Νέα
News List, News Categories, Events
-
Το εργαστήρι της μετάφρασης
ΠερισσότεραΒαγγέλης Προβιάς | Μεταφράζοντας τον «Αθέατο πόνο» της Emily Wells
Ο Βαγγέλης Προβιάς φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το μεταφραστικό ταξίδι του μυθιστορήματος της Emily Wells, Αθέατος πόνος. Ένα βιβλίο που φέρνει στο επίκεντρο τον χρόνιο πόνο και τη μη ορατή αναπηρία, σε μια συναρπαστική καταγραφή της χρόνιας ασθένειας, που εξερευνά την πολύπλοκη σχέση μεταξύ πόνου, γλώσσας και φύλου.Στην διαδικασία της μετάφρασης συχνά υπάρχει μια μαγική, σχεδόν μεταφυσική, στιγμή, όπου μια φράση, μια παράγραφος, ένα απόσπασμα του κειμένου, δημιουργεί μια ρωγμή στην "αναγνωστική καρδιά" σου.Δηλαδή, για να αποσαφηνίσω τη μεταφορά, καταφέρνει και μεταβάλλει τους βαθιά προσωπικούς, με πολύ διάβασμα κερδισμένους, τρόπους που κάθε αναγνώστης έχει δημιουργήσει για να απολαμβάνει τα βιβλία, να τα αγαπάει.Μιλάω για αναγνωστική καρδιά, και όχι για μεταφραστική, εσκεμμένα: μερικά βιβλία, αν και τα μεταφράζεις, σε επαναφέρουν στην θέση του αναγνώστη, εκεί όπου απολαμβάνεις το γραπτό με την ανεπιτήδευτη και ορμητική χαρά του εραστή μόνο της τέχνης της αφήγησης. Από αυτήν, λοιπόν, την καλοδεχούμενη μικρή ρωγμή, ορμάνε μέσα σου, στην αρχή ήπια, αργά, αλλά μετά ορμητικότερα, καινούργια δεδομένα: Πτυχές του κόσμου που δεν γνώριζες μα και νέοι τρόποι να τον βλέπεις. Αποκαλύψεις για συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα και σε πράγματα που σε συγκινούν, σε θυμώνουν, σε εκπλήσσουν. Αναγνώσεις και ερμηνείες, βαθιά προσωπικές, της εκπληκτικά ποικιλόμορφης περιπέτειας της ζωής που επειδή είναι γραμμένες με αδιαπραγμάτευτη, ανελέητη αλήθεια τις νιώθεις στο δέρμα σου. Σαν ερέθισμα, σαν αφή και σαν πόνο.Τότε, αισθάνεσαι θαυμασμό για τη συγγραφέα, για την έμπνευση και την τέχνη της, για το ταλέντο και την εργατικότητά της.Πριν από μερικές μέρες ανταλλάξαμε μηνύματα με την Emily Wells: μου έγραφε πόσο διασκέδασε, και σχεδόν συγκινήθηκε, που στην πόλη όπου πήγε πανεπιστήμιο, σε ένα εστιατόριο υπάρχει ένα μπουρίτο με το όνομά της. «Μπουρίτο Έμιλι». Γελάσαμε πολύ, με τον νέο τρόπο που γελάμε σήμερα: πολλά κατακίτρινα emoticons. H ζωή είναι παράξενη στην εποχή μας.Αυτό το κορίτσι που ξεκαρδίζεται ηλεκτρονικά με το «Μπουρίτο Έμιλι», πέρασε τα χρόνια της νιότης της να προσπαθεί να πείσει τους γύρω της, γονείς, γιατρούς, συνεργάτες, φίλους, ότι δεν είναι καταθλιπτική, υστερική, σαλεμένη, και ότι ο μόνιμος, σωματικός, αθέατος πόνος της, είναι υπαρκτός. Εγκατέλειψε τον κλασικό χορό, και πολλά από όσα είναι δεδομένα στη ζωή μιας νέας γυναίκας, για να υπομείνει την μυστήρια αρρώστια. Όταν τελικά αυτή η αρρώστια απέκτησε ένα όνομα, μια υπόσταση, η Έμιλι αποφάσισε να την «τραγουδήσει», να την αφηγηθεί.