Νέα

News List, News Categories, Events

  • Κείμενα

    «Τα κτήματα των κίτρινων ρόδων», Μανόλης Κορρές

    Ολόκληρη η ομιλία του Ακαδημαϊκού και προέδρου της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως Μανόλη Κορρέ στην παρουσίαση του ποιητικού βιβλίου της Λέλης Μπέη, Τα κτήματα των κίτρινων ρόδων, στο Ελληνικό  Ίδρυμα Πολιτισμού (20/10/2022).Δεδομένου ότι έχουμε αρμοδίους να μιλήσουν για το ποιητικό, νομίζω ότι μπορώ να πω λιγότερα και να πω ακόμη κάτι για τα σχέδια. Δεν είναι ακριβώς ζωγραφική, είναι σχέδια. Για το ποιητικό, βέβαια, τα λίγα που μπορώ να πω, επειδή είναι άλλοι αρμοδιότεροι εμού, είναι ότι διακρίνεται για την οικονομία του λόγου, για το ταίριασμα των λέξεων, που ανήκει βέβαια σε αυτό που είναι σήμερα η ποίηση, ο ελεύθερος στίχος, αλλά παρά ταύτα υπάρχει μέσα μια αναπνοή, αυτό που παλιά το εξασφάλιζε το έμμετρον, δηλαδή ο έμμετρος λόγος, οι ομοιοκαταληξίες και όλα αυτά. Σήμερα δεν είναι απαραίτητα, ωστόσο αυτή η ιδιότητα του ταιριάσματος, του εναρμονισμού των λέξεων, παραμένει ένα ζητούμενο στην ποίηση και ευτυχώς υπάρχουν πολλοί Έλληνες ποιητές που το καταφέρνουν. Σ’ αυτούς καταλέγεται βεβαίως και η κυρία Μπέη. Σταματοπούλου – όπως είναι στη δική μου μνήμη μια και γνωριζόμαστε από σχεδόν παιδικής ηλικίας.Δεν θα ήθελα να πω περισσότερα... Θα έλεγα ότι κυρίως στα ποιήματα αποτυπώνονται όχι μόνο ιδέες και αφηρημένες, προφανώς, έννοιες αλλά εικόνες. Και αν δεν ήταν έτσι, δεν θα μπορούσε να γίνει και μια, ας το πούμε, απεικόνιση ορισμένων απ’ αυτές με τα μέσα του σχεδίου, χαρτί δηλαδή και μολύβι ή μελάνι. Και βέβαια πρέπει να πούμε –επειδή λέγεται συχνά– ότι μία εικόνα χίλιες λέξεις –αυτό βέβαια δεν είναι κινέζικο, όπως όλα εδώ στη Δύση τα αποδίδουν στους Κινέζους έτσι αορίστως– ανήκε και αυτό στον Ντιντερό, όταν ετοίμαζε τη μεγάλη εκδοτική εποποιία της Encyclopedie μαζί τον Ντ' Αλαμπέρ, αλλά εγώ το παραφράσσω λέγοντας: αν μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις, κάθε λέξη μπορεί να είναι χίλιες εικόνες. Και έτσι μέσα στην ποίηση υπάρχουν –τι άλλο– και εικόνες, πολλές εικόνες. Έτσι δεν είναι και κανένα κατόρθωμα να πάρει κανείς το μολύβι και να σχεδιάσει. Στην πραγματικότητα δεν ξέρει τι να πρωτοκάνει διότι κάθε λέξη, όπως είπα, οδηγεί σε πολλές διαφορετικές εικόνες.Εκείνη τη στιγμή λοιπόν και στα περιθώρια του λιγοστού μου χρόνου –φυσικά όπως κάθε φορά που είσαι μπροστά σε ένα τέτοιο δίλημμα, παρελαύνουν αυτά που συνήθως σου έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα, μια εντύπωση– θυμήθηκα το πιο μινιμαλιστικό απ’ όλα: του Σημηριώτη τη μετάφραση των έργων, ποιημάτων του Έντγκαρ Άλαν Πόε, τα οποία είναι –ποιος δεν τα ξέρει– έμμετρα και η μετάφραση είναι επίσης έμμετρη. Με δυσκολία διότι οι αγγλικές λέξεις είναι συντομότερες, μονοσύλλαβες, δισύλλαβες το πολύ, και οι ελληνικές είναι πολυσύλλαβες. Είναι εξαιρετική αυτή η μετάφραση από τον ίδιο τον Σημηριώτη, και τα σχέδια που έκανε ο ίδιος. Είναι πολύ σπάνιο να έχουμε τον ποιητή, ο οποίος ταυτοχρόνως έχει και το χάρισμα του σχεδίου.Έτσι λοιπόν, από τότε που ήμουν πολύ νέος, αυτό με είχε εντυπωσιάσει. Φυσικά δεν κατάφερα κάτι παρόμοιο αλλά ούτε, ευτυχώς, παρασύρθηκα και στην πλευρά του Γκιστάβ Ντορέ που εικονογράφησε τη Θεία Κωμωδία με πολύ αναλυτικούς πίνακες. Έπρεπε κάπου ανάμεσα να μείνω, που είναι και πιο εύκολο. Οπότε, έτσι έχει το πράγμα και μπορώ να σας πω δυο λόγια για τα σχέδια.Το πιο απαιτητικό είναι στο τέλος, βλέπετε, όλο αυτό που λέγεται «Η ανώνυμη λίμνη». Και είναι πολύ απαιτητικό, περίπου το ήμισυ του περιεχομένου σε λέξεις και δυνατές, ας πούμε, εικόνες. Συντίθεται σ’ αυτή τη σελίδα, δεξιά από τους στίχους της Λέλης.Και μετά, στο εξώφυλλο, είναι κάτι λιγοστό, το οποίο έρχεται βέβαια πάλι από ένα ποίημα, την «Αθήνα». Αθήνα-Αθηνά, ελαία, κλάδος ελαίας. Είναι πολύ απλό αλλά έχει τόσο πολλές συμπαραδηλώσεις. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στις ελληνικές, γιατί όλοι τις ξέρουμε εδώ στην Ελλάδα. Η ελαία και ο κλάδος, όλα αυτά, αλλά και στη Βίβλο. Αλλά σκέφτομαι τοιχογραφίες στην Αίγυπτο την εποχή του Αχενατών, όπου δείχνει ακριβώς αυτό το είδος κλάδου ελαίας κι από πάνω τις ακτίνες του ήλιου, οι οποίες συμβολίζονται πάντα με γραμμές οι οποίες έρχονται από πάνω αριστερά, κατεβαίνουν προς τα κάτω δεξιά και οι οποίες αυτές γραμμές στο άκρον μεταμορφώνονται, σωματοποιούνται, και δεν είναι άλλο από μικρά χεράκια που χαϊδεύουν, και χαϊδεύουν τον κλάδο της ελαίας. Ο Αχενατών ήταν ποιητής επίσης, ήταν για πολύ λίγο καιρό στην εξουσία και τόλμησε να αμφισβητήσει το πολυχρηστικό σύστημα της φαραωνικής Αιγύπτου. Και βέβαια, βλέπετε και το πλοίο με τη σκιά του. Βέβαια εκεί οι εικόνες ήταν πολύ ζωντανές, πολύ δυνατές από τους στίχους της Λέλης που διάβασα, ώστε αυτό βγήκε αβίαστα.Φυσικά πίσω υπάρχουν αναμνήσεις από τον Άνσεντ, τον Αμούντσεν, τον Αντρέ και άλλους εξερευνητές. Πολλοί από αυτούς χάθηκαν και δεν επέστρεψαν ποτέ. Και χειρότερα θα ήταν, νομίζω, αν θέλαμε να μιλήσουμε για το υπερθετικόν της αυτοθυσίας, ο Μπέρινγκ –Βερίγγειος, ποιος δεν ξέρει τον Βερίγγειο–, τα στενά που συνδέουν τα νερά του Ειρηνικού με τον Βόρειο Ωκεανό. Ίσως δεν ξέρετε ότι ο Μπέρινγκ έζησε τον 18ο αιώνα, ήταν Δανός αλλά δούλεψε για τη Ρωσία, την τσαρική Ρωσία. Αφού δεν του έδινε η Δανία τα ποσά που ζητούσε από τον θρόνο για τρία πλοία με τα οποία θα εξερευνούσε τον Βόρειο Ωκεανό, αλλαξοπίστησε –να το πούμε έτσι–, έστρεψε την πλάτη στην πατρίδα του, άλλαξε πατρίδα και προσέφερε υπηρεσίες στον Τσάρο. Το όνομά του δόθηκε αργότερα. Και πολύ αργότερα βρέθηκαν από Ρώσους εξερευνητές τα κατάλοιπα αυτά που σήμερα λέγονται το «μαύρο κουτί», διακόσια χρόνια μετά, και δημοσιεύτηκαν από μια ομάδα επιστημόνων, Δανών και Ρώσων, της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, κι έτσι έχουμε μάθει τι συνέβη τότε. Άρα σ’ αυτή τη Θάλασσα Λάπτεφ, στην οποία ίσως έφτασε ο Μπέρινγκ –μάλλον δεν έφτασε, αλλά προς τα κει θα πήγαινε–, είναι ανατριχιαστική η ηρεμία, που πάλι παραπέμπει σε έναν άλλον ποιητή, θα έλεγα τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, αλλά στο πεζό του, «Άρθουρ Γκόρντον Πιμ». Η αλλόκοτη αυτή αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ, που περιγράφει τον Νότο, την άλλη άκρη του πλανήτη, περιγράφει την απόλυτη ακινησία της ατμόσφαιρας, μια παγωμένη ατμόσφαιρα, κρύα, όλα λευκά και νεκρικά. Έτσι είναι στην άκρη της Γης στις βόρειες εσχατιές και τις νότιες. Οπότε, έτσι είναι αυτή η εικόνα...Δεν θα σας πω για όλες τις εικόνες. Να, εδώ για την Ινδία, αυτό είναι ένα πολύ απλό και εύκολο, μ’ ένα χαρτονάκι κόψιμο, μετά με το μολυβάκι, δεν είναι άλλο από την πύλη προς τη Στούπα Σανσί, που είναι το αρχαιότερο λίθινο μνημείο της Ινδίας. Ινδία... Όλοι λέμε πανάρχαια, πανάρχαια, πανάρχαια, αλλά αν αναζητήσετε μνημεία, το αρχαιότερο μνημείο της έγινε 200 χρόνια μετά τον Παρθενώνα! Αυτά που λέμε τώρα για χιλιάδες και χιλιάδες χρόνια είναι περισσότερο αυτή η φαντασία που έχουμε στη Δύση για καθετί στη Ανατολή. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι το παλιότερο πέτρινο μνημείο τους. Είχαν μεγάλο πολιτισμό και πιο πριν, αλλά ήταν ξύλινα, κι έτσι το πέτρινο μνημείο στην πραγματικότητα διασώζει, στις μορφές του, τις λεπτομέρειες της ανεπιστρεπτί χαμένης αρχιτεκτονικής της Ινδίας. Πάντως, η πύλη πάντοτε είναι συμβολική, είναι το σημείο εκείνο της μετάβασης, πριν είμαστε πριν και μετά είμαστε μετά, σε όλα τα επίπεδα, θα έλεγα, μετάβασης. Κι έτσι η Λέλη με αυτό το ποίημα με παρέσυρε προς την Ινδία και φαντάστηκα αυτό το πέρασμα και, τι καλύτερα, μια πόρτα, μια πύλη, με αυτό τον απλό τρόπο.Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Φαντάζομαι κι άλλες εικόνες μπορούν να παραχθούν από μια ανάγνωση των ποιημάτων της Λέλης και την ευχαριστώ που μου έδωσε μέσω αυτού του έργου της την ευκαιρία να ξαναβρεθούμε και να τα λέμε και να ανταλλάσσουμε σκέψεις. Αυτό ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο μέρος της συνεργασίας μας.Ευχαριστώ πολύ και εσάς. 
    Περισσότερα
  • Κείμενα

