Νέα
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
Περισσότερα«Το τέλος ως νέα αρχή» | Συνέντευξη του Αχιλλέα ΙΙΙ στο ΒΗΜΑgazino
Ο βραβευμένος συγγραφέας επανέρχεται με τη νέα συλλογή ιστοριών του Τέλος πάντων, που φλερτάρει με την επιστημονική φαντασία αλλά και με την πραγματικότητα που ζούμε. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου και το ΒΗΜΑgazino.Ο Αχιλλέας ΙΙΙ κρατάει ένα μέρος της ταυτότητάς του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, άλλωστε μοιράζεται άπλετα με τον κόσμο τις καλλιτεχνικές του ιδιότητες. Είναι συγγραφέας, βραβευμένος μάλιστα με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος-Νουβέλας 2020 για τον Παραχαράκτη του (εκδόσεις Νεφέλη), μια συλλογή φωτογραφηγημάτων, διηγημάτων κάθε ένα από τα οποία συνδέεται με μια παλιά φωτογραφία. Είναι ένας ευφυής λεξιπλάστης, όπως μαρτυρά το βιβλίο-λεξικό Κομπλεξικό (2016, εκδ. Νεφέλη) και πλέον δημιουργός της ομώνυμης σελίδας στο Facebook όπου παραθέτει έξτρα σουρεαλιστικά λήμματα τα οποία περιγράφουν την εξωφρενική πραγματικότητα που ζούμε. Παράλληλα είναι και μουσικός, τραγουδάει και παίζει μπάσο στο συγκρότημα Bog Art, το οποίο τα μέλη του το χαρακτηρίζουν container rock (από το κοντέινερ που είχε παραχωρήσει ο Δήμος Λιοσίων στους σεισμόπληκτους και όπου έκαναν τις πρόβες τους το 2004). Διαθέτει δε το μεγαλύτερο ταλέντο όλων: το χιούμορ που διαπερνά τα κείμενα και φωτίζει ακόμα και τις πιο σκοτεινές, ερεβώδεις ανησυχίες. Οπως τον αφανισμό του κόσμου, τη βασική θεματική που ανατέμνει στο νέο του βιβλίο με τίτλο Τέλος Πάντων μέσα από 24 ευφάνταστες ιστορίες.Aπό πού πηγάζει η ανάγκη σου να εντρυφήσεις δημιουργικά στην καταστροφολογία, το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε;«Από το γεγονός ότι είναι απολαυστικό να ξεκινάς την ημέρα σου διαλέγοντας με ποιον τρόπο θα διαλύσεις τον κόσμο, και από τότε που ανακάλυψα αυτό το παιχνίδι ήταν δύσκολο να αντισταθώ στον πειρασμό να το συνεχίσω! Μπορώ να πω ότι η καταστροφή των πάντων μου προσέφερε ικανοποίηση παρόμοια με αυτή που αισθάνεται ένα παιδί το οποίο, αφού αφιερώσει χρόνο για να φτιάξει έναν ψηλό πύργο με όσα τουβλάκια ή άλλα αντικείμενα έχει στη διάθεσή του, ξαφνικά του δίνει μια γελώντας και το βλέπει να σκορπίζει στις τέσσερις γωνίες του δωματίου. Επιπλέον, φυσικά, η δημιουργία σεναρίων καταστροφής των πάντων αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αντιμετωπίσεις αυτά που φοβάσαι, συμπεριλαμβανομένου και του δικού σου τέλους, να κοιτάξεις με διαφορετικό μάτι όσα αγαπάς και όσα απεχθάνεσαι, και να επαναπροσδιορίσεις τη σχέση σου με ό,τι σε περιβάλλει. Είναι σαν να χαρίζεις στον εαυτό σου μια ατομικής χρήσεως Ημέρα της Κρίσεως».Στο βιβλίο το τέλος τους δεν είναι απαραίτητα απειλητικό αλλά μια ευκαιρία για αναχώρηση προς κάτι καινούργιο, γιατί όχι και καλύτερο. Αυτή η αντιμετώπιση είναι μια διάθεση αμυντικής αισιοδοξίας απέναντι σε όσα ζούμε;«Νομίζω ότι η συντέλεια ως υπέρτατη απειλή έχει ήδη παρουσιαστεί σε βάθος από ιδρυτές διαφόρων θρησκειών και από αρκετούς άλλους παρανοϊκούς συνανθρώπους μας, τους οποίους δεν θα ήθελα να ανταγωνιστώ, παρ' ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε εμφανίζει τόσα προβλήματα και τέτοιες στρεβλώσεις που η επιδιόρθωσή του φαντάζει μάλλον δύσκολη. Δεν είμαι σίγουρος αν η σημερινή κατάσταση εμφανίζει ανησυχητικά πολλές ομοιότητες με την τελευταία περίοδο της εποχής κυριαρχίας των δεινοσαύρων ή αν υπήρχαν τότε κάποια μικρά θηλαστικά που προσεύχονταν στους ουρανούς για το τέλος εκείνου του κόσμου, ωστόσο η ανθρώπινη απληστία έχει κάνει τον κόσμο ανυπόφορο. Αν και το να δηλώνει κανείς αισιόδοξος στην εποχή μας μοιάζει με αστείο, πιστεύω ότι οφείλουμε να προσπαθήσουμε. Για αυτό, ακόμη κι αν δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου τη ρήση του Νίτσε που επέμενε ότι η ελπίδα αποτελεί το χειρότερο κακό, διότι παρατείνει τα βάσανα των ανθρώπων, φρόντισα να αφήσω μια λεπτή χαραμάδα στις περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου, ώστε να χωράει να τρυπώσει λίγο φως, μένοντας πιστός στην ιδέα ότι κάθε "τέλος" που πλησιάζει μπορεί υπό συνθήκες να οδηγεί σε μια νέα αρχή».