Νέα
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΕυτυχία Γιαννάκη: Συνέντευξη στο In.gr
H Ευτυχία Γιαννάκη απαντά στα ερωτήματα της Τζωρτζίνας Ντούτση από το in.gr, με αφορμή την κυκλοφορία του αστυνομικού μυθιστορήματός της Στο πίσω κάθισμα. Η συνέντευξη κλείνει με τον δεκάλογο του καλού αστυνομικού μυθιστορήματος σύμφωνα με τη συγγραφέα.Αναδημοσιεύεται εδώ η συνέντευξη:Στο πίσω κάθισμα είναι ο τίτλος του νέου σας βιβλίου και αποτελεί το πρώτο μέρος της Τριλογίας της Αθήνας, με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο. Ποια υπόθεση ξετυλίγεται στο νέο σας βιβλίο και ποια θέματα σας απασχολούν σε αυτό;Ένας σκηνοθέτης βρίσκεται άγρια δολοφονημένος στο υπόγειο του Θεάτρου Πλάκας και ο Αστυνόμος Χάρης Κόκκινος με την ομάδα του συστήνονται στο αναγνωστικό κοινό μέσω μιας υπόθεσης στην οποία θα χρειαστεί να ξετυλίξουν ένα κουβάρι κοινών μυστικών, συγκάλυψης και βίας στην καρδιά της σημερινής Αθήνας.Ταυτόχρονα, ο γιος του σαρανταπεντάρη Αστυνόμου συλλαμβάνεται με κατηγορίες που τον αναγκάζουν να βουτήξει στο δικό του οικογενειακό παρελθόν. Η πίεση του χρόνου και τα κλειστά στόματα θα αποδείξουν ότι τα πράγματα δεν είναι ποτέ απλά για όσους βρέθηκαν στο πίσω κάθισμα. Σε μια κοινωνία όπου όλοι είναι ένοχοι, κάποιοι θα κληθούν να πληρώσουν το τίμημα, μεταξύ αυτών και ο Χάρης Κόκκινος, ενώ οι ανακρίσεις συνθέτουν μια τοιχογραφία των κατοίκων της Αθήνας που πρωταγωνιστεί στην ιστορία.Τα θέματα που με απασχολούν κυρίως είναι η συγκαλυμμένη βία που φέρνει κύκλους, η συλλογική ενοχή, το παρελθόν και όσα νομίζουμε ότι αφήσαμε πίσω μας, τα κοινά μυστικά, η επιπολαιότητα, η απλότητα των καθημερινών πραγμάτων, το χιούμορ μπροστά στο αποτρόπαιο και οι φόβοι μας όπως ξεδιπλώνονται μέσα στο γνώριμο περιβάλλον μιας πόλης που δεν αποτελεί απλά το σκηνικό της αστυνομικής ιστορίας, αλλά την ουσία της. Πώς προέκυψε ο τίτλος του βιβλίου και τι προσφέρει σε εσάς η συγγραφή ή ανάγνωση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος;Ο τίτλος του βιβλίου είναι άρρηκτα δεμένος με την ουσία της υπόθεσης. Στο Πίσω Κάθισμα έχουμε βρεθεί όλοι ως παιδιά και κάποιοι θα βρεθούν σε αυτό ως ένοχοι. Η σύνδεση μιας εγκληματικής πράξης με το παρελθόν και αναζήτηση των αιτίων σε αυτό αποτελεί τον πυρήνα της συγκεκριμένης ιστορίας.Γράφοντας αστυνομικά μυθιστορήματα μου αρέσει να δημιουργώ συνθήκες φόβου για να φέρνω στα μέτρα μου τους φόβους της καθημερινότητας και ιδεωδώς να τους αντιμετωπίζω. Αυτή θεωρώ ότι είναι η ηδονή του αστυνομικού μυθιστορήματος. Και είναι ίδια τόσο όταν γράφεις αστυνομικά μυθιστορήματα, όσο και όταν τα διαβάζεις.Η υπόθεση εκτυλίσσεται με φόντο τη σημερινή Αθήνα, σε μια γνώριμη κοινωνία γεμάτη στερεότυπα και ταμπού. Ποια εικόνα έχει η Ευτυχία Γιαννάκη για την Αθήνα όπου ζει και εργάζεται;Η Αθήνα είναι η πόλη μου και ιδιαιτέρως το κέντρο της όπου ζω και εργάζομαι και θα έλεγα ότι δεν αποτελεί απλώς το φόντο της ιστορίας. Κάποιος που θα διαβάσει το βιβλίο θα την δει πολλές φορές να έρχεται σε πρώτο πλάνο.Το ενδιαφέρον μου για την πόλη και τους κατοίκους της, καθώς και η εξέλιξή της σε βάθος χρόνου δεν φανερώνει παρά την επιμονή μου να κατανοήσω τις αλλαγές που υφίσταται ένα οικοδόμημα που τα τελευταία χρόνια μοιάζει να τρίζει συθέμελα. Είναι η εποχή που οι βεβαιότητες του παρελθόντος κλονίζονται, η ανομία και το χάος είναι διαρκώς παρόντα και ο κυρίαρχος κανόνας μοιάζει να είναι ότι δεν τηρείται κανένας κανόνας. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι αποτελεί ένα ιδανικό σκηνικό για την ανάπτυξη μιας αστυνομικής ιστορίας.Η Αστυνομική Λογοτεχνία είναι ένα δημοφιλές και αγαπημένο είδος στο αναγνωστικό κοινό παγκοσμίως. Γιατί οι αναγνώστες αρέσκονται στο να διαβάζουν μανιωδώς αυτού του είδους τα μυθιστορήματα, κατά τη γνώμη σας; Αρκετές δολοφονίες και περιστατικά βία δεν διαβάζουμε στην καθημερινή ειδησεογραφία;Θεωρώ ότι η αστυνομική λογοτεχνία είναι η αφήγηση που φωτίζει όσα αποφεύγουμε να δούμε σε βάθος στην καθημερινότητά μας. Η ειδησεογραφική κάλυψη των θεμάτων και η ταχύτητα με την οποία εναλλάσσονται συχνά μας αφήνουν αμήχανους και γεμάτους απορίες και αυτά τα ερωτήματα είναι που συνήθως αναζητούν απαντήσεις σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.Συχνά αμφισβητείται η βαρύτητα μιας αστυνομικής αφήγησης και για πολλά χρόνια τη θεωρούσαν ένα ελαφρό ανάγνωσμα. Ανήκω σε όσους πιστεύουν ότι η εξέλιξη αυτού του είδους τα τελευταία χρόνια καταφέρνει να καθρεφτίσει τις κοινωνικές, ψυχολογικές ή ακόμη και φιλοσοφικές προεκτάσεις μιας ιστορίας με τρόπο άμεσο, γεγονός που την καθιστά δημοφιλή κατά την άποψή μου στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό.«Πόσο πιθανό είναι να δολοφονήσεις κάποιον, αντί να τον φιλήσεις; αναρωτήθηκε ο Αστυνόμος Χάρης Κόκκινος», επιτρέψτε μου να σας θέσω, με τη σειρά μου, το ερώτημα που περιέχεται μέσα στο βιβλίο...