Νέα
News List, News Categories, Events
-
Κριτικές
ΠερισσότεραΟ Νόλλας των μεταναστών
Της Μικέλας Χαρτουλάρη, Βιβλιοδρόμιο 7/4/2012«Αντί να μαντρώσουν όλους αυτούς τους ανθρώπους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, θα άξιζε να ξοδέψουν εργατοώρες για να δουν πώς θαΟ Δημήτρης Νόλλας διαφωνεί κάθετα, όπως μου έλεγε, με το σχέδιο της κυβέρνησης για τα κέντρα κράτησης μεταναστών. Είναι από τους πρώτους νεοέλληνες συγγραφείς που έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά του σ' αυτούς τους «άλλους» οι οποίοι είκοσι χρόνια τώρα εισρέουν στη χώρα μας, για να σωθούν και να σώσουν τους δικούς τους που έχουν παραμείνει πέρα από τη Μουργκάνα ή στα βάθη της Ασίας και της Αφρικής. Η ματιά του φέρει το αποτύπωμα της χριστιανικής αγάπης, ωστόσο η προσέγγισή του δεν είναι ρομαντική ούτε αφελής. Διότι γνωρίζει ο Νόλλας πόσο σύνθετο είναι το ζήτημα των σχέσεων μεταξύ των νεοελλήνων και των ξένων, αλλά γνωρίζει και πώς αντιμετωπίστηκε το ζήτημα σε προηγούμενες φάσεις της ελληνικής ιστορίας («ανέκαθεν αφομοιώναμε τα στίφη από την Ανατολή»). Κι έχει δει πως μπορούν να λειτουργήσουν οι πολυεθνοτικές κοινωνίες στη Δύση. Γι' αυτό ποτέ δεν χρησιμοποιεί τον όρο «λαθρομετανάστες».μπορέσουν να τους αφομοιώσουν. Η μόνη λύση για το μεταναστευτικό είναι να τους δοθεί η υπηκοότητα. Εχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν πραγματικοί Ελληνες οι ξένοι, παρά διάφοροι επιτήδειοι της πολιτικής, που μιλούν ελληνικά».Είναι λοιπόν ιδιαίτερα επίκαιρο το καινούργιο του βιβλίο με δέκα διηγήματα της τελευταίας οκταετίας και τίτλο «Στον τόπο» (εκδ. Ικαρος), όπου τέσσερις ιστορίες παρουσιάζουν τη δύσκολη συμβίωση ντόπιων και ξένων, που το παλεύουν ενώ η περιρρέουσα ατμόσφαιρα τούς δηλητηριάζει. Η πιο σκληρή, για την «Τιμή των ονείρων», μάς μεταφέρει στο προαύλιο ενός προσωρινού καταυλισμού προσφύγων, εγκατεστημένου σε ένα ρυπαρό κτίσμα δίπλα στη χωματερή, όπου παρακολουθούμε κάτι σαν πρόβα λιντσαρίσματος ενός γυρολόγου. Μορφή ευγενική αλλά τσακισμένη, άπλωνε την πραμάτεια του απ' έξω, φτηνά αρώματα και καλλυντικά που τα πουλούσε βερεσέ, και μονάχα η μικρή Ασμάτ που δεν μπορούσε να αγοράσει τίποτε, τού μιλούσε - πράγμα που παρερμήνευσε ωστόσο η μάνα της. Ετσι, όταν εκείνος τη χάιδεψε στο κεφάλι χαρίζοντάς της κάτι μικρό, ξεχύθηκαν εξαγριωμένοι οι δικοί της και τον σάπισαν στο ξύλο. Ωσπου έφτασαν δυο βαριεστημένοι αστυνομικοί που έσπευσαν να κλείσουν την υπόθεση μεταθέτοντας το ζήτημα στην άδεια του μικροπωλητή... Τα πράγματα δεν είναι μαύρα ή άσπρα, μάς λέει εδώ ο Νόλλας, και μάς καλεί να αναλογιστούμε πώς επιδρούν στις ανθρώπινες σχέσεις η ανέχεια και οι ακρωτηριασμένες ελπίδες.