    28 Οκτωβρίου 1940 | Η καταγραφή του Γιώργου Σεφέρη στο ημερολόγιό του

    Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Γιώργος Σεφέρης, προϊστάμενος τότε της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου στο υφυπουργείο Τύπου και Τουρισμού, πληροφορείται από πρώτο χέρι την εμπόλεμη κατάσταση της χώρας.Μοιραζόμαστε μαζί σας την καταγραφή της 28ης Οκτωβρίου στο ημερολόγιό του όπως αποτυπώνεται στον τρίτο τόμο (16 Απρίλη 1934-14 Δεκέμβρη 1940) από τις «Μέρες» του μεγάλου μας ποιητή.Δευτέρα 28 Οκτώβρη 1940Κοιμήθηκα δύο το πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στις τρεις και μισή μια φωνή μέσα από το τηλέφωνο με ξύπνησε: «Έχουμε πόλεμο». Τίποτε άλλο, ο κόσμος είχε αλλάξει. Η αυγή, που λίγο αργότερα είδα να χαράζει πίσω από τον Υμηττό, ήταν άλλη αυγή: άγνωστη. Περιμένει ακόμη εκεί που την άφησα. Δεν ξέρω πόσο θα περιμένει, αλλά ξέρω πως θα φέρει το μεγάλο μεσημέρι.Ντύθηκα κι έφυγα αμέσως. Στο Υπουργείο Τύπου δυο-τρεις υπάλληλοι. Ο Γκράτσι είχε δει τον Μεταξά στις τρεις. Του έδωσε μια νότα και του είπε πως στις 6 τα ιταλικά στρατεύματα θα προχωρήσουν. Ο πρόεδρος τού αποκρίθηκε πως αυτό ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου, και όταν έφυγε κάλεσε τον πρέσβη της Αγγλίας.Αμέσως έπειτα με τον Νικολούδη στο Υπουργείο Εξωτερικών. Ο πρόεδρος ήταν μέσα με τον πρέσβη της Τουρκίας. Στο γραφείο του Μαυρουδή, ο Μελάς έγραφε σπασμωδικά ένα τηλεγράφημα. Ο Μαυρουδής μέσα στο παλτό του σαν ένα μικρό σακούλι. Διάβασα τη νότα του Γκράτσι. Ο Γάφος κι ο Παπαδάκης τηλεφωνούσαν. Καθώς ετοίμαζα το τηλεγράφημα του Αθηναϊκού πρακτορείου, μπήκε ο Τούρκος πρέσβης για να ιδεί τη νότα και σε λίγο ο πρόεδρος με όψη πολύ ζωντανή. Έπειτα άρχισαν να φτάνουν οι υπουργοί, χλωμοί περισσότερο ή λιγότερο, καθένας κατά την κράση του. Το υπουργικό συμβούλιο κράτησε λίγο. Ο Μεταξάς πήγε αμέσως στο γραφείο του κι έγραψε το διάγγελμα στο λαό . Το πήραμε και γυρίσαμε στο Υπουργείο Τύπου. Μέσα από τα τζάμια του αυτοκινήτου, η αυγή μ' ένα παράξενο μυστήριο χυμένο στο πρόσωπό της. Έγραψα μαζί με το Νικολούδη το διάγγελμα του βασιλιά. Καμιά δακτυλογράφος ακόμη· πήγα σπίτι μια στιγμή και το χτύπησα στη γραφομηχανή μου. Η Μαρώ μού είχε ετοιμάσει καφέ. Γύρισα στο Υπουργείο καθώς σφύριζαν οι σειρήνες... Στη γωνία Κυδαθηναίων μια φτωχή γυναίκα με μια υστερική σύσπαση στο πρόσωπο.Τώρα όλοι ήταν μαζεμένοι στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας». Ο βασιλιάς, με ύφος νέου αξιωματικού· υπόγραψε το διάγγελμά του και φύγαμε.Τηλεφώνησα στο τηλεγραφείο να σταματήσουν τα τηλεγραφήματα και των Γερμανών ανταποκριτών. Οι υπάλληλοι εκεί είναι ακόμη ουδέτεροι. Δεν μπορούν να πιστέψουν τη φωνή μου:―Είστε βέβαιος; και των Γερμανών;―Και των Γερμανών, είπα.―Τι δικαιολογία να δώσουμε;Δεν έχω καιρό για συζητήσεις:―Πέστε τους πώς είναι χαλασμένα τα σύρματα με το Βερολίνο, κι αν φωνάζουν πολύ στείλτε τους σ’ εμένα....Πήρα και έδωσα το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν μας και κατέβηκα στους δρόμους για να ιδώ τα πρόσωπα. Το πλήθος έσπαζε τα τζάμια των γραφείων της «Άλα Λιτόρια».
    Περισσότερα
  • Κείμενα

    «Να ακούω τις ψυχές τους…» | Ένα διήγημα της Ιφιγένειας Θεοδώρου στο περιοδικό «Απόπλους»