Αν δεν πίστευα ότι είναι εξαιρετικά πιθανό δεν θα έγραφα αστυνομική λογοτεχνία. Θεωρώ ότι εν δυνάμει είμαστε όλοι θύτες και θύματα κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Και είναι ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο, να βρεθούμε στη μία ή στην άλλη θέση που δοκιμάζονται διαβάζοντας ή γράφοντας ένα αστυνομικό μυθιστόρημα.Ποια είναι η «συνταγή» που ακολουθείτε για τη συγγραφή ενός αστυνομικού βιβλίου;Η συνταγή μου, αν μπορώ να την αποκαλέσω έτσι, είναι ότι επιχειρώ να δημιουργήσω αυτό που θα έβρισκα ενδιαφέρον ως ανάγνωσμα. Επειδή δεν έχω από την αρχή στο μυαλό την πλήρη εξέλιξη της υπόθεσης είναι σαν να παίζω μια παρτίδα σκάκι ενάντια στον εαυτό μου από σελίδα σε σελίδα, από κεφάλαιο σε κεφάλαιο.Διαβάζετε ελληνική αστυνομική λογοτεχνία;Διαβάζω τόσο ελληνική, όσο και ξένη αστυνομική λογοτεχνία και νιώθω ότι στο μέλλον η ελληνική αστυνομική λογοτεχνία μπορεί να δώσει σημαντικά έργα, δεδομένου ότι οι συνθήκες στις οποίες ζούμε ως χώρα τα τελευταία χρόνια, συνθήκες αστάθειας, ανασφάλειας, ανομίας θα αποτελέσουν ενδεχομένως ένα πρόσφορο έδαφος για προβληματισμό και για ανάπτυξη αστυνομικών ιστοριών.Τι άλλο θα περιλαμβάνει λοιπόν Η Τριλογία της Αθήνας και πότε περιμένουμε τα επόμενα δυο βιβλία;Αυτό είναι επτασφράγιστο μυστικό, ένας γρίφος τον οποίο καλούμαι να λύσω αυτόν τον καιρό ετοιμάζοντας την δεύτερη ιστορία με πρωταγωνιστή τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.Όσον αφορά τον χρόνο, θεωρώ ότι τα αντανακλαστικά των Εκδόσεων Ίκαρος δεν θα δυσαρεστήσουν ακόμη και τους πιο ανυπόμονους αναγνώστες». Ο δεκάλογος ενός καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, από τη συγγραφέα Ευτυχία Γιαννάκη: Είναι σημαντικό να υπάρχει μια καθαρή κεντρική ιδέα που περιλαμβάνει την ουσία της υπόθεσης και τον λόγο για τον οποίο αξίζει να ειπωθεί ή να διαβαστεί η ιστορία. Οι χαρακτήρες, τόσο οι κύριοι όσο και οι δευτερεύοντες, πρέπει να είναι ολοκληρωμένοι, ώστε ο αναγνώστης να έχει την αίσθηση ότι πρόκειται για ανθρώπους που θα μπορούσε να συναντήσει γύρω του και όχι για κατασκευές ή για καρικατούρες. Η πλοκή πρέπει να είναι ενδιαφέρουσα και πειστική ως προς την εξέλιξή της. Ιδεωδώς θα πρέπει να είναι τόσο ενδιαφέρουσα ώστε ο αναγνώστης να μην μπορεί να αφήσει το βιβλίο από τα χέρια του. Η ατμόσφαιρα, το περιβάλλον, το σκηνικό πρέπει να δίνονται με τρόπο που καθιστά κατανοητές τις συνθήκες για την τέλεση του εγκλήματος και τη διαλεύκανση της υπόθεσης, ενισχύοντας την ανάπτυξη της ιστορίας. Οι μέθοδοι διαλεύκανσης της υπόθεσης πρέπει να είναι πειστικές και να αντέχουν στην κριτική ενός έξυπνου και εξοικειωμένου με τους αστυνομικούς γρίφους αναγνώστη. Οι κοινωνικές, ψυχολογικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις της ιστορίας πρέπει να δίνονται με εύληπτο τρόπο, χωρίς ο αναγνώστης να έχει την αίσθηση ότι καθυστερεί η δράση. Η ισορροπία ελαφρότητας και βάρους στην αφήγηση, ακόμη και το χιούμορ μπροστά στο αποτρόπαιο, μπορούν να φωτίσουν μια αστυνομική ιστορία με ιδιαίτερο τρόπο και κατά την άποψή μου πρέπει να επιδιώκεται. Η λύση καλό είναι να μην έρχεται από σύμπτωση ή από έναν από μηχανής θεό, ενώ τα κίνητρα πρέπει να αιτιολογούνται σε βάθος Πρέπει να δοκιμάζεται ο τρόπος σκέψης και η ηθική του αναγνώστη, καλούμενος ο ίδιος να δώσει απαντήσεις σε σύνθετα ζητήματα ή προβληματισμούς. Κλείνοντας το βιβλίο ο αναγνώστης πρέπει να έχει την αίσθηση ότι θα ήθελε να διαβάσει ένα ακόμη βιβλίο από τον ίδιο συγγραφέα. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΟ νόστος της χαμένης παιδικής ηλικίας· συνέντευξη του Αλεχάντρο Σάμπρα στην Καθημερινή.
Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου Τρόποι να γυρίζεις σπίτι του Αλεχάντρο Σάμπρα, η Μαριαλένα Σπυροπούλου συνομίλησε με τον Χιλιανό συγγραφέα σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη για την εφημερίδα Καθημερινή, η οποία δημοσιεύθηκε στις 18 Ιουνίου στο ένθετο Τέχνες και Γράμματα. «Μια φορά χάθηκα, θα ήμουν πέντε ή έξι χρόνων», γράφει ο Χιλιανός λογοτέχνης, ποιητής και θεωρητικός της λογοτεχνίας Alejandro Zambra στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του Τρόποι να γυρίζεις σπίτι, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη. Ο Σάμπρα, ο οποίος είναι γνωστός στα ελληνικά γράμματα από το πρώτο του βιβλίο Μπονσάι, με αυτό το συγκινητικό άμεσο, πρωτοπρόσωπο μυθιστόρημα κατορθώνει να παρασύρει τον αναγνώστη σε δύο επίπεδα αφήγησης: το πρώτο περιγράφει τη δυσκολία του ήρωα να γίνει πρωταγωνιστής στη ζωή του· το δεύτερο υπογραμμίζει υπόγεια τη θλίψη που νιώθει ο άνθρωπος όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να επιστρέψει σε ό,τι τελικά χάθηκε για πάντα. – Στο τελευταίο σας βιβλίο ένας σεισμός, πραγματικός και συμβολικός, ταρακουνά τη μνήμη του ήρωα. Ποιοι είναι οι εσωτερικοί και συναισθηματικοί «σεισμοί» που χρειάζεται ένας ενήλικος προκειμένου «να επιστρέψει σπίτι»;– Μεγαλώσαμε με την ιδέα του σεισμού. Η γιαγιά μου μας αφηγούνταν για να αποκοιμηθούμε ιστορίες από τους ανθρώπους που πέθαναν στον μεγάλο σεισμό του 1939. Όταν το 1985 ξανασυνέβη, σκέφτηκα «αυτό λοιπόν είναι ο σεισμός». Έχω την αίσθηση πως οι σεισμοί στιγματίζουν την ευαισθησία σου με πολλούς τρόπους. Έρχεσαι σε επαφή με το αίσθημα ότι όλα μπορούν αίφνης να καταστραφούν· αυτό κάνει τη διαφορά στη ζωή σου. Και σου δημιουργεί το αίσθημα της ευθραυστότητας. Έκτοτε δεν μπορώ να φανταστώ τον κόσμο σαν άφθαρτο.