Νέα
Λίστα Νέων, Κατηγορίες Νέων, Εκδηλώσεις
-
Συνεντεύξεις
Colm Tóibín «Έχω πολύ Ορέστη μέσα μου» | Συνέντευξη στα Νέα
Διαβάστε τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Colm Tóibín στον Δημήτρη Δουλγερίδη για την εφημερίδα Τα Νέα με αφορμή το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του Σπίτι με ονόματα (μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου). © Brigitte LacombeΚι αν η Κλυταιμνήστρα διεκτραγωδούσε τον πόνο και την οργή της με σύγχρονη «φωνή», αλλά μακριά από το φάσμα του #MeToo; Αν ο Ορέστης και η Ηλέκτρα απεκδύονταν το μυθολογικό τους φορτίο για να αναγεννηθούν από την καθαρτήρια γλώσσα του ιρλανδού στυλίστα Κολμ Τόιμπιν; Στο «Σπίτι με ονόματα» ο συγγραφέας επέλεξε να κινηθεί στο ναρκοπέδιο των χαρακτήρων της αρχαίας τραγωδίας έχοντας από την αρχή δύο ελαφρυντικά. Απέφυγε να εκμοντερνίσει τα πάθη των Ατρειδών - ευτυχώς, εδώ η Ηλέκτρα δεν μιλάει σαν αγανακτισμένη έφηβος του Δουβλίνου. Και χρησιμοποίησε τον ρυθμό της γλώσσας του σαν πολιορκητικό κριό για τις διαθέσεις του αναγνώστη. Ήδη από την αρχή, όταν μιλάει η Κλυταιμνήστρα, ο επικός τόνος λειαίνεται από τον εξομολογητικό της ηρωίδας, που σε κάθε περίπτωση αφηγείται τα πάθη όσων δεν είχαν φωνή μέσα στους αιώνες: «Την ξέρω καλά τη μυρωδιά του θανάτου... Το τραγούδι των πουλιών παίρνει να ψηλώνει καθώς οι χαρές του κόσμου όλο και πληθαίνουν, ύστερα, όταν η μέρα παίρνει να μαραίνεται, μαραίνεται κι ο ήχος σβήνει».Στο μέρος του Ορέστη ο συγγραφέας κάνει χρήση του γ' ενικού για να περιγράψει την περιπέτεια του ήρωα - που δεν έχει βρει ακόμη τη φωνή του και κινείται στη σκιά της μητέρας και της αδερφής του -, για να καταλήξει στον μονόλογο της Ηλέκτρας. Πρόκειται για τρεις γνωστούς χαρακτήρες που επανασυστήνονται ως γνωστοί άγνωστοι χάρη σε ορισμένα από τα κυρίαρχα μοτίβα στο έργο του Τόιμπιν: την ανασύσταση της ιστορίας μέσω της μνήμης, της γυναικείας φωνής που ψάχνει την ταυτότητά της, των οικογενειακών τραυμάτων, της βίας που επανέρχεται για να σαρώσει την κοινότητα (ερέθισμα για το βιβλίο ήταν η «σφαγή του Κίνγκσμιλ» το 1976, όταν ιρλανδοί εθνικιστές εκτέλεσαν 10 προτεστάντες). Αυτός είναι ένας κόσμος χωρίς ονόματα θεών, όπου η πίστη δίνει τη θέση της στην αλληλουχία των εγκλημάτων.Ο Τόιμπιν επιτρέπει στον εαυτό του δημιουργικές ελευθερίες που τον θέτουν σε απόσταση ασφαλείας από τον μύθο. Η Κλυταιμνήστρα ζει σε έναν κόσμο αθεΐας πριν (και μετά) τη θυσία της Ιφιγένειας, κωδικοποιώντας την ανάγνωση του Ιρλανδού στον Ευριπίδη. «Ήμουν σίγουρη, απόλυτα σίγουρη ότι δεν πίστευα πια καθόλου στη δύναμη των θεών. Κι αναρωτήθηκα αν ήμουν η μόνη». Ο Ορέστης βλέπει την «πρωταρχική σκηνή» της ψυχανάλυσης: «Είχε προλάβει να δει τη μητέρα του και τον Αίγισθο γυμνούς στο κρεβάτι να βγάζουν κάτι ήχους σαν ζώα». Και η Ηλέκτρα εσωτερικεύει την ψυχολογία του τόπου - και του μύθου - της σε ένα πρωθύστερο σχήμα, που ωστόσο λειτουργεί για τον αναγνώστη, καθώς εδώ μιλάει μια μυθιστορηματική ηρωίδα και όχι η αρχετυπική της τραγωδίας: «Όταν πηγαίνω στον τάφο του πατέρα μου, εισπνέω τη σιωπή του τόπου όπου κείτεται το σώμα του. Κρατάω την αναπνοή μου, ώστε τούτος ο καινούργιος αέρας να πλημμυρίσει το σώμα μου. Μετά εκπνέω αργά. Ο πατέρας μου βγαίνει από τα σκοτάδια, έρχεται προς το μέρος μου».