Στο λογοτεχνικό σας σύμπαν «δεν ισχύει κανένας κανόνας». Είναι μια αντίσταση ένταξης σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος, ή μήπως μια απόπειρα προσδιορισμού και επεξήγησης του συγγραφικού σας drive;«Παραδέχομαι ότι ως δήλωση ακούγεται λίγο πομπώδης, αλλά υποδηλώνει την αγάπη μου για την ανατροπή του συνηθισμένου και την ανάγκη αιφνιδιασμού ακόμη και του ίδιου μου του εαυτού. Η τάση αυτή, εκτός από την έμφυτη, φοβάμαι, αντιδραστικότητα μου, πηγάζει από μια έντονη επιθυμία αμφισβήτησης του προφανούς, εκείνου που έχει για πάντα πάψει να εκπλήσσει, όπως πρότεινε και ο αγαπημένος Ζορζ Περέκ, το βιβλίο του οποίου Ζωή, οδηγίες χρήσης μνημονεύεται σε μια από τις ιστορίες του Τέλος Πάντων. Φυσικά, κάπως έτσι αποφεύγει κανείς και την ένταξη σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος ή καταλήγει να κατασκευάσει δικές του ετικέτες. Στο νέο μου βιβλίο, ας πούμε, ασχολούμαι με την καταστροφολογοτεχνία».Πώς βλέπεις να αντανακλάται στις ιστορίες αυτή η απουσία κανόνων;«Νομίζω ότι η απουσία κανόνων και οι βρικόλακες δεν έχουν αντανάκλαση. Παρ’ όλα αυτά, ελπίζω κάθε φορά να πετυχαίνω να φτιάχνω κάτι που δεν είναι προβλέψιμο ή πληκτικό. Κάτι το οποίο απαιτεί από τον αναγνώστη να παραμένει σε εγρήγορση, καθώς τα πάντα μπορούν να συμβούν».Ποιες ήταν οι προκλήσεις της συγγραφής ενός βιβλίου που πλέον δεν έχει ως «άγκυρα» ορισμένες παλιές φωτογραφίες, όπως συνέβη σε δυο προηγούμενα βιβλία σας, τον «Παραχαράκτη» και τον «Δεσμοφύλακα»;«Το δημιουργικό παιχνίδι με τα φωτογραφηγήματα (τις ιστορίες δηλαδή που πλέκονται γύρω από μια φωτογραφία), υπήρξε πηγή μεγάλης ευχαρίστησης για εμένα, ωστόσο δεν ήθελα να καταλήξει μόνιμη συνήθεια. Η χρήση μιας φωτογραφίας σε απαλλάσσει, σε μεγάλο βαθμό, από την "υποχρέωση" να περιγράψεις μια συνθήκη ή τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των ηρώων σου. Σε αυτή την περίπτωση ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σε κάτι που είναι ήδη σχηματισμένο, ακόμη και αν τα φαινόμενα, απατούν. Από αυτή την άποψη, η κύρια πρόκληση στο Τέλος Πάντων ήταν η δημιουργία του σκηνικού και η περιγραφή αποκλειστικά με λέξεις όσων διαδραματίζονται στις διάφορες ιστορίες, χωρίς την επιβολή συγκεκριμένης εικόνας μέσω κάποιας φωτογραφίας. Πέρα από αυτό, προσπάθησα να έχει η κάθε ιστορία ενδιαφέρον για τους δικούς της λόγους και αυτοί να καταφέρνουν να επισκιάζουν το τέλος του κόσμου, το οποίο, έτσι κι αλλιώς, είναι εξ αρχής γνωστό και, τελικά, ως γεγονός καταλήγει να μοιάζει ασήμαντο. Η δομή της απόλυτης ελευθερίας στα γραπτά μου (φράση γεμάτη αντιφάσεις) εμφανίζει πολλά κοινά με την απόλυτη ελευθερία που βιώνεται κατά τον σχηματισμό των ονείρων. Άλλωστε, το γράψιμο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κατευθυνόμενο όνειρο, σύμφωνα και με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.Με ποιους αθέατους τρόπους διασταυρώνεται η μουσική σας παιδεία και πρακτική με τη συγγραφή του βιβλίου σας;«Η μουσική είναι έντονα παρούσα στη ζωή μου πολλά χρόνια τώρα και με διάφορους τρόπους. Όπως και η λογοτεχνία, έχει υπάρξει καταφύγιο, σανίδα σωτηρίας, θεραπεία, καθρέφτης και πολλά άλλα, σε βαθμό που δεν μπορώ να διανοηθώ τη ζωή μου χωρίς αυτή. Ως συγγραφέας που ασχολείται και με τη μουσική, προσπαθώ να αφηγούμαι ιστορίες χωρίς να πλατειάζω, διατηρώντας καλό ρυθμό και ενσωματώνοντας σε αυτές διαφορετικά στοιχεία και επιρροές, με τρόπους που θα αποδώσουν ένα κομμάτι ή ένα κείμενο το οποίο θα αισθάνομαι ότι έχει λόγο ύπαρξης».Ποιο θα ήταν τελικά για σένα το ιδανικό τέλος του κόσμου;«Εκείνο που θα εξασφάλιζε την ιδανική νέα αρχή». -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραGuadalupe Nettel: «Πρέπει να μιλήσουμε για τη μητρότητα»
Η μεξικανή συγγραφέας, που υπήρξε υποψήφια για βραβείο Booker 2023, αποδομεί το πιο ιερό ταμπού της πατριαρχικής κοινωνίας. Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε στη Μαριλένα Αστραπέλλου και το περιοδικό BHMAgazino, με αφορμή το βιβλίο της Η μοναχοκόρη (μετάφραση: Νάννα Παπανικολάου).Μπορεί μια γυναίκα να επιλέξει να μη γίνει μητέρα; Μπορεί μια άλλη να διαλέξει να μη μεγαλώσει το παιδί της επειδή δεν δύναται αλλά ακόμα και επειδή μπορεί να μη θέλει; Τι είναι μητρότητα και ποιες μορφές μπορεί να πάρει τελικά; «Ο ρόλος της λογοτεχνίας δεν είναι να δίνει απαντήσεις αλλά να θέτει τις ερωτήσεις» θα πει η Γουαδαλούπε Νέτελ στη μεταξύ μας επικοινωνία όταν συνδεόμαστε για να μιλήσουμε για το βιβλίο της Η μοναχοκόρη, το οποίο την έφερε στη βραχεία λίστα για το Booker 2023.Mια λογοτεχνία που αναδεικνύει δίχως να υποδεικνύει, που δίνει τροφή για σκέψη αφήνοντας στις αναγνώστριες/ες τον χώρο έστω να αποπειραθούν να βγουν από τη ζώνη ασφαλείας των παγιωμένων πεποιθήσεών τους. Δεν είναι πάντα εύκολο από τη στιγμή που ένας βασικός άξονας πλοκής σε αυτό το βιβλίο με τους πολλούς γυναικείους χαρακτήρες και τις