– Πώς ήταν η παιδική σας ηλικία; Είναι αυτοβιογραφικό το βιβλίο; – Νομίζω ότι όλα τα βιβλία είναι αυτοβιογραφικά, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Δεν έχει όμως και τόση σημασία εάν αυτά συνέβησαν σε μένα, παρ’ όλα αυτά. Το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι είναι το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψα στο πρώτο πρόσωπο. Είχα την ανάγκη να ανακαλύψω τι ακριβώς είναι αυτό το «εγώ», περί τίνος πρόκειται, τελικά όμως είναι ένα «εμείς» πιο πολύ από ό,τι ένα «εγώ». Ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε με την προσπάθεια να κατανοήσει τη διαφορά ανάμεσα στο να ζει στη σιωπή ή να της επιβάλλουν τη σιωπή. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτό το μυθιστόρημα αντιπροσωπεύει ολόκληρη τη γενιά, δεν θα το έλεγα ποτέ, παρ’ όλα αυτά ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα με το οποίο καταπιάνεται το βιβλίο είναι η νομιμότητα της μνήμης. Ποιον εκπροσωπείς όταν προσπαθείς να δημιουργήσεις τη δική σου εκδοχή του παρελθόντος. Στο όνομα ποιων μιλάς, ακόμα και όταν μιλάς μόνο για σένα. Δεν είμαι σίγουρος εάν έζησα μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, αλλά στα σίγουρα δεν ήμουν δυστυχής. Και μεγάλωνα κατά τη διάρκεια των πιο απαίσιων χρόνων της εθνικής ιστορίας μας. Ενώ εγώ ήμουν περισσότερο ή λιγότερο ελεύθερος, εκατοντάδες συμπατριώτες μου δολοφονούνταν, βασανίζονταν και η Χιλή παραδόθηκε στην πιο άγρια μορφή καπιταλισμού. Αυτή η συνειδητοποίηση, η οποία ήρθε στην εφηβεία μου, άλλαξε το σχήμα των αναμνήσεών μου. Mε άλλα λόγια, ξαφνικά όλες μου οι αναμνήσεις έγιναν πικρές. Και μόνο το γεγονός της μνήμης έγινε πικρό. Η ένταση της ποίησης – Είστε επίσης ποιητής και καθηγητής. Η γιαγιά σας «σκάρωνε» στιχάκια. Έχετε όμως γράψει ότι νιώθετε άβολα για την ποιητική φύση σας.– Αγαπώ τις λέξεις από μικρό παιδί. Αγαπούσα την αφήγηση επίσης, αλλά νομίζω ότι ανακάλυπτα σιγά σιγά ιστορίες που ήθελα να αφηγηθώ. Δεν είμαι ο τύπος τού «θα σας πω μια ιστορία». Δεν πιστεύω άλλωστε στις θεματικές. Με αυτή την έννοια προχωρούσα σαν ποιητής. Από την άλλη, δεν είμαι βέβαιος για το εάν υπάρχουν όρια ανάμεσα στην πεζογραφία και στην ποίηση και ποια είναι αυτά. – Γιατί θεωρείτε την ποίηση πιο σημαντική από τη μυθοπλασία;– Αυτό είναι καθαρά θέμα έντασης. Η ποίηση με αφορούσε περισσότερο ως αναγνώστη, βεβαίως. Και όταν ήμουν είκοσι χρόνων, το να γράφω μυθιστορήματα φάνταζε βαρετό... πολλές ώρες μπροστά στον υπολογιστή...– Είπατε κάποτε ότι ψάχνετε πάντοτε για εκείνη τη στιγμή που δεν θα είστε σίγουρος γι’ αυτό που κάνετε... – Πιστεύω ακράδαντα σε αυτό. Δεν αντιμετωπίζω τη γραφή σαν μια υπόθεση που εγώ θα πω κάτι που ήδη ξέρει ο άλλος. Όταν γράφεις μπορεί να διαθέτεις μερικές ιδέες, αλλά όσο προχωράει το γράψιμο, χάνεις τον έλεγχο. Μου αρέσει η στιγμή που πιάνω τον εαυτό μου να μην ξέρει τι κάνει, αλλά από την άλλη ξέρω ότι κάτι κάνω. Ξεκινώ με μια εικόνα και προσπαθώ να την προχωρήσω σαν ένα μικρό γλυπτό. Υπάρχει ήδη κάτι εκεί, και το δουλεύεις μέχρι να το ανακαλύψεις.– Βρίσκετε δυσκολία στο να γράψετε ή να τελειώσετε ένα βιβλίο; Έχετε πει ότι τα βιβλία γεννιούνται μόλις σε ξεπεράσουν. – Δεν θα το ονόμαζα μόνο δυσκολία. Υπάρχουν βέβαια και πολλές ευχάριστες, καλές στιγμές επίσης. Ακόμη και όταν γράφεις για επώδυνα πράγματα, βιώνεις την αίσθηση της πληρότητας ή την ψευδαίσθησή της. Δεν είναι πάντα ευχάριστο με συνειδητό τρόπο. Είναι δύσκολο για μένα να αποδεχτώ ότι τέλειωσε ένα βιβλίο. Ο Ισπανός εκδότης μου, Jorge Herralde, με κοροϊδεύει, γιατί είμαι πολύ καλός στις αλλαγές της τελευταίας στιγμής. Αλλά μόλις το βιβλίο εκδοθεί, το ξεχνώ και πάω παρακάτω.Η Χιλή του Πινοσέτ– Μεγαλώσατε τον καιρό της δικτατορίας της Χιλής. Περιγράφετε το αίσθημα του δευτερεύοντος ρόλου στη σκηνή της ίδιας της ζωής σας. Πώς είναι η ζωή σας σήμερα;– Μας πήρε πολύ καιρό να νιώσουμε πρωταγωνιστές της ζωής μας. Μεγαλώσαμε με γονείς που διεκδικούσαν ολοσχερώς την εμπειρία και τη νομιμότητα της Ιστορίας. Αυτό είναι δύσκολο να το αντιμετωπίσεις. Αλλά τώρα είμαστε εμείς οι γονείς. Και με ενδιαφέρει η μετάβαση. Αυτό ακριβώς πραγματεύονται το μυθιστόρημα The private lives of trees και η ποιητική συλλογή Facsimile/Multiple Choice. Επιμένω στην εναλλαγή, στη μετακύλιση από τον ενικό στον πληθυντικό. Όλα εκεί βρίσκονται σε αυτή την ταλάντευση.