    Στο πιο πρόσφατο τεύχος (αριθμ. 93-94) του περιοδικού «Απόπλους» φιλοξενείται ένα διήγημα της Ιφιγένειας Θεοδώρου με αφορμή το αφιέρωμα του περιοδικού στη Μικρασιατική Καταστροφή. Από τις εκδόσεις μας επανακυκλοφόρησε πρόσφατα το βιβλίο της Ιφιγένειας Θεοδώρου Χρυσός, Λιβάνι και Σμύρνη που περιλαμβάνει επτά διηγήματα της καθημερινής ζωής στη σύγχρονη Σμύρνη.Επιχειρηματικό ταξίδι από αυτά που δεν μπορείς να αποφύγεις. Και μάλιστα αρχές Σεπτεμβρίου, τότε που το γλυκό καλοκαιράκι υπόσχεται τα καλύτερα στις παραλίες ή στα κορφοβούνια. Στην απέναντι ακτή θα υπογράφαμε τα τελικά συμβόλαια, οι συνομιλίες είχαν διαρκέσει πάνω από χρόνο. Η πανδημία δεν είχε σταθεί εμπόδιο στη σύσφιξη των εταιρικών σχέσεων, ούτε οι κλυδωνισμοί πάνω από το Αιγαίο απείλησαν την συμφωνία. Το χρήμα είναι υπεράνω… Έκρυψα από όλους ότι θα επέστρεφα στην πόλη των πρώιμων παιδικών μου αναμνήσεων. Εκεί όπου πρωτοείδα τη θάλασσα… Άφησα στην γραμματεία μου τα διαδικαστικά, ήμουν σίγουρος ότι θα εύρισκα εύκολα τον δρόμο για την αθωότητα.Η οικογένειά μου δεν είχε ρίζες από την Μικρά Ασία. «Είμαστε οικονομικοί μετανάστες…» συνήθιζε να λέει η μητέρα μου, κάθε φορά που ξεκρεμούσε τα κάδρα από τους τοίχους της προσωρινής μας διαμονής. Πολλές φορές δεν προλάβαιναν ούτε σημάδι να αφήσουν πίσω τους… «Πηγαίνουν όπου φυσάει ο καπνός…» εξηγούσε η γιαγιά μου στις φίλες της. Κυριολεκτούσε αφού ο πατέρας μου εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία καπνού και παραγωγής τσιγάρων. Η μετάβασή μας, στις αρχές του ‘90, από το κέντρο της Ευρώπης στη Σμύρνη ήταν ένα πολιτιστικό σοκ για όλη την οικογένεια. Όμως πολύ γρήγορα η δροσερή αύρα που διαπότιζε από άκρη σε άκρη τη πόλη φύσηξε και παρέσυρε μακριά κάθε στενάχωρη σκέψη κι ενδοιασμό. Ήταν κι εκείνη η θάλασσα κάτω από το μπαλκόνι μας με τα χίλια πρόσωπα, τα τσαλίμια και τα χάδια της… Έσκυβες, άπλωνες τα χέρια και την άγγιζες. Και τα καράβια, μικρά και μεγάλα, ολημερίς στο κάδρο των παραθύρων μας. Σίγουρα τότε θα γεννήθηκε η επιθυμία μου να γίνω καπετάνιος. «Πού πάνε όλα αυτά τα καράβια;» ρωτούσα. «Απέναντι στην Ελλάδα…» Μόνιμη επωδός η Ελλάδα σε εκείνα τα πρώτα χρόνια, να στηθεί η γέφυρα με την πατρίδα, σαν να μην έφτανε η γλώσσα που μιλούσαμε στο σπίτι, τα τραγούδια στο ραδιόφωνο και το καλαματιανό λάδι που έρρεε στην κουζίνα. Δεν πήγαινα στο σχολείο ακόμα. «…Σιγά μη μάθει τούρκικα!» αντιδρούσε η μητέρα μου. Ερχόταν μια κυρία στο σπίτι τα πρωινά, «σαν τη γιαγιά θα σου διαβάζει παραμύθια…» με καθησύχαζε η μαμά μου. Πολλές φορές πηγαίναμε με την κυρία Ευτυχία μέχρι το φούρνο στον πίσω παράλληλο δρόμο, λατρεύαμε κι οι δυο το φρέσκο, ζεστό ψωμί, τσιμπολογούσαμε παρέα την ξεροψημένη κόρα. Άλλες φορές φτάναμε μέχρι την πλατεία με το άγαλμα του Κεμάλ να δείχνει τη θάλασσα, απέναντι. «Κι αυτός στην Ελλάδα πηγαίνει;» την ρώτησα και εισέπραξα ένα λυπημένο κούνημα του κεφαλιού της… Έτσι σιγά σιγά η Ευτυχία με μύησε στην ιστορία της Σμύρνης. Μου μιλούσε για τα δίπατα σπίτια δίπλα στο κύμα, τους κήπους και τα θέατρα, τα ξενοδοχεία και τα καφενεία, τις μουσικές στα σοκάκια, τους εμπόρους και τις όμορφες αρχόντισσες. Όταν τραγουδούσε έβαζε περίσσιο παράπονο στη φωνή, μου έφερναν λύπη τα τραγούδια της καθώς ανακάτευε μελωδίες ντόπιες με τραγούδια χιώτικα. Γιατί η κυρία Ευτυχία είχε έρθει από απέναντι, από την Χίο, κι όταν την ρώτησα γιατί, « μη τύχει ποτέ κι έρθεις από ανάγκη εδώ πέρα…» μου είπε κι έσκυψε το κεφάλι της.     