Νέα
News List, News Categories, Events
-
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραManuel Vilas: «Και τον πόνο πρέπει να τον ζούμε με πάθος»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Manuel Vilas στον Γρηγόρη Μπέκο για την εφημερίδα Το Βήμα, με αφορμή το νέο του βιβλίο Ορδέσα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.Αρκετοί λογοτέχνες γράφουν για τον εαυτό τους. Σημαντικοί ωστόσο είναι εκείνοι οι λογοτέχνες που, γράφοντας για τον εαυτό τους, καταφέρνουν να γράψουν και για τους άλλους, δηλαδή να καθρεφτίσουν συλλογικά, πανανθρώπινα, τη δική τους εμπειρία. Αυτό, λοιπόν, δεν είναι καθόλου εύκολο. Πολλοί αποτυγχάνουν. Οι αιτίες ποικίλλουν. Μία όμως από τις κυριότερες είναι η διαχείριση της κοινοτοπίας. Διότι αποδεικνύεται εξαιρετικά λεπτή η γραμμή που χωρίζει ένα κείμενο παντελώς αδιάφορο από κάποιο άλλο, όπως εν προκειμένω, βραδυφλεγώς σπαρακτικό. «Είμαστε κοινότοποι, κι όποιος δεν παραδέχεται την κοινοτοπία του είναι ακόμα πιο κοινότοπος» τονίζει ο Μανουέλ Βίλας στην Ορδέσα που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, ένα από τα σημαντικότερα μεταφρασμένα βιβλία που θα διαβάσετε εφέτος. Ο τίτλος παραπέμπει σε μια περιοχή της Βόρειας Ισπανίας, σε μια ορεινή κοιλάδα των Πυρηναίων η οποία έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του 58χρονου ποιητή και πεζογράφου από το Μπαρμπάστρο. Κοντολογίς, με τι ασχολείται ο Βίλας σε αυτό το υβριδικό έργο ―ο ίδιος το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα― μεταξύ βιωματικής καταγραφής και δοκιμίου πολιτισμικής κριτικής; Με τη ζωή του και τη ζωή των γονιών του. Και πώς αυτό συνδέεται με τις δικές μας ζωές; Θα καταλάβετε αφού φτάσετε στο τέλος ετούτης της συνομιλίας...Κύριε Βίλας, έχετε εκδώσει πολλά βιβλία. Τι συνέβη όμως με την «Ορδέσα» στην Ισπανία και κατόπιν στο εξωτερικό; Πώς εξηγείτε εσείς αυτή την επιτυχία του συγκεκριμένου βιβλίου;«Οι σχέσης γονέων και παιδιών είναι ένα από τα μεγάλα θέματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εγώ αφηγήθηκα την ιστορία του πατέρα μου και της μητέρας μου ξεκινώντας από ένα αίσθημα βαθύτατης αγάπης. Επιθυμία μου ήταν να διασώσω τη μνήμη της οικογένειάς μου, μιας οικογένειας της μεσαίας τάξης από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 του περασμένου αιώνα. Στο μυθιστόρημά μου ήταν σημαντικό για μένα να δώσω τα χαρακτηριστικά αυτής της μεσαίας τάξης: πώς ζούσαν, τα αυτοκίνητα που είχαν, τις οικιακές συσκευές τους, πώς ντύνονταν, πώς μιλούσαν, πώς ήταν. Στη δεκαετία του ’60 εδραιώθηκε η μεσαία τάξη σε όλον τον δυτικό κόσμο. Το μυθιστόρημά μου διαδραματίζεται αυτήν ακριβώς την ιστορική στιγμή κατά την οποία εδραιώνεται η μεσαία τάξη και η Ιστορία κάνει ένα βήμα μπρος. Αν τον 19ο αιώνα είχαμε τη Διεθνή του προλεταριάτου, τον 20ο είχαμε τη Διεθνή της μεσαίας τάξης».Φαίνεται ότι το βιβλίο αυτό προέκυψε ενόσω βρισκόσασταν σε ένα σταυροδρόμι πολλαπλών προσωπικών κρίσεων...«Άρχισα να το γράφω μετά τον θάνατο της μητέρας μου, τον Μάιο του 2014, έναν θάνατο που συνέπεσε με τη διαδικασία του διαζυγίου μου. Συνειδητοποίησα, λοιπόν, ότι αποχαιρετούσα δύο οικογένειες: την πατρική μου και αυτήν που είχα δημιουργήσει εγώ. Έμενα χωρίς οικογένεια. Ταυτόχρονα, στις 9 Ιουνίου του 2014, έκοψα το αλκοόλ. Κατάλαβα ότι το αλκοόλ είχε καταστρέψει τη ζωή μου. Σχεδόν με το που έκοψα το ποτό, ξανάρχισα να ζω. Αυτές οι περιστάσεις συνόδεψαν το γράψιμο του βιβλίου: ο θάνατος της μητέρας μου, το διαζύγιο και το αλκοόλ, κάτι σαν Αγία Τριάδα, από την οποία η Ορδέσα τρέφεται συνεχώς. Αν όμως στη ζωή σου δεν συμβαίνουν πράγματα, όποια κι αν είναι, αυτό σημαίνει ότι δεν ζεις. Η ζωή είναι γεγονότα, συμβάντα. Αν δεν σου συμβαίνει τίποτα, τότε μάλλον δεν είσαι ζωντανός. Κατάφερα να συνδέσω εννοιολογικά τον θάνατο της μητέρας μου με το διαζύγιο. Ο θάνατος της μητέρας μου με φώτισε και μου χάρισε αυτογνωσία, ακόμα και μια έντονη αίσθηση ομορφιάς».Το βιβλίο σας είναι, αν μη τι άλλο, επίπονο και μελαγχολικό. Κόντρα στο ρεύμα, θα έλεγε κανείς, της αναγκαστικής «ευζωίας» και «ευτυχίας» που κυριαρχούν εκκωφαντικά στη σύγχρονη εκδοτική βιομηχανία.«Οι άνθρωποι φοβούνται τη ζωή, τα πάθη της ζωής. Δεν αξίζει τον κόπο να φτάσεις τα ενενήντα με αντίτιμο να έχεις ζήσει χωρίς πάθη. Η μελαγχολία γεννιέται απ’ το να έχεις ζήσει τη ζωή σου παθιασμένα. Ερχόμαστε στη ζωή για να τη ζήσουμε έντονα. Οι άνθρωποι το ξεχνάμε αυτό. Δεν είμαστε αρνάκια. Η Ορδέσα είναι ένα τεράστιο ναι στη ζωή, Περιέχει ό,τι περιέχει και η ζωή. Η ζωή είναι πόνος, αλλά και τον πόνο πρέπει κανείς να τον ζει με πάθος. Μου ΄ρχεται στον νου το Μπάρι Λίντον του Κιούμπρικ. Αυτή η ταινία είναι γεμάτη μελαγχολία που πηγάζει απ’ την ικανοποίηση των παθών της ζωής. Μελαγχολία και ομορφιά γίνονται ένα. Κι εγώ στέλνω ένα μήνυμα στους αναγνώστες μου, ότι πρέπει να υψώσουν τη ζωή τους μέχρι το πάθος και την ομορφιά. Σ’ αυτό χρησιμεύει η λογοτεχνία».