– Γράφετε για τη μνήμη. Τη μνήμη της γενιάς σας. Ποιο είναι το ειδικό ψυχολογικό και πολιτικό πλαίσιο αυτής της γενιάς; – Αυτές είναι οι ερωτήσεις που κάνω στον εαυτό μου, και μπορώ να τις απαντήσω μόνο με το να γράψω ένα μυθιστόρημα! Θεωρώ ότι το Τρόποι να γυρίζεις σπίτι είναι ένα μυθιστόρημα για τη διαχείριση του παρελθόντος, ποικιλοτρόπως. Δεν είναι μόνο το ζήτημα να «σκοτώσεις τον πατέρα». Κυρίως αφορά στο ότι δεν είσαι πια 20 χρόνων και έχεις «σκοτώσει» και τον πατέρα πολλά χρόνια πριν και ανακαλύπτεις ότι θέλεις να τον αναστήσεις και αυτό δεν είναι εφικτό. Θέλεις να γυρίσεις σπίτι σου και δεν ξέρεις πού είναι το σπίτι σου.– Κάθε μυθιστόρημα είναι ένα γράμμα στον κόσμο. Τι είδους γράμμα στείλατε; – Δεν έχω ιδέα... Να κατορθώσεις να μεταφραστείς είναι κάτι που με συναρπάζει. Νιώθω πάντως ότι έστειλα ένα γράμμα. Το να γράφει κάποιος είναι η ικανότητα να μοιράζεσαι και να χάνεις. Αγαπώ το ποίημα της Έμιλι Ντίκινσον: «Αυτό είναι το γράμμα μου στον κόσμο, που ποτέ δεν μου έγραψε...» αλλά τελικά εγώ δεν μπορώ παρά να δω πόσο τυχερός είμαι. Έχω την επαφή με τόσους ανθρώπους, και διαβάζω όλα αυτά που μου γράφουν οι αναγνώστες και νιώθω σε όλους αυτούς αφοσιωμένος.Λάτρης του έργου Ελλήνων ποιητών – Μοιραζόμαστε ένα παρελθόν με τη Χιλή εμείς οι Έλληνες σε σχέση με την ποίηση. Είχαμε και εμείς δικτατορία, φυσικά άλλου μεγέθους, αλλά αντιμετωπίσαμε και αντιμετωπίζουμε προβλήματα με τις μεταβάσεις. Καθώς διάβαζα το μυθιστόρημά σας, είχα αδιόρατο το αίσθημα μιας κοινής ψυχολογικής ατμόσφαιρας που διαπνέει και τις οικογένειες, όπως και το ζήτημα του σεισμού. Είναι κάτι που το έχετε σκεφτεί; – Είμαι λάτρης της αρχαίας ελληνικής πραγματείας και αγαπώ πολύ τη σύγχρονη ελληνική ποίηση, που γνωρίζω καλά. Σπούδασα με τον Miguel Castillo Didier, έναν σπουδαίο δάσκαλο, που είναι μάλλον ο μεγαλύτερος μεταφραστής του Καβάφη. Έχει επίσης μεταφράσει Σεφέρη, Ρίτσο, Ελύτη και Καζαντζάκη. Γνωρίζω σε βάθος αυτά τα έργα στην ισπανική μετάφραση και τα λατρεύω. Το Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον του Καβάφη είναι ένα από τα αγαπημένα μου ποιήματα. Όταν ήμουν 21 ετών έγραψα σε ένα αφιέρωμα για τον Καβάφη μια δική μου εκδοχή αυτού του ποιήματος. Ο Castillo Didier ζήτησε από νέους ποιητές να συμμετάσχουμε και του έγραψα κάτι και το μετέφρασε ο ίδιος. Δεν ξέρω τι απέγινε εκείνο το ποίημα, αλλά τώρα που το σκέφτομαι, η πρώτη γλώσσα που μεταφράστηκε ποτέ κάτι δικό μου είναι η ελληνική. Δεν συγκρίνω τις δύο εθνικές ιστορίες, αν και πιστεύω, δυστυχώς, ότι έχουμε κοινά και λόγω της πολιτικής βίας που έχουμε βιώσει. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΣυνέντευξη του Αλέξανδρου Αδαμόπουλου στο Ert.gr με αφορμή το θεατρικό έργο «οχιναιλέγοντας».
Ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος μετά την επιτυχία του έργου Σιμιγδαλένιος, που ανέβηκε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου για επτά μήνες, και με αφορμή το νέο του θεατρικό έργο οχιναιλέγοντας, παραχώρησε μια εφόλης της ύλης συνέντευξη στη Δώρα Χειράκη του Ert.gr, στην οποία μεταξύ άλλων περιγράφει την έκδοση του βιβλίου στο εξωτερικό καθώς και την ιστορία πίσω από τον πρωτότυπο τίτλο του. Μετά τον ξακουστό Σιμιγδαλένιο, που παίχτηκε επί εφτά μήνες στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, ο Αλέξανδρος Αδαμόπουλος παρουσιάζει το νέο του θεατρικό έργο με τίτλο οχιναιλέγοντας, το οποίο κυκλοφορεί ήδη μεταφρασμένο στα τουρκικά και στα αγγλικά.Ο συγγραφέας-μεταφραστής αφηγείται με τον δικό του ποιητικό, ονειρικό τρόπο τις κρυφές πτυχές της ολοκαίνουργιας ιστορίας του ―η οποία ενώ βαστάει αιώνες τώρα, παραμένει επίκαιρη―, αποκαλύπτει από πού προέκυψε ο πρωτότυπος τίτλος του έργου του και μας ταξιδεύει σε μαγικές παραμυθοϊστορίες που κρατούν από τον Μεσαίωνα έως σήμερα.-Κύριε Αδαμόπουλε, το οχιναιλέγοντας έρχεται είκοσι χρόνια μετά τον Σιμιγδαλένιο. Πέρα από τις τεράστιες διαφορές τους, έχουν ένα κοινό σημείο· είναι κι αυτό γραμμένο ποιητικά. Γιατί;Αν και δεν θεωρώ τον εαυτό μου ποιητή, ο ποιητικός λόγος ήρθε και μου επιβλήθηκε μόνος του, εντελώς φυσικά και στα δύο έργα, που ασχολούνται με κάτι τόσο γενικό, αρχετυπικό, όπως η αγάπη· οι ανθρώπινες σχέσεις αν προτιμάτε. Αν θεωρήσουμε πως η λογοτεχνία καταπιάνεται με απλά γεγονότα που όμως τα κάνει να παραμένουν πάντα επίκαιρα, η ποιητική γλώσσα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κάνει την κάθε λέξη να ηχεί πιο σωστά· τη φωτίζει περισσότερο, δίνοντας ειδικό βάρος και στην παραμικρή συλλαβή ακόμα, στην κάθε ανάσα, στην κάθε παύση. Η ποίηση είναι η πιο συμπυκνωμένη μορφή γραφής και μεταφέρει μεγαλύτερο φορτίο ενέργειας στον αναγνώστη-θεατή, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.