Και πώς την αφηγήθηκε… πώς έκανε κοινωνικό το αυτοβιογραφικό, πώς έκανε την προσωπική της ιστορία κομμάτι αλλά και απόκοτο της Ιστορίας της Ιατρικής, της Ψυχιατρικής, του κλασικού χορού. (Γιατί, ναι, κάθε προσωπική ιστορία είναι παιδί της Ιστορίας με κεφαλαίο αρχικό). Και μας έδωσε μια μαρτυρία όχι μόνο για τις χρόνιες, αυτοάνοσες παθήσεις, αλλά και για τις απεριόριστες προοπτικές της γραπτής αφήγησης. «Το πιο σημαντικό από όλα είναι να βρίσκουμε τις σωστές λέξεις», γράφει η Γουέλς στην τελευταία παράγραφο του βιβλίου της. Ναι.ΥΓ: το απόσπασμα του βιβλίου που δημιούργησε την ρωγμή στην αναγνωστική καρδιά μου είναι οι σελίδες 210 έως 214. Έτσι τελειώνει:«Η [νόσος] Μπεχτσέτ είναι να χάνονται φιλίες λόγω της ανημπόριας σου να πας σε μια μάζωξη, να χάνονται εραστές επειδή προτιμούν να αμελήσουν να κάνουν μια εξέταση για κάποιο σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα – κάτι για το οποίο δεν μπορείς να τους κατηγορήσεις, αλήθεια, μιας και έχεις τόσο λίγα να τους δώσεις, συν ότι δεν τους θέλεις πουθενά κοντά σου στις φάσεις που είσαι με επιβαρυμένη υγεία. Η Μπεχτσέτ είναι να μπορείς να λες μόνο εξαιρετικά άχαρες και δυσάρεστες ιστορίες. Η Μπεχτσέτ είναι να ερωτεύεσαι και να μαθαίνεις να επιτρέπεις σε κάποιον να είναι κάπου κοντά σου στις φάσεις που είσαι με επιβαρυμένη υγεία. Η Μπεχτσέτ είναι να αφαιρείς κομμάτια της ψυχής σου. Η Μπεχτσέτ είναι να λες στους άλλους ότι η αρρώστια σου μοιάζει πολύ με τον ερυθηματώδη λύκο. Η Μπεχτσέτ είναι κάτι που περιγράφεται πιο καλά αν πεις πως μοιάζει σαν να είσαι αλλεργικός σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Μπεχτσέτ είναι κάτι που περιγράφεται πιο καλά αν πεις πως αισθάνεσαι τόσο χάλια, για τόσο πολύ χρόνο, ώστε ο πραγματικός σου φόβος είναι πως, σύντομα, καμία μαστούρα δεν θα σε βγάζει από όλο αυτό. Η Μπεχτσέτ είναι να ξέρεις πως την έχεις γαμήσει εντελώς και απολύτως, ότι η δύναμη ζωής που έχεις όλο και θα λιγοστεύει, ότι πρέπει να ξεχάσεις πως θα προσφέρεις στους ανθρώπους ή ότι θα έχεις καριέρα, αν θέλεις ποτέ να καταφέρεις να γράψεις. Η Μπεχτσέτ είναι να υπενθυμίζεις στον ίδιο σου τον εαυτό, ακόμη και όταν είσαι κατάκοιτη στο κρεβάτι, πως είσαι μια από τις τυχερές.»…Ναι, αλλά υπάρχει και η γραφή, η αφήγηση. Η μεγάλη νοηματοδότηση, η ανακούφιση. Η «εγγύηση» πως δεν θα χάσεις ποτέ την σπουδαία ικανότητα να γελάς με τα μπουρίτο που έχουν το όνομά σου. -
Το εργαστήρι της μετάφρασης
ΠερισσότεραΜαργαρίτα Μπονάτσου | Μεταφράζοντας το «Grand Hotel Europa» του Ilja Leonard Pfeijffer