Η καρδιά της «Ορδέσας» είναι η απώλεια των γονέων σας. Σας αποκαλύφθηκε κάτι αφότου ολοκληρώσατε το βιβλίο;«Συνειδητοποίησα ότι το μείζον μυστήριο της ζωής μου είναι ότι δεν ξέρω ποιοι ήταν ο άνδρας και η γυναίκα που μ’ έφεραν σ’ αυτόν τον κόσμο. Συζητώντας με πολλούς αναγνώστες, όχι μόνο στην Ισπανία αλλά και στο εξωτερικό, καταλήγω ότι αυτό το μυστήριο είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη υπόσταση. Το βιβλίο μου αναζητεί την ταυτότητα του άνδρα και της γυναίκας που έγιναν ο πατέρα μου και η μητέρα μου».Επειδή εσχάτως διακινείται και πάλι ο όρος autofiction (αυτομυθοπλασία) και μάλιστα βαφτίζεται «πρωτοπορία», θα ήθελα να μου πείτε πώς τον αντιλαμβάνεστε εσείς. Επιπλέον, τι σημαίνει «ειλικρίνεια» στη λογοτεχνία;«Εμένα η λέξη αυτομυθοπλασία δεν με πείθει. Εν προκειμένω, η ακριβέστερη λέξη θα ήταν η αυτοβιογραφία. Εν πάση περιπτώσει, όμως, έχω την εντύπωση ότι οι αναγνώστες ουδόλως ενδιαφέρονται για την τεχνική με την οποία είναι γραμμένο ένα βιβλίο. Θέλουν από ένα βιβλίο να τους γεννήσει συναισθήματα, να τους αγγίξει την καρδιά, να τους πει κάτι. Όταν ζεις σ’ ένα σπίτι που σου αρέσει, δεν περνάς όλη σου τη μέρα ρωτώντας τον αρχιτέκτονα αν για να το χτίσει χρησιμοποίησε ξύλο, μπετόν τούβλα, τσιμέντο ή αλουμίνιο. Το ίδιο σου κάνει. Εσύ απλώς χαίρεσαι το σπίτι. Έτσι το βλέπω κι εγώ. Η αρετή της ειλικρίνειας στην οποία αναφέρεστε, έχοντας διαβάσει την Ορδέσα, βασίζεται στο ότι ολόκληρο το μυθιστόρημα επιζητεί να καταλάβει και όχι να κρίνει. Προσπάθησα να καταλάβω πώς ήταν η οικογένειά μου. Δεν κρίνω κανέναν. Και όλα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος χαρακτηρίζονται από μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής τους, τη στιγμή της αλήθειας.Το κίτρινο χρώμα και η μουσική... Δεν γίνεται να μην πούμε γι’ αυτά.«Η μητέρα μου μού είπε μια φορά ότι τα παιδιά μου θα μου συμπεριφέρονταν όπως ακριβώς συμπεριφερόμουν εγώ σ’ αυτήν. Η μητέρα μου παραπονιόταν που δεν πήγαινα συχνά να τη δω και δεν σήκωνα το τηλέφωνο όταν με καλούσε. Κι αυτή η προφητεία της εκπληρώθηκε. Τι ωραία ειρωνεία! Όλα τείνουν να επαναλαμβάνονται. Ο Νίτσε μίλησε περί αιώνιας επιστροφής, κι εγώ πιστεύω ότι αυτή η αιώνια επιστροφή αφορά και τις οικογένειες, ότι είναι ένας συναισθηματικός λαβύρινθος, γεμάτος παρανοήσεις. Αυτή η επανάληψη των παρανοήσεων συμβολίζεται στο βιβλίο με το κίτρινο χρώμα, που για μένα είναι το χρώμα της μνήμης και το χρώμα της τρέλας. Στο μυθιστόρημα, όλα τα πρόσωπα έχουν ονόματα μεγάλων μουσικοσυνθετών, γιατί για μένα τα πρόσωπα της οικογένειάς μου είχαν μέσα τους μουσική. Μια μέρα αντιλήφθηκα ότι η νοοτροπία του πατέρα μου έμοιαζε με τη μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, και της μητέρας μου με του Ρίχαρντ Βάγκνερ. Οπότε, βάφτισα όλη μου την οικογένεια με τα ονόματα των σπουδαίων μουσικοσυνθετών. Μετέτρεψα το παρελθόν μου σε ιστορία της μουσικής. Μπορεί λογοτεχνικά να ήταν ριψοκίνδυνο, αλλά πιστεύω ότι λειτουργεί καλά στο μυθιστόρημα. Ο Νίτσε έλεγε πως η ζωή χωρίς μουσική θα ήταν σφάλμα, και έχει δίκιο. Αλλά υπάρχει και μουσική που δεν ηχεί, η ενδόμυχη μουσική της μοναξιάς μας. Οι γιοι μου ονομάζονται Βιβάλντι και Μπραμπς. Μια οικογένεια ταπεινής καταγωγής υψώθηκε στην αριστοκρατία της τέχνης χάρη στη δύναμη της λογοτεχνικής φαντασίας. Η φαντασία είναι θαυμαστό όπλο κοινωνικής αναρρίχησης».Συσχετίζετε τον θάνατο με τον καπιταλισμό στο βιβλίο σας...«Όταν πέθανε ο πατέρας μου, μου τηλεφώνησε ένας γιατρός, στις τρεις τα ξημερώματα, αρκετά θυμωμένος, επειδή δεν του είχα πει ότι ο πατέρας μου είχε βηματοδότη. Μου είπε ότι με βηματοδότη δεν μπορούσε να γίνει αποτέφρωση και ότι η αφαίρεση του βηματοδότη είχε ένα κόστος. Αναλογίστηκα τότε όσο ακριβής είναι ο καπιταλισμός, γιατί ξέρει να κοστολογεί τα πάντα. Ο καπιταλισμός αγαπάει την ακρίβεια όσο και η ποίηση ή η επιστήμη. Για να μη σας πω ότι ο καπιταλισμός είναι πιο ακριβής απ’ ό,τι η επιστήμη. Μετά αναλογίστηκα τον πατέρα μου που είχε αγωνιστεί όλη του τη ζωή για έναν μισθό. Τον φόβο της φτώχειας τον κληρονόμησα από την οικογένειά μου. Τον φόβο της οικονομικής καταστροφής. Έχω περάσει όλη μου τη ζωή μ’ αυτόν το φόβο. Έχω περάσει όλη μου τη ζωή δουλεύοντας».Ο επίλογος του βιβλίου («Η οικογένεια και η Ιστορία») είναι μια ακραιφνώς ποιητική εκδοχή της «Ορδέσας». Γιατί;«Τα ποιήματα του τέλους αφηγούνται την ίδια ιστορία με το μυθιστόρημα, αλλά το κάνουν από ένα άλλο πρίσμα. Ήθελα η ιστορία της οικογένειάς μου να μπορεί να ιδωθεί και μέσα από την ποίηση. Είναι ποιήματα αφηγηματικά, που ενισχύουν την ένταση της πρόζας. Είναι σαν το μυθιστόρημα, στο τέλος, να εξερράγη σε μια ποιητική φαντασμαγορία, κάτι σαν επιστέγασμα ομορφιάς και πάθους».