Διαβάζοντας το βιβλίο είχα την αίσθηση ότι η εκδοχή του Ευριπίδη για την Ηλέκτρα, τον Ορέστη και τα πάθη των Ατρειδών σάς γοήτευσε περισσότερο από τους άλλους τραγικούς. Συμφωνείτε;Ναι, με ενδιέφερε μάλιστα το τελευταίο έργο του Ευριπίδη, η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», επειδή περιέγραφε την ιστορία τους από μια άλλη οπτική. Βλέπω αυτό το κείμενο ως ένα καταστάλαγμα πείρας, όπου το φως της συμπάθειας πέφτει στους χαρακτήρες - και κυρίως στην Κλυταιμνήστρα.Και ότι, θα πρόσθετα, ειδικά για την Κλυταιμνήστρα στρέφεστε στον Αισχύλο. Είναι στην «Ορέστεια» που η ίδια αναπλάθει τη δική της ιστορία. Τι παραμένει τόσο δυνατό στη φωνή τους ώστε να φτάνει στις μέρες μας;Στην πραγματικότητα πήγαινα από το ένα κείμενο στο άλλο σαν την κίσσα (σ.σ.: αναφέρεται στη συνήθεια αυτών των πουλιών να «κλέβουν» πολύχρωμα ή λαμπερά αντικείμενα).Ήταν κάτι που με αναστάτωσε, πολύ δύσκολο να γραφτεί: έμπαινα στο μυαλό της Κλυταιμνήστρας.Κι αυτό που αναζητούσα ήταν η προσωπική «απόχρωση» με την οποία θα μπορούσα να δουλέψω την αφήγηση.Η βία στην αφήγηση σας μοιάζει να προέρχεται όχι από την περίφημη μοίρα αλλά από την ψυχολογία των χαρακτήρων. Έχετε κάνει αντίστοιχη έρευνα;Είχα γράψει ένα βιβλίο για τη Βόρεια Ιρλανδία στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και τότε ενδιαφέρθηκα για το λεγόμενο σπιράλ της βίας: πώς η μία πράξη οδηγούσε σε άλλη, πόση ήταν απόρροια τοπικισμού και πόση προσωπική. Με αυτή την ιδέα δούλεψα και στο «Σπίτι με ονόματα». Από τη στιγμή που γίνεται ο πρώτος φόνος είναι ζήτημα χρόνου να ακολουθήσουν άλλοι, όπως στο σπιράλ.Γράψατε το βιβλίο πρόταση προς πρόταση; Κάθε μέρος μοιάζει να έχει τον δικό του ρυθμό...Θα έλεγα κομμάτι προς κομμάτι. Το πρώτο τμήμα γράφτηκε κοντά στα ξημερώματα μάλιστα, κάπου στις 3 ή 4 το πρωί. Ήταν κάτι που με αναστάτωσε, πολύ δύσκολο να γραφτεί: έμπαινα στο μυαλό της Κλυταιμνήστρας. Το κομμάτι που αφορά τον Ορέστη βασίζεται περισσότερο στην αφήγηση γεγονότων και όχι στη «φωνή» του. Είναι ηπιότερο στον ρυθμό. Κι ύστερα το κομμάτι που αφορά την Ηλέκτρα ήθελε μεγάλη ενέργεια. Οπότε, ναι, ήξερα ότι στο πρώτο και στο τρίτο μέρος κάθε ήχος, κάθε έκφραση και πρόταση απαιτούσαν πολλή δουλειά.Αν υπάρχει κάτι με το οποίο θέλατε να πειραματιστείτε στο βιβλίο, θα μπορούσε να αφορά τον θόρυβο των «σιωπηλών τραυμάτων»;Υποθέτω ότι πρόκειται για ένα σύνολο ανταγωνιστικών αφηγήσεων, σε καθεμία από τις οποίες ένας χαρακτήρας περιγράφει ακριβώς ένα τραύμα. Επειδή ο Ορέστης δεν μιλάει πολύ γι' αυτό - ή δεν το καταλαβαίνει -, είναι και ο περισσότερο ευάλωτος.Μοιάζετε με τον Ορέστη σε οποιοδήποτε σημείο της ζωής σας;Ναι, ήμουν δίπλα στον πατέρα μου όταν τον χτύπησε ένα σοβαρό εγκεφαλικό, αλλά κανείς δεν ήξερε την παρουσία μου μαζί του, κι ούτε το ομολόγησα στη συνέχεια. Επίσης με έστειλαν σε οικοτροφείο (σ.σ.: υπονοεί τη φυγάδευση του Ορέστη από το πατρικό του στο σπίτι του θείου του Στρόφιου, στη Φωκίδα). Ναι, υπάρχει πολύς Ορέστης μέσα μου.