Η Μαργαρίτα Μπονάτσου φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το μεταφραστικό ταξίδι του μυθιστορήματος του Ilja Leonard Pfeijffer, Grand Hotel Europa, ένα ατμοσφαιρικό βιβλίο για τις πολλαπλές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής ταυτότητας, με επίκεντρο ένα παλιό ξενοδοχείο που πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στο σήμερα και το χθες.Ο Αινείας, ο αρχετυπικός πρόσφυγας, ο Αμπντούλ, ο νεαρός Μαροκινός μετανάστης –ή μήπως πρόσφυγας;– ο Καραβάτζο, η καταραμένη μεγαλοφυία, η Μέμφις, η Αμερικανίδα Λολίτα, ο Πατέλσκι, ο σοφός Ευρωπαίος με την παλιομοδίτικη λογιοσύνη, η Κλίο, η Ιταλίδα Μούσα της Ιστορίας, από πολύ παλιό και φημισμένο γενοβέζικο τζάκι, ένας Ολλανδός κλασικιστής και μυθιστοριογράφος ονόματι Ίλια Λέοναρντ Πφέιφερ, όλοι αυτοί και άλλοι πολλοί γραφικοί και απρόσμενοι ήρωες, συνδιαλέγονται μεταξύ τους σε ένα πληθωρικό μυθιστόρημα γραμμένο από έναν πληθωρικό συγγραφέα, ικανό να περάσει με απαράμιλλη άνεση από το πιο τραχύ και αφτιασίδωτο σεξ στην πιο λυρική και ευαίσθητη εξομολόγηση, από την πιο απερίφραστη ωμότητα στα πιο εκλεπτυσμένα γλωσσικά παιχνίδια – συχνά το πέρασμα γίνεται χωρίς γέφυρα, και ο μεταφραστής πρέπει να ακολουθήσει κατά πόδας, να βρει τα πετραδάκια του πρωτοτύπου και να φτάσει στο μυαλό ενός πολυπράγμονα και εκκεντρικού συγγραφέα που δεν αφήνει περιθώρια για πλήξη και εφησυχασμό. Η Βενετία που στενάζει και βυθίζεται κάτω από τη σκηνική επιτυχία της, η λουστραρισμένη Μάλτα που απομυζά ακόμη τους σκληροτράχηλους πολεμιστές Ιππότες της, το ανεκτικό Άμστερνταμ στα όρια της ανοχής του, τα ρευστά Σκόπια και η απεγνωσμένη αναζήτηση-απομίμηση ενός ένδοξου παρελθόντος, η ξεχασμένη Ελλάδα της άγονης γραμμής τη δεκαετία του ’80, το επιθετικά και επιδερμικά μοντέρνο Αμπού Ντάμπι, σαν αντικατοπτρισμός στην έρημο, οι τόποι, η ιστορία και οι χαρακτήρες τους, και το Grand Hotel Europa, με τα περασμένα μεγαλεία και τη δαιδαλώδη αρχιτεκτονική του, επενδύουν τη δράση σαν σάουντρακ.Ο Πφέιφερ δεν φοβάται να αντλήσει από τον πλούτο των κλασικών ούτε να αναμετρηθεί μαζί τους προσθέτοντας τα δικά του τολμηρά υλικά, μεταξύ άλλων το ανελέητο χιούμορ του. Φτιάχνει ένα πολιτικό, ερωτικό και επικό μυθιστόρημα με επίκεντρο την Ευρώπη, γηραιά και ξεπεσμένη αριστοκράτισσα, όπου το παρελθόν επιτελεί διπλή λειτουργία, οικονομικό σωσίβιο και ψυχικό βαρίδι, ενώ το μέλλον οικοδομείται αλλού. Ένα εγερτήριο σάλπισμα και ένας επιτάφιος ταυτόχρονα. -
Το εργαστήρι της μετάφρασης
ΠερισσότεραΔήμητρα Δότση | Μεταφράζοντας το βιβλίο «Ιδιωτικές άβυσσοι» του Gianfranco Calligarich