Η λογοτεχνία παραμένει πολιτική στις μέρες μας; Με ποιον τρόπο;«Η λογοτεχνία έχει πάντα πολιτική σκοπιμότητα, γιατί είναι κοινωνική τέχνη. Η δική μου λογοτεχνία αναζητεί την έκφραση της ελευθερίας. Ακριβώς επειδή ζούμε σε καιρούς ζοφερούς πρέπει ν’ αναζητούμε στη λογοτεχνία καταφύγιο, στήριγμα, παρηγοριά. Τη λογοτεχνία μόνο η αλήθεια την ενδιαφέρει. Εγώ πιστεύω στη χρησιμότητα της λογοτεχνίας, γιατί η λογοτεχνία είναι εγγύηση δημοκρατίας. Λογοτεχνία και ελευθερία είναι ένα και το αυτό. Ζούμε σε καιρούς ζοφερούς, ακριβώς επειδή αυτοί που μας κυβερνούν είναι ζοφεροί. Η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να ξεσκεπάζει κάθε μορφή τυραννίας και ψεύδους».Σε σχέση με τον νέο κορωνοϊό (και στην Ισπανία) πώς τα βλέπετε τα πράγματα;«Η πανδημία έχει αλλάξει τον κόσμο. Σήμερα ο κόσμος είναι χειρότερος. Ο ιός έχει σκοτώσει τον έρωτα και την ελευθερία. Πέρασα την καραντίνα μου μέσα σε μιαν αφόρητη θλίψη. Ο αριθμός των κρουσμάτων του ιού στην Ισπανία είναι από τους μεγαλύτερους στην Ευρώπη και στον κόσμο. Φαίνεται πως ο ιός έχει ερωτευτεί τους Ισπανούς. Περνάμε έναν από τους πιο αυστηρούς εγκλεισμούς στον κόσμο, και το λεγόμενο δεύτερο κύμα είναι απ’ τα σφοδρότερα στον κόσμο Φαίνεται πως είμαστε ο περιούσιος λαός του ιού. Ειρωνεύομαι, φυσικά. Αλλά μόνο με την ειρωνεία μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε αυτή την φρίκη. Το χρέος ενός συγγραφέα είναι επισημάνει ότι δεν μπορεί να είναι αυτό ζωή. Η ζωή υποβαθμίστηκε, ταπεινώθηκε. Τώρα πια μάθαμε πως η ζωή είναι να τρως μ’ έναν φίλο σε μια βεράντα, να γυρίζεις στα βιβλιοπωλεία, να κάνεις ηλιοθεραπεία, να πηγαίνεις σινεμά, να χάνεσαι στον δρόμο, να παίρνεις το τρένο, να φιλάς, να αγκαλιάζεις κάποιον άγνωστο. Όλα αυτά τα απλά πράγματα που τώρα δεν μπορούμε να τα κάνουμε, έχουν καταστεί τα πιο σημαντικά. Και δεν ξέρουμε καν αν η ζωή θα επιστρέψει όπως ήταν πριν από τον Φεβρουάριο του 2020. Αν μη τι άλλο, είμαστε οι τελευταίοι μάρτυρες μιας εποχής όπου μπορούσες να ζήσεις χωρίς μάσκα. Ίσως και να είμαστε οι τελευταίοι που έζησαν τη Χρυσή Εποχή της αγκαλιάς, των φιλών και της ζωής χωρίς φόβο». -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΑνδρέας Νικολακόπουλος: «Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος που γίνεται μέρος του μύθου»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Ανδρέας Νικολακόπουλος στην Αναστασία Καμβύση για το Marie Claire, με αφορμή τη νέα του συλλογή διηγημάτων, Αποδοχή κληρονομιάς.Το βιβλίο ήρθε στα γραφεία του περιοδικού ένα μήνα περίπου πριν. Κάτι στο εξώφυλλο (ο περιστρεφόμενος Δερβίσης; Τα ζώα; Το σκάφανδρο;) με έκανε να το ανοίξω. Δύο αράδες χρειάστηκαν για να μαγευτώ. Ένας ζωγράφος πάει να πολεμήσει στον μικρασιατικό πόλεμο, ένας άνδρας που μαστιγώνει τη θάλασσα, ένας παπάς που πιστεύει στους παλιούς θεούς, κατατρεγμένοι Έλληνες πρόσφυγες στη Φλόριδα, ένα λευκό παρασημοφορημένο άλογο, ένας σφουγγαράς που θα κάνει τα πάντα για να σώσει τον πατέρα του, ένα σκιάχτρο με κίτρινο ζωνάρι, γυναίκες η ομορφιά των οποίων τούς στοιχίζει τη ζωή, φίδια που κρύβονται σε μαξιλαροθήκες, αντάρτες πόλης με αϋπνίες και κουτσοί λυκάνθρωποι είναι μερικοί από τους ήρωες στις 16 ιστορίες στην Αποδοχή Κληρονομιάς.Όταν το τελείωσα, δυο μέρες μετά πλάι στη θάλασσα, ήμουν σίγουρη ότι αυτό το βιβλίο με την πλούσια μπολιασμένη με ντοπιολαλιές γλώσσα θα συζητηθεί και θα αγαπηθεί πολύ και ότι ίσως να το δούμε και να βραβεύεται όπως σίγουρα του αξίζει. Δεν ήξερα τον συγγραφέα του, τον 37χρονο Ανδρέα Νικολακόπουλο, οπότε τον αναζήτησα και κάναμε αυτή την κουβέντα.Τι σας οδήγησε το Λονδίνο, τι αποκομίσατε από την (εργασιακή) εμπειρία σας εκεί;Στο Λονδίνο κυριολεκτικά με οδήγησε η μαγειρική, μα πολύ νωρίτερα με είχαν οδηγήσει νοητά οι μουσικές που άκουγα, οι τάσεις φυγής που είχα από την Ελλάδα και μια έμφυτη αγάπη που δεν ξέρω πότε ξεκίνησε για την Αγγλική επαρχία και τη Βικτωριανή αρχιτεκτονική. Όσον αφορά το τι αποκόμισα από την εργασιακή μου εμπειρία οφείλω να παραδεχτώ πως η μαγειρική σε εκείνο το επίπεδο που στόχευα και δούλευα με έμαθε τρία πράγματα. Πρώτον πως δεν υπάρχει κανένα μυστικό πέρα από τη σκληρή δουλειά, τη σύνεση, τη σοβαρότητα και τη συνέπεια. Δεύτερον πως το πιο σημαντικό από όλα είναι το πόσα είσαι διατεθειμένος να χάσεις και τρίτον πως η πειθαρχία κρύβει μέσα της πολύ ελευθερία. Ακόμα και μια επανάσταση ενάντια στην πειθαρχία να θες να ξεκινήσεις, χρειάζεται να πειθαρχήσεις και να οργανωθείς για να την κάνεις.