Μια μέρα σε μια από τις βόλτες μας στην προκυμαία συναντήσαμε την Ιωάννα με τη μητέρα της. Μόλις είχαν εγκατασταθεί στη Σμύρνη, ζούσαν ένα τετράγωνο πιο κάτω από το σπίτι μας, στο ελληνικό προξενείο. Ξεχώριζε το παλιό κτίριο απ’ τα υπόλοιπα γύρω, έγερνε ελαφρά από τον χρόνο, μια τεράστια ελληνική σημαία κυμάτιζε πάνω από το αέτωμα του μπαλκονιού. «Κι αυτοί μετανάστες, από ανάγκη όμως….» σχολίασε η μητέρα μου κι ένιωσα μια συμπόνοια για την Ιωάννα που, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Ευτυχίας, είχε φτάσει στη Σμύρνη από ανάγκη. Ήταν συνομήλική μου, δεν πήγαινε ούτε εκείνη ακόμα στο σχολείο και γρήγορα διαπίστωσα ότι δεν ήταν τόσο δυστυχισμένη όσο νόμιζα. Στα παιδικά μου μάτια το σπίτι τους ήταν τεράστιο, μπορούσαμε να χοροπηδάμε χωρίς να ενοχλούμε τους γείτονες, να κυνηγάμε τη μπάλα στα σανίδια που έγερναν, να τρώμε παγωτό φιστίκι στη σκιερή αυλή, να σκύβουμε όσο θέλαμε στα σιδερόφρακτα παράθυρα μετρώντας τα καραβάκια που περνούσαν σύριζα στη προκυμαία. «Το σπίτι σας είναι μια φυλακή με τέτοια κάγκελα στα παράθυρα…» της είπα μια μέρα. «Δεν είναι δικό μας, είναι το σπίτι της Ελλάδας…» απάντησε εκείνη. «Γιατί έχει σιδεριές;» «Για να μη μπουν οι Τούρκοι…» μου εξήγησε και έτσι έμαθα για την πυρκαγιά και τους αγριεμένους στρατιώτες που έζωσαν κάποτε την πόλη, για τα παιδιά που έχασαν γονείς και παππούδες στην προκυμαία, για τη θάλασσα που κατάπιε τα κορμιά των χριστιανών μαζί με την ντροπή των Ευρωπαίων. Όλα εκείνα που αποσιωπούσε η Ευτυχία στις διηγήσεις της. Δύσπεπτες ιστορίες για το παιδικό μου στομάχι. «Πού τα ξέρεις όλα αυτά;» την ρώτησα ελπίζοντας ότι τα είχε βγάλει από το μυαλό της… Πώς θα μπορούσαμε άλλωστε να ζούμε στην ίδια πόλη με τους Τούρκους μετά από τέτοια καταστροφή; « Η γιαγιά μου μού τα είπε, έφυγε από δω για να γλυτώσει…» απάντησε και πρόσθεσε ακόμα πιο χαμηλόφωνα, «Και μένα ήθελαν να με βαφτίσουν Ιωνία, αλλά ο παπάς δεν άφησε…». Η αποκάλυψη αυτή με εμπόδισε να κοιμηθώ για πολλές νύχτες. Δεν τόλμησα όμως να ζητήσω από τους γονείς μου να βάλουν κάγκελα στα παράθυρά μας. Ο πρόξενος με τη γυναίκα και την κόρη τους δεν έμειναν πολύ καιρό στη Σμύρνη. Στα δυο χρόνια άρχισαν να ξεκρεμούν τα κάδρα τους από το σπίτι της Ελλάδας. Η Ευτυχία μετέφερε τις φήμες που κυκλοφορούσαν στην πόλη, ότι ο πρόξενος ζήτησε μετάθεση για να πάει η Ιωάννα σε σχολείο όπου δεν θα ήταν αναγκασμένη να μάθει και τουρκικά. Τον πραγματικό όμως λόγο μου τον εκμυστηρεύτηκε η ίδια η Ιωάννα ένα απόγευμα καθώς περπατούσαμε κατά μήκος της προκυμαίας, η Ευτυχία λίγα βήματα πιο πίσω έτρωγε πασατέμπο ρίχνοντας τα τσόφλια στο νερό. « Η μαμά μου δεν αντέχει να ζει πια στη Σμύρνη… Ακούει φωνές, των πνιγμένων, τις ψυχές τους… στη θάλασσα…» Ένιωσα ένα σύγκρυο στην πλάτη μου κι αποτραβήχτηκα από το πέτρινο παραπέτο. Η θάλασσα είχε φουσκώσει, είχε βαφτεί σκούρα πράσινη κι άφριζε . Μου φάνηκε ότι άκουσα τρίξιμο, είδα μόνο τα τσόφλια της Ευτυχίας καθώς τα ρουφούσε το κύμα. Μείναμε στη Σμύρνη έξι χρόνια ακόμα. Τελειώνοντας το δημοτικό μιλούσα τέλεια τουρκικά, σ’ αυτό οφείλω άλλωστε και τη δουλειά που κάνω σήμερα. Δεν έγινα βέβαια καπετάνιος. Ούτε ξαναείδα την Ιωάννα από τότε.Έφτασα στη Σμύρνη με τον χοντρό φάκελο των συμβολαίων στις αποσκευές μου ένα απόγευμα , αρχές του Σεπτέμβρη. Στη διαδρομή από το Διεθνές αεροδρόμιο Μεντερές μέχρι το κέντρο το μάτι μου συνήθισε γρήγορα στις κακοτεχνίες των προαστίων, έτσι κι αλλιώς όλες οι μεγαλουπόλεις υποδέχονται τους επισκέπτες τους με ακαλαίσθητα κτίρια, συνεργεία και εμπορικά κέντρα. Εισχωρώντας στον πυκνό ιστό του κέντρου με αργούς ρυθμούς λόγω της κυκλοφορικής συμφόρησης, δεν αναγνώρισα απολύτως τίποτα, παρά μόνο το φως. Εκείνο το φως της δύσης που έντυνε ρόδινα όλη την Σμύρνη, την ώρα που ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τους χαμηλούς ορεινούς όγκους του κλειστού λιμανιού κι από το μπαλκόνι μας τότε, η Ελλάδα απέναντι χανόταν στο λυκόφως, μέσα σε μια πανδαισία κόκκινων και μαβιών χρωμάτων. Δεν άργησα να μυρίσω τη θάλασσα. Παρά το τείχος των πολυκατοικιών που έκλειναν τον ορίζοντα της πόλης, η θάλασσα, ζωντανή, μυροβόλος είχε τη δύναμη να εισχωρεί ανάμεσα στους στενούς κάθετους δρόμους και να ανακατεύεται με τα καυσαέρια και την δυσοσμία του καθημερινού μόχθου. Στο τελευταίο φανάρι πριν βγούμε στον παραλιακό δρόμο επιτέλους την είδα… Όχι, δεν ήταν η θάλασσα των παιδικών