Η Δήμητρα Δότση φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για το μεταφραστικό ταξίδι του νέου μυθιστορήματος του Gianfranco Calligarich, Ιδιωτικές άβυσσοι, μια απομαγεμένη ιστορία πόθου και απώλειας για την άβυσσο που κρύβει κάθε ανθρώπινη καρδιά.Η μεγαλύτερη τύχη για εμάς τους μεταφραστές είναι να επιλέγουμε και να μεταφράζουμε τους συγγραφείς, και κυρίως τα βιβλία, που αγαπάμε. Πόσο μάλλον όταν αυτό γίνεται υπό ιδανικές συνθήκες, σ’ έναν εκδοτικό οίκο, που πληροί όλες μα όλες τις προϋποθέσεις μιας υποδειγματικής συνεργασίας. Όταν μάλιστα συνεχίζεις να μεταφράζεις τον ίδιο συγγραφέα, τότε νιώθεις να κολυμπάς σε γνώριμα νερά, να βουτάς πιο εύκολα, πιο ανώδυνα στις κειμενικές θάλασσες. Αυτή την αίσθηση είχα μέχρι και πριν από λίγο καιρό, στα σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια της μεταφραστικής μου εμπειρίας, ώσπου ήρθαν στον δρόμο μου οι Ιδιωτικές άβυσσοι του Gianfranco Calligarich.Έχοντας ήδη μεταφράσει το αριστουργηματικό Τελευταίο καλοκαίρι στη Ρώμη, είχα την εντύπωση πως όλα θα ήταν οικεία, και κυρίως η γραφή του Calligarich. Λάθος μου. Από το πρώτο «λοιπόν» με το οποίο ξεκινάει η αφήγηση, μέχρι και την τελευταία λέξη, τα δυνάμει γνώριμα νερά έκρυβαν άπειρους υφάλους και αχανείς αβύσσους.Υπαρξιακό μυθιστόρημα κι αυτό, κι όμως τόσο διαφορετικό, χωρίς τον παραμικρό διάλογο, βασισμένο αποκλειστικά και μόνο στην αφήγηση ενός ηλικιωμένου τζογαδόρου, που υποφέρει από την καρδιά του. Με αφορμή τον θάνατο ενός παλιού του φίλου, ο ανώνυμος αυτός αφηγητής κατακλύζεται από τις αναμνήσεις ενός μακρινού καλοκαιριού και της σπαρακτικής ιστορίας ενός ζευγαριού, που φαινομενικά τα έχει όλα. Μπορεί να ακούγεται πεζή ή πιθανόν ελαφριά η ιστορία του Calligarich, μα κάθε άλλο πάρα τέτοια είναι. Η πατίνα του κοσμοπολιτισμού και του τρυφηλού βίου, ο Τίβερης που αγκαλιάζει την πιάτσα Ναβόνα, τα χρώματα του δειλινού που τυλίγουν σε μια αύρα μυστηρίου την πόλη, είναι απλώς το πρόσχημα για να ξετυλίξει τα μυστήρια της ανθρώπινης ψυχής μέσα από την αλά Χέμινγουεϊ θεωρία του παγόβουνου, που τόσο πιστά υπηρετεί.Η αφήγησή του μοιάζει με συμφωνική μουσική: εξάρσεις έντασης και συναισθήματος, υφέσεις, κορυφώσεις. Κάθε πρόταση, κάθε λέξη εξαρτά την ύπαρξη και την ερμηνεία της από την προηγούμενη, οδηγώντας έτσι στην επόμενη. Η γραφή του Calligarich ακολουθεί τους άτακτους χτύπους της καρδιάς του ανώνυμου αφηγητή: χειμαρρώδης, όταν ξαναζωντανεύει μέσα του το παρελθόν, παιγνιώδης και δηκτική, ασθματική όταν πλησιάζει το απρόσμενο, συνταρακτικό φινάλε.Ένα βαθιά λογοτεχνικό κείμενο, υποβλητικό. Από τις μεγαλύτερες μεταφραστικές προκλήσεις με τις οποίες έχω αναμετρηθεί μέχρι σήμερα. -
Το εργαστήρι της μετάφρασης
ΠερισσότεραΓιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης | Μεταφράζοντας τη «Μέρα απελευθέρωσης» του George Saunders
O Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης φιλοξενείται στη στήλη μας «Το εργαστήρι της μετάφρασης» και μας μιλάει για τη νέα συλλογή διηγημάτων του George Saunders Μέρα απελευθέρωσης, που μόλις κυκλοφόρησε.[caption id="attachment_6111" align="aligncenter" width="2160"] © Φωτογραφίας Χλόη Ακριθάκη Κάτι σαν σίκουελ, αλλά και συνάμα υπέρβαση προς το πιο πυκνό και πιο δυναμικό, της Δεκάτης Δεκεμβρίου, η Μέρα Απελευθέρωσης του George Saunders (02.12.1958) προσφέρει στον μεταφραστή μια σκακιέρα κι έναν λαβύρινθο για να παίξει και να κινηθεί. Το ύφος του συγγραφέα, κρίσιμα συμβατό με τα θέματά του, είναι μεταλλικό και ρυθμικό, άλλοτε κοφτό όπως στα νουάρ του Dashiell Hammett, πότε μελωδικά ασθμαίνον σαν τα ποιήματα του Allen Ginsberg, και άξαφνα κρυστάλλινα εικαστικό όπως στα επιτεύγματα του Don DeLillo — και, βέβαια, πάντα δικό του, καταδικό του, ολοδικό του. Ο Saunders γράφοντας με καρδιά από φλόγα και μυαλό από πάγο, επιχειρεί, συστηματικά, μιαν ανατομία της σύγχρονης κοινωνικής ζωής και κάποιων κρίσιμων προβολών της στο μέλλον. Συνδυάζει την ψυχεδελική επιστημονική φαντασία τύπου Philip K. Dick με ένα αιχμηρό χιούμορ κοινωνιολογικής ακριβείας που θίγει ζητήματα αλλοτρίωσης, εμπορευματοποίησης, απανθρωπιάς, ψυχικών διασαλεύσεων, ολέθριων προσωπικών διενέξεων, αλλά και προβάλλει μιαν αντίσταση σε όλα αυτά, μέσα σε ένα ζοφερό τοπίο ταχύπλοου νεοκυνισμού — και εδώ συναντιέται με τον αείμνηστο David Foster Wallace. Στα εννέα διηγήματα της Μέρας Απελευθέρωσης τίποτα δεν είναι προβλέψιμο, όλα μοιάζουν αναπάντεχα, οι εκπλήξεις διαδέχονται καταιγιστικά η μία την άλλη, στη σκοτεινιά λάμπουν ξαφνικά μαρμαρυγές ελπίδας, και κάπου στο βάθος της αφηγηματικής αίθουσας μειδιά επιδοκιμαστικά ο Thomas Pynchon. Ο Saunders κινείται με ευελιξία και άνεση στις ρωγμές του κοινωνικού εδάφους, στα χορταριασμένα χάσματα της πραγματικής πραγματικότητας, ξέρει να ελίσσεται ανάμεσα στις ξέρες της καθημερινότητας, να αντλεί πληροφορίες και υλικό, να επεξεργάζεται τα θέματά του με την ακρίβεια του επιστήμονα και τις εκλάμψεις του καλλιτέχνη (ή, για να παραθέσω αυτολεξεί το παραδοξολόγημα του Vladimir Nabokov: με το πάθος του επιστήμονα και την ακρίβεια του καλλιτέχνη). Η Μέρα Απελευθέρωσης είναι το τέταρτο βιβλίο του συγγραφέα που μεταφράζω (προηγήθηκαν η Δεκάτη Δεκεμβρίου, το Με τα συγχαρητήριά μου, και το Λήθη και Λίνκολν)· κάθε φορά, η περιπέτεια είναι γόνιμη, και οι τέρψεις της μοναξιάς (ίδιον κάθε μεταφραστή) πολύτιμες και αλησμόνητες. Όπως πάντα, με τιμά η συνεργασία μου με τις εκδόσεις Ίκαρος και είμαι ευγνώμων για την εμπιστοσύνη που μου δείχνουν.