Υπάρχει ποίηση στη γραφή σας, σαν να ακούω τα δημοτικά τραγούδια και τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στο βάθος πίσω από τις λέξεις. Ήταν στυλιστική επιλογή αυτό, ή κάτι που προέκυψε από την ανατροφή σας;Νομίζω πως η αγάπη μου για τον Όμηρο και ίσως τα δημοτικά τραγούδια που άκουγαν και χόρευαν οι πρόγονοί μου έπαιξαν από ό,τι φαίνεται υποσυνείδητα κάποιο ρόλο. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση στυλιστική επιλογή μα έβγαινε πάντα με μια ευκολία όταν καθόμουν να γράψω με αποτέλεσμα πολλές φορές να παλεύω να το κόψω και να το αφαιρέσω από το κείμενο.Ποια είναι η σχέση σας με την ελληνική παράδοση;Δεν ξέρω τι χωράει μέσα η έκφραση ‘’Ελληνική παράδοση’’. Αν Ελληνική παράδοση είναι τα λαογραφικά μουσεία, οι παραδοσιακοί χοροί στις πλατείες με τις φορεσιές και τους συλλόγους και άλλα τέτοια τότε η σχέση μου είναι ανύπαρκτη. Αν Ελληνική παράδοση ορίζεται ο περασμένος τρόπος ζωής, διασκέδασης και μόχθου των προγόνων μου μαζί με τις δεισιδαιμονίες και τα λαϊκά τους έθιμα, τότε με αφορά η παρατήρηση και ενίοτε η συνέχιση αυτής της παράδοσης.Ένας σεφ που γράφει λογοτεχνία, δεν είναι κάτι που απαντάται συχνά στα ελληνικά γράμματα. Πώς αποφασίσατε να γίνετε σεφ;Νομίζω πως με έπιασε όμηρο η Μαγειρική και από τότε έπαθα το σύνδρομο της Στοκχόλμης αρνούμενος να ελευθερωθώ ακόμα και όταν πληρώθηκαν τα λύτρα. Το ίδιο τείνει να συμβεί και με τη Γραφή.Η ανάγκη να γράψετε πότε γεννήθηκε; Ήταν μία φωνή που την ακούγατε από μικρός ή προέκυψε στην ενήλικη ζωή;Η ανάγκη να γράψω γεννήθηκε μέσω Μαγειρικής. Είχα ένα μπλογκ που έγραφα μαγειρικές ιστορίες από το υπογάστριο των κουζινών και όχι στυλιζαρισμένες και λουστραρισμένες. Εκεί παρατήρησα πως η γραφή παρότι αρκετά ωμή και ακατέργαστη είχε μέσα της μια μουσικότητα και ένα συγκινησιακό ύφος. Όταν επέστρεψα στην Ελλάδα, αποφάσισα να σώσω στο χαρτί ιστορίες χαρακτήρων κοντινών μου ή φανταστικών δίνοντας τους την ευκαιρία να σηκώσουν και εκείνοι ανάστημα μια φορά και να πουν ό,τι δεν τους άφησαν να πουν όσο ζούσαν.Παρόλες τις χωροχρονικές αποστάσεις ανάμεσα στις ιστορίες σας, υπάρχει ένα αόρατο νήμα. Τι είναι αυτό που τις ενώνει ακριβώς;Το ορατό σε όλους νήμα είναι το ότι μιλάμε πάντα για ιστορίες ανθρώπων ή ζώων μερικές στιγμές πριν φύγουν από τον κόσμο. Το αόρατο νήμα είναι ότι κάθε φορά που γράφω ένα διήγημα, είτε περιέχει μέσα μεγάλα ιστορικά γεγονότα ή ασήμαντες καθημερινές ιστορίες, σκέφτομαι πάντα το ίδιο χωράφι, τα ίδια δέντρα και το ίδιο μέρος που έπαιζα μικρός.Θέλετε να μιλήσετε για την καταγωγή σας; Λόγω της δικής μου καταγωγής, από την Αρκαδία, με ξάφνιασε πολύ ευχάριστα που διάβασα σε ένα διήγημα τη γλώσσα των Τσακώνων και αναρωτιέμαι πώς τη βρήκατε, πώς τη διαλέξατε.Γεννήθηκα στην Αθήνα, μεγάλωσα στο Αίγιο. Οι πρόγονοι μου κατάγονταν από ένα χωριό στα δεκαέξι χιλιόμετρα από την πόλη με το όνομα Πυργάκι και με θέα από τα χωράφια του τη θάλασσα. Άλλο ένα μικρό κλασσικό χωριό της Πελοποννήσου όπου οι άνθρωποι ασχολούνταν με σταφίδες. Κι αυτός ήταν ο λόγος που άνθιζε και μαράζωνε πολλές φορές στο χρόνο. Δεν είμαι Τσάκωνας μα θυμάμαι τους γεροντότερους στο χωριό μου παλιά κάθε που γίνονταν πανηγύρι του Σωτήρος να χορεύουν τσακώνικα τραγούδια. Διάλεξα λοιπόν να αποτίσω ένα φόρο τιμής στους Τσάκωνες μα και στους Αρβανίτες στο διήγημα Ασημοκεντήστρα για να μην ξεχαστεί πόσο σημαντικό είναι να μην ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους από την καταγωγή, το φύλο, τη γλώσσα και κατ’ επέκταση το χρώμα και τη θρησκεία. Όλοι έχουμε μέσα μας λίγο από όλους.Στον Θεό 92 μιλίων μπλέκετε δύο πράγματα που μοιάζουν να είναι μεγάλες σας αγάπες, τη μυθολογία και τις μοτοσυκλέτες. Έτσι είναι; Πως γεννιούνται αυτές οι αγάπες και πως υπάρχουν στη ζωή σας έκτοτε;Στον Θεό 92 μιλίων προσπάθησα να εκσυγχρονίσω το μύθο σχετικά με την Αφροδίτη, τον Ήφαιστο και τον Άρη. Η αγάπη για τη Μυθολογία και την Ιστορία ξεκίνησε μόλις έμαθα ανάγνωση και κρατάει ακόμα. Με ενθουσίαζε πάντα η συμμετοχή των ανθρώπων στους μύθους, ανάμεσα στους θεούς. Το ίδιο συμβαίνει και με τις μοτοσυκλέτες. Δεν με ενδιέφεραν ποτέ οι γρήγορες μηχανές και η ταχύτητα. Αντίθετα με γοήτευαν οι παλιές μοτοσυκλέτες περασμένων δεκαετιών που απαιτούταν τη συμμετοχή του ανθρώπου στη λειτουργία τους και, στις ημέρες μας, η αναβίωση μιας εποχής περασμένης ανεπιστρεπτί. Νομίζω πως και στη μυθολογία και στις μοτοσυκλέτες με ενδιαφέρει ο άνθρωπος που βουτάει τα χέρια του μέσα και γίνεται μέρος του μύθου.