Τι γνωρίζετε από τα αρχαία ελληνικά όσον αφορά τα σχήματα λόγου και τις μεταφορές ώστε να σας προϊδεάσουν για την κοινωνία στην οποία γεννιούνται;Χρησιμοποιούσα μεταφράσεις αναγνωρίζοντας ότι κανείς, μα απολύτως κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς έμοιαζε η ζωή στην αρχαία κοινωνία. Το μυθιστόρημα είναι σχετικά νέο λογοτεχνικό είδος. Δούλεψα με αυτό και εστίασα σε αυτό. Ακολουθώντας τους κανόνες που είχα θέσει στον εαυτό μου και όχι επινοώντας μια ψεύτικη εκδοχή της αρχαιότητας.Στην Ελλάδα μαθαίνουμε σταδιακά τα ονόματα της Σάλι Ρούνεϊ, του Κέβιν Μπάρι και του Μάικ ΜακΚόρμακ. Και φυσικά γνωρίζουμε ήδη τον Σεμπάστιαν Μπάρι. Είναι ο αγώνας για τη γλώσσα και τη φόρμα που ενώνει τις διαφορετικές γενιές της ιρλανδικής λογοτεχνίας;Νομίζω ότι όλοι τους προσπαθούν για το μοντέρνο, να ανακαλύψουν νέους τρόπους για να γράψουν ένα μυθιστόρημα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα, το στυλ και τη φόρμα, χωρίς να επαναλαμβάνουν αυτό που προηγήθηκε.Τι διαβάζετε αυτή την περίοδο;Ολοκληρώνω ένα μυθιστόρημα για τον Τόμας Μαν, οπότε όλα τα διαβάσματά μου αφορούν αυτόν τον συγγραφέα.Εάν μια ευρωπαϊκή εφημερίδα σάς έδινε την ευκαιρία μιας αποστολής για να γράψετε ένα μεγάλο άρθρο, τι θα επιλέγατε: τον Βόρειο Πόλο για την κλιματική αλλαγή ή τον Αμαζόνιο για να συναντήσετε μια φυλή του;Κι όμως, με ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, η παράδοξη άνοδος του νεοφασισμού στη Γαλλία, την Ισπανία (σ.σ.: η συνέντευξη δόθηκε πριν από τις πρόσφατες εκλογές), τη Γερμανία, την Ουγγαρία. Αν και η κλιματική αλλαγή είναι ένα ζήτημα με τεράστιες διαστάσεις, δεν θεωρώ τον εαυτό μου κατάλληλο να γράψω για αυτό.Ας υποθέσουμε ότι έχετε ελεύθερο ένα τριήμερο. Είστε ο τύπος που θα επιλέξει μια εκδρομή, να βγείτε έξω με φίλους ή να μείνετε σπίτι σας για να διαβάσετε;Ειδικά τον χειμώνα θα έμενα σπίτι μου με μια καλή φωτιά στο τζάκι, μουσική να παίζει και βιβλία γύρω μου.Εάν κάναμε αυτή τη συνέντευξη στη Νέα Υόρκη, πού θα διαλέγατε να βγούμε για ποτό;Δεν έχω βάλει ποτό στο στόμα μου τους τελευταίους 18 μήνες. Και το αγαπημένο μου μπαρ - το Temple Bar - έκλεισε.Σε αυτή τη συνέντευξη μιλήσαμε για έξοδο στη Νέα Υόρκη και λογοτεχνία. Πού νιώσατε πιο άνετα;Θα απαντήσω αλλιώς: μου αρέσει πολύ ένα εστιατόριο για ψάρι στην οδό Cornelia στο Γκρίνουιτς Βίλατζ που λέγεται «Διαμάντι».Γράψατε πρόσφατα στο London Review of Books για την εμπειρία σας με τον καρκίνο των όρχεων. Κρατήσατε ένα μάθημα ζωής από αυτή την περιπέτεια;Δεν έμαθα τίποτε. Είμαι σήμερα όπως ακριβώς και πριν, με τη διαφορά ότι έχω έναν όρχι. Έχασα πολύ χρόνο, πολλές φορές επώδυνο και βαρετό. Περίμενα πώς και πώς να τελειώσει όλη η διαδικασία. Και ήμουν τυχερός που επέζησα.Ποια ήταν η πρώτη σκέψη όταν ακούσατε τα ονόματα Τοκάρτσουκ και Χάντκε για το Νομπέλ Λογοτεχνίας;Ότι όλοι έχουν έναν συγγραφέα που πιστεύουν ότι πρέπει να κερδίσει το Νομπέλ. Θα επέλεγα, λοιπόν, τον Λάζλο Κρασναχορκάι, τον Ντον Ντε Λίλο ή τον Τζον Μπάνβιλ.Περισσότερα
-
Συνεντεύξεις
Ευτυχία Γιαννάκη: «το καλύτερο εγκληματολογικό εργαστήριο είναι η οικογένεια» | Συνέντευξη στη LIFO.