Στις υπόλοιπες ιστορίες του, ο Ρολάντο ή Ρούλης δίνει μάθημα αλληλεγγύης στον Ελληνα που του παραχώρησε ένα συνθεσάιζερ για να παίζει μουσική και να μοιράζονται τις δεκάρες που κερδίζει. Ο Τούρκος δεύτερης γενιάς μεταναστών στη Γερμανία πετά από το παράθυρο τη γερμανίδα γυναίκα του νιώθοντας ταπεινωμένος επειδή τον κεράτωσε. Κι ο σκουρόχρωμος ξένος εργάτης στο νησί αισθάνεται ανίκανος να αποδεχτεί την πρόταση της περιφρονημένης νεαρής χήρας να μείνουν μαζί. Γιατί όλα αυτά; Διότι για να λειτουργήσει μια σύγχρονη κοινωνία πρέπει να αφομοιώσει και ξένα συστήματα αξιών, όμως αυτά δεν είναι ζητήματα που κανονίζονται συνολικά και απρόσωπα, με νόμους... «Οι πολιτικοί όμως ροκανίζουν τον χρόνο προσβλέποντας στα κονδύλια. Αλλά οι τοπικές κοινωνίες θα ανατρέψουν τα σχέδιά τους».Τελικά, αυτό το βιβλίο κρύβει μέσα του απόψεις ιδεολογικές και φιλοσοφικές οι οποίες απαντούν στην εικόνα που δίνει η ελληνική κοινωνία μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Στο πρόσφατο διήγημα «Αναπόδραστες συναντήσεις» λ.χ. ο Νόλλας μάς μιλά για τρεις φίλους που ξανασυναντιούνται έπειτα από χρόνια με αφορμή μια παλιά εξαπάτηση, και σημειώνει: «Οταν έχεις ζήσει μια ζωή χωρίς να 'χεις δανείσει ούτε και να 'χεις δανειστεί, μια ζωή χωρίς πάρε-δώσε με τον άλλον, μια ζωή χωρίς αγάπη• όταν δεν το 'μαθες αυτό, πού να μπορέσεις τώρα να φορτωθείς του αλλουνού το βάρος». Στο επίσης καινούργιο «Ενα κουλούρι στα δύο», όπου ένα για χρόνια ανύπαντρο κι αγαπημένο ζευγάρι που ζει στη φτώχεια συζητά για μια χαμένη κληρονομιά, γράφει: «Οι αναποδιές, κάτι που μπορεί να εξελιχθεί σε συμφορά, μάρτυρες μιας ζωής ζωντανής και πάντα φρέσκιας, μπορεί να είναι η αφορμή, μια ευκαιρία για να αλλάξει κάτι».Ετσι, εστιάζοντας στη σχέση μας με τον άλλον ή το φάντασμά του, ετούτη η συλλογή διηγημάτων συλλαμβάνει την παραίτηση αλλά και τη θέληση για ζωή του σημερινού Ελληνα, την πλεονεξία αλλά και την αλληλεγγύη, και κυρίως την σύγχυση που είναι διάχυτη σε μια κοινωνία που βγαίνει από μια περίοδο ασυδοσίας όπου οι άνθρωποι είχαν γίνει λύκοι. Μοναδικό σωσίβιο γι' αυτήν την κατάσταση, λένε τα διηγήματά του, είναι η αγάπη για τον πλησίον (…«και όχι για την ιδέα του πλησίον»).«Ανήκω στο κόμμα των τρελαμένων με την ελευθερία», σχολιάζει ο Νόλλας. «Διότι έχω μάθει απέξω τον "Μεγάλο Ιεροεξεταστή" από τους "Αδελφούς Καραμάζοφ", και ξέρω ότι αν δεχθείς ανταλλάγματα και την εκχωρήσεις, ανοίγεις την πόρτα στον ολοκληρωτισμό. Αυτό έγινε το '80 όταν αυτή η κοινωνία αντάλλαξε την ψήφο της και την ανοχή της με υλικά αγαθά…». Συγγραφέας που έχει σκαλίσει την υπόθεση της γενιάς του Πολυτεχνείου ή της τρομοκρατίας, ο σημερινός Νόλλας έχει γυρίσει την πλάτη του στα κόμματα και στους πολιτικούς. Και ενώ παραδέχεται πως έχει ψηφίσει «τα πάντα εκτός από Ακρα Δεξιά και ΠΑΣΟΚ», προτιμά σήμερα να δηλώνει έτοιμος να παλέψει όχι για επαναστατικές ουτοπίες αλλά για σταθερές (γλώσσα, έθνος) όπως υπαινίσσεται και ο τίτλος του βιβλίου του. Και ως παράδειγμα λαϊκής κοινωνικής πολιτικής, αναγνωρίζει τη δουλειά της Εκκλησίας με τα συσσίτια, την αλληλεγγύη και την παρηγορητική της δράση. «Φυσικά πρέπει να είμαστε στην Ευρώπη και να αλλάξουμε πολλά, όμως αν πρόκειται να αφανιστεί ο ελληνικός λαός, ε, όχι!Το βιβλίο του Δημήτρη Νόλλα "Στον τόπο", θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ίκαρος μετά τις γιορτές του Πάσχα. -