επιλογές ζωής τους να το διατρέχουν σε κεφάλαια, είναι η περίπτωση μιας γυναίκας που φέρνει στη ζωή ένα μωρό με μικροκεφαλία και λειεγκεφαλία, γενετικές διαταραχές που δεν επιτρέπουν τη φυσιολογική ανάπτυξη και μελλοντική ανεξαρτησία του παιδιού. Η Νέτελ καταγράφει όλη την πορεία αυτής της γυναίκας από τα χαρμόσυνα νέα της εγκυμοσύνης, στα δυσάρεστα της ιατρικής κατάστασης του μωρού, τα ηθικά διλήμματα και την τελική αποδοχή που δεν επέρχεται δίχως μεγάλη βάσανο. «Έχουμε τα παιδιά που έχουμε και όχι αυτά που φανταστήκαμε ή θα θέλαμε να έχουμε και με αυτά μας μέλλει να πορευτούμε» λέει ο χαρακτήρας μιας άλλης γυναίκας στο βιβλίο, και με αυτή την παραδοχή και συμφιλίωση δημιουργεί τελικά ένα σκηνικό αισιοδοξίας.H Nέτελ άντλησε υλικό από την περίπτωση μιας φίλης της – της Αμέλια, στην οποία είναι αφιερωμένο το βιβλίο – η οποία έζησε αυτή την εμπειρία μητρότητας: έγινε μητέρα ενός παιδιού που δεν θα αναπτυχθεί πλήρως και θα είναι για πάντα εξαρτημένο από εκείνη.«Της ζήτησα βεβαίως την άδεια για να το κάνω αυτό, το σκέφτηκε και μου την έδωσε» θα πει η Νέτελ. «Είναι ένα άτομο διακριτικό, εσωστρεφές, δεν μοιράζεται τη ζωή της στα κοινωνικά δίκτυα όπως κάνουν άλλες φίλες μου. Το αποφάσισε γιατί ήθελε να αποκτήσει ορατότητα η εμπειρία της, η οποία δεν είναι μόνο προσωπική. Είναι πολλές οι οικογένειες που έχουν βιώσει ή βιώνουν κάτι αντίστοιχο και δεν αισθάνονται καθόλου άνετα να μιλήσουν για αυτό. Μιλήσαμε εκτενώς για την ιστορία της και πίστευα ότι όλο το βιβλίο θα μπορούσε να βασιστεί επάνω της, στο πώς κατάφερε να μετατρέψει μια τραγωδία σε κάτι όμορφο και ουσιαστικό». Στην πορεία όμως οι «φωνές» που άκουγε εντός της αλλά και εκτός την έκαναν να διευρύνει τις θεματικές της. Για παράδειγμα, η αφηγήτρια στο βιβλίο είναι μια γυναίκα ορκισμένη να μη γίνει μητέρα, φτάνει μάλιστα στο σημείο να κάνει απολίνωση σαλπίγγων προκειμένου να το αποτρέψει. Ακραίο; Ποιος έχει το δικαίωμα να το αποφασίσει; «Οταν μια γυναίκα λέει: “Δεν θέλω να είμαι μητέρα, θέλω να διατηρήσω την ελευθερία μου και τη ζωή μου ακριβώς όπως είναι και να έχω το δικαίωμα να το κάνω” θεωρείται πρόβλημα, ότι πράττει κάτι άδικο και εγωιστικό. Βλέπουμε ότι επικρατεί μια αντιδραστικότητα και μια οπισθοχώρηση της γυναικείας απελευθέρωσης και των δικαιωμάτων τους, ιδίως στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής. Όμως και στις ΗΠΑ βλέπουμε πλέον ότι οι αμβλώσεις απαγορεύονται σχεδόν σε κάθε Πολιτεία. Ήθελα να συμπεριλάβω την εμπειρία μιας γυναίκας που είναι πολύ διαφορετική από τη δική μου, καθότι είμαι μητέρα δύο παιδιών, να έχω μια αφηγήτρια που προβληματίζεται πάνω στην επιλογή της μητρότητας και κατά πόσο μπορεί να αποστασιοποιηθεί από την εμπειρία της αυτή».Μάνα είναι μόνο μία;H μαχητική ηρωίδα θα διαπιστώσει τελικά ότι είναι δύσκολο να μείνει μακριά όταν έρχεται αντιμέτωπη με την περίπτωση ενός παιδιού που έχει ζήσει ενδοοικογενειακή βία και χρειάζεται μια μητρική καθοδήγηση, έστω προσωρινή, όταν η μητέρα του αδυνατεί να του την παράσχει. Η περίπτωσή του δίνει το έναυσμα στη Νέτελ να μιλήσει για «άλλο ένα ταμπού δεκαετιών στις πατριαρχικές κοινωνίας για το οποίο κανείς δεν μιλούσε», όπως και για τις μαζικές πορείες διαμαρτυρίας γυναικών στην Πόλη του Μεξικού, πρωτεύουσα μιας χώρας όπου γίνονται κατά μέσο όρο έντεκα γυναικοκτονίες καθημερινά.«Όταν έκανα τα παιδιά μου το μόνο που άκουγες ήταν ότι η μητρότητα είναι το καλύτερο κομμάτι στη ζωή μιας γυναίκας, ότι μόνο τότε ολοκληρώνεται και βρίσκει έναν σκοπό στη ζωή. Προσωπικά, είχα την εμπειρία της μητέρας μου η οποία μου μετέφερε ιστορίες για το πόση κούραση και εγκατάλειψη μπορεί να νιώσεις πολλές φορές όταν γίνεσαι μητέρα. Εκείνη με είχε κάνει μικρή, στα 24 της, αλλά ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές της, να κάνει διδακτορικό, να ταξιδέψει, ενώ ταυτόχρονα ήταν και μόνη της, γιατί ο πατέρας μου δεν ήταν παρών για πολλά χρόνια. Για μία διετία λοιπόν με μεγάλωνε η γιαγιά μου και όταν εκείνη αρρώστησε ανέλαβε μια αδελφή της μητέρας μου, η οποία επίσης συμμετείχε στην ανατροφή μου. Μετά είχα μια δασκάλα στο δημοτικό που ήταν εκείνη η οποία αντιλήφθηκε την αγωνία που βίωνα στο σχολείο εξαιτίας ενός προβλήματος στα μάτια μου και έγινε ένα είδος θετής μητέρας για εμένα. Είχα λοιπόν τρεις θετές μητέρες εκτός από τη βιολογική μητέρα μου, οπότε δεν πιστεύω ότι η μητέρα είναι μόνο μία. Όλες και όλοι μας έχουμε γυναίκες στο περιβάλλον μας που αναλαμβάνουν έναν σημαντικό ρόλο στο μεγάλωμα και στην ανατροφή μας, πάντα φροντίζουμε παιδιά άλλων γυναικών και πάντα υπάρχουν γυναίκες που μας βοηθούν να φροντίσουμε τα δικά μας. Υπάρχει και το ρητό που λέει: “Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί”. Σήμερα στο Μεξικό υπάρχουν πολλές γυναίκες που αποφασίζουν να μη μεγαλώσουν τα παιδιά τους και τα δίνουν στις μητέρες τους. Είναι πολλές οι γιαγιάδες που μεγαλώνουν παιδιά σε αυτή τη χώρα ενώ οι μητέρες δουλεύουν κάπου μακριά και επισκέπτονται τα παιδιά ή ξαναπαντρεύονται. Χρειάζεται πολύ κουράγιο για να κάνεις κάτι τέτοιο, γιατί δεν πρόκειται για γυναίκες που είναι απελπισμένες και δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς».Όταν το παιδί το φέρνει ο κούκος και όχι ο πελαργόςΣτο βιβλίο γίνεται κυριολεκτική αναφορά και στον «παρασιτισμό του γόνου», μια συνήθεια που έχει ο κούκος να τοποθετεί τα αβγά του σε φωλιές ξένων πουλιών, εκτοπίζοντας τα ήδη υπάρχοντα, μέσα από μια υποπλοκή που περιλαμβάνει την «κατάληψη» του μπαλκονιού μιας ηρωίδας από δύο περιστέρια που χτίζουν εκεί τη φωλιά τους.«Το ζωικό βασίλειο πάντα μπαίνει με κάποιον τρόπο στα βιβλία μου. Διάβαζα πώς μεγαλώνουν τα μικρά τους τα διαφορετικά είδη και αυτό που ανακάλυψα αναφορικά με τα θηλαστικά είναι ότι όταν είναι ελεύθερα στη φύση είναι μια ομαδική διαδικασία. Μόνο σε συνθήκες αιχμαλωσίας αναλαμβάνει αποκλειστικά η μητέρα-θηλαστικό το μεγάλωμα του μικρού της. Οπότε είπα στον εαυτό μου ότι είμαστε κι εμείς σε μια αντίστοιχη συνθήκη, γιατί η σύγχρονη κοινωνία προσδοκά να μεγαλώνουμε μόνες μας τα παιδιά μας. Είμαστε αιχμάλωτες της βιομηχανοποιημένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Διαβάζοντας τις στρατηγικές ανατροφής στο ζωικό βασίλειο έμαθα για την ιστορία του κούκου και σκέφτηκα ότι ταίριαζε στο βιβλίο μου. Είχα αρχίσει να γράφω ένα βιβλίο για τη μητρότητα και ξαφνικά δύο περιστέρια εμφανίστηκαν στο μπαλκόνι μου, έκαναν φωλιά και όταν βγήκε το μικρό τους από το αβγό δεν είχε καμία σχέση με τους γονείς του. Όμως εκείνοι δεν έδωσαν καμία σημασία και το μεγάλωσαν ως δικό τους, οπότε σκέφτηκα να συμπεριλάβω και αυτή την ιστορία. Για αυτό υπάρχουν τόσο πολλές θεματικές στο βιβλίο. Έχτισα την πλοκή όπως χτίζεις μια φωλιά. Έφερα διαφορετικά φύλλα και μικρά κλαδάκια».Από τη Χέτι, στην Ερνό και στη ΣράιβερΔεν υπάρχουν πολλές γυναικείες φωνές όπως αυτές που εμφανίζονται στη λογοτεχνία της Νέτελ ως φορείς αποδόμησης των ιερών ταμπού της πατριαρχικής κοινωνίας. «Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι μητέρες, παιδιά ή υποψήφιες μητέρες» όπως θα πει. Eξ ου και όταν γράφονται κείμενα για το βιβλίο της γίνονται αναφορές στην Καναδή Σίλα Χέτι και το «Motherhood», ένα βιβλίο για το «να γίνεις ή να μη γίνεις;» και στην Αμερικανίδα Πατρίσια Λόκγουντ και το «Κανείς δε μιλάει γι’ αυτό» (εκδ. Ψυχογιός), στο οποίο όλα ανατρέπονται από τη γέννηση ενός παιδιού με μια σοβαρή ασθένεια. Είναι δύσκολο να μη σκεφτείς και τη Λάιονελ Σράιβερ με το «Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν» (εκδ. Μεταίχμιο) και την εμπειρία μιας μητρότητας που δεν είναι καθόλου ονειρεμένη. «Ναι, η Σράιβερ είναι καταπληκτική, όπως και η Ανί Ερνό, η οποία έγραφε για αυτά τα θέματα πριν από χρόνια, όταν κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Στο “Frozen Woman” (1981) περιγράφει με μοναδικό τρόπο την αίσθηση του να αισθάνεσαι παγιδευμένη στον ρόλο της μάνας ενώ ταυτόχρονα λατρεύεις τα παιδιά σου. Υπάρχει και η Xιλιανή Λίνα Μερουάνε, η οποία έγραψε το δοκίμιο “Contra los hijos / Against the Kids”, ένα κείμενο που δεν είναι εναντίον των παιδιών, αλλά πρόκειται για μια κριτική ματιά πάνω στις μη ρεαλιστικές προσδοκίες της εποχής μας αναφορικά με τη μητρότητα. Αναπαράγεται το ιδανικό της τέλειας μάνας, κάτι που είναι πολύ δύσκολο να φτάσεις ό,τι και να κάνεις». -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραColm Tóibín: «Αν ο Μαν έγραφε τον “θάνατο στη Βενετία” σήμερα, θα ενοχλούσε»