Διαβάστε παρακάτω τη συνέντευξη που παραχώρησε η Ευτυχία Γιαννάκη στην Εφημερίδα LIFO και στον Γιάννη Πανταζόπουλο, με αφορμή την Τριλογία της Αθήνας (Στο πίσω κάθισμα, Αλκυονίδες μέρες, Πόλη στο φως) με ήρωα τον Αστυνόμο Χάρη Κόκκινο.— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε και τι θυμάστε πιο έντονα από την παιδική σας ηλικία; Γεννήθηκα στην Αθήνα και μετά έφυγα για τη Σάμο και την Κύπρο σε μια ταραγμένη περίοδο, λίγο μετά την εισβολή. Ακολούθησαν η Θεσσαλονίκη και η Ρόδος, προτού επιστρέψω οριστικά στην Αθήνα, στο γυμνάσιο πια. Η δουλειά του πατέρα μου επέβαλλε συχνές μετακινήσεις και με έναν τρόπο από την αρχή όλα προδιέγραφαν το τέλος. Σύντομα κατάλαβα ότι η ζωή δεν κουβαλούσε βεβαιότητες. Ήταν απλώς ό,τι μεσολαβούσε ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, ήταν αυτό που άρχιζε για να τελειώσει. Όπως λένε, η ζωή είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει ζωντανός, έτσι και η παιδική ηλικία είναι ένα ταξίδι από το οποίο κανείς δεν βγαίνει παιδί. Οι αναμνήσεις από τα θραύσματα εκείνης της περιόδου δεν έχουν καμία αντικειμενικότητα, φέρουν όμως πάντοτε ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό φορτίο που για εμένα παραμένει συνδεδεμένο με τις ονειρικές αφηγήσεις και τα παραμύθια της μητέρας μου. Οι τόποι άλλαζαν, οι ιστορίες έμεναν. Έκτοτε, «γράφω» σημαίνει «επινοώ τον δικό μου τόπο για να βυθιστώ».— Γιατί στα βιβλία σας επιλέγετε την πόλη και συγκεκριμένα την Αθήνα ως πρωταγωνίστρια; Η Αθήνα είναι ένα σχήμα, η αναζήτηση ενός κέντρου στον έκκεντρο κόσμο μου. Έχει τα χαρακτηριστικά της μητρόπολης, μέσα στην οποία φωλιάζουν εκατομμύρια ιστορίες, σπινθηρισμοί αυτών που ξεκινούν, μουρμουρητά αυτών που αποσύρονται, προσδοκίες και διαψεύσεις, κουβαλάει όλες τις αντιφάσεις ενός ευρωπαϊκού σύμπαντος με ανατολίτικα χαρακτηριστικά, τον συντηρητισμό και φατρίες που πολεμάνε μεταξύ τους, ένα τεράστιο χωριό όπου όλοι γνωρίζουν κι αν δεν γνωρίζουν, διαισθάνονται τι συμβαίνει. Έχει κι έναν υπόγειο κόσμο που επιβιώνει φορώντας γυαλιά ηλίου κάτω από το ατέλειωτο, το αστείρευτο φως της. Στρώματα Ιστορίας, θρίαμβοι και συντριβές, ένας αέναος κλαυσίγελος, όλα παραμένουν θαμμένα ‒και συνήθως γραμμένα στα παλιά μας τα παπούτσια‒, αλλά είναι πάντα εκεί. Για μένα αποτέλεσε ιδανικό πεδίο ανάπτυξης αστυνομικών ιστοριών, αφού η Αθήνα, καθώς την εσωτερικεύω, είναι πάντοτε επαρκώς ρευστή και μυστηριώδης, όπως ακριβώς και οι ήρωές μου. — Ο κεντρικός ήρωας, Χάρης Κόκκινος, είναι ένας από εμάς; Αν σκεφτούμε ότι είμαστε οι άλλοι και οι άλλοι είμαστε εμείς, τότε, ναι, ο Χάρης Κόκκινος εντάσσεται στο μικροσύμπαν μας. Είναι σίγουρα οικείος, αλλά ταυτόχρονα έχει κάτι άπιαστο, όπως οποιοσδήποτε μπορεί να μας γοητεύσει. Λειτουργεί ως καθρέφτης της πόλης και η πόλη ως καθρέφτης του σε μια κρίσιμη συγκυρία. Είναι ένας άνθρωπος σε πτώση, τη στιγμή που η πόλη πέφτει κι αυτό από μόνο του ξεδιπλώνει ένα αχανές πεδίο προβληματισμού ή επεκτείνει το πεδίο της πάλης, όπως θα έλεγε και ο Ουελμπέκ.— Ποιοι είναι οι κοινωνικοί προβληματισμοί που ακολουθούν την αστυνομική λογοτεχνία; Θα έλεγα ότι, απ' όλα τα λογοτεχνικά υποείδη, η αστυνομική αφήγηση είναι αυτό που μάλλον αναμετριέται ευθέως με τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα. Πολλές φορές, ομολογουμένως, κάπως άγαρμπα, αφού κάτω από αυτή την ταμπέλα του αστυνομικού εντάσσονται πλέον από σαπουνόπερες του υποκόσμου μέχρι περιπετειώδεις ή κινηματογραφικές καταδιώξεις του τίποτα με μόνο σκοπό την ανατροπή για την ανατροπή και τα ταχυδακτυλουργικά του συγγραφέα. Στις καλές εκφάνσεις της, ωστόσο, διατηρεί τα χαρακτηριστικά της στιβαρής πλοκής, λέει ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη και χρησιμοποιεί την πλοκή όχι ως αυτοσκοπό αλλά για να ξεδιπλώσει το κοινωνικό σχόλιο και να καταβυθιστεί στο ψυχολογικό βάθος των ανθρώπων που οδηγούνται σε ένα άκρο ‒ γιατί το έγκλημα είναι πάντοτε μια ακραία κατάσταση. Στα σύγχρονα αστυνομικά βιβλία θα δείτε να θίγονται όλα τα τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα που μας απασχολούν και να αποκαλύπτονται συχνά αυτά που κρύβουμε κάτω απ' το χαλί, το ζήτημα όμως στη λογοτεχνία δεν είναι απλώς η ανάδειξη αυτών των θεμάτων, ούτε το τρέχον, αλλά να τραβήξεις αυτό το καπάκι που, όσο το πιέζεις από πάνω, πάντα υπάρχει κάτι από κάτω που το σπρώχνει να τιναχτεί. Είναι αυτή η δύναμη που ζητά να έρθει στο φως από τη λογοτεχνική αφήγηση και είναι η αναμέτρηση με τον θάνατο και όλο το υπαρξιακό βάρος αυτού του ιλιγγιώδους συμβάντος που κρύβονται κάτω από μια τέτοια αφήγηση. — Έχετε βρει απάντηση ως προς το τι οδηγεί έναν άνθρωπο στη βία και στο έγκλημα; Είμαστε όλοι δυνάμει θύτες και θύματα; Δεν είμαστε δυνάμει θύτες και θύματα, είμαστε ή υπήρξαμε όλοι θύτες και θύματα καταστάσεων, συγκυριών, ανθρώπων, πολλές φορές, δε, είμαστε θύτες και θύματα ταυτόχρονα. Εθελοτυφλούμε, αν θέλουμε να βλέπουμε την ανθρώπινη φύση με όρους λευκού και μαύρου. Χάνουμε όλους τους ενδιάμεσους τόνους και το φάσμα των χρωμάτων μέσα στο οποίο κινούμαστε στην πραγματικότητα. Υπάρχει το μικρό έγκλημα, το καθημερινό, το υφέρπον, το ανομολόγητο, αυτό στο οποίο συναίνεσες, ενώ δεν έπρεπε, που κράτησες το στόμα σου κλειστό όταν ήταν να μιλήσεις, και είναι αυτό το μικρό που γεννάει το μεγάλο. Φυσικά, και ευτυχώς μάλλον, οι περισσότεροι από εμάς δεν θα χρειαστεί να σκοτώσουμε κάποιον στη ζωή μας. Ας έχουμε στον νου μας ότι απλώς δεν χρειάστηκε ή ότι το μικρό δεν απέχει πολύ από το μεγάλο, μια λεπτή γραμμή χωρίζει πάντοτε το φως από το σκοτάδι κι εκεί, σε αυτήν τη λεπτή γραμμή που δεν είναι πάντοτε απολύτως καθαρή στο ανθρώπινο μάτι, χορεύει η βία.— Τι σας ώθησε στη συγγραφή και ποια βαθύτερη ανάγκη σας εκφράζει; Η πατρίδα της συγγραφής είναι η ανάγνωση. Αν πιάνεις ένα βιβλίο και χάνεσαι στην ιστορία και στο αισθητικό πεδίο που σου συστήνει, αν σκέφτεσαι διαφορετικές διαδρομές που θα μπορούσε να ακολουθήσει ο ήρωας, αν έχεις τελικά την υπομονή να βυθιστείς σε ένα ταξίδι εντός σου, στους πολλαπλούς εαυτούς και στα θραύσματα που συνιστούν μια κάποιου είδους ταυτότητα για εσένα, τότε αρχίζεις να πειραματίζεσαι με τις λέξεις και τον ρυθμό τους. Διαπιστώνεις γρήγορα ότι, παρά τους κανόνες τους, οι λέξεις είναι ανυπάκουες, λίγο-πολύ όπως οι άνθρωποι, αναρχικές με έναν τρόπο, ότι δεν λένε εύκολα αυτό που θες να πεις κι εκεί αρχίζει ένα ατέλειωτο παιχνίδι μαζί τους κι ένα ατέλειωτο παιχνίδι εντός σου, μια απειρία εκδοχών σου που επιχειρεί να απομυζήσει την υπεραξία των καθημερινών πραγμάτων, των συναισθημάτων και των καταστάσεων που υπάρχουν γύρω σου και εντός σου για να πει κάτι που ίσως έχει νόημα, πρωτίστως για σένα και μετά για τους άλλους.— Ποιος είναι ο ρόλος της λογοτεχνίας; Είναι μια διαφυγή από την καθημερινότητα; Μια εξερεύνηση της ζωής; Είναι, θα έλεγα, ένας σύμμαχος, ένας φίλος να πορεύεσαι μαζί του, είτε ως αναγνώστης είτε ως δημιουργός, ή ένας τρόπος ζωής. Ένα ατέλειωτο παιχνίδι, αλλά με την ηδονική διάσταση που έχει το παιχνίδι για τα παιδιά, που μέσα από αυτό ανακαλύπτουν τα όρια του εαυτού και του κόσμου γύρω τους. Συχνά παρουσιάζουμε τα βιβλία ως πηγή γνώσης, ως ταξίδια σε άγνωστα μέρη ή ζωές, ως εκμυστηρεύσεις και μοίρασμα του δημιουργού με τον αναγνώστη. Στην ουσία, η λογοτεχνία είναι μια ανάγκη για όσους επιθυμούν να βυθιστούν ηδονικά στην ανθρώπινη κατάσταση και στη ρευστότητά της, με τη μικρότητα και το μεγαλείο της. Ένα εργαλείο ανοχής και αντοχής του κόσμου, εντός, εκτός και επί το αυτό. — Έχετε εργαστεί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Στην εποχή της εικόνας, με ποιους τρόπους θα πείθατε νέους ανθρώπους να διαβάζουν βιβλία; Μάλλον με τη δουλειά μου, προσπαθώντας να συνομιλήσω μαζί τους μέσα από ιστορίες που ίσως έχουν νόημα και για τους ίδιους. Ίσως και επικοινωνώντας μαζί τους, ακόμα και από τα νέα μέσα που είναι τόσο ελκυστικά για τους νεότερους, από μια συνέντευξη όπως αυτή εδώ. Στην εποχή της πολυδιάσπασης, όπου όλα είναι ηλεκτρονικά και άπιαστα, αλλά ελάχιστα ηλεκτρισμένα και απτά, το βιβλίο παραμένει ένα απτό ηλεκτρισμένο πεδίο που μπορεί να ανατινάξει το μυαλό σου, την ώρα που κάποιοι άλλοι δίπλα σου απλώς τρώνε ποπκόρν. Καλώς ή κακώς, επιλέγουμε σε ποιο πεδίο θα είμαστε. Θα τους μιλούσα ίσως γι' αυτή την επιλογή, το βάθος και τις συνέπειές της.