Κριτικές
ΠερισσότεραΣτιβαρή προσέγγιση για Κ. Καραμανλή
Υπόδειγμα αυστηρής εφαρμογής της επιστημονικής μεθοδολογίας Του Ευανθη Xατζηβασιλειου* Είναι κοινό μυστικό ότι, ως είδος ιστορικής μελέτης, η βιογραφία προξενεί κύματα πανικού στην ελληνική επιστήμη, αν όχι και στην κοινωνία: συνήθως αντιμετωπίζεται ως μορφή λόγου πολιτικά ελαυνόμενου, και επομένως διαβλητού ή έστω ύποπτου. Εγείρονται όμως και άλλες αντιρρήσεις: τα πρόσωπα -εκτιμάται- δεν διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην ιστορία, ενώπιον των μεγάλων, απρόσωπων οικονομικών ροπών? επιχείρημα επίσης πολιτικό, που αντανακλά έναν αριστερόστροφο δογματισμό.Αυτός ο πανικός προσλαμβάνει ακόμη πιο ιδιότυπες μορφές όταν συζητείται το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Ιδιότυπες, επειδή στην περίπτωση του Καραμανλή δεν είναι οι θετικοί προς αυτόν επιστήμονες που εμφανίζουν το άγχος: εκείνοι παρουσιάζονται πολύ πιο σίγουροι για την ορθότητα των ερμηνειών τους. Αντίθετα, ο πανικός εμφανίζεται σε όσους επιδιώκουν να αμφισβητήσουν το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο: αυτοί είναι που δυσανασχετούν, επειδή δεν μπορούν να κάνουν αυτό που θέλουν, δηλαδή να μειώσουν τη συμβολή του. Πρόκειται για μια από τις περιπτώσεις όπου η αγωνία της προαπόφασης γίνεται τόσο έκδηλη, ώστε να καταντά διασκεδαστική.Το εγχείρημα του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου προορίζεται να αποτελέσει καμπή στην εξέλιξη της ελληνικής επιστήμης, κυρίως επειδή προσφέρει ένα υπόδειγμα της αυστηρής εφαρμογής της επιστημονικής μεθοδολογίας σε ένα πεδίο τόσο δύσκολο και τόσο ολισθηρό, όσο η βιογραφία. Βασίζεται στα πορίσματα ενός από τα σημαντικότερα έργα μεθοδολογίας της παγκόσμιας ιστοριογραφίας: το πόνημα των Renouvin και Duroselle, που αρθρώθηκε σε δύο τόμους, έναν για τις «βαθύτερες δυνάμεις» (τον οποίο ο Σβολόπουλος έχει μεταφράσει στην ελληνική) και έναν για το πολιτικό πρόσωπο (homme d’etat). Αυτή η στιβαρή θεωρητική κατάρτιση επιτρέπει στον συγγραφέα να αποτιμήσει δυναμικά το πρόσωπο και την εποχή, καθώς και να αποφύγει τις αντεπιστημονικές υπερβολές στις οποίες οδηγούν είτε η απλουστευτική διάθεση της θεοποίησης (από τη μια) είτε, από την άλλη, η ρηχή έμφαση στις στρουχτούρες.Η πραγματικότηταΗ παρακολούθηση της ζωής και του έργου του Καραμανλή συνάπτεται με τη διακρίβωση όχι μόνον των αντικειμενικών δεδομένων που επέβαλαν η πραγματικότητα και η διεθνής συγκυρία, αλλά και στοιχείων υποκειμενικών, που χαρακτήρισαν τον Μακεδόνα πολιτικό στην ευρύτερη διάρκεια του βίου του: η λιτότητα του προσωπικού ύφους, η δημιουργικότητα που προέρχεται από τη βαθιά αίσθηση της αποστολής, η δυνατότητα για καθαρή σκέψη ακόμη και στην κορύφωση μιας κρίσης. Τέλος, η εμμονή στη σύνεση: ο Καραμανλής δεν ήταν «παίκτης» -λέγει ο Σβολόπουλος-, αλλά στην Ελλάδα της εποχής του δεν χρειαζόταν να είναι? αντίθετα, καλείτο να εξακτινώσει μια αίσθηση ελληνικής σταθερότητας, που