Από όλους αυτούς τους αλλόκοτους, συχνά καταραμένους ανθρώπους με κακό τέλος, ποιον θα κάνατε παρέα; Ποιός έμεινε πιο πολύ καιρό μαζί σας καθώς γράφατε το βιβλίο (άνθρωπος ή ζώο;)Όλοι οι χαρακτήρες πέρασαν το χρόνο τους μέσα μου πριν γεννηθούν και όλοι κατά καιρούς ξαναγυρνάνε. Νομίζω πως με κανέναν δεν θα άντεχα να περάσω αρκετό καιρό μαζί πέραν του Φροίξου από το διήγημα ‘’του Λύκου” και του Τρωγλοδύτη.Με τα ζώα τι σχέση έχετε;Νομίζω τη μόνη σχέση που θα μπορούσε να έχει ένας άνθρωπος. Σχέση αγάπης και σεβασμού. Έχω ένα σκύλο με το όνομα Ρόρυ που είναι μεγάλος μου δάσκαλος στα θέματα αφοσίωσης, αλτρουισμού και ανιδιοτελούς αγάπης.Μου φαίνεται πως ο τίτλος «Αποδοχή Κληρονομιάς» αγκαλιάζει όλες τις ιστορίες με έναν τρόπο προσωπικό σαν ο δημιουργός τους να αποδέχεται γράφοντάς τες το παρελθόν και τους προγόνους του, όλα αυτά που τον έκαναν αυτό που είναι. Από τι είστε φτιαγμένος λοιπόν, ως άνθρωπος και ως λογοτέχνης;Ως άνθρωπος είμαι φτιαγμένος από σκληρή δουλειά, από σεβασμό φερμένο από πολλές γενιές πίσω και από μια κοχλάζουσα οργή επιμελώς καλυμμένη και σκεπασμένη με χειραψίες και χάπια για στομαχικές διαταραχές.Τι σας έμαθαν τα βουνά, στα οποία τόσο πολύ αγαπάτε να επιστρέφετε;Με έμαθαν πως κάτι γνώριζαν οι περισσότερες χαμένες και παλιές θρησκείες που έβαζαν τους θεούς τους σε θρόνους επάνω στις βουνοκορφές πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Τα βουνά σε μαθαίνουν να πατάς μέχρι εκεί που ξέρεις ότι δεν θα κυλήσεις στα βράχια και σου υπενθυμίζουν το ασήμαντο του μεγέθους σου. Ο Χάξλεϋ έλεγε πως θεωρούσε έναν περίπατο στα βουνά ισοδύναμο με το να πηγαίνεις στην εκκλησία και ο Χάντερ Τόμσον το είχε θέσει πιο όμορφα λέγοντας πως στην κορυφή του βουνού είμαστε όλοι λευκές τίγρεις. Αυτά τα δύο με καλύπτουν απόλυτα. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΓια την Ισπανίδα συγγραφέα Sara Mesa η λογοτεχνία θα είναι πάντα πολιτική | Συνέντευξη στο «ELLE Greece»
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε η Sara Mesa στην Φωτεινή Σίμου για το ELLE Greece, με αφορμή το νέο βιβλίο της Ένας έρωτας (μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου). Διαβάζοντας το Ένας Έρωτας και το Πίσω από τους Θάμνους της Sara Mesa μας δημιουργήθηκε η επιθυμία να μιλήσουμε μαζί της για τον αυθόρμητα πολιτικό τρόπο που οι ήρωες της αλληλοεπιδρούν με την κοινότητα.Τα βιβλία της Sara Mesa έχουν μια ζηλευτή απλότητα στο γράψιμό τους, μια αίσθηση περιορισμένου χώρου και φόβου. Του φόβου, όμως, που είναι έτοιμος να προκύψει από την ανησυχία για την πραγματικότητα και από την πλήρη αποκάλυψή της. Η Ισπανίδα συγγραφέας των Πίσω από τους Θάμνους και Ένας Έρωτας γράφει εξερευνώντας τα κοινωνικά στερεότυπα, την ευαισθησία και τις ψυχικές ανάγκες των ηρώων της, την Ιστορία των τόπων και χρησιμοποιεί έξυπνα τη δύναμη που προκύπτει μέσα από την αλληλεπίδραση της κοινότητας και του ατόμου. Αυτό δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα ενέργεια στον τρόπο που κυλούν οι ιστορίες της. Στο Ένας Έρωτας, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις εκδόσεις Ίκαρος, στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται ακριβώς αυτή η πολιτική ένταση.Στο βιβλίο σας «Ένας Έρωτας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα στην Ελλάδα, νιώθω ότι έχετε εστιάσει τόσο στην ψυχολογία των ηρώων όσο και σε εκείνη της κοινότητας.Ναι, νομίζω ότι ο τρόπος σκέψης και δράσης μας συχνά τροποποιείται όταν έχουμε στο μυαλό μας την αλληλεπίδρασή μας με την κοινότητα. Αλλά, από την άλλη, πιστεύω ότι οι κοινότητες έχουν τους δικούς τους ψυχολογικούς μηχανισμούς και δεν αποτελούν μόνο το άθροισμα των μεμονωμένων ψυχολογιών. Είναι κάτι παραπάνω από αυτό. Έχετε δηλώσει ότι ήταν για εσάς πολύ δύσκολο να ολοκληρώσετε αυτό το βιβλίο. Γιατί;Διότι πριν από οτιδήποτε άλλο έπρεπε να καταλάβω καλά την ιστορία – πού με πήγαινε και γιατί. Έψαχνα να δώσω νόημα αντί να αφήσω τον εαυτό μου να παρασύρεται από την ίδια την αφήγηση, κάτι που είναι λάθος. Τελικά κατάλαβα ότι η ιστορία στο Ένας Έρωτας δεν μπορεί να ερμηνευθεί με έναν ξεκάθαρο τρόπο ή να συνοψιστεί με μία μόνο πρόταση. Είναι πιο πολύπλοκη από ό,τι φαίνεται.Διάβασα το συγκεκριμένο βιβλίο ως πολιτικό με τον τρόπο που «το προσωπικό είναι πολιτικό». Τι είναι το πολιτικό γράψιμο για εσάς;Πολιτικός είναι ο τρόπος που υπάρχουμε είναι σε όλες τις εκφάνσεις μας. Πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι και θα είναι πάντα πολιτική. Φυσικά, και το δικό μου γράψιμο είναι, γιατί στην πραγματικότητα μιλάει και αμφισβητεί τις δομές σκέψης, ακόμη και όταν δεν σκοπεύω να το κάνω. Έχετε δηλώσει, επίσης, ότι μερικές φορές αυτό που “ξυπνάει” τις ιστορίες σας είναι συνήθως μια εικόνα ή μια ιδέα. Τι σας έκανε να γράψετε το Ένας Έρωτας και πόση ευθύνη έχει το προηγούμενο μυθιστόρημά σας για τη δημιουργία του;Υποθέτω ότι όλα τα βιβλία μου αποτελούν μέρος του ίδιου πλεξίματος και τα νήματα μεταξύ τους νομίζω ότι είναι πολύ ορατά. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι με ενδιαφέρει η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης μέσα από τις διφορούμενες σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ ασυνήθιστων ζευγαριών. Συχνά, η εικόνα ενός εξ αυτών των χαρακτήρων είναι αρκετή για να αρχίσω να χτίζω τα υπόλοιπα πρόσωπα γύρω της.Πιστεύω ότι όλα τα έργα σας επιτρέπουν μια διπλή ερμηνεία: από τη μία πλευρά, μια απλή, πιο αθώα ανάγνωση και, από την άλλη, μια κριτική, η οποία επιτρέπει στον προσεκτικό αναγνώστη να σκάψει βαθύτερα και να ξεπεράσει το κείμενο. Πόσο δύσκολο είναι να αφηγηθείτε τις ιστορίες σας με συνηθισμένες λέξεις, απλά εργαλεία αλλά και με έναν τόσο συγκινητικό, πολύπλοκο τρόπο ταυτόχρονα;Αυτή η αθώα χρήση της γλώσσας, που μερικές φορές μοιάζει σχεδόν παιδική, είναι, λογικά, μια εξαπατημένη αθωότητα, και αυτή η διπλή φύση της γλώσσας είναι ακριβώς αυτό που με προσελκύει περισσότερο σε αυτή. Μερικές φορές, είναι δύσκολο να συνδυάσω αυτή τη διπλή διάσταση επειδή μπορεί να φαίνεται ότι η γλώσσα μου δεν είναι περίπλοκη λόγω της δικής μου ανικανότητας, όχι από επιλογή. Αλλά πάντα λέω ότι ο πλούτος του λεξιλογίου ή οι ελλιπείς φράσεις δεν με ενδιαφέρουν από μόνες τους. Με ενδιαφέρει η ακριβής γλώσσα και η ακριβής σύνταξη.Η διαδικασία του γραψίματος σας βοηθά να κατανοήσετε την πολυπλοκότητα του ανθρώπου ή της παγκόσμιας κατάστασής μας;Δεν ξέρω αν με βοηθά να τα καταλάβω αυτά, αλλά σίγουρα βοηθά στην ανάλυσή τους, ξεμπλέκοντας τους μηχανισμούς τους. Γνωρίζω περισσότερο τις παγίδες σκέψης: τις προκαταλήψεις, για παράδειγμα, ή τους πραγματικούς λόγους πίσω από τις αντιδράσεις που μπορεί να φαίνονται παράλογες.Στα μυθιστορήματά σας οι πλοκές πραγματοποιούνται σε κλειστούς, οριοθετημένους χώρους ή έχουν ψυχολογικά κλειστοφοβική ένταση. Γιατί ψάχνετε αυτό το αποτέλεσμα στη δουλειά σας;Δεν είναι συνειδητή απόφαση, αλλά συνέπεια της προοπτικής μου. Με έλκει αυτή η αίσθηση ενός κλειστού χώρου και σε ιστορίες που φαίνονται μικρές όσον αφορά το αφηγηματικό υλικό. Νιώθω περισσότερο χαμένη σε μεγαλύτερους χώρους.Νιώθω ότι στις αφηγήσεις σας η μνήμη και το παρελθόν έχουν ισχυρή δύναμη. Είναι αλήθεια;Ναι, είναι κάτι που προσπαθώ να κάνω όλο και περισσότερο. Καθώς μεγαλώνω, τείνω να κοιτάζω πίσω και να προσπαθώ να καταλάβω το παρελθόν καλύτερα μέσω της γραφής. Δεν εννοώ μόνο το δικό μου αυτοβιογραφικό παρελθόν, αλλά και αυτό επίσης.Τι θυμάστε από τη δημιουργία των πρώτων μυθιστορημάτων σας; Τι λάθη είχατε κάνει τότε;Η αβεβαιότητα που μπορεί να χαρακτηρίσει μια αρχή, πολλές φορές δίνει πατήματα για πολλά λάθη. Σε έναν συγγραφέα, ας πούμε, μπορεί το στυλ και το ύφος να υπερισχύσει της ποιότητας. Στα πρώτα μου βιβλία αυτό φοβόμουν: μήπως διακινδυνεύσω την ποιότητα της ιστορίας και της γραφής κάνοντας επίδειξη ύφους.Το γράψιμο είναι ένας μόνο τρόπος για να διηγηθεί κάποιος μια ιστορία. Εσείς έχετε άλλο τρόπο;Η ανάγνωση είναι επίσης ένας τρόπος να λέμε ιστορίες στους εαυτούς μας. Ποιο καινούριο βιβλίο που διαβάσατε πρόσφατα σας άρεσε πολύ και γιατί;Το Pequeñas Mujeres Rojas (Μικρές Κόκκινες Γυναίκες) της Marta Sanz. Είναι ένα πολιτικό βιβλίο για τα πλοκάμια της ισπανικής δικτατορίας που φτάνουν στο παρόν, αλλά και για το πώς χτίζεται το θεμέλιο μιας άνισης κοινωνίας. Και είναι υπέροχα γραμμένο.Πιστεύετε ότι έχετε τη δέσμευση να γράψετε για τις γυναίκες σήμερα;Δεν νιώθω ότι είναι δέσμευση, αλλά αναγκαιότητα.Έπειτα από όλα αυτά τα βιβλία που έχετε υπογράψει, ποια είναι τα κλειδιά για μια καλή ιστορία;Δεν υπάρχουν μυστικά που να ισχύουν για όλους. Κάθε συγγραφέας έχει το δικό του κλειδί. Το να γράφεις σημαίνει να το ανακαλύπτεις.Θα θέλατε να μας περιγράψετε την ιδανική συνθήκης ανάγνωσης;Αυτή που σε μεταμορφώνει ή σε κατακλύζει σε σημείο που σταματάς να αναρωτιέσαι για την ποιότητα του κειμένου.Ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε ένα βιβλίο;Να “καταπιέσει” τους αναγνώστες του. Με αυτό εννοώ ότι τοποθετείται -ή προσπαθεί να τοποθετηθεί – πάνω από αυτούς, να τους μιλήσει, να τους κατακλύσει με τη σοβαρότητα του. -
Συνεντεύξεις
ΠερισσότεραΙσμήνη Καπάνταη: «Είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία»
Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ισμήνη Καπάνταη στην εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος και στην Ελένη Γκίκα, με αφορμή το νέο της ιστορικό μυθιστόρημα, Το βρωμερόν ύδωρ της λήθης.Η μεγάλη Κυρία του Ιστορικού μυθιστορήματος, Ισμήνη Καπάνταη, μιλώντας στον Φιλελεύθερο εξηγεί πρώτα απ’ όλα γιατί καταφεύγει σε ιστορικές περιόδους ανιχνεύοντας τα προβλήματα και τα αγκάθια των ημερών μας. Και μας εξηγεί γιατί πάντα επιλέγουμε «κάπου να ανήκουμε» από το να είμαστε ελεύθεροι, ξεχνώντας το ότι αποτελούμε όλοι μας ένα κομμάτι από το μεγάλο παζλ της κοινωνίας:«Η ένταξη σε έναν χώρο δημιουργούσε ανέκαθεν και δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας, δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας μόνον, όταν όμως κάποιος εντάσσεται ψυχή τε και σώματι σε μια συγκεκριμένη ομάδα αντιμετωπίζει (ευτυχώς όχι πάντα) τον οποιονδήποτε άλλον που δεν ανήκει στον ίδιο χώρο εξ ορισμού ανάξιο και εχθρό.» Θα πει η κυρία Καπάνταη, αναφερόμενη ταυτοχρόνως και στους μεγάλους κινδύνους:«Θεωρώ ότι όταν επιλέξουμε κι εμείς να ενταχθούμε σ’ έναν συγκεκριμένο χώρο, είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία. Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε ότι, από ένα σημείο και ύστερα, βλάπτοντας τον άλλο, βλάπτουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.»Τα ερεθίσματα μάς δόθηκαν από το καινούργιο της μυθιστόρημα «Το βρωμερόν ύδωρ της ιστορίας» το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ίκαρος κι αποδεικνύει τον αυτοκαταστροφικό εαυτό μας σε καιρό ειρήνης. Το πώς γεννήθηκε, τελικά, ο Νεοέλληνας.-Κυρία Καπάνταη, γράφετε: «…για ποια κοινή πατρίδα της μιλούσε; Την πατρίδα ποιανού και ακόμα τι ήτανε επιτέλους το έθνος που το μεταχειρίζονταν πάντα σαν τελικό επιχείρημα; Τι σχέση μπορεί να έχει το έθνος με την συγγένεια και την οικογένεια, τον μοναδικό (του το ‘λεγε και του το ξανάλεγε( ναι, τον μοναδικό χώρο που σου εξασφαλίζει ασφάλεια;» Μας κυνηγά εξ αρχής αυτός ο διαχωρισμός, οι μέσα και οι έξω και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, γιατί όμως αυτός ο διαχωρισμός; Γιατί αδυνατούμε να νοιώσουμε ως μέρος ενός συνόλου και μας ασφαλίζει μόνον ο χώρος μας;)Σ᾽ αυτήν την ερώτηση την απάντηση την έδωσαν και την δίνουν οι ιστορικοί· η δική μου άποψη, άποψη πολίτου του εικοστού, εικοστού πρώτου αιώνα διαμορφώνεται τόσο από τα διαβάσματά μου όσο και από τις προσωπικές μου εμπειρίες. Πού καταλήγω; Θεωρώ ότι όταν επιλέξουμε κι εμείς να ενταχθούμε σ’ έναν συγκεκριμένο χώρο, είναι τέτοιο το πάθος μας που ξεχνούμε ότι όλοι, τελικά, ανήκουμε στην ίδια κοινωνία. Αδυνατούμε ν’ αντιληφθούμε ότι, από ένα σημείο και ύστερα, βλάπτοντας τον άλλο, βλάπτουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.-Κυρία Καπάνταη, να σταθούμε στον υπέροχο τίτλο; «Το βρωμερόν ύδωρ της λήθης»; Φοβάμαι ότι οι περισσότεροι απ’ αυτό πίνουμε, εντός κι εκτός Ελλάδος…Σωστά, αλλά ευτυχώς έχουμε και τις καλές μας ώρες, όχι μόνον καλές, κυριολεκτικά λαμπρές, πράγμα που κάνει ακόμη πιο δύσκολη την προσπάθεια να κατανοήσει κανείς την τάση μας για το αλληλοφάγωμα που ανέφερα πιο πάνω.-Να πούμε γιατί επιλέξατε αυτή την ειρηνική και δημοκρατική εποχή για να αναδειχθεί ο Νεοέλληνας;Ανατρέχοντας και σε άλλες ιστορικές περιόδους, που δεν θα τις έλεγε κανείς ειρηνικές ούτε και δημοκρατικές, όπως το Βυζάντιο και η Τουρκοκρατία (Επτά φορές το δαχτυλίδι, Που πια Καιρός, Το Άλας της Γης, Σικελικός Εσπερινός, Απειρωτάν και Τούρκων) το ίδιο επιχειρούσα να κάνω και στο παρελθόν. Προσπαθώ να μας κατανοήσω. Ερωτήματα θέτω.-Κυρία Καπάνταη, τι είναι αυτό που μας κάνει ήρωες στα δύσκολα και εχθρούς ακόμα κι απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μας, στην ειρήνη;Δύσκολο ν’ απαντήσει κανείς σ’ αυτό, αν κάποτε το ανακαλύψω θα γράψω σίγουρα ένα καινούργιο μυθιστόρημα.-«Όσο για τον Άρχοντα… αλήθεια πού θα τοποθετούσε κανείς τον Άρχοντα; Σε ποιόν χώρο ανήκε; Τι αντιπροσώπευε; Και ο Νικόλας, ο νεαρός και τόσο όμορφος Νικόλας; Το αίνιγμα, έτσι τον σκέφτονταν, ο Νικόλας ήταν το αίνιγμα, που για κείνην παρέμενε άλυτο ακόμα». Κι αυτή η μανία μας για το πού ανήκει ο άλλος; Τι είναι; Η τεμπελιά μας και η ευκολία μας; Μας ασφαλίζει να λέμε ότι ανήκουμε εδώ ή εκεί, ανεξαρτήτως του πώς πράττουμε, ποιοι είμαστε;Η ένταξη σε έναν χώρο δημιουργούσε ανέκαθεν και δημιουργεί αισθήματα ασφάλειας, δεν είναι φαινόμενο των ημερών μας μόνον, όταν όμως κάποιος εντάσσεται ψυχή τε και σώματι σε μια συγκεκριμένη ομάδα αντιμετωπίζει (ευτυχώς όχι πάντα) τον οποιονδήποτε άλλον που δεν ανήκει στον ίδιο χώρο εξ ορισμού ανάξιο και εχθρό.-Κυρία Καπάνταη, τι πρέπει να έχει ένας ήρωας ή μια ηρωίδα για να γίνει ηρωίδα σας;Νομίζω ότι πρέπει να έχει όλα όσα επιδιώκουν όλοι οι γράφοντες όταν γράφουν, δηλαδή να εμπεριέχουν αλήθεια.-Και μια ιστορία για να γίνει ιστορία σας; Ή μάλλον μια εποχή για να φωτίσει την εποχή μας; Διότι τα δικά μας δεινά αναδεικνύονται στα ιστορικά σας μυθιστορήματα.