— Ποιο πιστεύετε ότι είναι το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής εκπαίδευσης; Ότι συχνά στερείται αυτού του βάθους, του ηλεκτρισμού που πρέπει να υπάρχει στην παιδαγωγική διαδικασία. Το σχολείο δεν είναι ένα πεδίο χαράς και ανακάλυψης αλλά ένα εργοστάσιο καταναγκασμών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί που εμπνέουν ή μαθητές που, μέσα από τον καταναγκασμό, θα βρουν τον δρόμο προς τον πειραματισμό και την ελευθερία. Απλώς έχω την αίσθηση ότι συχνά όλα γίνονται δύσκολα, με αργά βήματα, σε ένα αντίξοο πλαίσιο. Μετρήστε πόσες ώρες έρχονται τα παιδιά σε επαφή με την τέχνη και την ουσία της και πόσες με την επιστήμη. Το συντριπτικό ισοζύγιο αναδεικνύει αμέσως το προφανές έλλειμμα της έμπνευσης, του άπιαστου, του δημιουργικού, αυτού που κανονικά θα έπρεπε να ευχόμαστε για ένα σύγχρονο παιδαγωγικό μοντέλο. Τα συντριπτικά διανοητικά κατάγματα με τα οποία βγαίνουμε μέσα από αυτήν τη διαδικασία είναι γνωστά σε όλους μας. Παρ' όλα αυτά, βγαίνουμε και συνεχίζουμε. Σημασία έχει να συνεχίζεις με την αντίληψη ότι κανείς δεν σου χρωστάει τίποτα και πως όσα δεν σου έδωσαν είναι στο χέρι σου να τα αναζητήσεις μόνος. Το άλλοθι χρειάζεται μόνο για τους υπόπτους. — Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι τα γνωρίσματα της παθογένειας της ελληνικής οικογένειας; Μια ρήση λέει ότι το καλύτερο εγκληματολογικό εργαστήριο είναι η οικογένεια. Αν θες να δεις τι έφταιξε ή τι πήγε καλά, ξεκινάς από κει. Η οικογένεια είναι ο αρχέγονος πυρήνας της επιβίωσής μας και για όσους δεν είναι παθολογικά αισιόδοξοι είναι γνωστό ότι ο αγώνας για επιβίωση θα αφήσει πολύ αίμα πίσω του. Η ελληνική οικογένεια είναι μια ψηφίδα που συνθέτει την ελληνική κοινωνία με όλα τα χαρακτηριστικά που αντιλαμβανόμαστε ή διαισθανόμαστε ότι αυτή έχει. Ας μη γελιόμαστε, όμως, δεν υπάρχει ένας τύπος οικογένειας, καθεμία είναι μοναδική, είτε ελληνική είτε ξένη, έχει τα καλά και τα κακά της και είναι η άγκυρά μας στο χάος, αρκεί κάποια στιγμή να τραβιέται ή να την τραβάμε, προκειμένου να ταξιδέψουμε στο πέλαγος.— Επειδή έχετε σπουδάσει πληροφορική, θεωρείτε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αφαιρούν πολύτιμο ελεύθερο χρόνο, για παράδειγμα από τη διαδικασία της ανάγνωσης; Πώς έχουν επηρεάσει τις ανθρώπινες σχέσεις; Σίγουρα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και οι πλατφόρμες διασκέδασης που έφεραν τα νέα μέσα, είναι εξαιρετικά δελεαστικά, σχεδόν υπνωτιστικά, είναι σχεδιασμένα ώστε να απορροφούν τη σκέψη και τη δράση. Αν έχεις ασχοληθεί ελάχιστα με τον σχεδιασμό διεπαφών και την αξία των big datas, αντιλαμβάνεσαι ότι έχουν φτιαχτεί για να απορροφούν όχι μόνο το μάτι και το μυαλό σου αλλά και για να καταγράφουν τις προτιμήσεις σου, παράγοντας patterns, σχήματα που χαρτογραφούν τον τρόπο σκέψης, για να σου επιστρέψουν, τελικά, αυτό που θέλεις να δεις, είτε ως δική σου εικόνα είτε ως εικόνα των άλλων και του κόσμου σου. Είναι πεδία σχεδιασμένα να τρέφουν τον ναρκισσισμό, συνήθως της ασημαντότητας. Κάποιοι χάνονται εκεί μέσα, κάποιοι βγαίνουν, κάποιοι γνωρίζουν πώς να τα χρησιμοποιούν, κάποιοι όχι. Θέλει κόπο, πάντως, να μάθεις να ζεις μαζί τους και όχι μέσα από αυτά.