-Ισχύει αυτό και στο θέατρο;Για το συγκεκριμένο είδος νομίζω πως ναι· θα ’λεγα κατ’ εξοχήν ναι. Η πείρα του Σιμιγδαλένιου με δίδαξε: Στις ογδόντα σχεδόν εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους παραγωγές του, είκοσι πέντε χρόνια τώρα, δεν βρέθηκε ποτέ ούτε ένας -θεατής, σκηνοθέτης, μουσικός, χορογράφος, κριτικός, ηθοποιός- που να παραξενευτεί και να με ρωτήσει γιατί είναι γραμμένος ποιητικά. Για μένα μετράει πολύ η ακρίβεια· με την έννοια πως πασκίζω να γράψω ακριβώς αυτό που εννοώ· όσο γίνεται πιο λιτά και με τη μεγαλύτερη δυνατή διαύγεια. Μέσα απ’ αυτό το πρίσμα, ο ποιητικός λόγος -και μάλιστα ο απόλυτα μετρημένος, μ’ όλους τους δυνατούς ρυθμούς και με ομοιοκαταληξίες- είναι μονόδρομος. Οι στίχοι είναι φτιαγμένοι έτσι ώστε να ’χουν καθένας τη δική του μουσική, να γελούν, να διστάζουν, να τρέχουν, να λαχανιάζουν, να κλαίνε· να κυλούν αβίαστα. Κι έχει αρέσει αυτό σε σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου. Ο Σιμιγδαλένιος, αν δεν ήταν γραμμένος ποιητικά, θα ήταν μια δασκαλίστικη ιστοριούλα και το οχιναιλέγοντας ένα παλιομοδίτικο μελό· ενώ δεν είναι έτσι.-Από πού αντλήσατε έμπνευση για τον ιδιαίτερο τίτλο που δώσατε στο βιβλίο σας;Από έναν αδέσποτο παλιό δικό μου στίχο· «οχιναιλέγοντας φριχτά μ’ απέραντη ευκολία…». Τον έγραφα μηχανικά σε λευκές κόλλες χαρτί. Τον έγραφα διαβάζοντας εφημερίδα, λύνοντας σταυρόλεξα. Τον έλεγα συχνά και στη Μαργαρίτα Καραπάνου όταν έγραφε το «ΝΑΙ»· θέλοντας να της δείξω πως δεν λέει ποτέ της «ναι» αλλά οχιναιλέγει πάντα.-Δηλαδή, πώς θα περιγράφατε με δύο λόγια το έργο σας;Αυτό είναι πολύ απλό: Ήταν ένας και ήταν μία…-Σύγχρονα πράγματα, που τα τοποθετείτε όμως σε παλιά εποχή…-Ναι· γιατί όχι; Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν· ήταν ένας και ήταν μία… Με βολεύει, μ’ αρέσει. Ζω πολύ έντονα μέσα στην εποχή μας και στα θλιβερά προβλήματα που φυτρώνουν σαν μανιτάρια κάθε μέρα παντού, στην τόσο άνετη κι ελεύθερη κι ευαίσθητη και δημοκρατική μας κοινωνία, που μ’ αρέσει κάποιες στιγμές ―χωρίς ν’ αρνιέμαι διόλου την πραγματικότητα― ν’ αποτραβιέμαι για να πω πράγματα εντελώς σύγχρονα, σαν να μη συμβαίνουν στον παρόντα χρόνο. Ίσως κάνω το αντίθετο από κάποιες τωρινές προσεγγίσεις. Αντί να βάλω, λ.χ., τον Ορέστη να μιλά στο κινητό του με τον Πυλάδη, προτιμώ να δείξω μια κοπελιά να κλαίει και να σπαράζει για τη συνειδητοποίησή της μέσα σ’ ένα ερημικό χάνι κάτω απ’ το φως των δαυλών, παρά να φεύγει ατσαλάκωτη απ’ το ντιβάνι ενός ψυχαναλυτή. Πιστεύω πως είναι πιο λυτρωτικό· και για την ίδια και για τους θεατές.-Τώρα, όμως, μέσα στην περίοδο της κρίσης;-Ίσα-ίσα… Είπαμε· η λογοτεχνία είναι ειδήσεις που παραμένουν πάντα ειδήσεις. Προφανώς όλη η χώρα σέρνεται, στενάζει κι αγκομαχάει επικίνδυνα. Ζούμε στην κόψη του ξυραφιού κι έγινε ο βίος μας αβίωτος. Κανείς όμως, όταν πάρει στα χέρια του να διαβάσει ένα βιβλίο, ή όταν έρθει στο θέατρο, δεν περιμένει από μένα να του πω αν είναι βιώσιμο ή όχι το δημόσιο χρέος ή να του πω πού θα βρει δουλειά. Έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Δεν χρειάζεται, επειδή έχουμε δημόσιο λόγο, να παριστάνουμε τους σοφούς τσαλαβουτώντας σε πράγματα που αγνοούμε. Ο καθένας όμως, ακόμα και μέσα στη μεγαλύτερη καταστροφή, ψάχνει μια χαραμάδα, γυρεύει λίγο φως· θέλει κάτι ζωντανό και ζεστό δίπλα του. Καθένας νιώθει την ανάγκη κάποια στιγμή να βρει κάτι ατόφιο, αληθινό. Να κοιτάξει ίσως μια στάλα μέσα του, να δει τι περίπου γίνεται, τι πάει στραβά με τον εαυτό του. Αν καταφέρεις, έστω και για λίγο, ν’ αγγίξεις στ’ αλήθεια την ψυχή του άλλου, δεν είναι διόλου αμελητέο.-Και ο Χορός που χρησιμοποιείτε, δεν είναι αναχρονισμός;-Κάθε άλλο· γιατί; Μου χρειαζόταν μια κοινή συνισταμένη· μια φωνή λαού ας πούμε, που να λέει πράματα που θα μπορούσαμε να τα σκεφτούμε όλοι, χωρίς καμιά σοβαροφάνεια. Ο Χορός των Φρουρών του Έρωτα δεν είναι κάποια ομάδα γερόντων με χλαμύδες και ψεύτικα γένια ως τον αφαλό που ψέλνει διάφορα χορικά που δεν καταλαβαίνει κανείς. Είναι μια τρομερά ζωντανή ομάδα μισόγυμνων νεαρών, με νταούλια, με τσαμπούνες, με ροκάνες, με κουδούνες, με ντέφια και ζουρνάδες, που μετέχει οργανικά σε όλη τη διάρκεια του έργου και συντελεί καθοριστικά και με απέραντο κέφι, στο διονυσιακό του φινάλε. Είναι απόλυτα δεμένος έτσι με το έργο ο Χορός. Στο κάτω-κάτω, δεν τον επινόησα εγώ εγκεφαλικά· εκεί ήταν από την αρχή και μου ’κανε παρέα. Γιατί όχι, λοιπόν;-Το οχιναιλέγοντας θα μπορούσε ν’ ανέβει σε μια ξένη σκηνή, ιδιαίτερα στην Τουρκία;Κοιτάξτε, η αγγλική μετάφραση άρεσε σ’ όλους τους Άγγλους που τη διάβασαν. Τώρα, για την Τουρκία, δεν ξέρω· τι να πω; Το ότι μετέφρασαν στη γλώσσα τους το οχιναιλέγοντας και το εκδώσανε εκεί, κάτι σημαίνει. Το ότι με κάλεσαν να το διδάξω ―στην αγγλική του μετάφραση― στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου, επίσης κάτι λέει. Το θέμα πάντως του έργου κι ο τρόπος που είναι γραμμένο σίγουρα δεν έχει σύνορα. Το μόνο που με προβληματίζει, όσο κι αν με γαργαλάει μέσα μου, είναι μήπως ανέβει πρώτα σε κάποια ξένη σκηνή χωρίς να έχει ανέβει εδώ.