Έχετε δίκιο. Στην ουσία αυτὸ που κάνω είναι να μεταθέτω ό,τι έχω εισπράξει ζώντας στα χρόνια μας, σε μιαν άλλη ιστορική περίοδο, προσπαθώντας έτσι να δω τί κρύβεται στο βάθος, κάτω από την επιφάνεια, και μας ωθεί όλους, αδιάφορο σε ποιά εποχή ζούμε, να πράττουμε κατά τον Α η Β τρόπο, αφού ο ανθρώπινος πυρήνας παραμένει πάντα ο ίδιος.-Υπάρχει τελετουργία γραφής [συγκεκριμένος χώρος, χρόνος, συνήθειες] ή παντού μπορείτε να γράψετε εσείς;Γράφω στο γραφείο μου, παλιά με γραφομηχανή, τώρα στον υπολογιστή. Δεν έχω επιχειρήσει ποτέ, επειδή άλλωστε δεν χρειάστηκε, να γράψω σε άλλο μέρος. Ούτε υπάρχει συγκεκριμένος χρόνος· όταν αρχίζω να γράφω, γράφω.-Για να ξεκινήσετε μια ιστορία, χρειάζεστε πλάνο, να ξέρετε και την αρχή και το τέλος της, ή αρκούν μια εικόνα ή η αρχική φράση;Μπορεί να υπάρχει κάτι, εικόνα, ήχος κάποια παραπομπή, γεγονός όμως παραμένει ότι πάντα, όταν αρχίζω να γράφω το κάνω επειδή προσπαθώ να βρω την απάντηση σ’ ένα συγκεκριμένο ερώτημα. Δεν γράφω επειδή γνωρίζω, αναρωτιέμαι. Ούτε υπάρχει πλάνο, ποτέ δεν ξέρω πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, και βεβαίως ποτέ δεν ξέρω ποιό θα είναι το τέλος.-Ποιο βιβλίο σας γράφτηκε με πιο παράξενο και αλλόκοτο τρόπο; Ποιος ήρωας ή ποια ηρωίδα σας έφτασαν με το «έτσι θέλω» τους και σας επιβλήθηκαν;Άλλα βιβλία μπορεί να με δυσκόλεψαν περισσότερο κι άλλα λιγότερο, οι ἠρωές μου όμως και οι ηρωίδες μου, όλοι, αφ’ ης στιγμής με πείσουν ότι υπάρχουν, τότε μου επιβάλλονται, είναι πλέον ο εαυτός τους.-Υπάρχουν συγγραφικές εμμονές; Θέματα στα οποία επανέρχεστε, τεχνικές που χρησιμοποιείτε και ξαναχρησιμοποιείτε, γρίφους κι αινίγματα που προσπαθείτε μια ζωή γράφοντας να επιλύσετε;Εμμονές; Νομίζω πως όχι, δεν έχω. Εκτὀς αν θεωρήσουμε ως εμμονή πως όταν γράφω, μόλις ολοκληρώνεται μια πρόταση πρέπει να την διαβάσω δυνατά, ν’ ακούσω τον ήχο της, και όχι μόνον, το ίδιο επαναλαμβάνεται στις παραγράφους, στα κεφάλαια και τελικά σ’ όλο το κείμενο.-Αυτή η αχαρτογράφητη εποχή που διανύουμε, μας κάνει καλύτερους συγγραφείς ή ανθρώπους;Το μέλλον θα δείξει.-Υπάρχει βιβλίο ή βιβλία που καταφεύγετε στα δύσκολα; Τι κάνετε όταν αμφιβάλετε ή όταν φοβάστε;Τί κάνω όταν αμφιβάλλω ή φοβάμαι; Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τα αγαπημένα μου βιβλία. Στάθηκα τυχερή επειδή μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι όπου υπήρχαν βιβλιοθήκες κι έμαθα από μικρή να διαβάζω, όχι για να μαθαίνω αλλά για να περνώ καλά. Σ’ όλη μου τη ζωή το διάβασμα ήταν το στήριγμά μου.– Κυρία Καπάνταη, οι ιστορικές περίοδοι και τα επί μέρους ζητήματα των βιβλίων σας;Το “Επτά φορές το Δαχτυλίδι” 1989, αφορά ισάριθμους ξεσηκωμούς των σκλαβωμένων Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Κυκλοφόρησε αργότερα και με την ιστορία της Κύπρου ως “Οκτώ Φορές το Δαχτυλίδι”, 2007. Το “Απειρωτάν και Τούρκων”, 1990, αφορά τους εξιλασμούς, πολλές φορές ομαδικούς και πώς η ομαδική συνείδηση διαμορφώνει τα γεγονότα που μεταδίδονται στους μεταγενέστερους σύμφωνα με τις επιτακτικές ανάγκες της ώρας εκείνης, όχι “οία ην” αλλά “οία είναι δει”. “Η Φλώρια των Νερών”, 1999, είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά κυρίως είναι η ιστορία του “άλλου”. Εκεί θίγω πρώτη φορά και κάτι που με απασχολεί ιδιαίτερα, το πρόβλημα του ανήκειν. Στο “Πού πια Καιρός”, 1995, οι ήρωές μου κινούνται στη χρονική περίοδο λίγο πριν από την πτώση της Πόλης. Είναι η εποχή που λόγω του “αλληλέγγυου” οι μεγαλοκτήμονες αγοράζουν κοψοχρονιάς από τους ακρίτες, που αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους, τα κτήματά τους και τα σύνορα ερημώνονται. Οι άνθρωποι, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στην ανθρώπινη ιστορία, δεν αντιλαμβάνονται ότι βαδίζουν στον γκρεμό. Δεν παίρνουν τα μηνύματα ή όπως λέει ο ποιητής: “… ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα (ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά), άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας, κι ανέτοιμους – πού πια καιρός- μας συνεπαίρνει. Στο “Άλας της Γης”, 2002, χρόνος είναι το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, χώρο η Θεσσαλονίκη. Θέμα του η εμφύλια διαμάχη των εκπροσώπων της άρχουσας τάξη για την εξουσία, που παίρνει ωστόσο τη μορφή ταξικού αγών, ειδικά στις πόλεις, εξαιτίας του ότι οι δυο αντίπαλες ομάδες αντλούν τη δύναμή τους από διαφορετικούς κοινωνικούς χώρους. Εκδηλώνεται τότε το βαθύ μίσος που έτρεφαν, όχι άδικα, οι κάτοικοι των πόλεων και της υπαίθρου εναντίον μιας αριστοκρατίας, η οποία, ευνοημένη εκτός των άλλων από μια κατάφωρα άδικη φορολογική νομοθεσία, συσσώρευε πλούτο εις βάρος των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων.Στο “Εμείς Έχουμε Εμάς” ο χρόνος είναι πάλι Τουρκοκρατία, χώρος η Ήπειρος, τα Επτάνησα και η Ιταλία και θίγεται κι εδώ το πρόβλημα του “άλλου” και το πρόβλημα του “ανήκειν”.