— Πώς ανακαλύπτει κανείς τι είναι αυτό που θέλει στη ζωή; Κοιτάζοντας μέσα του, όπως ο ντετέκτιβ, συστηματικά και με μεγεθυντικό φακό, πειραματιζόμενος, φωτίζοντας τα σκοτάδια ή εκμεταλλευόμενος το φως του, ακόμη κι αν είναι για να συνειδητοποιήσει ότι δεν βρήκε αυτό που ήταν να βρει ή ότι δεν χρειάζεται το νόημα της ζωής του να είναι κάτι απτό, κάτι συγκεκριμένο. Ζούμε για να ζούμε, αυτό είναι το βάθος και το βάρος της συνείδησης του παραλόγου της ύπαρξης. Μετριάζεται ίσως κάπως αυτή η συνειδητοποίηση με την κουβέντα και ακούγοντας. Είναι σημαντικό να ακούς γύρω σου, να είσαι ανοιχτός, να παίρνεις ιδέες, συναισθήματα, ιστορίες, όλα τα υλικά για να ανακαλύψεις ποιος είσαι, γιατί περί αυτού πρόκειται, τελικά, είσαι μια ψηφίδα. Όταν βρεις τον τρόπο να μοιράζεσαι και δεις ποιος είσαι, κάπως ξέρεις τι θέλεις από τη ζωή, αλλά όσο δεν το βρίσκεις, εξακολουθείς να ζεις, και θα ζεις, ακόμα κι αν δεν το βρεις ποτέ. Η ζωή τρέχει όσο εσύ ψάχνεις να δεις τι είναι αυτό που θες από αυτή. Η ζωή απλώς είναι. Εσύ απλώς είσαι. Κι αυτό δεν είναι κακό. Αντιθέτως, είναι μεγαλειώδες. — Σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αποξενώνονται όλο και περισσότερο, τι είναι αυτό που μπορεί ακόμα να τους ενώσει; Η αγάπη, όπως περιγράφεται με όρους αποστολικούς. «Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει. Είτε δε προφητείαι καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται». Και όπως ακούγεται με τη μουσική του Πράισνερ στο σάουντρακ της «Μπλε Ταινίας», της κινηματογραφικής τριλογίας του Kισλόφσκι.— Μπορεί ένας άνθρωπος να προχωρήσει τη ζωή του, αφήνοντας εντελώς πίσω του το παρελθόν; Νομίζω πως αυτό είναι αδύνατον. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, γεννιέται ένας νέος εαυτός μας που χωνεύει όλους τους προηγούμενους μέσα από τις πολύπλοκες διαδικασίες της μνήμης και της λήθης. Κάθε στιγμή είμαστε οι εμφωλευμένοι εαυτοί μας που προηγήθηκαν, οι εμφωλευμένες σκέψεις και τα συναισθήματά μας. Φέρνουμε κύκλους με την ψευδαίσθηση ότι τρέχουμε κατοστάρι σε ευθεία. Γι' αυτό και όταν στεκόμαστε, όταν παύουμε να τρέχουμε, συμβαίνουν τα σπουδαία. Όταν μετεωριζόμαστε στο κέντρο του δικού μας κύκλου σαν δερβίσηδες. — Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στην Αθήνα αλλά και τι σας ενοχλεί; Με γοητεύει η ρευστότητά της, το γεγονός ότι είναι ένα μεγάλο χωνευτήρι ανθρώπων και των ιστοριών τους εδώ και αιώνες. Με ενοχλεί όταν κακοποιούμε τον δημόσιο χώρο, προβάλλοντας και εξωτερικεύοντας με θράσος τον δικό μας κακοποιημένο εσωτερικό χώρο.— Υπάρχει κάτι που να φοβάστε; Όπως λέει και ο Ρόθκο, «το μόνο που φοβάμαι, φίλε μου, είναι ότι μια μέρα το μαύρο θα καταπιεί το κόκκινο». Μα, πιο πολύ ακόμα φοβάμαι να φοβάμαι, θα συμπλήρωνα.— Πώς αντιλαμβάνεστε τη λέξη «συγχώρεση»; Ωριμότητα, ανεκτικότητα, με έναν τρόπο η ουσία της συνύπαρξης. Ζούμε στη φθορά, στην τραγωδία και στην κωμωδία. Με συγκινεί πάντοτε ο άνθρωπος που υποχωρεί με χιούμορ, αντιλαμβανόμενος το μέγεθός του και το μέγεθος των πραγμάτων.— Ευτυχία για σας τι θα πει; Στιγμές ισορροπίας που συνοδεύονται από ένα ηδονικό ξέσπασμα. Φως και αναγέννηση. Εκεί όπου ούτε η πληγή, ούτε οι συντριβές αλλά ούτε και το μεγαλείο ή η νίκη έχουν κάποια αξία. Εκεί όπου η μνήμη και η λήθη βρίσκονται σε μια παράξενη ισορροπία που σου επιτρέπει απλώς να είσαι για να είσαι, γυμνός, σαν να γεννήθηκες μόλις, έτοιμος γι' αυτήν, τη μεγαλύτερη των απολαύσεων.— Τι σας δίνει ελπίδα σήμερα; Δεν κατανοώ ιδιαίτερα την έννοια της ελπίδας, εννοώ ότι δεν μπορώ να την κάνω απολύτως δική μου αυτή την έννοια αυτόνομα. Ίσως για μένα να είναι μια ρωγμή στη συνήθεια, στην πεπατημένη, σε μια δεδομένη κατάσταση, άρα η έξοδος από ένα κουραστικό σχήμα μετά από πολύ στρίμωγμα, για να καταφέρεις να περάσεις μέσα από τη ρωγμή προς κάτι που σε τραβάει. Πιστεύω, λοιπόν, στους ανθρώπους που αφοσιώνονται σε κάποιο σχέδιο που θα επιτρέψει αυτό το αδιανόητο πέρασμα από τη ρωγμή με σκληρή δουλειά. Ίσως η ελπίδα για μένα να είναι συνώνυμη με την αφοσίωση σε κάποιο δημιουργικό πάθος. Μ' αρέσουν αυτοί που επιμένουν στον δικό τους δρόμο, κόντρα σε όλη την αντιξοότητα που τους επιβάλλει η πεπατημένη, αναζητώντας πάντα τις ρωγμές και τα δικά τους περάσματα.— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή; Να ακολουθείς τον δικό σου μοναδικό δρόμο με πάθος, να μοιράζεσαι και να συναισθάνεσαι. Να είσαι γενναιόδωρος, να αγγίζεις και να αγγίζεσαι με όποιον τρόπο μπορείς.Περισσότερα
-
Η Μαριαλένα Σεμιτέκολου υποψήφια για το βραβείο Μένη Κουμανταρέα 2019 της Εταιρείας Συγγραφέων.