μου περιπάτων, αυτή που μας ράντιζε με τους ξιπασμένους αφρούς της, που γουργούριζε στο πεζουλάκι της προκυμαίας ή χυνόταν θυμωμένη μπροστά στις εξώπορτες των σπιτιών μας. Τώρα έμενε απόμακρη…Στο βάθος … Μια γλώσσα από χορτάρι, ένα λιβάδι φρέσκο καταπράσινο να μας χωρίζει…Να χρειαστεί να τρέξω για να την φτάσω… Να μένει μακριά απ’ τα μπαλκόνια και τους ονειροπόλους. Το αυτοκίνητο με αργό ρυθμό πέρασε από την πλατεία με τον έφιππο Κεμάλ και τον κήπο του ξενοδοχείου Εφές Παλλάς. Βρήκα τα πρώτα σημάδια της δικής μου Σμύρνης κι ύστερα τα στρωμένα τραπέζια του «Ντενίζ» μου έφεραν στο στόμα γεύση από τηγανισμένα μύδια και λεμονάτες γαριδούλες. Γεμάτα πεζοδρόμια, τραπεζάκια και δυνατές μουσικές, κράχτες των μαγαζιών, μυρωδιές από ναργιλέδες και νεολαία αραγμένη στο γκαζόν, οι φυλαγμένες πολύτιμες εικόνες μου, είχαν γίνει κομματάκια, χαρτάκια κακοπαθημένα στο καλντερίμι. Πού χάθηκε η προκυμαία όπου περπατούσαμε με τους συμμαθητές μου χαζεύοντας τα καραβάκια που έφταναν από το Κορδελιό; « Να το λες Καρσίγιακα, αλλιώς δεν το καταλαβαίνουν…» με συμβούλευε η Ευτυχία. Πώς μεταλλάχτηκε σε Κέντρο Τέχνης το γαλλικό προξενείο με τις τρεις επιβλητικές καμάρες του; Από πού ξεφύτρωσε αυτό το εκκεντρικό χάλκινο σύμπλεγμα σχεδόν απέναντι από το παλιό διαμέρισμά μας; Οχτώ μέτρα ύψος, δέκα έφιπποι να δείχνουν τη δύση. «Είναι το δέντρο της Δημοκρατίας!» μου εξήγησε με περηφάνια ο οδηγός μου κι έστριψε δεξιά για το ξενοδοχείο μου. Ίσα που πρόλαβα να ξεχωρίσω την ελληνική σημαία πάνω από το αέτωμα του μπαλκονιού στο σπίτι της Ιωάννας.Είχα διαλέξει να μείνω στο ξενοδοχείο που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το ελληνικό προξενείο. Με τους δεκαοχτώ ορόφους του το ξενοδοχείο ξεχώριζε ανάμεσα στις πολυκατοικίες της προκυμαίας «σαν καλός γίγαντας πίσω μας» έλεγε η Ιωάννα. Ένιωσα νυχιές στο στομάχι μου απ’ τη συγκίνηση κι από το δέος του ύψους όταν στάθηκα μπροστά στο παράθυρο του δωματίου μου. Η θάλασσα που αγνάντευα από το μπαλκόνι μας ήταν πάλι εκεί… Ναι, από άλλη απόσταση σίγουρα, δεν άκουγα τον παφλασμό της ούτε μύριζα τα χνώτα του βυθού της. Είχα διανύσει κι εγώ μεγάλη απόσταση μέχρι να ξαναβρεθώ κοντά της. Τριάντα χρόνια… Όμως την είχα πάλι εκεί μπροστά μου…Σκοτεινή έτσι όπως ο μαβής ουρανός έδινε χώρο στη νύχτα, η ανάσα της ανέβαινε ψηλά, μέχρι το μπαλκόνι μου, η υγρασία της μούσκευε το δέρμα μου ή μήπως ήταν η καρδιά μου που ξεσπούσε σε κλάματα; Έβλεπα τα κεραμίδια του ελληνικού προξενείου, εκεί όπου είχα παίξει τόσα απογεύματα, ξεχώρισα την ταράτσα της πολυκατοικίας μας. Τα φωτισμένα καραβάκια που πηγαινοέρχονταν στο Κορδελιό, όπως τότε…Ο θόρυβος του παραλιακού δρόμου έφτανε αδύναμος στα αυτιά μου, ξεθωριασμένες μουσικές και στο βάθος τα πλοία αρόδου έκλειναν τον ορίζοντα, ακίνητα να θυμίζουν την απάθεια των ξένων στην απελπισία και το θανατικό της προκυμαίας. Γιατί τώρα πια ήξερα… Όσο κι αν είχε προσπαθήσει η Ευτυχία να προστατέψει την παιδική μου αθωότητα. Να ζυμώσει μέσα μου την ανοχή με τον σεβασμό για κάθε τι το διαφορετικό. Η προκυμαία της απόγνωσης και της προσφυγιάς δεν υπήρχε πια, ο χωροταξικός νεωτερισμός των Τούρκων θέλησε να σβήσει από την συνείδηση των κατοίκων την ιστορική μνήμη της πόλης. Όμως το σπίτι της Ιωάννας, χωρίς να γέρνει πια μετά από την ριζική του αναπαλαίωση έμενε εδώ στη παραλία μοναδικός μάρτυρας της ιστορίας. Μάρτυρας και της τελευταίας συνάντησής μας την ώρα που αποχαιρέτησα την Ιωάννα και τους γονείς της. Είχε σκύψει η μητέρα της να με φιλήσει καθώς της έδινα τα λουλούδια που κρατούσα. Τα μαλλιά της μύριζαν θάλασσα. Πρόλαβα και της ψιθύρισα… «Θα μείνω εγώ…να ακούω τις ψυχές τους». Μου φάνηκε ότι ένιωσε ανακούφιση. Μετά σταθήκαμε μπροστά στη σιδερένια πόρτα για μια αναμνηστική φωτογραφία. Οι τρεις μας, η Ιωάννα, η Ευτυχία κι εγώ…Ανακαλύψτε περισσότερα για το βιβλίο της Ιφιγένειας Θεοδώρου Χρυσός, Λιβάνι και Σμύρνη.
    Περισσότερα
  • Κείμενα