Ο σημαντικός ιρλανδός συγγραφέας μιλά στον Δημήτρη Δουλγερίδη και την εφημερίδα «Τα Νέα» για το νεότερο μυθιστόρημά του Ο μάγος, με έμπνευση από τη ζωή του Τόμας Μαν. Διαβάστε όσα συζήτησαν.Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κολμ Τομπίν, από τους σημαντικότερους συγγραφείς στη σύγχρονη ιρλανδική λογοτεχνία, εισέρχεται στην ολισθηρή περιοχή όπου το μυθιστόρημα αντλεί υλικά από τη βιογραφία. Το 2004 ο λογοτεχνικός «ήρωάς» του ήταν ο Χένρι Τζέιμς στο «Master» (που πέρασε στα ελληνικά ως «Δάσκαλος» από τις εκδ. Ωκεανίδα το 2007). «Μερικές φορές τις νύχτες έβλεπε όνειρα με νεκρούς - οικεία πρόσωπα και άλλα μισοξεχασμένα, που εμφανίζονταν φευγαλέα». Με τη φράση αυτή ξεκινούσε εκείνο το βιβλίο, όπου ο Τομπίν κάλυπτε σε έντεκα κεφάλαια μια πενταετία από τη ζωή του Τζέιμς (1895-1899), κατά την οποία γινόταν αυτό που ήταν: ένας δάσκαλος της μυθιστορηματικής γραφής. «Η μητέρα του περίμενε στον επάνω όροφο ενόσω οι καλεσμένοι παρέδιδαν παλτά, κασκόλ και καπέλα στους υπηρέτες». Στο γερμανικό Λίμπεκ του 1891 ξεκινάει ο «Μάγος», το νεότερο μυθιστόρημα του Τομπίν για τον Τόμας Μαν, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδ. Ικαρος, στη βαρύνουσα και ταυτόχρονα ρέουσα μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου. Εδώ ο γερμανός κορυφαίος συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος με πολλές ιδιότητες: σύζυγος, εραστής, ηδονοθήρας και ηδονοβλεψίας, πατέρας, πατριώτης και δημοκράτης. Η σεξουαλικότητα και η ιδιωτικότητα δίνουν μάχη με τη γονεϊκότητα και τη δημόσια εικόνα. Πάνω απ’ όλα, ωστόσο, κυριαρχεί η αγωνία της γραφής ενός «μάγου».Σε μυθιστορηματικές βιογραφίες όπως ο «Μάγος» υπάρχει πάντα η αναζήτηση των αναγνωστών για το τι είναι αλήθεια. Πώς το αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής;Σε κάθε περίπτωση τα γεγονότα είναι ο σκελετός και είναι πάντα απαραίτητα. Οταν γράφω στο μυθιστόρημα ότι ο Τόμας Μαν βρισκόταν στο Μόναχο τον τάδε μήνα ή τον τάδε χρόνο, προφανώς πρέπει να ισχύει. Εάν γράψω ότι είχε έξι παιδιά, προφανώς τόσα πρέπει να είχε. Αλλά οτιδήποτε άλλο ανάμεσα στα γεγονότα είναι μυθοπλασία και ψευδαίσθηση. Τα χρειάζομαι, λοιπόν, για να λειτουργήσει η ψευδαίσθηση. Θα μπορούσα να έχω επινοήσει ένα καινούργιο όνομα για τον κεντρικό χαρακτήρα, αλλά από τη στιγμή που τον αποκαλώ Τόμας Μαν, έχω την υποχρέωση να μείνω πιστός στα βασικά γεγονότα. Στο μεγαλύτερο κομμάτι του, πάντως, το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην ιδιωτική σφαίρα των ηρώων και χρέος μου είναι να «βυθίσω» σε αυτήν τον αναγνώστη με τρόπο αποτελεσματικό, ώστε να πάψει να αναρωτιέται τι είναι αληθινό και τι όχι.Ποιες είναι οι ομοιότητες και οι διαφορές ανάμεσα στον «Μάγο» και τον «Δάσκαλο», το παλιότερο μυθιστόρημά σας για τον Χένρι Τζέιμς;Ο Χένρι Τζέιμς έζησε μια άνετη ζωή, την οποία διέκοψε ο πόλεμος (σ.σ.: εννοεί τον Λ’ Παγκόσμιο, με το ξέσπασμα του οποίου ο συγγραφέας σταμάτησε τα ταξίδια μεταξύ Αγγλίας - ΗΠΑ παραμένοντας στην πρώτη). Και η ζωή του Τόμας Μαν άλλαξε ολοκληρωτικά μετά τον Α’ Παγκόσμιο και την άνοδο του Χίτλερ. Στην περίπτωση του Τζέιμς, εξάλλου, μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη λειτουργία της μνήμης και τη μέθοδο του φλασμπάκ για μια μικρότερη χρονική περίοδο. Η ιστορία του αφορούσε λίγο-πολύ την προσωπική του ζωή. Στην περίπτωση του Μαν έπρεπε να επεκταθώ σε ένα μεγαλύτερο διάστημα -ουσιαστικά το διάνυσμα της ζωής του. Ετσι τα σημαντικά δημόσια γεγονότα φαίνεται να συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο. Ενώ ο Τζέιμς έζησε «εκτός Ιστορίας», ο Μαν έκανε το αντίθετο.Μία από τις σημαντικές πηγές στο μυθιστόρημα είναι τα ημερολόγια του Μαν. Τι είδους άνθρωπο αποκαλύπτουν; Γιατί αποφάσισε να αποσφραγιστούν 20 χρόνια μετά τον θάνατό του;Ο Τόμας Μαν ήθελε να γίνει διάσημος. Γι’ αυτό και ξεκίνησε το γράψιμο. Από την άλλη, ήθελε ή είχε ανάγκη να αποκρύπτει πράγματα. Η μυθοπλασία δεν είναι ποτέ ευθύβολη ούτε διακρίνεται για την «ειλικρίνειά» της. Το ίδιο ισχύει και για τα ημερολόγια. Ο άνθρωπος που αναδύεται εκεί είναι ομοερωτικός και περισσότερο ανήσυχος από το δημόσιο πρόσωπο της πραγματικότητας. Τα ημερολόγια, ωστόσο, είναι ημιτελή και αποσπασματικά. Νομίζω ότι γνωρίζουμε περισσότερα για τον Μαν σε ορισμένες από τις ιστορίες που έγραψε, στους «Μπούντενμπροκ» και πιθανότατα το «Δρ Φάουστους».Ποιο ήταν το πρώτο βιβλίο του Τόμας Μαν που διαβάσατε και ποια εντύπωση κρατάτε;Ηταν το «Μαγικό βουνό» στις διακοπές των Χριστουγέννων του 1973, όταν ήμουν 18 ετών. Είχα ενθουσιαστεί από τους διαλόγους και τις θέσεις που έπαιρνε και αγάπησα όλη αυτή την υπόγεια ερωτική ατμόσφαιρα, όπως και τον τρόπο με τον οποίο περιγραφόταν η κοινότητα στο σανατόριο. Ειδικά, όμως, τη σκηνή με το γραμμόφωνο και τις ακτίνες X (σ.σ.: ο Μαν ενσωματώνει μια ακτινογραφία στην πλοκή επειδή αντιλαμβάνεται ότι θα είναι ο πρώτος συγγραφέας που το κάνει και επειδή εντυπωσιάζεται από τη μεταφορική εικόνα της ως «φαντάσματος της ψυχής μας»). Στη συνέχεια ήταν η σειρά των «Μπούντενμπροκ» και του «Δρ Φάουστους» για να με καθηλώσουν.