Οι κριτικές επιτροπές της Εταιρείας συγγραφέων ανακοίνωσαν, τα υποψήφια βιβλία για τα Λογοτεχνικά Βραβεία 2019. Με μεγάλη χαρά είδαμε τη Μαριαλένα Σεμιτέκολου, να συμπεριλαμβάνεται στις υποψηφιότητες για το βραβείο Μένη Κουμανταρέα 2019, με το βιβλίο της Οι Κυριακές, το καλοκαίρι.Το βραβείο απονέμεται κάθε χρόνο σε πρωτοεμφανιζόμενη/ο πεζογράφο που θεσπίστηκε στη μνήμη του Μένη Κουμανταρέα (1931-2014) και σκοπό έχει να αναδείξει τις σημαντικότερες νέες πεζογραφικές φωνές της χώρας. Η Κριτική Επιτροπή απαρτίζεται από τους συγγραφείς και μέλη της Εταιρείας Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη (Πρόεδρο της Επιτροπής), Μαρία Φακίνου και Κώστα Χατζηαντωνίου. Η βραχεία λίστα του βραβείου Μένη Κουμανταρέα 2019:Ελένη Γιαννάτου, Κύριος Πηνελόπη (Εκδόσεις Κίχλη)Έλενα Γκιβίση, Ρήγματα (Εκδόσεις Κέδρος)Ράνια Καραχάλιου, Σκλήθρα (Εκδόσεις Εκάτη)Σοφία Μπραϊμάκου, Ματάμπρε (Εκδόσεις Νεφέλη)Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Οι Κυριακές, το καλοκαίρι (Εκδόσεις Ίκαρος)Αλίκη Στελλάτου, Γάτα στον κήπο (Εκδόσεις Κίχλη)Ελένη Στελλάτου, Το κόκκινο και το άσπρο (Εκδόσεις Πόλις)Η τελετή απονομής των Βραβείων θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019 στις 18:30 στο Αμφιθέατρο Αντώνη Τρίτση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50, είσοδος και από Σόλωνος).Περισσότερα
-
Το «Λήθη και Λίνκολν» του George Saunders υποψήφιο στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2018.
Ανακοινώθηκαν χθες, Πέμπτη 3 Οκτωβρίου, οι βραχείες λίστες για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2018. Με μεγάλη χαρά είδαμε να συμπεριλαμβάνεται στις υποψηφιότητες το μυθιστόρημα του George Saunders Λήθη και Λίνκολν, σε μετάφραση Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη.Στο συναρπαστικό πρώτο μυθιστόρημά του, ο δημοφιλής συγγραφέας αφηγείται μια αξέχαστη καλειδοσκοπική ιστορία για την οικογενειακή αγάπη, την απώλεια, αλλά και τις δυνάμεις του καλού και του κακού. Απόσπασμα από την έκδοση:Το μυαλό του έτεινε ξανά προς τη λύπη· προς το γεγονός ότι ο κόσμος ήταν γεμάτος λύπη· ότι οι πάντες μοχθούσαν κάτω από ένα βάρος λύπης· ότι οι πάντες έπασχαν· ότι όποιον δρόμο παίρνει κανείς σε τούτο τον κόσμο, θα πρέπει να μην ξεχνάει ότι οι πάντες πάσχουν (κανείς δεν είναι ικανοποιημένος· οι πάντες είναι αδικημένοι, παραμελημένοι, παραπεταμένοι, παρεξηγημένοι), κι έτσι πρέπει κανείς να κάνει ό,τι μπορεί για να ελαφρύνει το άχθος εκείνων που μ’ αυτούς έρχεται σ’ επαφή.Διαβάστε την αναλυτική ανακοίνωση με τις βραχείες λίστες στο site του Υπουργείου Πολιτισμού.Περισσότερα