    «Ο Άγγελος Σικελιανός έπεσε» | Ένα κείμενο του Γιώργου Σεφέρη για τον Άγγελο Σικελιανό

    Ο Γιώργος Σεφέρης, με αφορμή τον θάνατο του Άγγελου Σικελιανού στις 19 Ιουνίου 1951, έγραψε το παρακάτω κείμενο, αποτυπώνοντας μοναδικά πώς η ποίηση του λυρικού ποιητή θα συνέχιζε από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα να ορθώνει μόνη το ανάστημά της.Το κείμενο περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο από τις Δοκιμές του Σεφέρη (1948-1971).Ο θάνατος του ποιητή είναι η συντέλεια μιας γέννησης. Ο Άγγελος Σικελιανός έπεσε· το έργο του τώρα, έξω από τον ίσκιο του μεγάλου άντρα, υψώνεται ακέριο, κατορθωμένο μέσα στο απόλυτο φως,Σα μυγδαλιά που είναι ντυμένη μόνο μ’ άνθιαδίχως φύλλο πουθενά,θάμπος λευκό ως τα βάθη των φρενών,ολάνθιστη σιωπή!        Καθώς αναμετρούμε το βαθύτατο λάκκο που άνοιξε, πέφτοντας ανάμεσά μας, ο Άγγελος Σικελιανός, αυτή την ολάνθιστη σιωπή μιας γέννησης συλλογίζομαι. Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς όταν βρίσκεται πολύ κοντά στη συγκίνηση. Κι όμως, καθώς προσπαθώ να συγκρατήσω όσο μπορώ πάνω στη γη μας την ανθρώπινη παρουσία του, συλλογίζομαι ακόμη πως ήταν εκείνος που έβαλε όλη την ορμή της ψυχής του για ν’ αγκαλιάσει τη ζωή και το θάνατο μαζί. Δεν ξέρω να υπάρχει μορφή που να ξυπνά μέσα μας τόσες εικόνες επιταφίων και αναστάσεων· ήμουν έτοιμος να πω πως το έργο του θα μπορούσε να πλαισιωθεί με την υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: με την ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα.        Καθώς περνούν τα χρόνια και με τη βοήθεια των ποιητών μας αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε πόσο βαθιά μπορούν να πάνε οι αντίλαλοι της παράδοσής μας, ξεκαθαρίζουμε σιγά-σιγά ποια είναι τα πράγματα που μας ξεχωρίζουν μέσα στον κόσμο που ζούμε. Βλέπουμε κάποτε πως τα αισθήματά μας, όταν είναι πραγματικά, τα σύμβολα της λατρείας μας, όταν πρόκειται για πραγματική λατρεία, τα ορμέμφυτά μας, επειδή ταξίδεψαν τόσο πολύ μέσα στο χρόνο και στις γενεές, επειδή ριζοβόλησαν όχι μόνο ανάμεσό μας, αλλά και σημαντικά μακρύτερά μας, έχουν ένα αρμονικό πλούτο πολύ πλατύ κι έναν τόνο κάποτε εξαιρετικά ιδιόμορφο. Πόσο ιδιόμορφο, μπορεί να το λογαριάσει κανείς όταν συλλογιστεί τους μεγάλους ποιητές που είχαμε τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Αν τους φανταστεί κανείς αυτούς τους ανθρώπους σαν τα σημεία που προσδιορίζουν τον ορίζοντα μιας ιδέας, της ελληνικής ιδέας, αν προσπαθήσει να προσέξει πόσο ιδιότροπα διαφορετικοί και συνάμα πόσο σύμφωνοι είναι, ίσως και νιώσει το πλάτος και τη φυσιογνωμία του πνευματικού μας χώρου. Πάντα πιστός στον εαυτό του, θα λέγαμε, κι ωστόσο μυστικός και αντιφατικός σαν όλα τα πράγματα όπου σφύζει η ζωή.       Η παράδοσή μας είναι γεμάτη αντιθέσεις. Οι επιφανείς άντρες τις αρμονίζουν. Στην Ελλάδα και ο Διόνυσος είναι Εσταυρωμένος. Αλλά χρειάστηκε η δυνατή πίεση της φωνής του Σικελιανού για να σαρκωθεί σε μιαν ενότητα ο λόγος:Γλυκό μου βρέφος, Διόνυσέ μου και Χριστέ μου…       Έτσι συλλογίζομαι και τη μορφή της Μητέρας του Θεού που είναι τόσο κοντά του· συλλογίζομαι όνειρα σταν το ακόλουθο, που πρέπει να έχουν πάρει το χρώμα τους από το παιδικό του εικονοστάσι:είδα τον πατέρα μου απλωμένο δίπλα μου,βγάνοντας ξάφνου απάνωθέ του το σεντόνι,ολόγυμνος να πεταχτεί στα μάτια μου μπροστά,ωραιότερος,μεστότερος, με σάρκα ωσάν τριαντάφυλλοόλο φωςκαι να μου πει: «Γιε μου, ελυτρώθηκα»...        Και προσπαθώ να κοιτάξω το θρησκευτικό αίσθημα του Σικελιανού να ξεκινά από τη λευκαδίτικη πατρογονική του χριστιανοσύνη, να προχωρεί και να θρέφεται με όλες τις ανάσες της ελληνικής γης, ν’ απλώνεται και ν’ αφομοιώνει μύθους που τους πιστεύαμε τελειωτικά πεθαμένους, να κινείται ανάμεσα στον Διόνυσο και τον Άδη, που είναι το ίδιο, καθώς το θέλει ο Ηράκλειτος, και να ποθεί ολοένα μιαν ανάσταση, ένα ξαναγέννημα: την «Άνω Ελλάδα».        