αποτελούσε προϋπόθεση για την ευόδωση των στόχων του. Και η εμμονή στους στόχους αυτούς (ανάπτυξη, δημοκρατία, Ευρώπη) καταδεικνύει την ενότητα της ιστορικής του διαδρομής. Εχω την αίσθηση ότι ο αναγνώστης θα θεωρήσει ότι το πλέον «τολμηρό» τμήμα του βιβλίου είναι αυτό που αναφέρεται στην περίοδο μετά το 1980. Εκεί, ο Σβολόπουλος προσφέρει μια πρώτη ιστορική -δηλαδή βασισμένη σε πηγές- ερμηνεία της δεκαετίας του 1980 (και της «συγκατοίκησης» με τον Α. Παπανδρέου), αλλά και της προσωπικής διάστασης (διαβίωση, συνήθειες, ψυχικές ροπές του Καραμανλή). Θέματα που δεν έχουν ακόμη τύχει λεπτομερούς πραγμάτευσης.Ωστόσο, η αξία του έργου δεν βρίσκεται μόνον στα στοιχεία που παραθέτει, στις εκτιμήσεις που προβάλλει, είτε ακόμη και στο καταιγιστικό και γοητευτικό ύφος της γραφής. Βρίσκεται, πρώτιστα, στο ότι μας δείχνει πώς σκέφτεται και γράφει ένας ιστορικός που γνωρίζει τόσο βαθιά το αντικείμενό του, ώστε να είναι απαλλαγμένος από το άγχος της «δικαίωσης» ή της «καταδίκης» του. Η επιτυχία του εγχειρήματος βασίζεται στη νηφαλιότητα και την ηρεμία, που και αυτές είναι καρποί δύο θεμελιωδών προαπαιτουμένων της ιστορικής επιστήμης: της γνώσης και της εντιμότητας.* Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου είναι αναπληρωτής καθηγητής, στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών.Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, 11/03/2012 -
Κριτικές
Περισσότερα"Η Υψηλή Τέχνη της Αποτυχίας": Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος σε πρώτο πρόσωπο
Του Γιάννη Φαρσάρη. Δημοσιεύθηκε στο www.artmag.gr, 26/03/2012 Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους με 23 έργα στο ενεργητικό του. Αναλυτικές πληροφορίες για τον συγγραφέα και το έργο του θα βρείτε στο ιστολόγιό του.Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο "Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας" κυκλοφόρησε πριν μερικές μέρες από τις Εκδόσεις Ίκαρος. Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος γράφει σε πρώτο πρόσωπο για την ιστορία πίσω από το βιβλίο του:«Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας» είναι κάτι ανάμεσα σε ημερολόγιο, αυτοβιογραφία, εξομολογητικό δοκίμιο, χρονικό, ρεπορτάζ, ντοκιμαντέρ, μαρτυρία, οδοιπορικό, λεξικό και πανόραμα της δεκαετίας του 2000.Ας πάρουμε την πρώτη εκδοχή, στην οποία μπορούν κάλλιστα να προστεθούν όχι μόνο οι παραπάνω, αλλά και πολλές άλλες: το ημερολόγιο. Εν προκειμένω, δεν έχουμε να κάνουμε μ' έναν συνηθισμένο τύπο του, αλλά με το ημερολόγιο υπό μία ευρύτερη έννοια. Ένα είδος «δημόσιου» ημερολογίου.Το ημερολόγιο, με την έννοια του εξομολογητικού δοκιμίου, της πνευματικής αυτοπροσωπογραφίας ή αυτοβιογραφίας ενός συγγραφέα, ο οποίος, ως ζωντανή συνείδηση της γενιάς και της εποχής του, γράφει εκ των πραγμάτων δημόσια κείμενα, ακόμη κι όταν αυτά είναι ιδιωτικά.Αν δεν το είχε κατοχυρώσει ήδη ο Ντοστογιέφσκι, θα το τιτλοφορούσα «Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα».***Μιλάμε για ένα βιβλίο που έχει, προπαντός μια πολιτική και κοινωνική διάσταση, μέσ' από την οποία παρακολουθούμε τη ζωή στην Ελλάδα να αλλάζει προς το πιο νεοπλουτίστικο και το ευρωπαϊκό, αληθινό ή δήθεν, ώσπου τελικά οδηγείται στο δρόμο της κατάρρευσης.Αλλά, την ίδια στιγμή, μιλάμε και για το ημερολόγιο εργασίας ενός συγγραφέα, ο οποίος, στοχάζεται διαρκώς πάνω στη δουλειά του, και κυρίως πάνω στη σχέση της με το πνεύμα της εποχής μας, ενώ παράλληλα καταθέτει μαρτυρίες για συναδέλφους του, από τον Ταχτσή ώς τον Σαμαράκη και τον Κουμανταρέα, ώς τους πολύ νεότερους.Μιλάμε για μια, τρόπον τινά, δημοσιογραφική περιπλάνηση στο σκηνικό της τελευταίας δεκαετίας, και παράλληλα για ένα πολύ προσωπικό υλικό, που όμως τείνει διαρκώς προς τη γενίκευση, αφού ο προβληματισμός ενός συγγραφέα λειτουργεί αναπόφευκτα έτσι ακριβώς.***Εάν με ρωτούσαν σε ποιον απευθύνεται αυτό το βιβλίο, θα προσπερνούσα τους συνομηλίκους μου ή τους μεγαλύτερους, ως κάτι αυτονόητο. Και θα πήγαινα, κατευθείαν, στις πολύ μικρότερες ηλικίες, σε όλους εκείνους που ουσιαστικά δεν έζησαν, ή δεν πολυκατάλαβαν, τη δεκατία την οποία καλύπτει «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».Στους μικρότερους, λοιπόν, το σχοινοτενές αυτό ημερολόγιο ή γραπτό ντοκιμαντέρ, θα δώσει τα κατάλληλα κλειδιά για να αντιληφθούν τι συνέβαινε, μ' έναν τρόπο εντελώς αλλιώτικο απ' ό,τι η ειδησεογραφική δημοσιογραφία, ακριβώς εξαιτίας των προσωπικών μου εμμονών, μέσ' από τις οποίες διϋλίζονται τα γεγονότα και τα πρόσωπα.Και τέλος πάντων, τόσο σε όσους απουσίαζαν από τη δεκαετία του 2000, όσο και σε όσους ήταν παρόντες, θα προσφέρει μια διαισθητική ματιά, ιδιόμορφα διεισδυτική, με στόχο όχι τόσο να αναπαραστήσει την εποχή, όσο να συνοψίσει κάτι από τον βαθύτερο πυρήνα της, πάντα υπό το μανδύα του επικαιρικού. -
Κριτικές
ΠερισσότεραΤο Παρίσι με σβηστά φώτα
Εύη Καρκίτη, Αγγελιοφόρος της Κυριακής, 25/3/2012Είναι δύσκολο να βρει κανείς παρηγοριά μέσα στο λογοτεχνικό σύμπαν του Εμίλ Ζολά. Εχοντας την άποψη πως ο μυθιστοριογράφος πρέπει να είναι «ουδέτερος παρατηρητής και πειραματιστής», ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας διατύπωσε την άποψη πως η λογοτεχνία αποτελεί χώρο που έχει ανάγκη από μια αυστηρή, επιστημονική μέθοδο, προφανώς εμπνεόμενος από τις επιστημονικές εξελίξεις της εποχής του. Ετσι αναδείχτηκε σε κορυφαίο εκπρόσωπο του νατουραλισμού, της πιο ακραίας ίσως εκδοχής του μεγάλου και ποικιλόμορφου ρεύματος του ρεαλισμού, το οποίο χάρισε στα ευρωπαϊκά γράμματα μερικά από τα κλασικά αριστουργήματά τους.Ο νατουραλισμός, αποφασίζοντας να κινηθεί, μέσω της ουδέτερης παρατήρησης, τόσο κοντά στην πραγματικότητα, κατηγορήθηκε για την καταθλιπτική θεματολογία του, το ασφυκτικό κλίμα της απαισιοδοξίας που δημιούργησε γύρω από κάθε ιστορία. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει πως ο ουδέτερος παρατηρητής δεν είναι ταυτόχρονα και οξυδερκής. Πράγματι, στις σελίδες του Ζολά αποτυπώνεται με σαφήνεια η σκληρή πραγματικότητα της εποχής, τα ήθη και τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα, το οικονομικό αδιέξοδο, το πολυδιάστατο ανθρώπινο δράμα. Η θεματολογία αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο των σπουδαίων και πολυδιαβασμένων μυθιστορημάτων του. Ενώ στα ελληνικά έχει μεταφραστεί σχεδόν το σύνολο του μυθιστορηματικού έργου του, τα διηγήματα και οι νουβέλες του παραμένουν ουσιαστικά άγνωστα μέχρι και σήμερα. Η συλλογή με τίτλο «Οι ώμοι της μαρκησίας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση του Φοίβου Πιομπίνου, όχι μόνο καλύπτει ένα σοβαρό κενό αλλά μας αποκαλύπτει κι ένα διαφορετικό Ζολά, το στιλίστα και δεξιοτέχνη της μικρής φόρμας. Μαζί του ο αναγνώστης αρχίζει την περιπλάνηση σε ένα Παρίσι όπου έχουν σβήσει τα φώτα και σε κάθε στενό η δυστυχία συναντά τη φτώχεια, την απόγνωση, την οικονομική, κοινωνική και ηθική εξαθλίωση. Η ζωή, όπως είναιΜια οικογένεια ευπρεπίζεται για να βγει στους δρόμους και να ζητιανέψει την Πρωτοχρονιά, μιας και τη μέρα εκείνη στο Παρίσι είναι η επαιτεία ανεκτή και υπάρχει μια μικρή ελπίδα να αποκτήσει ένα παιχνίδι το κοριτσάκι της οικογένειας. Ο συγγραφέας παρατηρεί μια χειμωνιάτικη μέρα την ομορφιά του χιονισμένου αστικού τοπίου αλλά και την αλλαγή του σκηνικού, με τις λάσπες και την υγρασία να τρέχει παντού μόλις το χιόνι λιώσει. Μια νέα γυναίκα οδηγεί το σύζυγό της στην τρέλα, για να ζήσει τον έρωτα με έναν άλλον άντρα, αλλά ο πόθος της αποδεικνύεται ρηχός και πρόσκαιρος. Δύο άγρια ζώα δραπετεύουν από το ζωολογικό κήπο του Παρισιού, για να διαπιστώσουν ότι δεν υπάρχει πιο άδικη και άγρια κοινωνία από εκείνη των ανθρώπων. Το περιβάλλον του Ζολά είναι αποκαρδιωτικό. Κοινωνική αδικία, πεινασμένα, άρρωστα παιδιά, άνθρωποι που είναι χειρότεροι και από θηρία που σκοτώνουν από μίσος και όχι για να τραφούν, σύζυγοι που αγαπούν περισσότερο το χρήμα από τη σύντροφό τους που πεθαίνει μόνη και αβοήθητη σε ένα κρεβάτι. Ωστόσο, πουθενά το ανθρώπινο δράμα της επιβίωσης δεν αποτυπώνεται πιο σπαρακτικά απ' ό,τι στο διήγημα «Η ανεργία», χαρακτηριστικό της μεθόδου του συγγραφέα, που καταλήγει στο αδυσώπητο ερώτημα της χλομής και καχεκτικής κόρης του ανέργου: «Γιατί, τάχα, να πεινάμε;». Η προσέγγιση του Ζολά στο πρόβλημα της ανεργίας θα μπορούσε να κάνει ένα μαρξιστή να κοκκινίσει από οργή, καθώς η δυστυχία της ανεργίας χτυπά εξίσου εργοδότη και εργαζόμενο. Ιδιαίτερη είναι και η χρήση του θανάτου στη νουβέλα «Πώς πεθαίνουν και πώς κηδεύουν στη Γαλλία», όπου ο θάνατος, θέμα που πάντα απασχολούσε τον Ζολά, γίνεται το μέσο για να παρατηρήσει και να αποκαλύψει νοοτροπίες και όψεις της κοινωνίας της εποχής του. Τα διηγήματα αυτά φτάνουν στα χέρια του αναγνώστη μέσα από τη δουλειά ενός μεταφραστή κύρους, όπως ο Φοίβος Πιομπίνος, ο οποίος φροντίζει για ακόμη πληρέστερη κατανόηση αυτής της πλευράς του Ζολά, παραθέτοντας εξαιρετικά χρήσιμες σημειώσεις για κάθε διήγημα χωριστά. Το χρονολόγιο που συνοδεύει την έκδοση συγκεντρώνει την πλήρη εργογραφία του συγγραφέα.