-Υπάρχει τέτοια περίπτωση;Ενδεχομένως. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, πως και ο Σιμιγδαλένιος πρώτα ανέβηκε στο Κρατικό ―Şehir Tiyatro― της Τουρκίας και μετά ανέβηκε στο δικό μας Εθνικό.-Και πώς θα βλέπατε εδώ το ανέβασμα του οχιναιλέγοντας;Πριν απ’ όλα μ’ αρέσει που είναι γραμμένο έτσι ώστε να μπορεί να το δει κάθε αναγνώστης, διαβάζοντάς το μόνος του.-Εννοείτε, δηλαδή, ως βιβλίο;Ακριβώς· ως βιβλίο. Ως αυθύπαρκτο λογοτεχνικό κείμενο που μπορεί να το διαβάσει καθένας σπίτι του. Από κει και πέρα, οραματίζομαι μια σύγχρονη, πολύ ζωντανή παράσταση, που να ’ναι φευγάτη, ονειρική και να πατάει πολύ γερά στο χώμα. Ξέφρενη, όμως, δίχως όρια. Το φαντάζομαι όχι σε μικρό κλειστό θέατρο, μα σε πιο μεγάλους χώρους ή και σε ανοιχτά θέατρα. Σφιχτά δεμένο με ήχους και με μουσική· μουσική που όμως να υπηρετεί πάντα τον Λόγο. Δίχως πλατειασμούς που τραβούν απ’ τα μαλλιά τον χρόνο. Με νεύρο, με παλμό, με κίνηση άψογα μετρημένη. Με γρήγορους ρυθμούς, που δεν φοβούνται όμως καθόλου τις παύσεις, ούτε τη σιωπή. Μισόφωτα, σκιές, όχι έντονα χρώματα κι έκφραση. Αληθινή έκφραση· όχι επίδειξη, ούτε γκριμάτσες. Ένα έργο συνόλου, όπου τα δίνουν όλοι όλα. Μες απ’ τις συνεχείς ανατροπές, ένα διαρκές crescendo αισθημάτων, ήχου, δράσης, που κορυφώνεται στο φινάλε, το οποίο χρειάζεται κούρντισμα και ακρίβεια συμφωνικής ορχήστρας για να πετύχει· αλλιώς το έργο ακούγεται φάλτσο.-Εύχομαι να το δούμε σύντομα…Να ’στε καλά, ευχαριστώ· ως τότε, όμως, μπορεί καθείς να το διαβάσει μόνος του και να το δει όπως το θέλει ο ίδιος. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΑλέκος Παπαδάτος: Ο Λέανδρος θα μπορούσε να είναι ένας από εμάς"
Ο Αλέκος Παπαδάτος απαντά στην Αλεξάνδρα Παναγοπούλου του plusmag.gr σε μια συνέντευξη εφόλης της ύλης για το νέο Graphic novel ΔημοκρατίαΜε τον Αλέκο Παπαδάτο γνωριστήκαμε το 2014 όταν παρουσίασε την δουλειά του «Συναντήσεις» στην γκαλερί Cube στην Πάτρα. Τότε, όλοι τον ρωτούσαν για το Logicomix. Σήμερα όλοι τον ρωτούν για το νέο του graphic novel «Δημοκρατία», τον καρπό της συνεργασία του με τον Αβραάμ Κάουα και την Annie Di Donna. Και η «Δημοκρατία» στάθηκε η καλύτερη αιτία για να τα ξαναπούμε. Ο Αλέκος Παπαδάτος μας μιλά για την γέννηση και την εξέλιξη της ιδέας, τον χώρο των graphic novels στην Ελλάδα, τη δημοκρατία σήμερα αλλά και το πώς θα ήταν σε κόμικ η εποχή που ζούμε. Πώς προέκυψε η «Δημοκρατία»; Πώς γεννήθηκε η ιστορία; Υπήρχε η σκέψη και κάποιες συζητήσεις στο να γίνει ένα graphic novel με θέμα την πολιτική ιστορία με το που τελείωσε το Logicomix. Είχε αρχίσει να με «φαγουρίζει» η ιδέα να κάνουμε κάτι σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα που να μην είναι που ούτε κάτι «εκπαιδευτικό» ούτε εξυμνητικό της χλαμύδας, αλλά κάτι πιο ουσιαστικό. Κάποια στιγμή ήρθε η κόρη μου με μια εργασία στην οποία της είχε πει η δασκάλα να ψάξει κάποια ιστορικά, ονόματα αρχαίων Ελλήνων και μου έσκασε ο Κλεισθένης για τον οποίο τότε είχα μία πολύ νεφελώδη εικόνα γύρω από το πρόσωπό του. Το έψαξα και βρήκα τι έγραφαν τα διάφορα ιντερνετικά εγκυκλοπαιδικά σάιτ ότι ήταν ο θεμελιωτής της δημοκρατίας. Με εντυπωσίασε αυτό. Επειδή υπήρχε αυτή η προδιάθεση, άρχισα να το ψάχνω. Τελικά αποδείχθηκε πως αυτό το θέμα είναι άκρως ενδιαφέρον. Η εποχή του Κλεισθένη είναι πολύ σκοτεινή. Ξέρουμε πολλά περισσότερα για τον 5ο και τον 4ο αιώνα που είναι οι «χολυγουντιανοί» αιώνες της αρχαίας Ελλάδας, με Πλάτωνα, Σωκράτη, Πελοποννησιακό Πόλεμο, την Ακρόπολη κλπ, αλλά δεν ξέρουμε πώς φτάσαμε ως εκεί. Αυτό ήταν ένα ερώτημα. Να δούμε πώς φτάσαμε ως εκεί. Είναι το δεύτερο graphic novel που κυκλοφορεί μέσα σε λίγους μήνες με θέμα την ιστορία. Παλαιότερα δεν υπήρχε αυτή η τάση. Πώς την εξηγείς; Υπήρξε ένα ρεύμα δημιουργίας του λεγόμενου graphic novel που ξεκίνησε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 στο εξωτερικό και από όσο ξέρω, νομίζω ότι το πρώτο μεγάλο πράγμα που έγινε σε αυτό το τομέα, όσον αφορά τον όγκο σελίδων, ήταν το Mauss του Άρτ Σπίγκελμαν, το οποίο ήταν ιστορικό και μιλούσε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί. Ηταν ένα page turner. Μετά από μερικά χρόνια είχαμε τα V for Vendetta, Watchmen, Blankets κ.ά. που δημιούργησαν ένα ρεύμα και μπήκε σιγά-σιγά και στην Ελλάδα και μας ξεσήκωσε. Θελήσαμε να πούμε μια ιστορία πιο εκτεταμένη μέσα με το Logicomix, το οποίο ξύπνησε πολλούς από τον ύπνο του μικρού κόμικ που ήταν για τα παιδιά ή ήταν είναι για μεγάλους περιείχαν πορνό, βία, τρόμο. Άρχισαν όλοι να σκέφτονται όπως και ο Soloup να πουν ιστορίες που να μην είναι φανταστικές. Ολοι αυτοί βασίστηκαν σε αυτό το ρεύμα. Και πριν από το Soloup υπήρξε ο Νίκος Παγώνης που έφτιαξε ένα βιβλίο για την Άλωση της Πόλης. Μετά ήρθε το Logicomix, το Αϊβαλί και τώρα η Δημοκρατία. Τώρα «ψήνονται» πολλά. Οι κομιξάδες της νέας γενιάς έχουν πάρει φωτιά και έχουν αρχίσει να δουλεύουν πολλοί. Υπάρχει μια σκηνή.