Ποια πιστεύετε ότι θα ήταν η υποδοχή του «θάνατος στη Βενετία» εάν κυκλοφορούσε στην εποχή μας, με δεδομένη την ευαισθησία για την παρενόχληση προς ανηλίκους;Οταν ο Μαν έγραψε τη νουβέλα, η ομορφιά και η αίγλη του αγοριού θεωρήθηκε συμβολική. Δεν θα γινόταν αυτό σήμερα. Αυτό που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι ότι ο Μαν έγραψε το βιβλίο αμέσως μετά τη δική του επίσκεψη στη Βενετία με τη σύζυγό του Κάτια και τον αδερφό του το 1911. Βρέθηκε εκεί όταν πέθαινε ο Γκούσταφ Μάλερ, κάτι που εξηγεί γιατί ο Ασενμπαχ στην ιστορία προσομοιάζει ακριβώς στον Μάλερ. Η Κάτια Μαν έγραψε αργότερα ότι είχαν δει ένα αγόρι στην παραλία του Λίντο, πολύ όμορφο, το οποίο ο Μαν δεν σταματούσε να κοιτάζει. Ως συγγραφέας, λοιπόν, ήθελε να δραματοποιήσει εκείνη την εμπειρία. Οταν εξέδωσε την ιστορία, κανείς δεν έδειξε να ενοχλείται. Αλλά οι συνθήκες έχουν αλλάξει στην εποχή μας. Σήμερα θα ενοχλούνταν.Φυσικά εσείς δεν κρίνετε τον Τόμας Μανν με σημερινά κριτήρια, κάτι τέτοιο θα ήταν ολισθηρό για έναν μυθιστοριογράφο. Πώς αντιμετωπίζετε τα αιτήματα να «διορθωθούν», για παράδειγμα, τα βιβλία της Αγκαθα Κρίστι ή του Ρόλαντ Νταλ;Νομίζω ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι νέες μεταφράσεις για τα βιβλία του Τόμας Μαν σε κάθε γενιά. Αλλά δεν χρειάζεται να τα ξαναγράψουμε.Σας αρέσει ως θεατή η «ανάγνωση» του Λουκίνο Βισκόντι στον δικό του «θάνατο στη Βενετία»; Αρκετοί κριτικοί επιμένουν ότι το βιβλίο αποτυπώνει καλύτερα τις αποχρώσεις και τις αντιφάσεις σε σχέση με την εστίαση του σκηνοθέτη στο βλέμμα του Ασενμπαχ πάνω στον Τάτζιο.Η ταινία ήταν ένα σοκ εκείνη την εποχή! Θεωρώ ότι σήμερα σχεδόν δεν βλέπεται εξαιτίας της αργής, δυσκίνητης και δυσοίωνης αφήγησης. Πρέπει να πω επίσης ότι έχω αναπτύξει ένα είδος αλλεργίας στο αντάτζιο από την Πέμπτη Συμφωνία του Μάλερ εξαιτίας της ταινίας. Τελικά, μ’ αρέσουν οι παλιότερες ταινίες του Βισκόντι, όπως «Ο Ρόκο και τ' αδέρφια του».Ως χαρακτήρας στο μυθιστόρημά σας ο Τόμας Μαν σπανίως αλλάζει. Αλλάζουν σίγουρα οι ιδέες του για τη γερμανική μοναδικότητα και υπάρχει αυτό το «ηθικό σύννεφο» γύρω του με όλες τις αντιφάσεις της προσωπικότητας. Είναι πάντα καλύτεροι οι περίπλοκοι ήρωες;Οι πολιτικές ιδέες του άλλαξαν ανάμεσα στο 1917 και το 1921. Από φιλομοναρχικός έγινε δημοκράτης. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα η στήριξή του στη δημοκρατία έγινε πιο ενεργή. Η πολιτική του αντίληψη, λοιπόν, δεν ήταν όντως σταθερή. Αλλά η καθημερινότητά του ήταν. Εγραφε και δούλευε κάθε πρωί. Ενδιαφερόταν περισσότερο για την προσωπική παρά για την κοινωνική του ζωή. Σε κάποιες πτυχές του ήταν πολύπλοκος. Σε άλλες εντελώς απλός.Του αρέσει επίσης να παρατηρεί. Σχεδόν δεν μιλάει και όταν μπαίνει σε κλειστούς χώρους κοπάζει τους πάντες. Επιδιώξατε μια τέτοια εικόνα: να είναι και να μην είναι ο κεντρικός ήρωας;Λοιπόν, όλοι οι άλλοι ήρωες και ηρωίδες στο μυθιστόρημα μιλούν όντως πολύ - η μητέρα, η σύζυγος, ο αδερφός, τα παιδιά του. Εκείνος παρατηρεί. Δεν είναι θορυβώδης χαρακτήρας. Και, ναι, όπως το λέτε: γίνεται ένα φάντασμα μέσα στο ίδιο του το σπίτι, ακόμη και στη ζωή του. Με ενδιέφερε να δω πόση ενέργεια μπορούσε να δώσει κάτι τέτοιο στο μυθιστόρημα - ένας πρωταγωνιστής που, παραδόξως, είναι παρών και απών ταυτόχρονα.Υπάρχουν πολλές σκηνές με πς ερωτικές σχέσεις του, αλλά καμία σεξουαλική περιγραφή. Εχετε μια δική σας θεωρία όταν γράφετε για σεξ;Ναι! Καμία μεταφορά, καμία παρομοίωση, τίποτε εξεζητημένο. Και πολλές φορές τίποτε αποκαλυπτικό ή «όμορφο». Η σεξουαλική ζωή του Μαν, εν προκειμένω, ξεδιπλωνόταν αρκετά συχνά στα όνειρά του ή ενεργοποιούνταν με το βλέμμα του.Η Κάτια Μαν είναι ένας χαρακτήρας που φαίνεται ότι αγαπάτε ιδιαίτερα. Υποστηρίζει τον άντρα και τα παιδιά της ακόμη και στις σεξουαλικές τους περιπέτειες. Κοντά στο τέλος υπάρχει το επεισόδιο όπου οργανώνει ένα μεγάλο γεύμα με σερβπόρο εκείνον που λαχταρά ο Τόμας...Η Κάτια προερχόταν από μια πολύ μποέμικη οικογένεια στο Μόναχο. Η γιαγιά της υπήρξε μία από τις γνωστότερες φεμινίστριες της εποχής. Ο δίδυμος αδερφός της ήταν ομοφυλόφιλος. Και η ίδια μία από τις πρώτες γυναίκες που σπούδασαν σε πανεπιστήμιο σε ένα επιστημονικό πεδίο. Ηταν ιδιαίτερα ευφυές πρόσωπο, γεμάτη ανεκτικότητα. Οι περιπέτειες της σεξουαλικότητας δεν ήταν κάτι που θα της προκαλούσε κατάπληξη. Αλλά, σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται για μια απλή ιστορία: οι Μαν είχαν έξι παιδιά. Και ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για κάποια άλλη γυναίκα.