Στα χρόνια που ο Σικελιανός είναι ακόμα έφηβος, ολόκληρος ο πνευματικός μας κόσμος κεντρίζεται από αυτόν τον πόθο:Στο νου των νέων Ελλήνων,οπού λούζεται στο νέορόδινο φως βαθιά,παίζεται κάποια μίμησητης πάλης του άνηβου Θεού,του νέου Απόλλωνα,όταν σκότωσε τον Πύθωνα…        Είναι η εποχή του Παλαμά, αλλ’ ανάμεσα στις τόσες μορφές της εποχής εκείνης θα ήθελα ν’ αναφέρω μόνο τον Περικλή Γιαννόπουλο, έτσι καθώς ο ίδιος ο Σικελιανός τον ιστορίζει. Του μοιάζει σαν αδερφός:Κι η αγάπη του όμορφου κορμιού και του ήλιου,της ρυθμισμένης δύναμης που δείχνειτην ομορφιά δίχως κανένα αγώνα,με μόνον ένα σάλεμα, με μόνονένα ήσυχο χαμόγελο, με μόνονένα γοργό κι ένα καθάριο γέλιο,σαν κοράκου κραυγή μες στης αβύσσουτων αττικών ουράνιων τη γλαυκότη,καθάρια κι ασυντρόφευτη αναζούσεστο σάλεμα και στο χαμόγελό του,ω Αττική, – και κανένας τα λεπτά σουτα μύρα δεν ανάσανε με τόσοναρχοντική την αίστηση, κανέναςτ’ ανέλπιστά σου χρώματα δεν πήρενα κλείσει πιο σφιχτά στα βλέφαρά του,και το λιτό σου πνέμα να σαρκώσει· τριγύρα μας δεν ξέραμε κανένανα μοιάζει πιο πολύ με την ελιά σου,με το ξανθό τ’ αστάχυ σου, κι ακόμαμε τα κιτρινισμένα μάρμαρά σου…       Αλλά ο Σικελιανός ήταν πολύ πιο ρωμαλέος δημιουργός. Αν είχε μέσα του κι αυτός τη λαχτάρα που έκαιγε τον Γιαννόπουλο και τον οδήγησε καβαλάρη στο θαλασσινό του τάφο, μπόρεσε ωστόσο, με τον Διόνυσο ακέριο μέσα στις φλέβες του, ν’ αναστήσει μια ζωή παρούσα από τα πιο μακρινά άδυτα της παράδοσής μας. Στη φωνή του, ένας ολόκληρος κόσμος ξεχασμένος, ενταφιασμένος, εγείρεται σαν Δεύτερη Παρουσία, ριζωμένη σε μιαν ελληνική φύση που ανασαίνει με όλη τη δρόσο της πρώτης ματιάς, ριζωμένη στις αισθήσεις του ανθρώπου. Ο Σικελιανός είναι χωρίς διάσπαση, χωρίς διάθλαση. Και όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το θάνατο από την πιο θερμή στιγμή της ζωής, όπως δεν παραδέχεται να χωρίσει το σώμα του από το σώμα του τόπου του, έτσι αγωνίζεται να ενώσει τον κόσμο των θεών και τον κόσμο των ανθρώπων Υπάρχει στον Σικελιανό ένας ιερός ελληνικός ενανθρωπισμός.…και λέμε η γη να σμίξει με τ’ αστέριαμπορεί, ως βαθύ χωράφι με χωράφι,στάχυα να θρέψει κι ο ουρανός· πατέρα,τις ώρες που βαραίνει στην καρδιά μαςτης ζωής η πίκρα μ’ όλο της το βάρος…       Όμως η πρόθεσή μου δεν ήταν ν’ ανιστορήσω την ποίηση του Σικελιανού. Ήθελα μόνο να κρατηθώ για λίγο ακόμη κοντά στο φίλο που εχάσαμε.       Τον συνάντησα αργά στη ζωή. Λέω πως το φταίξιμο πρέπει να ήταν δικό μου. Θαρρώ πως το πραγματικό συναπάντημά μας έγινε όταν πρωτοδιάβασα σε χειρόγραφο την «Ιερά Οδό»:Από τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίραέμπαιν’ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μουμε τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπωςαπό ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνειτο κύμα σε καράβι π’ ολοένα βουλιάζει…       Θυμούμαι με μεγάλη ευγνωμοσύνη τη δροσερή συγκίνηση που μου είχε δώσει αυτός ο μεστός τόνος, κάπως τραυματισμένος στην ευρωστία του. Έπειτα, όσες φορές έτυχε να τον ιδώ στην ύπαιθρο, ή ν’ ακούσω χωρικούς να μιλούν για το πέρασμά του, πάντα τον συλλογιζόμουνα, με το καλογερίστικο ραβδί του τής Φανερωμένης, να ξεκινά από αυτόν τον δρόμο της Ψυχής, όπως τον λέει, που ήταν και ο τελευταίος δρόμος του Γιαννόπουλου. Μ’ άρεσε να θαυμάζω αυτόν τον άρχοντα της λαλιάς μας μέσα στην ελληνική φύση, που την εζούσε με τόσην οικειότητα, που την άγγιζε –βουνά, μάρμαρα, ακρογιάλια– όπως ένας βοσκός αγγίζει τα γνώριμα αντικείμενα της καλύβας του. Μ’ άρεσε ο τρόπος που τον αγαπούσαν οι απλοί άνθρωποι του βουνού και του κάμπου, που τον έλεγαν Κυρ Άγγελο. Με συγκινούσε αυτή η ζωή που είχε κατορθώσει ένα τόσο σπάνιο πράγμα: να είναι καθαρή από κάθε κακομοιριά και στα μικρά και στα μεγάλα.      Έτσι τον ένιωσα ακόμη και τα τελευταία χρόνια, όσες φορές η τύχη μού έδωσε την άδεια να τον ιδώ στο μακρύ χαροπάλεμά του. Γιατί η μοίρα αυτού του ανθρώπου που είπε ξεκινώνταςΗ μόνη μέθοδο είν’ ο θάνατος!θέλησε να ζήσει για ένα μακρύ διάστημα στο κεφαλόσκαλο του κάτω κόσμου. Το έζησε κι αυτό, όπως όλα, με την ίδια μεγαλόκαρδη ευφροσύνη, με τον ίδιο αέρα που ήξερε να διαλέξει και να χαρίσει ένα τριαντάφυλλο. Τον θυμούμα ένα βράδι στο σπίτι του, ύστερ’ από ένα μεγάλο χτύπημα που έμοιαζε να είναι το τελευταίο αυτού του λαβωμένου λιονταριού. «Είδα» μου είπε «το απόλυτο μαύρο. Ήταν ανέκφραστα ωραίο.» Ξεκινούσα για ένα μακρύ ταξίδι· δεν ήξερα αν θα τον ξανάβλεπα. Ένιωσα τα φτερά ενός μεγάλου αγγέλου να τρέμουν μέσα στο δωμάτιο. Ήταν σαν να μας άγγιξε η πνοή πραγμάτων που δεν είδαμε ποτέ μας κι όμως τ’ αγαπούμε πάνω από κάθε άλλο στη ζωή – το ύφος μιας Ελλάδας που γυρεύουμε με τόσο πάθος και που τόσο λίγοι προσεγγίζουν.      Βγαίνοντας ψιθύρισα την τελευταία στροφή του «Μεγάλου Νόστου»:Γιατί το ξέρω· πιο βαθιά κι απ’ το πηχτόν αστρόφως,κρυμμένος σαν αετόςμε περιμένει, εκεί που πια ο θείος αρχίζει ζόφος, ο πρώτος μου εαυτός…Κοίταζα την ανάσταση των άστρων. Λονδίνο, Ιούνιος 1951  
    Περισσότερα

NEWSLETTER

Καλάθι αγορών

(0)

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Ξεκινήστε τις αγορές

Ref.

Στοιχεία αποστολής