Πώς βλέπεις να εξελίσσεται η σκηνή κόμικς στην Ελλάδα; Εμείς στην Ελλάδα έχουμε μία κουλτούρα που δεν βοηθάει πολύ την αφηγηματική εικονογράφηση. Εχουμε το βυζαντινό παρελθόν, μία χώρα που δεν έζησε την Αναγέννηση όπως οι άλλοι στο δυτικό κομμάτι της Ευρώπης. Δεν έχουμε για παράδειγμα σχολές εικονογράφησης όπως υπάρχουν αλλού, όπως π.χ. Αγγλία, Γαλλία κλπ. Εδώ υπάρχει μόνο η σχολή Ορνεράκη. Δυστυχώς εδώ η μόνη μας παράδοση και πολύ καλή βέβαια, είναι η πολιτική γελοιογραφία. Το graphic novel είναι κάτι που κρατάει πολλά χρόνια, σου βγάζει το λάδι για να το φτιάξεις, θέλει χρήματα. Πρέπει να πάρεις πολύ σοβαρά το θέμα σου γιατί για να το εκδώσει ένας εκδότης πρέπει να τον ενδιαφέρει, δεν μπορείς να κάνεις ό,τι να ‘ναι. Είναι πιο δύσκολο να φτιάξεις ένα graphic novel παρά να γράψεις ένα μυθιστόρημα που βλέπουμε να τα αδειάζουν με φορτηγά κάθε μέρα.. Σε διεθνές επίπεδο αν πάει κανείς στο Amazon θα καταλάβεις πως φορτηγά κάθε μέρα αδειάζουν graphic novels!Η ιστορία πώς λειτουργία ως κόμικ; Δεν υπάρχουν πολλά graphic novels που να αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα με ευρεία σημασία, τα οποία θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν ακόμα και ανθρώπους που δεν διαβάζουν κόμικς. Το να αναπαριστάς με σκίτσο τα ιστορικά γεγονότα του δίνεις μια ζωντάνια γιατί στο σχολείο η ιστορία μας φαινόταν λίγο «ξερή». Συνήθως πρέπει να είναι ένα θέμα που περνάει τα σύνορα. Οπότε οι επιλογές για τα ιστορικά graphic novel δεν είναι τόσο πολλές… Πόσο δύσκολο ήταν να βρεθεί η χρυσή τομή ώστε να αφηγηθείς τα ιστορικά γεγονότα αλλά να μην είναι δασκαλίστικο. Βρήκαμε ένα «κόλπο» για να το καταφέρουμε αυτό. Και εφαρμόσαμε την τεχνική που είναι γνωστή σε όσους γράφουν, να πεις την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός φανταστικού προσώπου που ζούσε εκείνη την εποχή. Οπότε κατά κάποιο τρόπο τις αμφιβολίες μας οι οποίες προέρχονται και από «τρύπες» που υπάρχουν στις πηγές, καθώς δεν υπάρχουν πολλές πηγές για αυτή την περίοδο, τα ερωτηματικά μας τα σχόλιά μας τα περάσαμε μέσα από τον λόγο αυτού του ανθρώπου. Είναι ένας επινοημένος χαρακτήρας που ζει τα νιάτα του σε αυτή την ταραγμένη περίοδο και κατά κάποιο τρόπο μας επέτρεψε να δείξουμε πως, όπως και σήμερα έτσι και τότε οι άνθρωποι βρισκόντουσαν μπροστά σε ένα τσουνάμι αλλαγών στην πολιτική και στην κοινωνική κατάσταση των κοινωνιών που ζούσαν, χωρίς αυτοί να μπορούν να κάνουν κάτι για αυτό. Πήγε τελείως στην άκρη το να πούμε «αυτή είναι η ιστορία του Κλεισθένη, έτσι έκανε τις μεταρρυθμίσεις, τέλος» και να είναι σαν σχολικό βιβλίο. Θέλαμε ν μπορεί να μεταδίδει γνώση αλλά όχι με έναν τύπο μετάδοσης που θυμίζει σχολείο. Θέλαμε να μεταδίδει καλλιέργεια και αν θέλει κάποιος να το ψάξει να το ψάξει μετά. Μιας και μιλάμε για την Δημοκρατία, σήμερα έχουμε δημοκρατία;Ναι έχουμε, ένα είδος δημοκρατίας, απλά αυτό που έχουμε σήμερα σε σχέση με αυτό που αφηγείται το βιβλίο. Το βιβλίο αφηγείται τα πρώτα «τεχνικά» βήματα που έκανε η δημοκρατία σαν σύστημα. Από την άλλη αυτό που μας λείπει αυτή τη στιγμή σήμερα σε σχέση με εκείνη την εποχή είναι η πνευματική αντιπροσώπευση των πολιτών, μιας και οι αντιπρόσωποι που επιλέγουμε για να μας εκπροσωπήσουν στο νομοθετικό Σώμα συνήθως κοιτάνε μόνο το συμφέρον τους και μας χρησιμοποιούν μόνο ως εργαλεία για να σκαρφαλώσουν στην εξουσία ενώ τότε δεν υπήρχε σε τέτοιο βαθμό. Όμως σήμερα έχουμε κάτι που δεν έχουν εκείνοι τότε. Δεν υπήρχε θέμα ατομικών δικαιωμάτων. Όταν η πλειοψηφία της πόλεως αποφάσιζε να σου δημεύσει το σπίτι και να σε διώξει για 10 χρόνια από την πόλη, δεν υπήρχε περίπτωση να υπερασπιστείς τον εαυτό σου. Δεν υπήρχε κράτος δικαίου. Σήμερα υπάρχει. Εχει τα εργαλεία ο πολίτης για να το παλέψει. Οι γυναίκες μπορούν να ψηφίσουν, κάτι που έγινε στις αρχές του 20ού αιώνα μόλις, η δουλεία σταμάτησε να υπάρχει. Είναι ένα σύστημα που εξελίσσεται και βελτιώνεται, γίνεται όλο και πιο εκλεπτυσμένο και προσαρμόζεται στις καταστάσεις. Αν στην Ελλάδα και την Ευρώπη ζούμε μια στιγμή που η δημοκρατία μας παρουσιάζει κάποιες δυσάρεστες όψεις που έχουν να κάνουν με τον λαϊκισμό, τη διαφθορά, την αδιαφορία των πολιτών, να σκεφτούμε ότι αυτό το σύστημα ποτέ δεν πρόκειται να ισχύει τέλεια γιατί ποτέ δεν πρόκειται να είμαστε εμείς ευχαριστημένοι με τίποτα. Είναι κάτι καθ’ ομοίωσή μας και αυτή τη στιγμή περνάει μια φάση που μας μοιάζει πάρα πολύ στο πώς είμαστε σε ατομικό επίπεδο. Οπότε δεν μπορείς να πεις πως είμαστε καλύτερα ή χειρότερα από τότε απλά εξελίσσεται.Άρα είμαστε σε διαφορετική φάση της δημοκρατίας. Ναι. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, μετά τον Διαφωτισμό, μετά τα κινήματα του 20ού αιώνα… Και ελπίζω ίσως μελλοντικά να υπάρξει μια συνειδητοποίηση του οικολογικού προβλήματος, τα πράγματα να μπουν σε ένα επίπεδο άλλο και το σύστημα θα βαδίσει πάλι προς το καλύτερο. Σίγουρα όμως δεν πρόκειται να γίνει κανένα βήμα προς το καλύτερο, αν το σύστημα γίνει αυταρχικό αντί για δημοκρατικό.Υπάρχει κάποιο πιο σύγχρονο θέμα που θα ήθελες να εικονογραφήσεις, κάποια γεγονότα της νεότερης ιστορίας;Ναι βέβαια. Υπάρχουν ιδέες αυτή τη στιγμή για ένα ενδεχομένως μελλοντικό βιβλίο αυτού του είδους. Πάντως η ιστορία του 20ού αιώνα έχει πολύ ενδιαφέρον σε αυτό το επίπεδο. Καταλαβαίνοντας το παρελθόν συνειδητοποιείς καλύτερα το πού είσαι και πού πας. Με αυτή την έννοια με ενδιαφέρει να δω αν έχει κάτι να γίνει με την ιστορία του 20ού αιώνα, όχι βέβαια με τους πολέμους… Οι πόλεμοι είναι γεγονότα, έγιναν. Το θέμα είναι να δεις το γιατί έγιναν αυτά τα πράγματα. Το υπέδαφος είναι αυτό που φτιάχνει τα πάντα. Το φαινόμενο το είδαμε, το κάναμε το ένα το άλλο, κόμικ, βιβλίο. Ξέρουμε τα πάντα. Το θέμα οι άνθρωποι πώς πλοηγούνται μέσα στον χρόνο και γιατί γίνονται αυτά. Εχει σχέση με την οικονομία, την πολιτική; Είναι ένας προβληματισμός. Απλά τώρα διαβάζω. Θα ήθελα να κάνω κάτι που όπως και το Logicomix και η Δημοκρατία να μπορεί να ξεπερνά λίγο τα σύνορά μας και να αφορά και ανθρώπους που ζούνε σε διαφορετικές κουλτούρες απ’ τη δική μας, αλλά να μπορούνε να μπούνε στον πυρήνα αυτού του βιβλίου και του ίδιου τους του εαυτού παράλληλα, να αφορά και εκείνους. Αυτό έχει πολλές δυσκολίες και προβλήματα. Η σημερινή εποχή θα μπορούσε να γίνει graphic novel; Φυσικά. Αυτό που συμβαίνει με Ανατολική Μεσόγειο γενικότερα, στη Βόρεια Αφρική και στο κομμάτι της Ασίας που είναι κοντά μας και στη Μέση Ανατολή και μας επηρεάζει και εμάς και το πώς «χτυπάει» αυτό τη ζωή της Ευρώπης, έχει ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Βέβαια, τα δικά μας προβλήματα, τα απολύτως δικά μας, και τα οποία τα ξέρουμε πολύ καλύτερα λόγω του ότι καθημερινά παρακολουθούμε την επικαιρότητα, μπορεί κάποιος να πει ότι δείχνουν ότι οι Έλληνες είναι λίγο κλεισμένοι στον εαυτό τους, είναι λίγο «τοπικιστές». Η Ελλάδα είναι πολύ απομονωμένη σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Και αυτό με πειράζει και με πονάει, αλλά αν κάτσεις και σκεφτείς είναι ένα πολύ βαλκανικό χαρακτηριστικό γιατί αυτή τη στιγμή και οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι και άλλες χώρες των Βαλκανίων ζούνε τρώγοντας τις σάρκες τους. Ελπίζω κάποια στιγμή να φτάσουμε να επηρεάσουμε κάτι στο εξωτερικό. Αυτή τη στιγμή δεν επηρεάζουμε ούτε τη δική μας ζωή. Οι δε πολιτικοί ανακυκλώνουν την παρουσία τους αλλάζοντας ταμπέλες, ένας τη μια φορά είναι δεξιός, μετά αριστερός, μετά πάλι δεξιός και μετά κεντρώος. Αυτό με πονάει. Περνούν τα χρόνια και βλέπεις πως οι άνθρωποι που είναι στην εξουσία δεν έχουν σκοπό να αφήνουν να τους πάρουν το κομμάτι τους.Αυτό δεν συμβαίνει και σήμερα; Βλέπουμε πως αν και τα γεγονότα της «Δημοκρατίας» εξελίσσονται αιώνες πριν, υπάρχει μια αντιστοιχία όσον αφορά τους θεσμούς και τα γεγονότα με το σήμερα. Ναι! Και μάλιστα μπορεί να πει και κανείς πως αν δεν ανέβεις εκεί πάνω, να είσαι υποχρεωμένος να διοικήσεις, δεν μπορείς να καταλάβεις την προοπτική από την οποία βλέπουν αυτοί οι άνθρωποι τα πράγματα. Όπως επίσης δεν μπορείς να καταλάβεις σε τι βαθμό η ψυχή τους φθείρεται από την αλαζονεία της άσκησης εξουσίας, αν δεν το ζεις αυτό το πράγμα. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι φθείρονται ψυχολογικά απ’ αυτό που κάνουν. Εμείς που είμαστε από κάτω και παρακολουθούμε τα γεγονότα και απλώς ψηφίζουμε, έχουμε μία τελείως διαφορετική προοπτική της όλης κατάστασης απ’ ό,τι έχουν εκείνοι. Είναι δύο διαφορετικές πραγματικότητες που συμβαίνουν στο διηνεκές.Αν έπρεπε να φτιάξεις ένα κόμικ για το σήμερα πώς θα ήταν; Δεν νομίζω ότι διαφέρει πολύ απ’ αυτό που κάναμε με τη Δημοκρατία, γιατί ο Λέανδρος θα μπορούσε να είναι κάλλιστα ένας από εμάς. Είναι ένας τύπος που μεγαλώνει, ωριμάζει, το «εγώ» του ο τσαμπουκάς του σπάει με βία και μέσα από βίαιες καταστάσεις έρχεται σε μία επαφή με την πραγματικότητα που του εξασφαλίζει μία επίγνωση του τι γίνεται. Σιγά – σιγά καταλαβαίνει πως τα προβλήματα δεν είναι μόνο δικά του, αλλά συλλογικά. Δεδομένα του απίστευτου ατομικισμού που έχει μια μερίδα της κοινωνίας, θα έκανα το ίδιο σε ένα διαφορετικό κόντεξτ που θα ήταν ένα παιδί με τζιν και κουκούλα… Θα μπορούσε να είναι ο Φύσσας. Η ιστορία του Φύσσα είναι μια πολύ συγκινητική εικόνα, έχει δύναμη και μας αφορά όλους. Αυτό το παιδί δεν ήταν το παιδί κάποιου μεγαλοδικηγόρου από την Εκάλη, ο οποίος σπούδαζε στο Χάρβαρντ. Ένας νέος που μεγαλώνει στο σήμερα διεκδικώντας πράγματα θα ήταν μία αφηγηματική γραμμή πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί κάποιος. Αλεξάνδρα Παναγοπούλου