Οταν ο νεαρός Τόμας πήγαινε στη θάλασσα «πλησίαζε στο νερό, προχωρούσε άκρη άκρη, μια που στην αρχή τον φόβιζε το κρύο, αναπηδώντας στο κάθε κυματάκι, και τελικά αφηνόταν να τον αγκαλιάσει», όπως γράφετε. θα μπορούσε να είναι και ένα μοτίβο για τη στάση του απέναντι στη ζωή;Κι όμως, πρόκειται για μια μικρή αυτοβιογραφική σκηνή! Κάθε καλοκαίρι - εν πάση περιπτώσει, ό,τι μπορεί να είναι καλοκαίρι στην Ιρλανδία - περνούσαμε πολύ χρόνο στην παραλία. Η θάλασσα ήταν πάντα κρύα, αλλά κάθε μέρα εμείς θέλαμε να πάμε για κολύμπι. Το να αφήνομαι στο κρύο νερό ήταν κομμάτι της ζωής μου εκείνη την περίοδο, όπως και των ανθρώπων γύρω μου. Είναι σαν να «χάρισα» εκείνη την εμπειρία στον Τόμας Μαν.Μέχρι ποιο σημείο κατανοείτε έναν συγγραφέα που επεδείκνυε αδιαπραγμάτευτη εμμονή στη γλώσσα και την εξέλιξη του ύφους, ενώ ο κόσμος του κατέρρεε μέσω του πολέμου;Δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Υπήρξε από τους μυθιστοριογράφους που πάντα είχαν να γράψουν ένα βιβλίο, μια ιστορία ή ένα δοκίμιο. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από το τι συνέβαινε γύρω του, έπρεπε να δουλέψει. Μπορεί κάτι τέτοιο να φαίνεται παράδοξο ή «ψυχρό», αλλά για εκείνον ήταν φυσιολογικό.Προς το τέλος παραμονεύει ο θάνατος και η επιδίωξη της ομορφιάς. Τα βασικά συστατικά του κεντροευρωπαϊκού μυθιστορήματος, όπως έδειξαν ο ίδιος ο Τ. Μαν και οι σύγχρονοί του μοντερνιστές. Ηταν και μια δική σας τελική χειρονομία προς τους αναγνώστες;Α, ναι, ο θάνατος και το κυνήγι της ομορφιάς. Τι άλλο υπάρχει στο μυθιστόρημα; -
Συνεντεύξεις
Περισσότερα«Η φύση κάνει ένοπλη εξέγερση εναντίον της ανθρωπότητας» | Συνέντευξη του Manuel Vilas στην εφημερίδα «Τα νέα»
Ο πολυβραβευμένος ισπανός πεζογράφος, ποιητής και αρθρογράφος μιλά με τον Νίκο Κουρμουλή στο «Βιβλιοδρόμιο» με αφορμή την ελληνική έκδοση του βιβλίου του Τα φιλιά στο οποίο μας μεταφέρει στην Ισπανία της πανδεμικής περιόδου κι έπειτα.Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του Manuel Vilas στην Ελλάδα, καλεσμένου του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας.Ο Manuel Vilas είναι ισπανός πολυβραβευμένος πεζογράφος, ποιητής όπως και αρθρογράφος της «El País». Στη χώρα του βρίσκεται στο ίδιο ύψος με τον Χαβιέρ Θέρκας και τον Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Στο παρόν μυθιστόρημα «Τα φιλιά» (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, Ίκαρος) μας μεταφέρει στην Ισπανία της πανδημικής περιόδου και έπειτα. Ενας μόλις συνταξιούχος εκπαιδευτικός φεύγει από τη μεγάλη πόλη και εγκαθίσταται σε μια απομονωμένη περιοχή της ενδοχώρας. Εκεί θα γνωριστεί με μια μοναχική γυναίκα, σχεδόν συνομήλικό του, με αποτέλεσμα να συμβεί ένας μεγάλος έρωτας. Μια ακαριαία επαφή, τρυφερή και εξερευνητική, που δεν βάζει στόχους για το μέλλον. Ζει την κάθε μέρα ξεχωριστά. Σε πρώτο πρόσωπο διαβάζουμε τις πυρετικές σκέψεις του καθηγητή, που έχουν απασχολήσει πολλούς από εμάς στη δύσκολη περίοδο που διανύσαμε κι ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί εντελώς. Αναζητήσεις για την πολιτική κουλτούρα, το πολιτισμικό μας σημείο, την κοινωνική μας συνείδηση, την κυριαρχία των μίντια και φυσικά την ορμή του έρωτα. Ο Μανουέλ Βίλας μιλά εκ μέρους του πολίτη που βρίσκεται σαστισμένος μέσα σε ένα πεδίο βολής γεγονότων και ανακατατάξεων. Που αναφτεί τον εαυτό του, τον μύθο της υπόστασής του μέσα από δελτία ειδήσεων και ένα τρυφερό βλέμμα. Αραγε για χρόνια εθελοτυφλούμε μπροστά στο θαύμα της ζωής; Ο ιός μας έβαλε μπροστά σε έναν καθρέφτη.Πώς βλέπετε την κατάσταση μετά την κρίση της πανδημίας και την ισορροπία πάνω σε ένα παρόν που συνεχώς γλιστράει;Πράγματι φαίνεται πως βρισκόμαστε σε ένα παρατεταμένο μεταβατικό στάδιο, όπου το επίπεδο του αποπροσανατολισμού είναι αυξημένο. Ομολογώ πως το ίδιο συμβαίνει και σε μένα. Ψυχολογικά, πολλοί άνθρωποι μετά τις απανωτές κρίσεις έχουν χάσει μεγάλο μέρος από τα ίχνη τους. Στο βιβλίο ήθελα να δώσω μια απάντηση σε όλα αυτά, που για μένα δεν είναι άλλη από μια ιστορία αγνού έρωτα, έστω και απελπισμένου. Απέναντι στις καταστροφές, το άνοιγμα στον έρωτα, στην επαφή, δίνει λύσεις. Ακόμη κι αν έρχεται πολλές φορές με τη μορφή ψευδαίσθησης. Ο πεσιμισμός δεν έχει θέση εκεί που ανθούν τα αισθήματα.