίδι... Προσπαθώ να κοιτάζω γύρω μου τον κόσμο, σαν να τον βλέπω κάθε φορά για πρώτη φορά.
    Περισσότερα

NEWSLETTER

Καλάθι αγορών

(0)

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Ξεκινήστε τις αγορές

Ref.

Στοιχεία αποστολής