Στο βιβλίο σας αναφέρεστε σε πολλά ζητήματα που μας απασχολούν σήμερα, όπως την τωρινή μεταπανδημική συνθήκη. Είναι τόσο εΰθραστος ο πολιτισμός μας;Ξέρετε, την περίοδο της όξυνσης της πανδημίας βγήκαν ορμητικά στην επιφάνεια πολλά εσωτερικά προβλήματα των ανθρώπων. Κανείς δεν ήξερε ούτε την ακριβή μορφή του ιού, τη συμπεριφορά του, ούτε από πού προερχόταν όλο αυτό. Γράφω κάπου στο βιβλίο πως η φύση κάνει ένοπλη εξέγερση εναντίον της ανθρωπότητας. Σε οικονομικό επίπεδο, ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρον ότι το χρήμα, ακόμη κι αν είσαι εκατομμυριούχος, δεν σημαίνει τίποτα. Η ευτυχία του έχειν που υπόσχεται διαρκώς το καπιταλιστικό μας σύστημα παύει όταν είσαι έγκλειστος. Αυτό ήταν ειρωνικό αλλά και κωμικό ταυτόχρονα.Γράφετε στο βιβλίο πως ο ιός μάς έβαλε να σκεφτούμε τη συλλογική μας ταυτότητα. Τι σημαίνει αυτό για εσάς;Μια κοινή μοίρα, πέρα από διαχωρισμούς. Στην πραγματικότητα ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη ζωή σαν κοινωνικό ον και όχι κλειδωμένος και μόνος. Χωρίς διάλογο με τον κοινωνικό περίγυρο μεταφέρει τις όποιες ανππαραθέσεις εντός του. Ο ιός μάς έβαλε έναν καθρέφτη για να αντικρίσουμε την κατάστασή μας. Πού οδηγεί ο κυνισμός που μας περιβάλλει δεκαετίες τώρα; Ο έρωτας εδώ και πάλι είναι το αντίδοτο. Γιατί μέσω αυτού χρειάζεται συνεχώς να επιβεβαιώνει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Αυτή την επιβεβαίωση παράγει εξάλλου θεμελιακά ο πολιτισμός. Από εκεί και πέρα μπορούμε αν θέλουμε να μιλήσουμε για το πλαίσιο του πνευματικού ή του οικονομικού πολιτισμού μας.Με τι τρόπο εμπλέκεται ο θερβάντες στο έργο σας;Ταυτίζομαι με τον «Δον Κιχώτη» ως χαρακτήρα, αλλά και ―γιατί όχι;― ως έννοια. Με εμπνέει το γεγονός πως βλέπω έναν ήρωα με ιδεαλισμό και ανατρεπτική θέαση πάνω στη ζωή, να είναι ερωτευμένος και να αλλάζει τα πράγματα γύρω του. Ο Θερβάντες κατανόησε μέσα από τον «Δον Κιχώτη» ότι ο κόσμος είναι μια διαδοχή φανταστικών καταστάσεων. Κι αυτό έρχεται σε αντιδιαστολή με τον σημερινό, στεγνό μας σύμπαν. Ο Θερβάντες είναι ο διανοούμενος που υπερασπίζεται την ανοχή, κάτι που λείπει στην εποχή μας. Ηταν αντιδογματιστής και γι’ αυτό με ενδιαφέρει ακόμα πιο πολύ. Ανοιχτός απέναντι στις διαφορετικές όψεις της ζωής. Γι’ αυτό βάζει τον Σάντσο Πάντσα να βλέπει ανεμόμυλους ενώ ο Δον Κιχώτης γίγαντες.Μπορείτε να μας σκιαγραφήσετε τους πρωταγωνιστές του βιβλίου;Ο Σαλβαδόρ είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός, η Μονσεράτ υπάλληλος σε τοπικό μαγαζί. Ζουν μαζί κάτι το θυελλώδες, μακριά από τον κόσμο, σε μια καλύβα και σε μια ηλικία απαγορευτική - όπως θεωρεί η τρέχουσα νοοτροπία - για να ερωτευτείς, δηλαδή έχουν περάσει τα πενήντα. Ξέρετε, υπάρχει προκατάληψη απέναντι στους μεγαλύτερους. Στην Ισπανία υπάρχει και ανάλογος όρος, κάτι σαν «ηλικιακότητα». Υστερα από κάποια ηλικία δηλαδή ο άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται το ερωτικό σκίρτημα, λογίζεται αυτομάτως σαν γραφικός. Αρχικά σκέφτηκα και σχέδιασα τους ήρωές μου να σπάνε αυτή τη λογοκρισία.Ο μεγάλος έρωτας, γράφετε, είναι μια πράξη αθεϊσμού, μας το εξηγείτε, περισσότερο;Γιατί ένας έρωτας απόλυτος είναι μια τομή. Δεν μπορεί να υπάρξει μια και μόνη εξήγηση για το πώς συμβαίνει. Και κυρίως δεν περιμένει έγκριση από καμία ηθική αρχή, ούτε κι από τον Θεό τον ίδιο. Είναι καθοριστικός και βλάσφημος. Οταν εμπλέκεσαι, χάνεις την πίστη σου σε οτιδήποτε άλλο, εκτός από τον έρωτα τον ίδιο.Η πολιτική σήμερα λέτε πως είναι ένας χώρος προνομίων. Τα κόμματα άραγε θα κάνουν τα πάντα για να τα διατηρήσουν;Αυτό αποτελεί πρόβλημα σήμερα και στην Ισπανία, γιατί η ιδεολογία που λέγαμε παλιά έχει εργαλειοποιηθεί. Είναι ένα μέσο για να κατακτήσουν τα κόμματα την εξουσία. Ετσι η ιδεολογία έχει γίνει αυτοσκοπός πλέον και όχι ένα πεδίο εξερεύνησης. Γι’ αυτό κάθε λίγο και λιγάκι τα κόμματα βγάζουν κι από ένα σωρό προγράμματα. Για να δείξουν πως κάτι κάνουν. Τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά. Η απόσταση ανάμεσα στο τι πρεσβεύουν και στους πολίτες μεγαλώνει συνέχεια. Στη πραγματικότητα η δημοκρατία θα έπρεπε να στηρίζεται σε πολιτικούς που βρίσκονται κοντά στον πολίτη και όχι σε εκείνους που κοιτούν την καριέρα τους αποκλειστικά. Και είναι ειρωνικό πως καμιά φορά χρειάζεται να συμβεί, να βελτιώσουν η ζωή του πολίτη δηλαδή, γιατί αυτό είναι το απαραίτητο βήμα για να κυβερνήσουν. Ολα αυτά αποτελούν ένα πρώτης τάξεως υλικό για κωμωδία. Για παράδειγμα, ο Χουάν Κάρλος, ο πρώην βασιλιάς μας, σταμάτησε το πραξικόπημα του 1981 όχι γιατί τότε πίστευε ακριβώς στη δημοκρατία, αλλά δεν θα είχε μέλλον αλλιώς, δεν θα κυριαρχούσε αν δεν συμμαχούσε με κύκλους που θα εγγυούνταν πως η δημοκρατία είναι στη μόδα και έχει καλύτερη ατζέντα και βάθος χρόνου απ' ό,τι μια δικτατορία.Υπάρχει αντίδοτο;Θα έλεγα η καλοσύνη και η γενναιοδωρία!Ανακαλύψτε περισσότερα για τα «Φιλιά»: /el/catalogue/ta-filia_2539/